ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4166/24
15 Μαΐου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ. Μ. Ν. (Αιτήτρια 1 – μητέρα)
D. A. M. (Αιτήτρια 2 – ανήλικη θυγατέρα)
S. S. M. M. (Αιτήτρια 3 – ανήλικη θυγατέρα)
Αιτητριών
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.........
Η Αιτήτρια 1 είναι παρούσα
Μ. Ταυλαρίδη (κα) για Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόροι για την Αιτήτρια
Μ. Φιλίππου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Παρών ο Ρ. Ευαγγέλου (κος) για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι Αιτήτριες με την παρούσα προσφυγή αιτούνται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 12.9.2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 και αποφασίστηκε η επιστροφή τους στη χώρα καταγωγής τους.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Οι Αιτήτριες κατάγονται από τη Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν). Η Αιτήτρια 1 είναι η μητέρα της Αιτήτριας 2 (γεννηθείσα στις 31.7.2022) και της Αιτήτριας 3 (γεννηθείσα την 1.5.2024). Η Αιτήτρια 1 εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και περί τις 23.11.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στην αίτησή της συμπεριέλαβε και τα ανήλικα τέκνα της. Στις 13.8.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου των Αιτητριών. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 12.9.2024. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στις Αιτήτριες στις 4.10.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Γεγονότα
2. Οι Αιτήτριες, δια της συνηγόρου τους, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προβάλλουν ως λόγο προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας, καθώς και την παραβίαση των άρθρων 9 και 15 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023. Ειδικότερα, επισημαίνουν ότι η Αιτήτρια 1 έχει παραπεμφθεί στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας (ΚΕ.ΞΑ.ΨΥ.) και αναμένεται η έκδοση ψυχολογικής έκθεσης αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι το προφίλ της αξιολογήθηκε εσφαλμένα. Περαιτέρω, η Αιτήτρια 1, δια της συνηγόρου της, επικαλείται τις φωτογραφίες που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 22.10.2024, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, τεκμηριώνουν τον εξαναγκαστικό γάμο που της επιβλήθηκε από την οικογένειά της, στο πλαίσιο του οποίου καταβλήθηκε χρηματική παροχή ως προίκα.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησης.
Νομικό Πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traité;s des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύει της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
6. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
7. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
8. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
9. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
Κατάληξη
10. Ως προς τους εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C 283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.
11. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman &; Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος άσυλο να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτούντος να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C-277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
12. Περαιτέρω, ως προς την κατ’ επίκληση παραβίαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, επισημαίνονται τα εξής: Ως προς το άρθρο 9, η επίκλησή του δεν συνοδεύεται από την απαιτούμενη εξειδίκευση, ούτε προκύπτει κατά ποιον τρόπο τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, και δη πώς αυτό φέρεται να παραβιάζεται, καθώς και, κατ’ επέκταση, πώς τυχόν παραβίασή του προβάλλεται λυσιτελώς ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ενόψει της ευρύτητας της δικαιοδοσίας του. Ως εκ τούτου, ο υπό αναφορά ισχυρισμός απορρίπτεται ως απαράδεκτος, ένεκα της γενικότητάς του.
13. Ως προς την κατ’ επίκληση παραβίαση του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, επισημαίνεται ότι δυνάμει άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, όταν ο αρμόδιος λειτουργός κρίνει σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης για διεθνή προστασία, και με την επιφύλαξη της συγκατάθεσης του αιτητή, παραπέμπει τον αιτητή για εξέταση σε ιατρό ή/και ψυχολόγο, όσον αφορά- «(α) Ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρή βλάβη που υπέστη κατά το παρελθόν∙ και (β) συμπτώματα και ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, περιλαμβανομένων των πράξεων σεξουαλικής βίας». Δυνάμει δε του εδαφίου (8) του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, όταν δεν διενεργείται ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση σύμφωνα με το εδάφιο (1) του ιδίου άρθρου, οι αιτητές δικαιούνται με δική τους πρωτοβουλία και δικά τους έξοδα να μεριμνήσουν για την ιατρική ή/και ψυχολογική τους εξέταση όσον αφορά ενδείξεις που ενδεχομένως υποδηλώνουν διώξεις ή σοβαρές βλάβες, που υπέστησαν κατά το παρελθόν. Επιπλέον, η Αιτήτρια θα μπορούσε να λάβει τα δέοντα δικονομικά μέσα προς περαιτέρω τεκμηρίωση και εξειδίκευση των ισχυρισμών της. Παρατηρείται συναφώς ότι, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία περί της κατάστασης της υγείας της ή και αναφορικά με τα κατ' ισχυρισμό συμπτώματα/ενδείξεις που αυτή φέρει. Πολλώ δε μάλλον δεν εξηγεί, πώς το κατ’ ισχυρισμό πρόβλημα που αντιμετωπίζει, επιδρά στην εξέταση της αίτησής της για διεθνή προστασία. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο της συνέντευξης, ερωτηθείσα η Αιτήτρια αναφορικά με την υγεία της αποκρίθηκε ότι δεν αντιμετωπίζει κατά το παρόν στάδιο οποιοδήποτε πρόβλημα με την υγεία της (βλ. ερ. 37 του δ.φ.). Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω αναφορές, κρίνεται ως εύλογη η μη παραπομπή της σε περαιτέρω ιατρικές εξετάσεις κατά το χρόνο της συνέντευξης, καθώς σύμφωνα με τις αναφορές της ίδιας, αυτή δεν αντιμετώπιζε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα με την υγεία της. Αλλά και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, όπου η Αιτήτρια δια της συνηγόρου της επαναφέρει το εν λόγω ζήτημα, απαραδέκτως χωρίς να το δικογραφήσει δεόντως, παρατηρείται ότι δεν προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω παραπομπή της από το παρόν Δικαστήριο, για τους σκοπούς αξιολόγησης της αίτησής της για διεθνή προστασία, σε περαιτέρω ιατρικές εξετάσεις [βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk]. Ούτε επεξηγείται, πώς το κατ’ επίκληση, κατά τρόπο γενικό, πρόβλημα υγείας της επηρεάζει εν προκειμένω την αξιολόγηση της αίτησής της για διεθνήπροστασία . Αντίθετα, προς τεκμηρίωση της αίτησής της παραπέμπει στις δηλώσεις της κατά τη συνέντευξή της. Επισημαίνεται δε η δικονομική ευχέρεια που διαθέτει η Αιτήτρια να προσκομίσει οποιοδήποτε σχετικό ιατρικό έγγραφο και να εξηγήσει πώς αυτό συναρτάται με την υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, ενέργεια στην οποία δεν προέβη.
14. Προχωρώντας στην κατ’ ουσίαν εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας 1, παρατηρείται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της, αυτή δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, πρώτον, λόγω της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ανασφάλειας, δεύτερον, λόγω της επιθυμίας της να συνεχίσει τις σπουδές της, κάτι το οποίο, ωστόσο, δεν κατέστη δυνατό στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, τρίτον, προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και, τέλος, λόγω θρησκευτικής κακοποίησης (ερυθρό 1 του δ.φ.).
15. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1991 στο χωριό Pinyin της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν και ότι, από το 2013 μέχρι και την αναχώρησή της από τη χώρα, διέμενε στην Bamenda. Δήλωσε ότι είναι ανύπαντρη και μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων, με πατέρα ομοεθνή της, ο οποίος διαμένει στη Δημοκρατία ως αιτητής ασύλου. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, δήλωσε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει, η μητέρα της το 2011 και ο πατέρας της το 2017. Ανέφερε ότι είναι το μοναδικό τέκνο από τον γάμο των γονέων της, πλην όμως έχει έξι ετεροθαλή αδέλφια από άλλη σύζυγο του πατέρα της, με τα οποία δεν διατηρεί καλές σχέσεις. Ισχυρίστηκε ότι διατηρεί καλή σχέση μόνο με μία θεία από την πλευρά της μητέρας της και έναν ξάδελφό της, ο οποίος διαμένει στη Bamenda. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας της, το 2013 μετακόμισε αρχικά στη Buea με μία φίλη της και, στη συνέχεια, στη Bamenda, όπου εργαζόταν και διέμενε μόνη της έως την αναχώρησή της από τη χώρα. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, ισχυρίστηκε ότι, μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, απέκτησε δίπλωμα πληροφορικής και ακολούθως σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων. Για σύντομο χρονικό διάστημα ανέφερε ότι εγγράφηκε σε πρόγραμμα MBA σε μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο, ωστόσο, εγκατέλειψε μετά από δύο ημέρες. Οι σπουδές της, ως υποστήριξε, χρηματοδοτήθηκαν από τον πατέρα της. Ως προς την επαγγελματική της πείρα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εργάστηκε ως υπάλληλος υποδοχής σε επιχείρηση (Reco Pressing) από το 2014 έως το 2015 και, στη συνέχεια, ως γραμματέας στην FECAFOOT (Fédération Camerounaise de Football – Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Καμερούν) από το 2018 μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα.
16. Ερωτηθείσα αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια 1 επικαλέστηκε την κακοποιητική συμπεριφορά του συζύγου της. Ειδικότερα, ανέφερε ότι τον Φεβρουάριο του 2019 συνήψε παραδοσιακό γάμο με άνδρα στη Bamenda και μετεγκαταστάθηκε στην κατοικία του. Μετά τους πρώτους έξι μήνες, ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της άρχισε να ελέγχει τα οικονομικά της, να απαιτεί την καταβολή του μισθού της και να την κακοποιεί σωματικά, ιδίως όταν κατανάλωνε αλκοόλ. Η Αιτήτρια 1 υποστήριξε ότι υπέστη επανειλημμένα περιστατικά βίας, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, οδήγησαν ακόμη και σε αποβολές. Σε σχετική ερώτηση, δήλωσε ότι επιχείρησε να ζητήσει βοήθεια απευθυνόμενη στην αστυνομία, χωρίς αποτέλεσμα, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι απευθύνθηκε και στους πρεσβύτερους της κοινότητας, οι οποίοι κάλεσαν τον σύζυγό της να μεταβάλει τη συμπεριφορά του, χωρίς ωστόσο επιτυχία. Τέλος, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να επιστρέψει στο χωριό της, λόγω της επισφαλούς κατάστασης ασφαλείας, καθώς και των κακών σχέσεων με τη θετή της μητέρα, ενώ, κατά τα λεγόμενά της, δεν διέθετε άλλη ασφαλή εναλλακτική διαμονή εντός της χώρας. Σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν θα είναι ασφαλής, καθόσον ο πρώην σύζυγός της ενδέχεται να την εντοπίσει και να απαιτήσει την επιστροφή του «νυφικού τιμήματος».
17. Αξιολογώντας τις ανωτέρω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση σχημάτισαν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προφίλ της Αιτήτριας, ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυριζόμενο παραδοσιακό γάμο της Αιτήτριας έναντι αμοιβής και ο τρίτος σχετικά με την ισχυριζόμενη βία που βίωνε μέσα στον γάμο της.
18. Ο πρώτος ισχυρισμός της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός, καθόσον κρίθηκε ότι αυτή απάντησε στα τεθέντα ερωτήματα με επάρκεια και ακρίβεια, καταβάλλοντας πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες. Περαιτέρω, οι πληροφορίες που παρείχε κρίθηκαν ως συμβατές με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ενώ ενισχύονται και από τα προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι το διαβατήριο και τη φοιτητική της ταυτότητα.
19. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας σε κρίσιμα ερωτήματα παρέμειναν ασαφείς, μη συγκεκριμένες και στερούμενες προσωπικής λεπτομέρειας.
20. Συγκεκριμένα οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν αρχικά αντίφαση ως προς την οικογενειακή κατάσταση της Αιτήτριας. Παρότι κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξης ερωτήθηκε για την οικογένειά της στο Καμερούν, η Αιτήτρια δεν ανέφερε ότι ήταν παντρεμένη. Η ύπαρξη παραδοσιακού γάμου, ο οποίος αποτέλεσε τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού της περί δίωξης, αναφέρθηκε μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης. Περαιτέρω, εντοπίστηκαν αντιφάσεις ως προς τις συνθήκες διαμονής της. Ενώ αρχικά η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμενε μόνη της σε ενοικιαζόμενη κατοικία στην Bamenda και αρνήθηκε ότι είχε διαμείνει αλλού, ακολούθως ισχυρίστηκε ότι διέμενε στην ίδια πόλη σε κατοικία που ενοικίαζε ο σύζυγός της. Η μεταγενέστερη προσπάθεια διευκρίνισης, ότι μετακόμισε στην κατοικία του συζύγου της μετά τον γάμο, δεν κρίθηκε επαρκής για την άρση της αντίφασης, δεδομένου ότι δεν είχε προηγουμένως αναφερθεί σε αλλαγή κατοικίας ή σε συγκατοίκηση. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον βασικό ισχυρισμό της περί ενδοοικογενειακής βίας. Παρότι προέβαλε τη βία εντός του γάμου ως τον κύριο λόγο αναχώρησής της από το Καμερούν, δεν ενσωμάτωσε τον σύζυγό της στην περιγραφή της καθημερινότητάς της κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν την αναχώρησή της από τη χώρα. Αντιθέτως, παρουσίασε μία κανονική καθημερινότητα χωρίς αναφορά σε περιστατικά βίας ή στη συμβίωσή τους, γεγονός που κρίθηκε ασύμβατο με τον ισχυρισμό ότι διέμενε μαζί του μέχρι την αναχώρησή της. Αδυναμία τεκμηρίωσης διαπιστώθηκε και ως προς τον ίδιο τον παραδοσιακό γάμο. Όταν κλήθηκε να τον περιγράψει, η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικές πληροφορίες για το πώς τελούνται τέτοιοι γάμοι, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία που να αφορούν τη δική της περίπτωση. Δεν παρείχε λεπτομέρειες σχετικά με τα πρόσωπα που συμμετείχαν, τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ των οικογενειών ή το ύψος και τη διάθεση του ποσού που δόθηκε. Η έλλειψη αυτών των στοιχείων κρίθηκε ως ένδειξη μη βιωματικής εμπειρίας. Τέλος επισημάνθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον ισχυριζόμενο σύζυγό της. Οι αναφορές της περιορίστηκαν σε γενικόλογες πληροφορίες για την εργασία του, χωρίς περιγραφή της εξωτερικής του εμφάνισης, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ή ουσιαστικών στοιχείων της προσωπικότητας και του χαρακτήρα του.
21. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε εκτενή έρευνα για την πρακτική της «τιμής της νύφης» κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι αποτελεί ευρέως διαδεδομένη εθιμική πρακτική γάμου στην Αφρική και ειδικότερα στο Καμερούν, όπου εφαρμόζεται από τη συντριπτική πλειονότητα των εθνοτικών ομάδων. Συνίσταται σε καταβολή χρημάτων ή/και αγαθών από τον γαμπρό ή την οικογένειά του προς την οικογένεια της νύφης και λειτουργεί ως μέσο επικύρωσης και κοινωνικής νομιμοποίησης του γάμου. Η πρακτική αυτή επιτελεί κοινωνικές και συμβολικές λειτουργίες, όπως η ενίσχυση δεσμών μεταξύ οικογενειών και η αναγνώριση της συμβολής της οικογένειας της νύφης. Η διαδικασία περιλαμβάνει συνήθως κατάλογο απαιτήσεων και η «τιμή» μπορεί να περιλαμβάνει χρήματα και διάφορα αγαθά, με το ύψος της να διαφοροποιείται ανάλογα με κοινωνικούς και γεωγραφικούς παράγοντες. Ωστόσο, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, οι διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τις συνέπειες για γυναίκες που εγκαταλείπουν τον σύζυγό τους χωρίς επιστροφή του τιμήματος είναι περιορισμένες και δεν τεκμηριώνονται επαρκώς από τις πηγές. Ωστόσο, καθότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ανεπαρκείς, αόριστες, μη συνεκτικές, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
22. Ομοίως απορριπτέος κρίθηκε και ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, καθότι ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, οι δηλώσεις της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, ασάφεια και έλλειψη συγκεκριμένων λεπτομερειών.
23. Συγκεκριμένα, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι κατά την αξιολόγηση της συνέντευξης και της αίτησης διεθνούς προστασίας, εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον βασικό λόγο αναχώρησης της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής της, αφού στην αρχική της αίτηση ανέφερε ως λόγους την πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια, την επιθυμία συνέχισης των σπουδών της, την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής και τη θρησκευτική κακοποίηση, ενώ μεταγενέστερα, κατά τη συνέντευξη, προέβαλε ως κύριο λόγο αναχώρησής της την κακοποιητική συμπεριφορά του συζύγου της, χωρίς να κριθεί επαρκής η εξήγησή της ότι στην αίτηση ήταν νευρική και δεν ανέφερε τους πραγματικούς λόγους. Περαιτέρω, θεωρήθηκε ότι δεν στήριξε επαρκώς τον ισχυρισμό περί κακοποίησης, καθώς οι αναφορές της στα περιστατικά βίας ήταν γενικές και ελλιπείς, χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο, τη συχνότητα, τη σοβαρότητα, τις αντιδράσεις της ή την ύπαρξη άλλων στοιχείων που θα καθιστούσαν την αφήγησή της πιο συγκεκριμένη και πειστική. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν αιτιολόγησε ικανοποιητικά τη συμπεριφορά της εντός της χώρας καταγωγής της, αφού ενώ ισχυρίστηκε ότι υφίστατο βία επί μακρόν, δεν εξήγησε με συνέπεια γιατί δεν εγκατέλειψε νωρίτερα τη συζυγική κατοικία ούτε γιατί δεν μετεγκαταστάθηκε σε άλλο μέρος της χώρας, παρά το ότι ανέφερε εναλλακτικές λύσεις, όπως διαμονή με τη μητριά της ή με θεία της στο χωριό, τις οποίες στη συνέχεια αναιρούσε ή αποδυνάμωνε με διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες εξηγήσεις, όπως ότι δεν ήθελε να χάσει την εργασία της, ότι οι συνθήκες στο χωριό ήταν δύσκολες, ότι η μητριά της δεν τη συμπαθούσε ή ότι θα βίωνε περισσότερο άγχος εκεί. Επιπλέον, θεωρήθηκε προβληματικό ότι, ενώ ανέφερε πως φίλος της τη συμβούλευσε για το πώς να φύγει από τη χώρα και ότι ο εργοδότης της την βοήθησε οικονομικά, δεν προέκυψε από τους ισχυρισμούς της ότι ζήτησε ουσιαστική βοήθεια για να διαφύγει από την συζυγική οικία ή να μετακινηθεί σε ασφαλές μέρος εντός της χώρας. Ως προς την κρατική προστασία, διαπιστώθηκε επίσης αναξιοπιστία επειδή οι δηλώσεις της για την αστυνομία κρίθηκαν αντιφατικές και ασαφείς, καθότι αρχικά μιλούσε υποθετικά, λέγοντας ότι αν πήγαινε στην αστυνομία θα της έλεγαν να το επιλύσουν εντός της ενδοοικογενειακά, ενώ αργότερα ισχυρίστηκε ότι πράγματι μετέβη σε αστυνομικό σταθμό και κατήγγειλε τον σύζυγό της, χωρίς όμως να είναι σε θέση να περιγράψει με επάρκεια τις συνθήκες της καταγγελίας.
24. Εξετάζοντας οι Καθ’ ων η αίτηση την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού σημείωσαν ότι λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού δεν υπάρχουν βάσιμες πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν αυτό τον ισχυρισμό. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στην αφήγηση της Αιτήτριας, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
25. Με βάση τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό της Αιτήτριας 1, ήτοι το προσωπικό της προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, στην οποία ανήκει η περιοχή Bamenda, τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, και κατέληξαν ότι καταρχήν υφίστανται εύλογοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, αυτή θα κινδυνεύσει να υποστεί μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
26. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2), οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια, απ’ όπου κατάγεται και όπου διέμενε η Αιτήτρια 1, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας της και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή.
27. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας 1, λήφθηκε υπόψη ότι η Αιτήτρια 1 είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων και οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν το βέλτιστο συμφέρον τους, με έμφαση στην ασφάλεια, την ευημερία και την ανάπτυξή τους, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και νομολογία.
28. Ως προς την ασφάλεια, διαπιστώθηκε ότι στην περιοχή επιστροφής (North West Region- Bamenda) δεν υφίστανται συνθήκες που να στοιχειοθετούν πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας. Ως προς την ευημερία, προέκυψε ότι στο Καμερούν υπάρχει πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας. Διαπιστώθηκε ότι η πρωτοβάθμια εκπαίδευση είναι ευρέως διαθέσιμη, ενώ παρέχονται υγειονομικές υπηρεσίες, ιδίως σε αστικά κέντρα όπως η Bamenda, όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια με τον σύντροφό της (ο οποίος έλαβε απορριπτική απόφαση) και τα δύο ανήλικα τέκνα τους. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι το κράτος έχει υιοθετήσει διεθνείς και περιφερειακές συμβάσεις για την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού. Αναφορικά με την ανάπτυξη, οι Καθ’ ων παραπέμπουν σε πηγές πληροφόρησης βάσει των οποίων το θεσμικό πλαίσιο στο Καμερούν αναγνωρίζει το δικαίωμα των παιδιών σε επαρκές βιοτικό επίπεδο, με ευθύνη τόσο των γονέων όσο και του κράτους. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν μηχανισμοί υποστήριξης, όπως μη κυβερνητικοί οργανισμοί που παρέχουν βοήθεια σε ευάλωτες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων ανύπαντρων μητέρων. Τέλος, λήφθηκε υπόψη ότι και οι δύο γονείς των Αιτητριών 2 και 3 είναι ικανοί προς εργασία και μπορούν να παρέχουν φροντίδα και στήριξη στα παιδιά τους καθώς και η ύπαρξη οικογενειακού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα, όπως επίσης το γεγονός ότι η Αιτήτρια διαθέτει εκπαιδευτικό υπόβαθρο, επαγγελματικές δεξιότητες και γλωσσικές ικανότητες που ενισχύουν τη δυνατότητά της για επανένταξη και εξεύρεση εργασίας.
29. Στην ένορκη δήλωσή της, συνοδευτική της αίτησής της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια προβάλλει ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της έλλειψης οικογενειακής στήριξης και κυρίως εξαιτίας της κακοποιητικής συμπεριφοράς του συζύγου της, με τον οποίο τέλεσε παραδοσιακό γάμο. Ανέφερε ότι είναι ορφανή και, ως εκ τούτου, δεν διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στο Καμερούν, γεγονός που την καθιστά ευάλωτη. Υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια του γάμου της υπέστη ενδοοικογενειακή βία, τόσο σωματική όσο και λεκτική, η οποία, όπως ισχυρίζεται, είχε σοβαρές συνέπειες στην υγεία της, οδηγώντας σε τρεις αποβολές, ενώ μέχρι σήμερα φέρει ψυχικά τραύματα από την κακοποίηση που βίωσε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι κατάφερε να διαφύγει κρυφά από τον σύζυγό της και να έρθει στη Δημοκρατία. Υπογράμμισε ότι, λόγω του παραδοσιακού χαρακτήρα του γάμου της, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα της θα εξακολουθεί να θεωρείται σύζυγός του, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς της, συνεπάγεται υποχρέωση επανένωσης μαζί του και της κακομεταχείρισης. Επιπλέον, αναφέρει ότι πλέον έχει δημιουργήσει νέα οικογένεια στη Δημοκρατία, αποκτώντας δύο παιδιά με άλλον άνδρα, στοιχείο που, κατά την ίδια, εντείνει τον κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής, καθώς αναμένει έντονο κοινωνικό στιγματισμό και πιθανή επιδείνωση της συμπεριφοράς του πρώην συζύγου της. Προέβαλε επίσης παραλείψεις ως προς τη διαδικασία της συνέντευξης, υποστηρίζοντας ότι δεν της δόθηκε επαρκής χρόνος και δυνατότητα να εκφραστεί, ούτε της ζητήθηκε να προσκομίσει υποστηρικτικά στοιχεία, όπως φωτογραφίες από τον παραδοσιακό γάμο, τις οποίες επισύναψε ως τεκμήριο 1. Τέλος, επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός ότι της είχε αναφερθεί πως θα της παρασχεθεί ψυχολογική υποστήριξη λόγω των βιωμάτων της, δεν είχε παραπεμφθεί σε σχετική υπηρεσία, και για τον λόγο αυτό έχει προβεί αυτοβούλως σε ενέργειες για να λάβει βοήθεια από αρμόδια υπηρεσία ψυχικής υγείας.
30. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο έθεσε στην Αιτήτρια 1 ερωτήματα επί κρίσιμων παραμέτρων του αφηγήματός της. Η Αιτήτρια 1 ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είναι μητέρα δύο ανήλικων παιδιών, τα οποία γεννήθηκαν στη Δημοκρατία. Εξήγησε ότι ο πατέρας των παιδιών βρίσκεται επίσης στη Δημοκρατία, κατάγεται από το Καμερούν, και συγκεκριμένα από την Bamenda και είναι αιτητής ασύλου. Διευκρίνισε ότι δεν τον γνώριζε από τη χώρα καταγωγής της, αλλά τον γνώρισε μετά την άφιξή της στη Δημοκρατία. Ως προς τη σημερινή τους σχέση, υποστήριξε ότι είναι ο πατέρας των παιδιών της και ότι εκείνος θα ήθελε να την παντρευτεί. Η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι δεν κατέχει κάποιο έγγραφο, όπως ενοικιαστήριο ή άλλη βεβαίωση, για να αποδείξει ότι διαμένει μαζί με τον πατέρα των παιδιών της, αν και δήλωσε συγκεκριμένη διεύθυνση. Η Αιτήτρια εξήγησε ότι δεν μπορεί να παντρευτεί τον νυν σύντροφό της, επειδή εξακολουθεί να υφίσταται ο παραδοσιακός γάμος της με τον πρώην σύζυγό της. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, για να θεωρηθεί ότι έχει λυθεί αυτός ο γάμος, πρέπει να επιστραφούν τα χρήματα που είχαν δοθεί ως προίκα στον πρώην σύζυγό της. Προσδιόρισε το ποσό αυτό περίπου μεταξύ 2.000 και 2.500 ευρώ. Δήλωσε ότι ο νυν σύντροφός της είναι διατεθειμένος να καταβάλει το ποσό, αλλά ανέφερε ότι, κατά την παράδοση, απαιτείται και η συναίνεση του πρώην συζύγου. Ισχυρίστηκε ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε, εκείνος προς το παρόν αρνείται, παρότι η οικογένειά του φαίνεται να συμφωνεί και απομένει η δική του τελική συγκατάθεση. Όταν ρωτήθηκε πώς γνωρίζει για την άρνησή του, απάντησε ότι η οικογένεια του πατέρα των παιδιών της επικοινώνησε με την οικογένεια του πρώην συζύγου της και έλαβε αυτή την ενημέρωση.
31. Σε σχέση με τον πρώην σύζυγό της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τον παντρεύτηκε στις 3.2.2019. Ισχυρίζεται ότι το όνομά του είναι R.T. και ανέφερε ότι όταν παντρεύτηκαν εκείνος ήταν περίπου 35 ετών, ενώ η ίδια ήταν 29 ετών. Τον περιέγραψε ως ψηλό, σκουρόχρωμο, μέτριου αναστήματος και όχι χοντρό. Ανέφερε ότι εργαζόταν ως υπάλληλος που πωλούσε βιομηχανικά εξαρτήματα και πρόσθεσε ότι, πέρα από αυτή τη δουλειά, δεν έκανε κάτι άλλο εκτός από το να βγαίνει και να πίνει. Ισχυρίστηκε ότι τον γνώρισε στην Bamenda, κοντά στον χώρο εργασίας της. Περιέγραψε ότι αρχικά η γνωριμία τους έγινε όταν εκείνος την προσέγγισε και της ζήτησε να βγουν, και ότι η ίδια δέχθηκε. Όταν της τέθηκαν ερωτήσεις για τον γάμο τους, ανέφερε ότι η οικογένειά της είχε αποδεχθεί τον άνδρα αυτόν ως καλό άτομο, και η ίδια παραδέχθηκε ότι αρχικά τον επέλεξε και τον αποδέχθηκε, επιθυμώντας να φτιάξει οικογένεια μαζί του. Εξήγησε ότι περίμενε να γίνει και νόμιμος γάμος μετά τον παραδοσιακό, αλλά εκείνος αρνείτο να προχωρήσει σε νόμιμη επισημοποίηση. Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η συμπεριφορά του πρώην συζύγου της άλλαξε σημαντικά μετά τον γάμο. Ανέφερε ότι έγινε βίαιος, ότι απαιτούσε να του δίνει όλα τα χρήματα που κέρδιζε από την εργασία της και ότι την κακομεταχειριζόταν. Υποστήριξε ειδικότερα ότι τη βίαζε και τη χτυπούσε, και ότι η κακοποίηση αυτή είχε ως συνέπεια να αποβάλει τρεις φορές σε μικρό χρονικό διάστημα και συνέδεσε αυτές τις αποβολές με τη βία και την ψυχολογική πίεση που δεχόταν. Όταν ρωτήθηκε για το αν μετέβη σε νοσοκομείο και πότε συνέβησαν αυτά τα γεγονότα, δεν μπόρεσε να δώσει ακριβείς ημερομηνίες, αλλά επέμεινε ότι είχε υποστεί επανειλημμένη βία κατά τις εγκυμοσύνες της. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι είχε απευθυνθεί στις αρχές της χώρας της για προστασία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι είχε μεταβεί στην αστυνομία στην Bamenda αρκετές φορές, αν και δεν μπόρεσε να προσδιορίσει ακριβώς πότε. Ισχυρίστηκε ότι οι αρχές της είπαν ότι το ζήτημα ήταν οικογενειακό και ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι, εφόσον ο γάμος δεν ήταν νόμιμος.
32. Αναφορικά με το οικογενειακό της περιβάλλον, η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει και ότι δεν έχει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο. Υποστήριξε ότι στο γάμο της κοντά της βρίσκονταν φίλοι και συγγενείς από την οικογένεια της μητέρας της, αλλά όχι αρκετά άτομα. Ανέφερε επίσης ότι οι συγγενείς αυτοί βρίσκονταν κυρίως στο χωριό, ενώ η ίδια διέμενε στην πόλη Bamenda.
33. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν προχώρησε σε διαζύγιο, η Αιτήτρια εξήγησε ότι, κατά την παράδοση, δεν μπορούσε απλώς να διαλύσει τον γάμο με δική της βούληση. Δήλωσε ότι, αν επρόκειτο για νόμιμο ή επίσημο γάμο, θα είχε δυνατότητα να αντιδράσει διαφορετικά, όμως στην περίπτωση του παραδοσιακού γάμου, για να αποδείξει ότι δεν επιθυμεί πλέον τη σχέση, θα έπρεπε να αποζημιωθεί ο άνδρας για τα χρήματα που είχε δώσει στην οικογένειά της κατά τη σύναψη του γάμου.
34. Σχετικά με την αναχώρησή της από το Καμερούν, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αποφάσισε μόνη της να οργανώσει τον τρόπο διαφυγής της και τελικά έφυγε από το σπίτι, χωρίς όμως να μπορεί να θυμηθεί με ακρίβεια την ημερομηνία. Εξήγησε ότι μετά την εγκατάλειψη της οικίας μετέβη στην Buea, όπου έμεινε για μερικές εβδομάδες σε φίλη της και ακολούθως ήρθε στη Δημοκρατία. Πρόσθεσε ότι όσο βρισκόταν στην Buea, ο πρώην σύζυγός της προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της, αλλά εκείνη αρνήθηκε να απαντήσει στις κλήσεις του. Αναφερόμενη στην περίοδο μετά την εγκατάλειψη της χώρας της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο πρώην σύζυγός της αναζήτησε πληροφορίες για εκείνη μέσω της οικογένειάς της, επειδή θεωρούσε ότι εκείνοι μπορούσαν να έρθουν σε επαφή μαζί της. Η ίδια ανέφερε ότι απέφευγε κάθε επικοινωνία, όχι μόνο με εκείνον αλλά και γενικότερα με άλλους ανθρώπους, επειδή φοβόταν και επειδή θεωρούσε ότι οι άνθρωποι του χωριού, λόγω αντιλήψεων, δεν θα την υποστήριζαν. Σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν, η Αιτήτρια εξέφρασε φόβο για την ασφάλειά της, ακόμη και αν επέστρεφε σε άλλη περιοχή μαζί με τα παιδιά της και τον σημερινό σύντροφό της. Εξήγησε ότι, κατά την αντίληψή της, λόγω του ότι παραδοσιακά θεωρείται ακόμη γυναίκα του πρώην συζύγου της, η οικογένειά της ή τρίτα πρόσωπα θα μπορούσαν κάποια στιγμή να ανακαλύψουν πού βρίσκεται ή να έρθουν σε επαφή με τον πρώην σύζυγο και την οικογένειά του. Εξέφρασε επίσης φόβο ότι ο πρώην σύζυγος θα μπορούσε να της πάρει τα παιδιά, λέγοντας ότι, κατά την παράδοση, τα παιδιά θεωρούνται δικά του.
35. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
36. Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά της στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό της.
37. Ως προς το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της περί της τέλεσης παραδοσιακού γάμου έναντι προίκας και της μετέπειτα τοποθέτησης της Αιτήτριας περί εξαναγκασμού της σε αυτό επισημαίνονται τα εξής.
38. Το αφήγημά της Αιτήτριας 1 αναφορικά με αυτό το σημείο παρουσιάζει ουσιώδεις αποκλίσεις κατά τα επιμέρους διαδικαστικά στάδια εξέτασης της αίτησής της. Αρχικά, κατά την καταγραφή της αίτησής της, η Αιτήτρια δεν προέβαλε τον εν λόγω ισχυρισμό ως λόγο αναχώρησης από τη χώρα καταγωγής της, αλλά αντιθέτως επικαλέστηκε πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια, επιθυμία συνέχισης των σπουδών της, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και θρησκευτική κακοποίηση, παρουσιάζοντας ένα εντελώς διαφορετικό αφηγηματικό πλαίσιο. Περαιτέρω, κατά τη συνέντευξή της παρέλειψε αρχικώς να αναφέρει ότι ήταν παντρεμένη, παρότι όταν αργότερα ανέπτυξε τον ισχυρισμό της παρουσίασε τον εν λόγω γάμο ως τον βασικό λόγο αναχώρησής της, ενώ η εξήγησή της ότι «δεν ήξερε ότι έπρεπε να το αναφέρει» δεν κρίνεται πειστική, δεδομένου ότι πρόκειται για καίριο στοιχείο της προσωπικής της κατάστασης. Επιπλέον, οι αναφορές της δεν τεκμηριώνουν εξαναγκασμό σε γάμο, ως προέβαλε η συνήγορος της Αιτήτριας, αφού η ίδια η Αιτήτρια ανέφερε ότι δέχτηκε να βγουν μαζί και ήθελε να δημιουργήσει οικογένεια μαζί του και ότι η οικογένειά της τον είχε αποδεχθεί, στοιχεία που παραπέμπουν σε συναινετικό γάμο και όχι εξαναγκαστικό.
39. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, η Αιτήτρια προσκόμισε ως απόδειξη της τέλεσης του εν λόγω παραδοσιακού γάμου φωτογραφίες που απεικονίζουν με βάση τις δηλώσεις της Αιτήτριας την ίδια, φιλικά της άτομα, καθώς και άτομα της οικογένειάς της κατά την τέλεση του παραδοσιακού της γάμου. Οι φωτογραφίες δεν δύνανται από μόνες τους να στοιχειοθετήσουν το αφήγημα της Αιτήτριας, καθότι εξετάζονται υπό το φως των ισχυρισμών της και όχι μεμονωμένα (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 10.6.2021, υπόθεση C-921/19, LH κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2021:478, σκέψεις 44 και 66, το Δικαστήριο συναξιολογεί τα εν λόγω έγγραφα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν δύναται να επιβεβαιωθεί η γνησιότητά τους). Αξιολογώντας τις εν λόγω φωτογραφίες σε συνάρτηση με το αφήγημα της Αιτήτριας και τo γεγονός ότι παρατηρείται ουσιώδης διαφοροποίηση του αφηγήματός της, γίνεται δεκτό ότι η Αιτήτρια τέλεσε στη χώρα καταγωγής της παραδοσιακό γάμο. Ωστόσο, τόσο οι μεταγενέστερες αναφορές της όσο και οι ενώπιον του δικαστηρίου δηλώσεις της δεν οδηγούν στο συμπέρασμα περί εξαναγκασμού της σε γάμο, καθότι και η ίδια οικειοθελώς επέλεξε το συγκεκριμένο πρόσωπο για σύζυγο, απλώς κομμάτι της παράδοσης είναι η προσφορά προίκας από μέρος του γαμπρού.
40. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε εκτενή έρευνα σχετικά με τη σύναψη εθιμικών γάμων και την πρακτική «τιμή νύφης». Το Δικαστήριο σε ανεξάρτητη έρευνα επιβεβαίωσε ότι η ύπαρξη εθιμικών ή παραδοσιακών γάμων στο Καμερούν, καθώς και η πρακτική καταβολής προίκας (“bride price”), τεκμηριώνεται από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία της EUAA, το νομικό πλαίσιο του Καμερούν, αναγνωρίζει την έννοια της «παραδοσιακής προίκας», επισημαίνοντας ότι, παρότι η καταβολή της δεν επηρεάζει κατ’ ανάγκην το κύρος του γάμου, εξακολουθεί να αποτελεί διαδεδομένη πρακτική στο πλαίσιο του εθιμικού δικαίου, ενώ σε περιπτώσεις λύσης του γάμου δύναται να εξετάζεται και η επιστροφή της.[2] Περαιτέρω, το Immigration and Refugee Board of Canada αναφέρει ότι, για τη σύναψη έγκυρου εθιμικού γάμου στο Καμερούν, συχνά απαιτείται η καταβολή “bride price” από τον άνδρα προς την οικογένεια της γυναίκας, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η επιστροφή της προίκας συνδέεται με τη διάλυση του γάμου.[3] Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι τόσο οι παραδοσιακοί γάμοι, όσο και η προίκα αποτελούν υπαρκτές και αναγνωρισμένες πρακτικές στη χώρα.
41. Η ύπαρξη πρακτικών καταβολής προίκας (bride price) στο πλαίσιο παραδοσιακών γάμων στο Καμερούν συνδέεται σε ορισμένες περιπτώσεις και με γάμους ανηλίκων ή νεαρής ηλικίας γυναικών, όπως τεκμηριώνεται από έγκυρες διεθνείς πηγές. Ειδικότερα, σύμφωνα με στοιχεία του Population Council, στο Καμερούν, και ιδίως στις βόρειες περιοχές, οι πρώιμοι και εξαναγκαστικοί γάμοι παραμένουν διαδεδομένοι, με σημαντικό ποσοστό γυναικών να παντρεύονται πριν την ενηλικίωση, συχνά με μεγαλύτερους άνδρες, στο πλαίσιο παραδοσιακών πρακτικών που περιλαμβάνουν και οικονομικές συναλλαγές μεταξύ οικογενειών.[4] Περαιτέρω, πληροφορίες που καταγράφουν ρητώς ότι σε τέτοιες περιπτώσεις καταβάλλεται «bride price» ακόμη και για παιδιά, γεγονός που καταδεικνύει τη σύνδεση της συγκεκριμένης πρακτικής με γάμους ανηλίκων, όπου τα κορίτσια δεν έχουν ουσιαστικό λόγο στη σύναψη της ένωσης.[5] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνουν ότι, στο εθιμικό πλαίσιο ορισμένων κοινοτήτων στο Καμερούν, η καταβολή προίκας δύναται να συνυπάρχει με πρακτικές πρώιμων ή εξαναγκαστικών γάμων.
42. Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, γίνεται δεκτό ότι η Αιτήτρια τέλεσε εκουσίως παραδοσιακό γάμο στο παρελθόν.
43. Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας 1, περί κακοποιητικής συμπεριφοράς του τέως συζύγου της, το Δικαστήριο συντάσσεται με τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε κατά την αρχική καταγραφή της αίτησής της, όπου η Αιτήτρια επικαλέστηκε διαφορετικούς λόγους αναχώρησης, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε κακοποίηση εκ μέρους του συζύγου της, ενώ στη συνέντευξη τον προέβαλε ως τον μοναδικό και καθοριστικό λόγο αναχώρησής της, χωρίς να παρέχει επαρκώς πειστική εξήγηση για την ουσιώδη αυτή μεταβολή. Περαιτέρω, η περιγραφή της φερόμενης βίας παραμένει γενική και στερείται συγκεκριμένων, λεπτομερών περιστατικών, χρονικών προσδιορισμών και εξατομικευμένων στοιχείων, παρά τις επανειλημμένες ευκαιρίες που της δόθηκαν να αναπτύξει τον ισχυρισμό της, γεγονός που αποδυναμώνει την αποδεικτική του αξία. Επιπλέον, προκύπτουν αντιφάσεις ως προς τη συμπεριφορά της κατά το κρίσιμο διάστημα, δεδομένου ότι η ίδια δήλωσε πως, ενώ υφίστατο συνεχή κακοποίηση επί μακρό χρονικό διάστημα, συνέχισε να διαμένει με τον σύζυγό της, να εργάζεται κανονικά, να οργανώνει την έκδοση διαβατηρίου και να προγραμματίζει την αναχώρησή της, χωρίς να προκύπτει προσπάθεια ουσιαστικής απομάκρυνσης ή αναζήτησης προστασίας σε πρώιμο στάδιο. Περαιτέρω, οι αναφορές της ως προς την προσφυγή στις αρχές παραμένουν αόριστες και μη επαρκώς τεκμηριωμένες, ενώ δεν εξηγείται με συνέπεια γιατί, παρά την ύπαρξη συγγενικών προσώπων και προηγούμενης ανεξάρτητης διαβίωσης, δεν κατέστη εφικτή οποιαδήποτε μορφή εσωτερικής προστασίας, στοιχεία που συνολικά πλήττουν την αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού. Τέλος, ως πρόσθετο στοιχείο που αποδυναμώνει την αξιοπιστία της Αιτήτριας επισημαίνεται ότι, ενώ προέβαλε ως κύριο λόγο αναχώρησής της από το Καμερούν την κακοποιητική συμπεριφορά του συζύγου της, σε αρχικό στάδιο της συνέντευξης ανέφερε ότι προέβη στην έκδοση διαβατηρίου το 2021 με σκοπό τη συμμετοχή της σε συνέδριο του πανεπιστημίου της, στο οποίο τελικώς δεν κατέστη δυνατό να παρευρεθεί λόγω καθυστέρησης στην έκδοσή του. Η εν λόγω αναφορά εισάγει εναλλακτικό και μη συναφή σκοπό ταξιδιού, ο οποίος δεν συνάδει με τον ισχυριζόμενο επείγοντα χαρακτήρα διαφυγής της από κακοποιητικό περιβάλλον, ενισχύοντας την εικόνα ασυνέπειας και αντιφατικότητας στους ισχυρισμούς της.
44. Αναφορικά με την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ανωτέρω ισχυρισμού, παρατηρείται συναφώς ότι οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού, δεν ανέτρεξαν σε πηγές αναφορικά με την ενδοοικογενειακή βία στο Καμερούν. Από έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, ανευρίσκεται ότι η ενδοοικογενειακή βία στο Καμερούν είναι 'ευρέως διαδεδομένη.[6] Η ενδοοικογενειακή βία δεν έχει ποινικοποιηθεί στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, αν και σειρά εγκλημάτων για την πρόκληση βλάβης ανευρίσκονται εντός του Ποινικού Κώδικα.[7] Επίσης, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW) αναφέρει ότι 'οι διακρίσεις κατά των γυναικών' είναι 'διαδεδομένες' στο Καμερούν και ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι 'ενδημική'».[8] Σύμφωνα με το RuWCED [Rural Women Center for Education and Development Cameroon], εκτός από το κοινωνικό 'στίγμα' για τους επιζώντες και τις οικογένειές τους, 'οι περισσότερες' γυναίκες από κοινωνικοοικονομικά 'μειονεκτικά' πλαίσια υφίστανται ενδοοικογενειακή βία επειδή εξαρτώνται οικονομικά από τους συζύγους τους».[9] Οι περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας και βιασμών είναι ευρέως διαδεδομένες και οι δράστες σπάνια διώκονται ποινικά.[10] Η αστυνομία και τα δικαστήρια σπάνια ερευνούσαν ή διώκουν υποθέσεις βιασμού, ιδίως επειδή τα θύματα συχνά δεν τις κατήγγειλαν.[11] Σύμφωνα εξάλλου με εξωτερικές πηγές η αστυνομία σπανίως επεμβαίνει σε σχετικά ζητήματα, θεωρώντας τα ιδιωτικά ζητήματα, ενώ ενδέχεται να θεωρήσει το θύμα ως υπεύθυνο της βίας.[12] Σημειώνεται εντούτοις ότι υπάρχουν αναφορές για μη κερδοσκοπικές οργανώσεις που βοήθησαν τα θύματα να διεκδικήσουν δικαστικά την ακύρωση του γάμου τους.[13]
45. Βάσει των ανωτέρω ευρημάτων, διαπιστώνεται ότι το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας είναι αρκετά διαδεδομένο στο Καμερούν. Ωστόσο, φρονώ ότι η εσωτερική αξιοπιστία δεν εδραιώνεται ούτως ώστε οι εξωτερικές πηγές να ενισχύσουν καταλυτικά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση ως προς τις αντιφάσεις και τις ασάφειες που προέκυψαν από τα λεγόμενα της και ως εκ τούτου ορθώς πλήττεται η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού της λόγω έλλειψης εσωτερικής συνέπειας.
46. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει η Αιτήτρια και τα δύο ανήλικα τέκνα της, στη βάση του μόνου αξιόπιστου ισχυρισμού της, γίνεται καταρχάς αποδεκτό ότι αυτή συνιστά νεαρή γυναίκα, υπήρξε συζευγμένη στη χώρα της με παραδοσιακό γάμο, η οποία όμως είναι σύντροφος με ομοεθνή της και πατέρα των δύο ανήλικων τέκνων της (επίσης αιτούντα άσυλο στη Δημοκρατία), ο οποίος έχει πρόθεση να τελέσει γάμο μαζί της, υγιής, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, με εργασιακή πείρα τόσο στη χώρα της όσο και στη Δημοκρατία και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, καθότι ως η ίδια ισχυρίστηκε διατηρεί καλές σχέσεις με θεία της από την πλευρά της μητέρας της και με έναν ξάδερφό της.
47. Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, αναφέρονται τα ακόλουθα, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης.
48. Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[14]
49. Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[15]
50. H Έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect του Νοεμβρίου του 2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν κάψει αγγλόφωνα χωριά και έχουν υποβάλει άτομα με ύποπτους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ παράλληλα διατηρούν σταθερά τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορους διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την κρατική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και εκπαιδευτικούς, καθώς και καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[16]
51. Η ανωτέρω έκθεση αναφέρει επίσης ότι στις 12 Οκτωβρίου 2025 πραγματοποιήθηκαν προεδρικές εκλογές στο Καμερούν, στις οποίες ανακηρύχθηκε νικητής ο Paul Biya, εξασφαλίζοντας την όγδοη θητεία. Η αντιπολίτευση και οι αυτονομιστικές ομάδες απέρριψαν το αποτέλεσμα, καταγγέλλοντας έλλειψη διαφάνειας και πολιτικές ελευθερίες υπό περιορισμό. Πριν από τις εκλογές, αυτονομιστές στις αγγλόφωνες περιοχές επέβαλαν πολύμηνο lockdown, κλείνοντας επιχειρήσεις και σχολεία και περιορίζοντας την κυκλοφορία σε πόλεις όπως η Buea και η Limbe. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ξέσπασαν εκτεταμένες διαδηλώσεις με καταγγελίες για νοθεία. Οι δυνάμεις ασφαλείας φέρονται να σκότωσαν τουλάχιστον 48 πολίτες και να προχώρησαν σε πάνω από 100 συλλήψεις. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται μεταξύ των κρατικών κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστικών ομάδων και επηρεάζουν τους πολίτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν απειλές, όπως αδέσποτες σφαίρες, αυθαίρετες κρατήσεις, στοχευμένες επιθέσεις, απαγωγές για λύτρα, παράνομη φορολογία, οδοφράγματα, εκβιασμούς και περιορισμούς στην κυκλοφορία.[17]
52. Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[18]
53. Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster[19], κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Northwest (NW) και Southwest (SW) διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή προσωπικής περιουσίας».[20]
54. Ως προς το ανωτέρω σημείο έτερη πηγή επιβεβαιώνει ότι η δυναμική της σύγκρουσης στις Αγγλόφωνες περιοχές έχει αλλάξει, καθώς η κρίση έχει καταστεί ολοένα και πιο επικερδής οικονομικά, με τις αυτονομιστικές ομάδες να έχουν επεκτείνει τις πηγές εσόδων τους μέσω απαγωγών και εκβιασμών.[21]
55. Σύμφωνα επίσης με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 «ειδικοί σε θέματα ασφάλειας προβλέπουν ότι, καθώς οι Κυβερνητικές Δυνάμεις Ασφαλείας (GDSF) συνεχίζουν να εκδιώκουν τις Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs) από τις βάσεις τους σε αγροτικές περιοχές, η εισροή των NSAGs σε αστικές περιοχές, όπως η Buea και η Bamenda, θα οδηγήσει σε μετατόπιση του πεδίου επιχειρήσεων από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι NSAGs μπορούν να διεισδύουν στον άμαχο πληθυσμό και να συνεχίζουν τη δράση τους χωρίς να εντοπίζονται. Οι Δυνάμεις Ασφαλείας (SSF) χρησιμοποιούν αυτό το στοιχείο ως δικαιολογία για τις επιχειρήσεις “έρευνας και αποκλεισμού” (search and condon), κατά τη διάρκεια των οποίων προβαίνουν σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις αμάχων».[22]
56. Παρόλο που η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, δεν είναι επαρκής για να αποτρέψει περιστατικά ασφάλειας.[23] Αναφορικά με τη σύγκριση μεταξύ Northwest και Southwest περιοχών, η πηγή κατέγραψε ότι η βία ήταν πιο έντονη στη Northwest περιοχή παρά στη Southwest περιοχή.[24] Συγκρίνοντας πιο συγκεκριμένα τις πόλεις Buea και Bamenda, η πηγή κατέγραψε ότι αν και σοβαρά βίαια περιστατικά είναι σπάνια στη Buea, οι μαζικές συλλήψεις και οι αυθαίρετες κρατήσεις είναι συχνές, ενώ αντιθέτως στη Bamenda, η βία συνεχίζει να μαστίζει την πόλη, με εκρήξεις, επιθέσεις αντιποίνων και απαγωγές να συμβαίνουν τακτικά.[25] Σημείωσε ωστόσο, ως κοινό σημείο ότι η εγκληματικότητα αυξάνεται και στις δύο περιοχές.[26]
57. Ως προς τα ποσοτικά δεδομένα της σύγκρουσης, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 8.5.2026) στην Βορειοδυτική περιφέρεια (Nord - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 1991περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 561 θάνατοι. Στην Bamenda, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας καταγράφηκαν 33 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως συνέπεια την απώλεια 34 ανθρώπινων ζωών.[27] Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας εκτιμάται στους 2,428,200 κατοίκους (με εκτίμηση του 2025).[28]
58. Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό προφίλ της Αιτήτριας ως χριστιανής δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[29]
59. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι είναι υγιής, ψηλού μορφωτικού επιπέδου και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.
60. Παρά την ύπαρξη των δύο ανήλικων τέκνων της η Αιτήτρια 1 φαίνεται να διαθέτει την υποστήριξη, τουλάχιστον οικονομική, τόσο του νυν συντρόφου της, όσο και του υπόλοιπου κοινωνικού της πλαισίου, συμπεριλαμβανομένου και του οικογενειακού δικτύου του νυν συντρόφου της, με το οποίο κατά τα λεγόμενά της κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία έχει επικοινωνία, μέσω του συντρόφου της (του οποίοι οι συγγενείς μάλιστα ήταν διατεθειμένοι να καταβάλουν το τίμημα για τη λύση του παραδοσιακού γάμου με τον τέως σύντροφό της).
61. Ως προς τον αποδεκτό ισχυρισμό της περί τέλεσης παραδοσιακού γάμου, επισημαίνεται ότι, πέραν του ότι δεν θεμελιώνεται οποιαδήποτε κακοποιητική συμπεριφορά σε βάρος της, η στάση του δεν προβλήθηκε ούτε ως λόγος εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της κατά την αρχική καταγραφή της αίτησής της. Περαιτέρω, από διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη σύναψη εθιμικού γάμου στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας προκύπτει ότι υφίσταται δυνατότητα διευθέτησης του ζητήματος της προίκας και, συνακόλουθα, ρεαλιστική δυνατότητα λύσης του γάμου μέσω των προβλεπόμενων εθιμικών διαδικασιών ή με επιστροφή της προίκας. Αναφορικά με τις κοινωνικές αντιλήψεις που ακολουθούν μία διαζευγμένη γυναίκα, αναφέρεται ότι οι διαζευγμένες γυναίκες στιγματίζονται και χάνουν τον σεβασμό και την αξιοπρέπεια που είχαν ως έγγαμες, με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να αναγκάζονται να παραμείνουν σε ένα κακοποιητικό γάμο.[30] Οι αναφορές της Αιτήτριας ότι η οικογένεια του νυν συντρόφου της επικοινώνησε με τον τέως σύντροφό της, ο οποίος αρνήθηκε, διατυπώνονται με γενικό τρόπο, πλην όμως κατατείνουν στην επιβεβαίωση της ύπαρξης της ως άνω δυνατότητας διευθέτησης. Επιπλέον, στη συνέντευξη (ερ. 29), όταν η Αιτήτρια ερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν αναζήτησε βοήθεια από συγγενικά της πρόσωπα σε σχέση με τη φερόμενη κακοποιητική συμπεριφορά, ανέφερε ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να μεταβεί στο χωριό της θείας της, αλλά αυτό θα της προκαλούσε περισσότερο άγχος, χωρίς να αναφέρεται σε αναζήτησή της από τον τέως σύντροφό της. Πέραν τούτου, από το σύνολο του αφηγήματός της δεν προκύπτουν στοιχεία ενεργούς αναζήτησής της από τον τέως σύντροφό της, με τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, έχει διακόψει πλήρως την επικοινωνία από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της το 2021. Συνεπώς, δεν θεμελιώνεται κίνδυνος δίωξης ή κίνδυνος κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας από τον τέως σύντροφό της, ιδίως εφόσον η Αιτήτρια 1 δύναται, επικουρικώς, να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής της, όπως αναλύεται κατωτέρω. Σημειώνεται, άλλωστε, ότι ο φερόμενος ως φορέας δίωξης ήταν απλός υπάλληλος σε επιχείρηση πώλησης εξαρτημάτων αυτοκινήτου, ήτοι πρόσωπο χωρίς ιδιαίτερο κύρος, εξουσία ή πρόσβαση σε μέσα που θα του επέτρεπαν τον εύκολο εντοπισμό της σε διαφορετική περιοχή της χώρας.
62. Ως προς τις ανήλικες Αιτήτριες 2 και 3, δέον να διενεργηθεί αυτοτελής αξιολόγηση του ενδεχόμενου κινδύνου που αυτές διατρέχουν, καθόσον, παρά το γεγονός ότι οι αιτήσεις τους εξετάζονται στο πλαίσιο κοινής διαδικασίας, η εκτίμηση οφείλει να πραγματοποιείται σε εξατομικευμένη βάση. Βεβαίως λαμβάνεται πάντοτε υπόψη ότι αποτελούν πρόσωπα εξαρτώμενα από την Αιτήτρια ένεκα της ανηλικότητάς τους ενώ το προφίλ της Αιτήτριας διαμορφώνεται ανάλογα καθώς τελούν υπό τη φύλαξή της τα ανήλικα τέκνα της. Σημειώνεται ότι, τόσο κατά το διοικητικό στάδιο όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προβάλλονται οποιοιδήποτε αυτοτελείς ή διακριτοί ισχυρισμοί αναφορικά με τις ανήλικες, πέραν όσων επικαλείται η Αιτήτρια 1. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αξιολόγηση επικεντρώνεται στο προφίλ τους ως ανήλικων κοριτσιών, λαμβανομένου υπόψη ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, διαθέτουν ως άμεσο υποστηρικτικό δίκτυο τη μητέρα τους, καθώς και το ευρύτερο οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο αυτής και του πατέρα τους.
63. Οι αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις, οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμα και κατά την εξέταση της απόφασης επιστροφής του γονέα του και κατά την αξιολόγηση του προφίλ της μητέρας του κατά την εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας 1 για διεθνή προστασία.
64. Επισημαίνεται ότι σε σχέση με τη λήψη υπόψιν των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού, βάσει της αιτιολογικής σκέψης 22 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, «Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989), τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το «συμφέρον του παιδιού» κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.». Το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, ορίζει ότι κατά την εφαρμογή της Οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή, την κατάσταση υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας και τηρούν την αρχή μη επαναπροώθησης. Το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το άρθρο 180Ζ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου κατά την εφαρμογή των διατάξεων της επιστροφής και δη κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης κατά τρόπο να λαμβάνονται δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η οικογενειακή ζωή. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 18ΟΖ, οι ανωτέρω αρχές δεσμεύουν την αποφαίνουσα αρχή κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΗ.[31]
65. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, με τις αρμόδιες αρχές κατά την εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του. Περαιτέρω, διασφαλίζουν ότι τα ανήλικα τέκνα των αιτητών διαμένουν με τους γονείς τους, εφόσον αυτό είναι προς το βέλτιστο συμφέρον των εν λόγω ανηλίκων.[32]
66. Στο πλαίσιο της υπόθεσης M. A. (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 11.3.2021, M. A., C-112/20), ερμηνεύοντας το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, το ΔΕΕ προέβη σε διευκρινίσεις σχετικά με την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψιν το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού σε «όλες τις αποφάσεις και όλες τις δράσεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα παιδιά»(απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψη 38). Η υποχρέωση λήψης υπόψιν της εν λόγω αρχής δεσμεύει τα κράτη μέλη μεταξύ άλλων όταν «η αρμόδια εθνική αρχή εκδίδει απόφαση περί επιστροφής [.] σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους και ο οποίος είναι, επιπλέον, πατέρας του ανηλίκου που διαμένει νομίμως στο έδαφος αυτό» (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψη 32). Σύμφωνα με το Γενικό Σχόλιο 14 (2003) της Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Παιδιού των Ηνωμένων Εθνών στο οποίο παραπέμπει η ανωτέρω απόφαση, η διατήρηση του οικογενειακού περιβάλλοντος συνιστά ένα από τα στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψιν κατά την αξιολόγηση των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού.[33] Ενόψει της βαρύτητας του αποχωρισμού επί των παιδιών, αυτός οφείλει να αποτελεί λύση έσχατης ανάγκης.[34] Στο Γενικό Σχόλιο Νο 6 (2005), η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Παιδιού αναφέρει ότι «η οικογενειακή επανένωση στη χώρα καταγωγής δεν είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού [.] όταν υπάρχει «εύλογος κίνδυνος» τέτοια επιστροφή να οδηγήσει σε παραβίαση των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων του παιδιού. Τέτοιος κίνδυνος καταγράφεται αναμφισβήτητα στην παροχή προσφυγικού καθεστώτος ή στην απόφαση των αρμόδιων αρχών ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των υποχρεώσεων μη επαναπροώθησης [.]. Επομένως, η παροχή προσφυγικού καθεστώτος συνιστά νομικά δεσμευτικό εμπόδιο επιστροφής στη χώρα καταγωγής, και, επομένως στην οικογενειακή επανένωση σε αυτήν».[35]
67. Στον Πρακτικό Οδηγό της ΕUAA[36] αναφορικά με το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων, προσδιορίζονται ως βασικές παράμετροι αξιολόγησης η ανάγκη διενέργειας εξατομικευμένης και ολιστικής εκτίμησης, με έμφαση ιδίως στην ασφάλεια και προστασία του παιδιού, περιλαμβανομένων των κινδύνων που αυτό διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής, στην οικογενειακή ενότητα και το υποστηρικτικό περιβάλλον, στο κοινωνικό και ευρύτερο περιβάλλον διαβίωσης, καθώς και στην πρόσβαση σε εκπαίδευση και σε επαρκή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τόσο σωματική όσο και ψυχική. Τα ανωτέρω στοιχεία συνεκτιμώνται υπό το πρίσμα των ατομικών περιστάσεων εκάστου ανηλίκου, προς διασφάλιση της ολόπλευρης ευημερίας και ανάπτυξής του.
68. Παρατηρείται εν προκειμένω ότι η ανάλυση των Καθ’ ων η αίτηση, και ιδίως τα επιμέρους συμπεράσματά τους, δεν αντανακλούν, όπως προκύπτει από την ακολουθηθείσα ανάλυση, τις πλέον πρόσφατες και επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης. Εκκινώντας από την κατάσταση ασφαλείας, προκύπτει από την ανωτέρω ανάλυση ότι η Bamenda, ως τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής των ανηλίκων και ευρισκόμενη στη Βορειοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν, βρίσκεται στο επίκεντρο της αγγλόφωνης κρίσης, ενώ τα περιστατικά ασφαλείας εντός της πόλης κυμαίνονται σε μέτρια επίπεδα. Οι ανήλικες, λόγω της εγγενούς ευαλωτότητάς τους, εκτίθενται καταρχήν σε αυξημένο κίνδυνο.
69. Επισημαίνεται δε ότι η ύπαρξη επισφαλούς κατάστασης δεν απορρέει αποκλειστικά από την άμεση έκθεση σε περιστατικά αδιάκριτης βίας, αλλά δύναται να ενισχύεται και από τις ευρύτερες συνέπειες της σύγκρουσης επί των βασικών κρατικών δομών και υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της ουσιώδους αποδυνάμωσης της πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη και της αδυναμίας των αρχών να διασφαλίσουν αποτελεσματική προστασία και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.[37]
70. Παρατίθενται σχετικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τις συνθήκες ασφάλειας και προστασίας των παιδιών καθώς και με τον κίνδυνο έκθεσης των κοριτσιών σε έμφυλη βία. Αναφορικά με τις συνθήκες ασφάλειας και προστασίας των παιδιών, η έκθεση κατάστασης του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) που καλύπτει το διάστημα από 1 έως 31 Ιουλίου 2025 και δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, αναφέρει ότι τα παιδιά που επηρεάζονται από την κρίση συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους βίας, κακοποίησης και εκμετάλλευσης. Υπάρχει κρίσιμη ανάγκη για υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης (MHPSS), για νομική ταυτότητα μέσω της καταχώρισης γεννήσεων και για υπηρεσίες προστασίας, ιδιαίτερα για τα κορίτσια, τα παιδιά με αναπηρίες και εκείνα που ζουν σε υποεξυπηρετούμενες περιοχές.[38] Υλοποιήθηκαν μέτρα για την πρόληψη της κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών, παράλληλα με ενίσχυση ικανοτήτων και μετριασμό κινδύνων έμφυλης βίας, ωστόσο, παραμένουν κενά στον συντονισμό και στην υποαναφορά των αναγκών προστασίας και η έλλειψη νομικής τεκμηρίωσης συνεχίζει να εκθέτει τα παιδιά σε κινδύνους προστασίας.[39] Έκθεση του οργανισμού UNFPA σε συνεργασία με το Υπουργείο Ενδυνάμωσης των Γυναικών και Οικογένειας και άλλους εταίρους, η οποία αφορά το έτος 2023 και δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2024, σημειώνει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές οι γυναίκες και τα κορίτσια διατρέχουν κίνδυνο βίας από ένοπλους άνδρες γενικά (μέλη της κοινότητας, μέλη της οικογένειας, σύζυγοι).[40] Στη Βορειοδυτική και τη Νοτιοδυτική περιοχή, άνδρες επιτίθενται σε γυναίκες και κορίτσια σε δημόσιους χώρους όπως μπαρ και περιοχές κοντά σε μέρη όπου καταναλώνεται αλκοόλ, στην αγορά, στα σχολεία, κατά τη διάρκεια αγροτικών εργασιών ή καθ’ οδόν προς αυτές, σε εγκαταλελειμμένες ή σκοτεινές περιοχές, καθώς και κοντά σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, σημεία ελέγχου και περιοχές ανάπτυξης στρατευμάτων.[41] Τον Δεκέμβριο του 2024, η Καμερουνέζικη κυβέρνηση ανέστειλε την λειτουργία 4 μη κυβερνητικών οργανώσεων, μία εκ των οποίων παρείχε υπηρεσίες υποστήριξης σε επιζώσες έμφυλης βίας, με αποτέλεσμα ορισμένες επιζώσες να αναγκαστούν να βγουν στον δρόμο όταν τα γραφεία και οι εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των καταφυγίων, σφραγίστηκαν από κυβερνητικούς αξιωματούχους.[42] Ως επισημαίνει η οργάνωση Human Rights Watch, «[η] αυθαίρετη αναστολή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που στηρίζουν τον στόχο της κυβέρνησης για μείωση της έμφυλης βίας, καθώς και η έλλειψη συντονισμού με τις αρμόδιες κυβερνητικές υπηρεσίες για την εφαρμογή ενός σχεδίου έκτακτης ανάγκης ώστε οι επιζώσες να μην επηρεαστούν, δεν ανταποκρίνεται στον φιλόδοξο στόχο που επικαλείται η κυβέρνηση για την εξάλειψη της έμφυλης βίας.»[43] Ωστόσο, λαμβάνεται υπόψη ότι διαθέτουν υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής, και δη τη μητέρα τους, η οποία παρέμεινε για σημαντικό χρονικό διάστημα στην εν λόγω περιοχή, είναι εξοικειωμένη με τις τοπικές συνθήκες, είναι υγιής και διαθέτει τόσο οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο όσο και εργασιακή πείρα.
71. Ως προς την πρόσβαση των ανηλίκων σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, παράμετρος που συναρτάται άμεσα και με την αξιολόγηση του κινδύνου, καθόσον η ευαλωτότητά τους τελεί σε συνάρτηση με την ύπαρξη πραγματικής και αποτελεσματικής πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας, προκύπτει ότι η εν λόγω δυνατότητα πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων συνθηκών που επικρατούν στον τόπο επιστροφής, καθώς και της ύπαρξης υποστηρικτικού οικογενειακού δικτύου. Ειδικότερα, η διαθεσιμότητα βασικών υπηρεσιών υγείας στην περιοχή, σε συνδυασμό με την ικανότητα της μητέρας τους να εξασφαλίσει πρόσβαση σε αυτές, λόγω της προηγούμενης διαμονής και εξοικείωσής της με τις τοπικές συνθήκες, αποτελούν κρίσιμα στοιχεία προς αξιολόγηση, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον διασφαλίζεται επαρκώς η ασφάλεια, η υγεία και η ευημερία των ανηλίκων σε περίπτωση επιστροφής.
72. Αναφορικά με την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας στο Νοτιοδυτικό και Βορειοδυτικό Καμερούν καταγράφεται σε έκθεση της OCHA του ΟΗΕ πως περισσότερες από 210 εγκαταστάσεις υγείας σε αυτές τις δύο περιοχές δεν είναι πλέον λειτουργικές από τον Αύγουστο του 2022, είτε επειδή έχουν καταστραφεί είτε επειδή έχουν εγκαταλειφθεί από το υγειονομικό προσωπικό[44]. Εντούτοις, έτερες πηγές αναφέρουν πως στις περιοχές όπου πλήττονται από την κρίση, στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, έχουν αναπτυχθεί κινητές κλινικές για την παροχή βασικών υπηρεσιών υγείας σε πληθυσμούς που αντιμετωπίζουν εμπόδια σε πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη[45]. Σε Situation Report της OCHA για το Νοέμβριο του 2024 καταγράφεται για το Νοτιοδυτικό και Βορειοδυτικό Καμερούν πως 2.682 άτομα προσέγγισαν υπηρεσίες υγείας μέσω κινητών κλινικών και πως οι επιθέσεις σε σχολικές εγκαταστάσεις συνεχίστηκαν.[46]
73. Το 2024, το Cameroon Baptist Convention Health Services (CBCHS), ένας μη κερδοσκοπικός υγειονομικός οργανισμός, με την υποστήριξη της UNICEF, ξεκίνησε μια ολοκληρωμένη παρέμβαση για τη διατροφή και τον εμβολιασμό. Αυτή η καινοτόμος πρωτοβουλία στόχευε στην ταυτόχρονη αντιμετώπιση του υποσιτισμού και της χαμηλής εμβολιαστικής κάλυψης, αξιοποιώντας υφιστάμενα προγράμματα διατροφής για την προσέγγιση παιδιών που είχαν χάσει κρίσιμους εμβολιασμούς.[47]
74. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του «Safeguarding Health in Conflict Coalition» με αντικείμενο τη βία σε βάρος των υπηρεσιών υγείας σε περιοχές υπό σύγκρουση με έτος αναφοράς το 2024 και όσον αφορά ειδικότερα το Καμερούν, σημειώνεται ότι οι επιθέσεις σε κέντρα υγείας, με στόχο τους επαγγελματίες υγείας και την λεηλασία των ιατρικών προμηθειών συνεχίστηκαν κατά το έτος αναφοράς, με αυτές να εντοπίζονται κυρίως στη Βορειοδυτική, τη Νοτιοδυτική και την Άκρα Βόρεια περιφέρεια του Καμερούν. Στόχο αποτελούσε κυρίως το κρατικό προσωπικό των ιατρικών κέντρων, ενώ ένα περιστατικό στράφηκε κατά μίας διεθνούς και μίας τοπικής ΜΚΟ. Στη Βορειοδυτική και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν σημειώθηκαν συνολικά 30 περιστατικά κατά το έτος αναφοράς, με την πλειοψηφία αυτών να εντοπίζονται στις περιοχές Momo και Mezam της Βορειοδυτικής περιφέρειας και στην περιοχή Fako της Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις σε ιατρικά κέντρα κατά τα τελευταία έτη έχουν επιδράσει αρνητικά στην πρόσβαση των πολιτών σε υπηρεσίες υγείας, με αυτούς να αναγκάζονται πολλές φορές να ταξιδέψουν μεγάλες αποστάσεις για να λάβουν περίθαλψη.[48] Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε έρευνα σε βάθος 12 μηνών (Μάρτιος 2026-Απρίλιος 2025) στην πλατφόρμα Insecurity Insight και ειδικότερα στα πληροφοριακά δελτία που εκδίδονται δύο φορές τον μήνα με αντικείμενο τις επιθέσεις σε ιατρικά κέντρα σε όλο τον κόσμο (Attacks on Health Care News Brief), από την οποία προέκυψε ότι καμία από τις καταγραφείσες επιθέσεις σε ιατρικά κέντρα / σε βάρος επαγγελματικών υγείας δεν έλαβε χώρα στην πόλη Bamenda[49]. Υπενθυμίζεται ότι η Bamenda υπάγεται στη Βορειοδυτική περιφέρεια της χώρας.
75. Για την πληρότητα της διαδικασίας, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με την πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση στο Καμερούν, σε συνάρτηση και με τις προκλήσεις για την ασφάλειά τους, σημειώνοντας τα εξής.
76. Προηγουμένως επισημαίνεται ότι ως προς την πρόσβαση των ανηλίκων στην εκπαίδευση, η ιδιότητά τους ως μαθητριών συνιστά κρίσιμη παράμετρο τόσο για την εκτίμηση των συνθηκών διαβίωσης όσο και για την αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχουν σε περίπτωση επιστροφής, καθόσον η πρακτική δυνατότητα φοίτησης και συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία συναρτάται άμεσα με την κατάσταση ασφάλειας στην περιοχή και την έκθεσή τους σε πράξεις βίας ή άλλους κινδύνους. Ως εκ τούτου, η πρόσβαση στην εκπαίδευση δεν εξετάζεται αποσπασματικά, αλλά σε συνάρτηση με το γενικότερο περιβάλλον ασφάλειας και προστασίας, τόσο για τους σκοπούς εκτέλεσης τυχόν απόφασης επιστροφής όσο και για την ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας.
77. Σύμφωνα με πολύ πρόσφατο δημοσίευμα του “Development and Cooperation” του Φεβρουαρίου του 2025[50], η αυτονομιστική σύγκρουση στο αγγλόφωνο τμήμα του Καμερούν συνεχίζει να πλήττει το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Η λειτουργία των σχολείων διακόπτεται συνεχώς, τα σχολεία καταστρέφονται ή στεγάζουν πρόσφυγες ή στρατιωτικούς. Οι επιπτώσεις στους νέους είναι καταστροφικές. Σύμφωνα με την πηγή, περίπου το 25% των παιδιών ηλικίας μεταξύ τριών και 17 ετών εξακολουθούν να μην μπορούν να πάνε στο σχολείο στις περιοχές του βορειοδυτικού και νοτιοδυτικού Καμερούν που μαστίζονται από συγκρούσεις, σύμφωνα με το Σύμπλεγμα Εκπαίδευσης του Καμερούν. Έτσι, περισσότερα από 488.000 παιδιά στερούνται του δικαιώματός τους στην εκπαίδευση. Περίπου 2000 σχολεία, που αντιστοιχούν στο 41 % των σχολείων στις δύο προβληματικές περιφέρειες, εξακολουθούν να μην λειτουργούν. Σχολικά έπιπλα και υλικά όπως θρανία, παγκάκια, καρέκλες και πίνακες κιμωλίας καταστράφηκαν. Οι μαθητές και οι εκπαιδευτικοί που αψηφούν τα σχολικά μποϊκοτάζ που επιβλήθηκαν από τους αυτονομιστές έχουν πέσει θύματα βάναυσων δολοφονιών, βιασμών, απαγωγών, βασανιστηρίων και άλλης σκληρής μεταχείρισης. Πολλά σχολεία πυρπολήθηκαν. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατηγορούν μη κρατικές ένοπλες ομάδες καθώς και κυβερνητικές δυνάμεις ότι διαπράττουν εναλλάξ τέτοιες φρικαλεότητες. Καθώς οι μάχες μεταξύ των κυβερνητικών στρατευμάτων και των ένοπλων αυτονομιστών εντάθηκαν, τα περισσότερα από τα σχολεία έκλεισαν και έκτοτε χρησιμοποιούνται ως στρατιωτικές βάσεις από τις αντιμαχόμενες πλευρές, ενώ εσωτερικά εκτοπισμένα άτομα και οικογένειες έχουν επίσης βρει καταφύγιο σε αυτά. Τα σχολεία που έχουν καταφέρει να παραμείνουν ανοιχτά αναγκάζονται συνεχώς να ακυρώνουν μαθήματα. Τα παιδιά χάνουν τουλάχιστον 51 ημέρες ανά σχολικό έτος λόγω ανασφάλειας, επιβληθέντων lockdown και απαγόρευσης κυκλοφορίας. Το Καμερούν εξακολουθεί να κατέχει τη δεύτερη θέση στην τελευταία λίστα του Νορβηγικού Συμβουλίου Προσφύγων (NRC) με τις δέκα πιο παραμελημένες κρίσεις στον κόσμο. Σύμφωνα με το NRC, το χρηματοδοτικό κενό για την ανθρωπιστική βοήθεια είναι μεγάλο, με αποτέλεσμα εκατομμύρια άνθρωποι να μην έχουν αρκετό φαγητό, οικογένειες να φεύγουν επανειλημμένα αναζητώντας ασφάλεια και πόρους και παιδιά να μην έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση. Υποφέροντας από τις συνέπειες της παρατεταμένης σύγκρουσης, οι γονείς δεν είναι σε θέση να υποστηρίξουν την εκπαίδευση των παιδιών τους παρέχοντας χρήματα για μαθήματα, διδακτικό υλικό, τρόφιμα ή υγειονομική περίθαλψη. Δεν έχουν άλλη επιλογή από το να βάλουν τα προς το ζην πάνω από την εκπαίδευση των παιδιών τους. Η σύγκρουση έχει τις ρίζες της στις αποικιακές σχέσεις εξουσίας μεταξύ της Βρετανίας και της Γαλλίας (και σε μικρότερο βαθμό της Γερμανίας). Προκλήθηκε επίσης από την αγγλόφωνη δυσαρέσκεια με τον γαλλόφωνο έλεγχο της εκπαίδευσης. Έτσι, από τότε που οι μάχες έχουν ξεσπάσει πριν από οκτώ χρόνια, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα έχουν γίνει πρωταρχικοί στόχοι.
78. Σύμφωνα με άλλο πρόσφατο δημοσίευμα της ίδιας πηγής[51], μπορεί η συνεχιζόμενη ένοπλη αυτονομιστική σύγκρουση στις αγγλόφωνες βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν να μην έχει δείξει κανένα σημάδι υποχώρησης εδώ και οκτώ χρόνια, ωστόσο, υπάρχει μια αχτίδα ελπίδας για τα ευάλωτα παιδιά που βρίσκονται εκτός σχολείου εδώ και χρόνια. Όπως αναφέρει η πηγή «Τον περασμένο Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε ότι θα παράσχει περισσότερα από 1,7 δισεκατομμύρια CFA (περίπου 2,8 εκατομμύρια δολάρια) για τη διατήρηση των εκπαιδευτικών και μαθησιακών προοπτικών μιας γενιάς παιδιών των οποίων το μέλλον έχει τεθεί σε κίνδυνο από την αιματηρή σύγκρουση». Επιπλέον, τα κονδύλια θα χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη της έκδοσης πιστοποιητικών γέννησης για παιδιά σχολικής ηλικίας που δεν διαθέτουν ακόμη, διασφαλίζοντας το δικαίωμά τους στο καθεστώς ιθαγένειας και την πρόσβαση σε περαιτέρω εκπαίδευση. Πολλοί είτε δεν έλαβαν ποτέ αυτό το σημαντικό έγγραφο είτε καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια των μαχών. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο του Ταμείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Παιδιά (UNICEF) στο Καμερούν, Nadine Perrault, αυτά τα πρόσθετα κεφάλαια χρειάζονται επειγόντως για τα παιδιά. Επισημαίνει ότι μαζί με τις γυναίκες, τα παιδιά πλήττονται περισσότερο από την αγγλόφωνη κρίση, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις συγκρούσεις. Ο Perrault εξηγεί ότι τα κονδύλια θα καλύψουν πολλαπλές ανθρωπιστικές ανάγκες μέσω μιας πολυτομεακής παρέμβασης στην εκπαίδευση, το WASH (νερό, αποχέτευση και υγιεινή) και την προστασία των παιδιών που πλήττονται από τη σύγκρουση στις δύο περιοχές.
79. Έτερες πηγές αναφορικά με την πρόσβαση στην εκπαίδευση επιβεβαιώνουν πως η εκπαίδευση στο Καμερούν παραμένει ένας τομέας σε κρίση, καθώς τα σχολεία συνεχίζουν να δέχονται επιθέσεις σε πολλές περιοχές της χώρας, κυρίως στη βορειοδυτική και στη νοτιοδυτική περιοχή ενώ πάνω από 1,4 εκατομμύρια παιδιά συνωστίζονται σε κακοσυντηρημένες και υπερπλήρεις αίθουσες διδασκαλίας[52]. Παρόλο που το Καμερούν συνεχίζει να βιώνει πολλαπλές μοναδικές κρίσεις, υπάρχουν αρκετές γενικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα παιδιά κατά την πρόσβαση στην εκπαίδευση. Αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό σε περιοχές όπως η βορειοδυτική και η νοτιοδυτική περιοχή, όπου το 68% και το 39% των σχολείων δεν λειτουργούν. Συνολικά 2.245 σχολεία εξακολουθούν να μην λειτουργούν μόνο σε αυτές τις δύο περιοχές.
80. Η ανασφάλεια και οι βίαιες επιθέσεις έχουν επίσης οδηγήσει σε μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, με πάνω από 900.000 ανθρώπους να έχουν εκτοπιστεί στη χώρα το 2023. Καθώς οι άνθρωποι αναζητούν καταφύγιο σε αστικά κέντρα τα οποία θεωρούν ασφαλέστερα, αυτή η συνεχής εισροή παιδιών σχολικής ηλικίας, επιβαρύνει σοβαρά τις εκπαιδευτικές υποδομές. Ενώ η υψηλότερη αναλογία δασκάλων/μαθητών που επιτρέπεται από τους κυβερνητικούς κανονισμούς είναι 1/60, η μέση αναλογία είναι 1/149 στον Άπω Βορρά και στο Βορρά, με πολλά σχολεία να αντιμετωπίζουν πάνω από 200 παιδιά σε μία μόνο αίθουσα διδασκαλίας[53].
81. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Unicef του 2024, στις Βορειοδυτικές (ΒΔ) και Νοτιοδυτικές (ΝΔ) περιοχές, η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε ασταθής το 2024[54]. Οι επιθέσεις στην εκπαίδευση συνεχίστηκαν, με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές να πέφτουν θύματα απαγωγών και να πραγματοποιούνται πυρπολήσεις σχολικών κτιρίων[55].
82. Για τη βελτίωση του προστατευτικού περιβάλλοντος μάθησης για τα παιδιά, η UNICEF εξόπλισε 148 (55 γυναίκες) εργαζόμενους στην εκπαίδευση και τις κοινωνικές υπηρεσίες πρώτης γραμμής με δεξιότητες για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την παραπομπή περιπτώσεων παιδιών που αντιμετωπίζουν βία και κακοποίηση στο σχολικό περιβάλλον. Συνεδρίες ευαισθητοποίησης προσέγγισαν 154.389 παιδιά (79.542 κορίτσια). Στο πλαίσιο της ανθρωπιστικής ανταπόκρισης, η UNICEF εφάρμοσε μια δέσμη παρεμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της ψυχικής υποστήριξης της υγείας, διαχείριση υποθέσεων, μηχανισμούς καταγγελιών και ανατροφοδότησης με βάση την κοινότητα, εναλλακτικές φροντίδας, καθώς και επανένωση και επανένταξη οικογενειών παιδιών που φέρονται να συνδέονται με ένοπλες ομάδες.
83. Τον Απρίλιο του 2025 αναφέρθηκαν τουλάχιστον πέντε επιθέσεις στη Βορειοδυτική περιφέρεια κατά της εκπαίδευσης, που αφορούσαν την απαγωγή πέντε εκπαιδευτικών και ενός περιφερειακού εκπροσώπου[56]. Τον Νοέμβριο του 2025 κατεγράφησαν επτά απαγωγές/ αυθαίρετες συλλήψεις μαθητών και δασκάλων και τρεις επιθέσεις σε σχολεία[57]. Η αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UNOCHA) στο Καμερούν που αφορά στον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2025 αναφέρει ότι η κατάσταση της ασφάλειας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένη καθ' όλη τη διάρκεια της παρατεταμένης απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από μη κρατικές ένοπλες ομάδες και είχε ως στόχο το κλείσιμο των σχολείων από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου 2025. Κατά τη διάρκεια του μήνα αναφέρθηκαν πέντε επιθέσεις στη Βορειοδυτική περιφέρεια και μία επίθεση στη Νοτιοδυτική περιφέρεια. Αυτά τα περιστατικά ενέτειναν τον φόβο μεταξύ των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονέων, υπονομεύοντας σοβαρά τις προσπάθειες επανέναρξης των μαθημάτων[58]. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε έρευνα σε βάθος 12 μηνών (Μάρτιος 2026-Απρίλιος 2025) στην πλατφόρμα Insecurity Insight και ειδικότερα στα μηνιαία πληροφοριακά δελτία με αντικείμενο τις επιθέσεις σε εκπαιδευτικά ιδρύματα σε όλο τον κόσμο (Education in Danger), από την οποία προέκυψε ότι καμία από τις καταγραφείσες επιθέσεις σε βάρος μαθητών και/ ή εκπαιδευτικών δεν έλαβε χώρα στην πόλη Bamenda[59]. Επιβεβαιώνεται όμως και μέσω των εν λόγω μηνιαίων δελτίων ότι περιστατικά επιθέσεων σε εκπαιδευτικά ιδρύματα διαπράχθηκαν στην επικράτεια της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, τα οποία περιελάμβαναν απαγωγή διευθυντή δημοτικού σχολείου (στο χωριό Kurubei, Momo division, North-West region στις 4.1.2026[60] και στο χωριό Nen, Momo department, North-West region στις 14.1.2026[61]) καθώς και σεξουαλική παρενόχληση σε βάρος εννέα μαθητών στην περιοχή Menchum, North West region στις 1.6.2025.[62]
84. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στο Καμερούν, πολλά παιδιά στερούνται την πρόσβαση στην εκπαίδευση λόγω μιας σειράς παραγόντων. Η έλλειψη σχολικών υποδομών, καθιστά δύσκολη τη φοίτηση για πολλούς μαθητές. Επιπλέον, η πολιτική αστάθεια και οι συγκρούσεις στην περιοχή, επίσης συμβάλλουν στη διακοπή της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα χιλιάδες παιδιά να μην έχουν την ευκαιρία να μορφωθούν και ακόμα και στην περίπτωση περιορισμένης πρόσβασης να εγείρονται ζητήματα ασφαλείας. Ωστόσο, παρατηρείται ότι γίνονται προσπάθειες αναβάθμισης του συστήματος εκπαίδευσης, σύμφωνα με τις ανωτέρω εξωτερικές πηγές, ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες διδασκαλίας και να έχουν περισσότερα παιδιά πρόσβαση στην εκπαίδευση.
85. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται, με βάση τα ενώπιόν μου δεδομένα, ότι η κατάσταση που επικρατεί στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας 1, ήτοι στην Bamenda, θέτει καταρχήν σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα, ιδίως των ανήλικων Αιτητριών, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών ανασφάλειας που επικρατούν στην περιοχή. Εντούτοις, το προφίλ της μητέρας, καθώς και η ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού και κοινωνικού δικτύου, λειτουργούν ως παράγοντες ουσιώδους μετριασμού του κινδύνου. Συνεπώς, υπό τις ειδικές περιστάσεις που επικρατούν στην ανωτέρω περιοχή, και δεδομένου του υφιστάμενου υποστηρικτικού πλαισίου της μητέρας, ο κίνδυνος μεν δεν αναιρείται, πλην όμως μετριάζεται σε σημαντικό βαθμό. Σε περίπτωση επιστροφής τους με τον πατέρα τους, δεδομένο το οποίο δεν δύναται να συνεκτιμηθεί με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία καθώς η προσφυγή του πατέρα ακόμα εκκρεμεί, ο κίνδυνος θα ήταν περαιτέρω μειωμένος.
86. Δεδομένης την ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου και του αβασίμου του εκπεφρασμένου φόβου της Αιτήτριας 1, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή των Αιτητριών στο καθεστώς του πρόσφυγα καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
87. Φόβος δίωξης δεν προκύπτει καθαυτός ούτε από τα προσωπικά στοιχεία της Αιτήτριας τα οποία και έχουν γίνει αποδεκτά. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, επικουρικώς, η υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν τεκμηριώνει αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
88. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι η Αιτήτρια 1 δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθούν σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32] ότι αυτές διατρέχουν κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής τους [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].
89. Επιπροσθέτως, δεδομένης της κατάστασης που επικρατεί στον τελευταίο τόπο διαμονής των Αιτητριών και στην ευρύτερη περιφέρεια που αυτός εμπίπτει, δέον να εξεταστούν τα επιμέρους συστατικά στοιχεία του άρθρου 19(2)(γ) και ειδικότερα, κατά πόσον συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής των Αιτητριών, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι οι Αιτήτριες, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψουν στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσουν, λόγω της παρουσίας τους και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθούν στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].
90. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
91. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28).
92. Ακολούθως, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
93. Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
94. Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «ότι όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
95. Αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια στην οποία βρίσκεται η Bamenda, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας 1, διαπιστώνεται ότι στην εν λόγω περιοχή εξελίσσεται εσωτερική ένοπλη σύρραξη μεταξύ των δυνάμεων του εθνικού στρατού και αποσχιστικών ομάδων που δραστηριοποιούνται εκεί. Εξωτερικές πηγές περαιτέρω καταδεικνύουν ότι στην περιοχή αυτή εκδηλώνονται φαινόμενα αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια που επηρεάζει πρόσωπα ανεξαρτήτως των προσωπικών τους περιστάσεων (βλ. ανωτέρω Elgafaji, σκ. 34, ΔΕΕ Diakité, απόφαση της 30.01.2014, C-285/12). Λαμβανομένων υπόψη των ποσοτικών και ποιοτικών χαρακτηριστικών της σύρραξης, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προερχόμενη από αυτήν αδιάκριτη βία κυμαίνεται σε μέτριο επίπεδο έντασης, χωρίς ωστόσο να ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε, και μόνη η παρουσία ενός αμάχου στην περιοχή, να αρκεί για τη στοιχειοθέτηση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του 19(2)(γ), ανεξαρτήτως των προσωπικών του περιστάσεων.
96. Ως προς τις περιστάσεις της Αιτήτριας 1, επισημαίνεται ότι είναι ανύπανδρη μητέρα δύο ανήλικων τέκνων και διατηρεί σχέση με τον ομοεθνή πατέρα των παιδιών της, ο οποίος εξέφρασε την πρόθεση να την παντρευτεί, χωρίς μέχρι το παρόν στάδιο να είναι σαφές εάν πρόκειται να επιστρέψει καθώς εξακολουθεί να είναι αιτών άσυλο. Η Αιτήτρια ως αναφέρθηκε ανωτέρω δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, διαθέτει υψηλό μορφωτικό επίπεδο, είναι ικανή προς εργασία και διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, καθότι ως η ίδια ισχυρίστηκε διατηρεί καλές σχέσεις με θεία της από την πλευρά της μητέρας της και με έναν ξάδερφό της, στοιχεία που καταδεικνύουν ότι διαθέτει ουσιαστικούς δεσμούς, δυνατότητες επανένταξης και ρεαλιστική προοπτική επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.
97. Ωστόσο, η περίπτωση της Αιτήτριας 1 δεν δύναται να εξεταστεί αποσπασματικά αλλά σε άμεση συνάρτηση με την κατάσταση των ανήλικων θυγατέρων της, οι οποίες, παρά την ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού δικτύου στη χώρα καταγωγής, παραμένουν πρόσωπα εγγενούς ευαλωτότητας λόγω της ηλικίας τους και της πλήρους εξάρτησής τους από τρίτους για την κάλυψη των βασικών τους αναγκών και την ασφάλειά τους. Ειδικότερα, υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης, λαμβάνεται υπόψη ότι οι γενικότερες συνθήκες που επικρατούν στη Βορειοδυτική Περιφέρεια και ειδικότερα στην Bamenda εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από παρατεταμένη ανασφάλεια, περιορισμούς στην πρόσβαση σε επαρκή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, επιθέσεις κατά εκπαιδευτικών δομών και περιστατικά που επηρεάζουν άμεσα ανήλικους μαθητές και εκπαιδευτικούς. Παρότι τα περιστατικά αυτά δεν καταγράφονται με την ίδια ένταση εντός της ίδιας της πόλης Bamenda, εντούτοις επιβεβαιώνεται ότι αποτελούν μέρος του ευρύτερου περιβάλλοντος αστάθειας που επικρατεί στη Βορειοδυτική Περιφέρεια, επηρεάζοντας ουσιωδώς τις συνθήκες διαβίωσης και προστασίας των ανηλίκων.
98. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ευαλωτότητα των ανήλικων Αιτητριών, σε συνδυασμό με τις ευρύτερες συνέπειες της ένοπλης σύρραξης επί των βασικών κρατικών δομών και υπηρεσιών, περιλαμβανομένης της αποδυνάμωσης της πρόσβασης σε αποτελεσματική υγειονομική περίθαλψη, της επιβάρυνσης του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος και των γενικότερων κινδύνων ασφαλείας που επηρεάζουν τα παιδιά στην περιοχή, λειτουργεί επιβαρυντικά κατά την εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου. Επομένως, μολονότι η ένταση της αδιάκριτης βίας στην περιοχή δεν ανέρχεται αφ’ εαυτής σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε κάθε άμαχος να διατρέχει αυτομάτως πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της απλής παρουσίας του και μόνο στην περιοχή, εντούτοις, εφαρμοζόμενης της αρχής της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ιδιαίτερο προφίλ των ανήλικων Αιτητριών ως κοριτσιών μικρής ηλικίας, άμεσα εξαρτώμενων από τρίτους και εκτεθειμένων σε συνθήκες γενικευμένης αστάθειας και περιορισμένης προστασίας, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτές ευλόγως αναμένεται να εκτεθούν, σε περίπτωση επιστροφής, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Η ανωτέρω διαπίστωση αντανακλά αναπόδραστα και στην μητέρα τους Αιτήτρια 1. Ως εκ των ανωτέρω, εξετάζεται στη συνέχεια το ενδεχόμενο επιστροφής και εγκατάστασης των Αιτητριών σε άλλο τμήμα της χώρας ιθαγένειάς της.
99. Δυνάμει του άρθρου 12Γ του περί Προσφύγων Νόμου (το οποίο μεταφέρει το άρθρο 8 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ) κατά τη λήψη απόφασης επί της αίτησης, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας, εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του (i) δεν υπάρχει βάσιμος φόβος ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ή (ii) έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως η εν λόγω προστασία ορίζεται στο άρθρο 3Β, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.
100. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση περί ανυπαρξίας βάσιμου φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ο Πρακτικός Οδηγός της EASO, αναφέρει ότι η σχετική αξιολόγηση θα πρέπει να περιστρέφεται γύρω από την πιθανότητα ο φορέας δίωξης ή σοβαρής βλάβης να καταδιώξει τον αιτητή στην τοποθεσία όπου εξετάζεται το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης. Ειδικά στην περίπτωση των μη κρατικών δρώντων, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος να πιστεύεται ότι o δρων δε θα δύναται να φθάσει τον αιτητή στην τοποθεσία αυτή.[63] Εν προκειμένω, δεν θεωρείται ότι υφίσταται συγκεκριμένος φορέας δίωξης, καθώς κρίσιμη για την αξιολόγηση της επιστροφής των Αιτητριών στην Bamenda υπήρξε η κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή. Σύμφωνα επιπλέον με τον Οδηγό για την εφαρμογή της Εσωτερικής Μετεγκατάστασης, στην περίπτωση των μη κρατικών δρώντων, σε περίπτωση μη σύνδεσης με ορισμένο οργανισμό, ενδεχομένως η δυνατότητα αυτή να είναι περιορισμένη, ενώ υπόψιν θα πρέπει να λαμβάνεται και η βούληση του δρώντος, η οποία ενδεχομένως να σχετίζεται με τοπικής φύσης λόγους δίωξης.[64]
101. Υπενθυμίζεται ακόμη η αναστροφή του βάρους απόδειξης, την οποία φέρει το κράτος-μέλος, ως προς τη δυνατότητα μετεγκατάστασης του αιτητού.
102. Ειδικά ως προς τον εύλογο χαρακτήρα της μετεγκατάστασης, παρατηρώ ότι βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, οφείλουν να αξιολογηθούν μεταξύ άλλων η ικανότητα του αιτητού να εξασφαλίσει τις πλέον βασικές του ανάγκες, όπως φαγητό, υγιεινή και καταφύγιο, η ευαλωτότητά του στην κακομεταχείριση και η πιθανότητα η κατάστασή του να βελτιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.[65] Προσωπικές περιστάσεις που δύνανται να ληφθούν υπόψιν συνιστούν η διατήρηση οικογενειακού δεσμού στην περιοχή μετεγκατάστασης και εάν ο αιτητής έχει πρόσφατη εμπειρία διαβίωσης στη χώρα καταγωγής του.[66]
103. Επιπλέον κριτήρια δόθηκαν με την απόφαση A.A.M v. Sweden του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Aρ. Αιτ. 68519/10, ημερ. 3.7.2014 για την ευλογοφάνεια της μετεγκατάστασης. Πιο συγκεκριμένα κρίθηκε, ότι παρότι η μετεγκατάσταση συμπεριλαμβάνει ορισμένο βαθμό δυσκολίας, όπως η εξεύρεση κατάλληλων εργασιών και οικίας, τέτοιες δυσκολίες δεν είναι αποφασιστικές αν μπορεί να ανευρεθεί ότι οι γενικές συνθήκες διαβίωσης για τον αιτητή δεν είναι μη εύλογες ή με οποιοδήποτε τρόπο δε συνεπάγονται μεταχείριση απαγορευμένη από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον δείκτες του εύλογου χαρακτήρα της μετεγκατάστασης αξιολογήθηκαν η διαθεσιμότητα εργασιών και η πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όπως και η οικονομική και άλλη υποστήριξη από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και τοπικές οργανώσεις.[67]
104. Σε σχέση με τη δυνατότητα μετεγκατάστασης των Αιτητριών, σε ασφαλέστερη περιοχή της χώρας, λαμβάνονται εξάλλου υπόψη οι Κατευθυντήριες Οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες για τη Διεθνή Προστασία Νο.4, σύμφωνα με τις οποίες η αξιολόγηση της εναλλακτικής δυνατότητας εγχώριας προστασίας έχει ως προϋπόθεση την εξεύρεση μιας περιοχής στην οποία δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος δίωξης, και που θα μπορούσε ευλόγως να αναμένεται ότι οι Αιτήτριες να μπορούν να έχούν εκεί μια φυσιολογική ζωή.[68] Η αξιολόγηση της δυνατότητας εφαρμογής της εγχώριας προστασίας απαιτεί την ανάλυση δύο στοιχείων, που συνίστανται στη διαπίστωση του εφικτού και του εύλογου χαρακτήρα της δυνατότητας μετεγκατάστασης, συνεκτιμώντας αφενός τις γενικές περιστάσεις που επικρατούν στο τμήμα της χώρας που προτείνεται για μετεγκατάσταση και αφετέρου τις προσωπικές περιστάσεις του εκάστοτε αιτούντα (βλ. άρθρο 8 Οδηγίας 2011/95/ΕΕ).[69]
105. Επίσης, ο ανωτέρω αναφερόμενος Πρακτικός οδηγός της EUAA, επισημαίνει ότι στις χώρες όπου λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη, είναι αναγκαία η αξιολόγηση της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή της μετεγκατάστασης, προκειμένου να διαπιστωθεί ή απουσία δίωξης ή σοβαρής βλάβης στην περιοχή αυτή. Είναι επιπλέον αναγκαία η αξιολόγηση της ανθρωπιστικής κατάστασης στο πλαίσιο εξέτασης του εύλογου χαρακτήρα της μετεγκατάστασης. Η κατάσταση ασφαλείας οφείλει να αξιολογηθεί κατά τα πρότυπα του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, και συνεπώς άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου[70].
106. Στην προκειμένη περίπτωση, θα κριθεί το ενδεχόμενο μετεγκατάστασης των Αιτητριών στην πόλη Yaoundé. Ερευνώντας την πρώτη προϋπόθεση, ήτοι την απουσία φόβου δίωξης ή κινδύνου βλάβης στη συγκεκριμένη πόλη, υπενθυμίζεται ότι βάσει του άρθρου 12Γ(3), κατά την εξέταση βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης στην περιοχή μετεγκατάστασης λαμβάνονται υπόψιν οι γενικές περιστάσεις που επικρατούν στο εν λόγω τμήμα της χώρας και οι προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας. Βάσει πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, οι βιαιοπραγίες είναι σε μεγάλο βαθμό περιορισμένες στους κόλπους των αγγλόφωνων περιοχών.[71]Ως προς την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Centre (Centre Region) του Καμερούν στην οποία υπάγεται η πρωτεύουσα Yaoundé, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 8.5.2026), καταγράφηκαν 4 περιστατικά πολιτικής βίας («Political Violence) που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκε 1 θάνατος[72]. Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμός της Yaoundé που ανέρχεται στους 2.765.600 κατοίκους σύμφωνα με εκτίμηση του 2015,[73] δεικνύουν ότι η ένταση της βίας στην εν λόγω περιοχή είναι σχετικά πολύ μικρή. Κατά τα παραπάνω, συνάγεται ότι η ένοπλη σύγκρουση η οποία λαμβάνει χώρα στις αγγλόφωνες περιοχές δεν εξικνείται στο έδαφος της Yaoundé.
107. Σε σχέση με τη γενικότερη μεταχείριση των αγγλόφωνων από τις αρχές στις γαλλόφωνες περιοχές, οι πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής οι οποίες παρατίθενται από το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Απάτριδες του Βελγίου καταδεικνύουν ότι οι αγγλόφωνοι άμαχοι αναφέρουν πως συνιστούν θύματα διακριτικής μεταχείρισης όταν απευθύνονται στα αγγλικά στις δημόσιες υπηρεσίες, ενώ τους αρνούνται υπηρεσίες καθώς μιλούν αγγλικά και όχι γαλλικά. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται ότι η Αιτήτρια ανέφερε ότι κατανοεί γαλλικά, τα οποία κατέχει σε βασικό επίπεδο (ερ. 35 του διοικητικού φακέλου). Παρά την ύπαρξη νομοθεσίας η οποία ορίζει ότι τα αγγλικά και τα γαλλικά οφείλουν να χρησιμοποιούνται κατά ισότιμο τρόπο στο πλαίσιο των δημόσιων υπηρεσιών, μεγάλος αριθμός κρατικών αξιωματούχων δίδει προέχουσα θέση στα γαλλικά.[74] Οι εκτοπισμένες αγγλόφωνες κοινότητες είναι δυνατό να γίνονται αντικείμενο διακρίσεων σχετικών με τη γλώσσα στις δημόσιες υπηρεσίες, όπως διαπιστώνει η αναφορά.[75] Λοιπές πηγές της έρευνας του Γραφείου του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Απάτριδες του Βελγίου, υποδεικνύουν ότι δεν έχουν καταγράψει διακριτική μεταχείριση εκ μέρους των αρχών προς τους εκτοπισμένους αγγλόφωνους. Υποδεικνύουν ακόμα ότι επιδρομές οι οποίες λάμβαναν χώρα το 2020 και των οποίων οι αγγλόφωνοι αποτελούσαν αντικείμενο, δεν παρατηρούνται πλέον ή δεν έχουν γνώση τέτοιων περιστατικών.[76] Πηγή της έρευνας της Γραμματείας για τη Μετανάστευση της Ελβετίας (SEM) η οποία εκδόθηκε το 2024 υποδεικνύει πως «αντίθετα με την αρχή της κρίσης, ο στρατός δεν προβαίνει πλέον σε συστηματικές διακρίσεις σε βάρος των αγγλόφωνων εκτοπισθέντων στη γαλλόφωνη ζώνη».[77] Άλλη πηγή της έρευνας υπέδειξε ότι «τα πρόσωπα τα οποία προέρχονται από τις κατειλημμένες από τις ένοπλες ομάδες ζώνες είναι περισσότερο εκτεθειμένα σε συλλήψεις».[78]
108. Οι πηγές της έρευνας του Γραφείου του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Απάτριδες υποδεικνύουν ακόμα την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των εκτοπισμένων και των κοινοτήτων υποδοχής.[79] Η έρευνα του SEM υποδεικνύει επίσης ότι ένα ποσοστό 54% εκτοπισμένων προσώπων σε αγγλόφωνες και γαλλόφωνες περιοχές εκτιμά ότι οι κοινότητες υποδοχής τους είναι φιλικές έναντί τους. Βάσει της ίδιας έρευνας, αν και αρκετοί αγγλόφωνοι φοβούνται μία εχθρική στάση εκ μέρους των γαλλόφωνων, κάποιοι εξ αυτών «έχουν αναθεωρήσει τις προκαταλήψεις τους».[80]
109. Η International Crisis Group σε έκθεση του Μαρτίου του 2023 αναφέρει ότι μέσω της νομοθεσίας του 2019, για πρώτη φορά, η εθνική κυβέρνηση αναγνώρισε ότι οι δύο αγγλόφωνες περιοχές διαφέρουν από τις οκτώ γαλλόφωνες λόγω της μοναδικής πολιτικής ιστορίας τους, και με αυτόν τον τρόπο αναγνώρισε την ύπαρξη μιας αγγλόφωνης ταυτότητας διαφορετικής από αυτήν που αγκαλιάζει η Γαλλόφωνη πλειοψηφία. Πολλοί Αγγλόφωνοι για άλλη μια φορά θεώρησαν το μέτρο το ελάχιστο δυνατό.[81] Η πλειοψηφία των πηγών υποδεικνύει ότι υπάρχει μια ήπια συνύπαρξη μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων πολιτών και πως ο εσωτερικά εκτοπισμένος αγγλόφωνος πληθυσμός στο γαλλόφωνο τμήμα δεν υφίσταται συστηματικά διάκριση από τις αρχές, πλην μαζικών συλλήψεων προς εξακρίβωση ταυτότητας.[82] Η Africa Report δημοσίευσε στις 20 Απριλίου 2020 ένα άρθρο αφιερωμένο στην κατάσταση των αγγλόφωνων εκτοπισμένων στην πόλη της Douala, όπου η πλειοψηφία των αγγλόφωνων εκτοπισμένων δήλωσε ότι αισθανόταν ασφαλής στην Douala, επίσης περιοχή του γαλλόφωνου τμήματος της χώρας όπου υφίστανται συνθήκες με αυτές της Yaounde.[83]
110. Λαμβάνοντας υπόψιν τις ανωτέρω πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, καταδεικνύεται ότι η πλειοψηφία αυτών δε μαρτυρά την ύπαρξη συστηματικών συλλήψεων σε βάρος του αγγλόφωνου πληθυσμού, ενώ δε διαφαίνεται ύπαρξη συστηματικής διάκρισης σε βάρος των αγγλοφώνων στις γαλλόφωνες περιοχές. Κατά τα παραπάνω, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης για την Αιτήτρια από τις γενικές περιστάσεις οι οποίες επικρατούν στην Yaoundé.
111. Σε έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τις συνθήκες των γυναικών που ηγούνται ενός νοικοκυριού, και ειδικότερα στην Yaoundé και Douala, καταγράφεται σχετικά με την πρόσβαση των ανωτέρω στην εργασία «πως οι γυναίκες χωρίς γνώση γαλλικών και ενός σχετικού κοινωνικού δικτύου είναι δύσκολο να εξεύρουν εργασία στον επίσημο τομέα απασχόλησης, ενώ είναι ευκολότερο για τις γυναίκες που γνωρίζουν άτομα στο τομέα απασχόλησης τους να βρουν εργασία. Μάλιστα, όσο πιο «επίσημη» είναι η θέση εργασίας, τόσο πιο απαραίτητη είναι η γνώση των γαλλικών. Επίσης, οι γυναίκες με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία βρίσκονται σε ευνοϊκότερη θέση κατά την αναζήτηση εργασίας. Επιπλέον, όσες ήταν προηγουμένως αυτοαπασχολούμενες (όπως κομμώτριες, μικροέμποροι) μπορούν πιο εύκολα να ξεκινήσουν μια νέα επιχείρηση στην πόλη, αφού χρειάζονται «μικρό» κεφάλαιο εκκίνησης και έχουν ήδη τα απαραίτητα εργαλεία[84]. Έτερη απόκριση της ανωτέρω πηγής αναφέρει πως είναι δυνατόν ανύπαντρες γυναίκες να ζήσουν μόνες τους στις μεγάλες πόλεις της Yaoundé και Douala εφόσον έχουν τους απαραίτητους πόρους και σημειώνεται πως το είδος της εργασίας που θα εξεύρουν εξαρτάται από τον βαθμό της εκπαίδευσης που κατέχουν. Είναι πιθανό οι μη έγγαμες γυναίκες που ζουν μόνες τους να αποκτήσουν μια αρνητική/κακή φήμη καθώς σύμφωνα με την παράδοση στο Καμερούν οι γυναίκες ζουν με τους γονείς τους μέχρι να παντρευτούν[85]. Επίσης, διεθνείς πηγές σημειώνουν πως πολλές μόνες γυναίκες στις πόλεις Yaoundé και Douala και σε μεγάλο βαθμό πολλές εκτοπισθείσες μόνες γυναίκες στις ανωτέρω πόλεις καταφεύγουν στην πορνεία εξαιτίας της αδυναμίας τους να βρουν πόρους για να επιβιώσουν.[86]
112. Έτερη πηγή αναφέρει πως τόσο η Yaoundé όσο και η Douala έχουν επηρεαστεί από τη σημαντική μετατόπιση πληθυσμού από τις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας προς τα αστικά κέντρα, με αποτέλεσμα υπερπλήρεις κοινότητες υποδοχής. Αν και έχει σημειωθεί κάποια οικονομική πρόοδος, η φτώχεια εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πρόβλημα στο Καμερούν […][87].Στις αστικές περιοχές, σημειώθηκε σημαντική μείωση της φτώχειας, από 12,2 % στο 2007 σε 8,9 % το 2014. Ωστόσο, σημειώθηκε αύξηση των ανισοτήτων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ιδιαίτερα στον καταμερισμό του πλούτου.[88]
113. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, βάσει των πηγών πληροφόρησης οι γυναίκες στο Καμερούν στην πράξη αντιμετωπίζουν εμπόδια στην πρόσβαση τους στην οικονομία, στην εκπαίδευση, στην πολιτική συμμετοχή και εκπροσώπηση και παρόλο που αποτελούν το 46,8% του εργατικού δυναμικού του Καμερούν (2021), οι άνδρες εξακολουθούσαν να καταλαμβάνουν υψηλότερες θέσεις.[89] Πολλές κοινωνικές πρακτικές περιορίζουν τις ίσες ευκαιρίες για τις γυναίκες. Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και κυρίως το γεγονός ότι πρόκειται περί ενός πεπαιδευμένου ατόμου με μόρφωση κατά πολύ ανώτερη του μέσου όρου των εγγράμματων γυναικών στην χώρα, καθώς και της πρότερης εργασιακής της πείρας, παρουσιάζουν ένα περιβάλλον στο οποίο η Αιτήτρια θα είναι ικανή να διασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Στα ανωτέρω συνυπολογίζονται η εργασιακή εμπειρία, στοιχεία τα οποία ενισχύουν τις ευκαιρίες της στην αναζήτηση εργασίας και διευκολύνει την ενσωμάτωσή της στην υπό κρίση περιοχή. Εξάλλου, οι Αιτήτριες δε διαθέτουν προφίλ προσώπου που θα αποτελούσε στόχο των αρχών της χώρας της.
114. Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση του ευλόγου της εσωτερικής μετεγκατάστασης στην Yaoundé, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το υπέρτερο συμφέρον των ανήλικων τέκνων των Αιτητών, ιδίως ως προς την πρόσβασή τους σε βασικές υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας, σύμφωνα και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με την ανάγκη συνεκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού σε κάθε απόφαση που το αφορά [πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2019, SM (Παιδί που τελεί υπό το αλγερινό σύστημα kafala), C-129/18, EU:C:2019:248].
115. Ειδικότερα, από τις διαθέσιμες πηγές προκύπτει ότι η Yaoundé, ως πρωτεύουσα και μεγαλύτερο αστικό κέντρο του Καμερούν, διαθέτει σημαντικά ανεπτυγμένες κρατικές και ιδιωτικές υποδομές υγείας και εκπαίδευσης σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας. Στην πόλη λειτουργούν μεγάλα νοσοκομεία τριτοβάθμιας περίθαλψης, όπως το Central Hospital of Yaoundé, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας με δυνατότητα 24ωρης παροχής ιατρικών υπηρεσιών, καθώς και το University Teaching Hospital of Yaounde[90] και το γυναικολογικό και παιδιατρικό νοσοκομείο της πόλης, τα οποία παρέχουν εξειδικευμένες υπηρεσίες και παιδιατρική φροντίδα.
116. Περαιτέρω, οι διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν ότι, παρά τις ευρύτερες ανθρωπιστικές και κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Καμερούν, τα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Yaoundé εξακολουθούν να παρουσιάζουν σαφώς καλύτερη πρόσβαση σε βασικές κοινωνικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Ειδικότερα, η UNICEF αναφέρει ότι τα ποσοστά φτώχειας και κοινωνικής αποστέρησης στην Yaoundé παραμένουν αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με τις περιοχές που πλήττονται από τις ένοπλες συγκρούσεις, ενώ εξακολουθούν να λειτουργούν εκπαιδευτικές και υγειονομικές δομές για παιδιά και οικογένειες. Μολονότι όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η εκπαίδευση στο Καμερούν παραμένει ένας τομέας σε κρίση, οι ίδιες πηγές που παρατέθηκαν ανωτέρω αναφορικά με την εκπαίδευση στις αγγλόφωνες περιφέρειες τη χώρας καταδεικνύουν ότι το κύριο ζήτημα επικεντρώνεται στις εν λόγω περιοχές και όχι στα αστικά κέντρα όπως η Yaoundé, τα οποία δεν θίγονται από την αγγλόφωνη κρίση. [91]
117. Επιπροσθέτως, σε σχέση με την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, έκθεση του Bertelsmann Stiftung για το Καμερούν δημοσιευθείσας το 2024 αναφέρει πως το Καμερούν ξοδεύει λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ του στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και απαιτεί την πληρωμή τελών από τους χρήστες αυτών των υπηρεσιών. Προσθέτει πως η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα χωρίς ασφάλιση, δημιουργεί εμπόδια για τους περισσότερους. Οι περισσότεροι Καμερουνέζοι βασίζονται σε άτυπους μηχανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, όπως στις οικογενειακές δομές, στα δίκτυα αλληλεγγύης και σε θρησκευτικά ιδρύματα[92].
118. Σύμφωνα με έκθεση της USAID για το Καμερούν επιβεβαιώνεται πως ένα σημαντικό μέρος των υπηρεσιών υγείας -περίπου το 70% - χρηματοδοτείται από τους ίδιους τους ασθενείς, το οποίο δημιουργεί εμπόδια στην πρόσβαση, ειδικά για τις περιθωριοποιημένες κοινότητες. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, έχουν ξεκινήσει πρωτοβουλίες όπως το πρόγραμμα Καθολικής Κάλυψης Υγείας (UHC) το οποίο υποστηρίζεται από την USAID. Από τον Αύγουστο του 2024, πάνω από 2,5 εκατομμύρια άτομα έχουν εγγραφεί στο πρόγραμμα, επωφελούμενοι από υπηρεσίες όπως δωρεάν συμβουλευτική για παιδιά (642,090 παιδιά έχουν λάβει δωρεάν συμβουλευτική από τον Απρίλιο του 2023)και οικονομικά προσιτή προγεννητική φροντίδα για γυναίκες[93]. Σύμφωνα με fact sheet της UNHCR του Ιουλίου 2024 για το Καμερούν καταγράφεται πως 52,000 πρόσφυγες έχουν πλέον πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη μέσω του προγράμματος Καθολική Κάλυψη Υγείας, παρέχοντας δωρεάν ή επιδοτούμενη πρόσβαση σε θεραπεία για την ελονοσία, τον HIV, τη φυματίωση, τη νεφρική ανεπάρκεια και επιδοτούμενη περίθαλψη για τις γυναίκες σε κύηση.[94]
119. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης προκύπτει πως ως εντοπίζεται από τις ανωτέρω πηγές οι σοβαρές προκλήσεις για τα παιδιά αναφορικά με την πρόσβαση στην εκπαίδευση και ιατρική περίθαλψη εστιάζονται κυρίως στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας και όχι στα αστικά κέντρα όπως εν προκειμένω στις γαλλόφωνες περιοχές της χώρας και ειδικότερα στην πρωτεύουσα Yaoundé.
120. Σε σχέση με τη δεύτερη ουσιώδη προϋπόθεση, ήτοι τη δυνατότητα νόμιμης και ασφαλούς μετάβασης στην Yaoundé, επισημαίνεται καταρχάς ότι είναι αεροπορικώς προσβάσιμη.[95] Σύμφωνα με πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, το Σύνταγμα προβλέπει την ελευθερία επαναπατρισμού, χωρίς να υποδεικνύεται διαφορετική πρακτική εκ μέρους της κυβέρνησης.[96] Στην ίδια αναφορά δεν αναφέρεται πρακτική η οποία να απαγορεύει την πρόσβαση και την εγκατάσταση στην Yaoundé. Πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής υποδεικνύουν ότι η έλλειψη εγγράφων ταυτοποίησης παρεμπόδιζε την ελευθερία μετακίνησης στη χώρα[97], ενώ η αστυνομία συχνά σταματούσε τους ταξιδιώτες προς έλεγχο των εγγράφων ταυτότητας.[98] Η Αιτήτρια 1 διαθέτει ταυτοποιητικό έγγραφο. Βάσει πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, επιπλέον, υπό το πρόσχημα ελάσσονων παραβάσεων, η αστυνομία, η χωροφυλακή και οι τελωνειακοί συχνά αποσπούσαν δωροδοκίες και παρενοχλούσαν τους ταξιδιώτες σε οδοφράγματα και σημεία ελέγχου σε πόλεις και αυτοκινητοδρόμους.[99] Η ως άνω συμπεριφορά ωστόσο δεν ξεπερνά το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας προκειμένου να κατηγοριοποιηθεί στην έννοια της δίωξης ή σοβαρή βλάβης.[100]
121. Σε σχέση, τέλος, με τον εύλογο χαρακτήρα της μετεγκατάστασης, περαιτέρω επισημαίνεται ότι βάσει των πλέον πρόσφατων δεδομένων της Παγκόσμιας Τράπεζας, το δημοσιονομικό ισοζύγιο του Καμερούν έχει βελτιωθεί, εμφανίζοντας πλεόνασμα το 2022, σε σύγκριση με το έλλειμμα του προηγούμενου χρόνου, αν και παραμένει εκτεθειμένο στην αστάθεια των αγορών.[101] Υπογραμμίζεται επιπλέον η αύξηση του κόστους διαβίωσης, ιδίως οι αυξημένες τιμές τροφίμων, οι οποίες επιδρούν αρνητικά ιδίως στα πλέον ευάλωτα νοικοκυριά, ενώ υψηλά παραμένουν τα επίπεδα ένδειας.[102] Η ένδεια στη χώρα συγκεντρώνεται στις βόρειες περιοχές, όπου διαμένουν το 56% των ενδεών προσώπων,[103] ωστόσο, σύμφωνα με έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, η σημαντική μετατόπιση των αγγλόφωνων πληθυσμών έχει πιέσει τις κοινότητες υποδοχής και έχει περιορίσει τη δυνατότητα παροχής υπηρεσιών στην Yaoundé.[104] Ως προς τα ποσοστά της ανεργίας στην πόλη, σύμφωνα με τα στοιχεία του National Employment Fund στο Καμερούν, η ανεργία είναι τονισμένη μεταξύ των νέων ανθρώπων σε πόλεις όπως η Yaoundé, όπου το ποσοστό ανεργίας ορισμένες φορές αγγίζει το 24%.[105] Για το λόγο αυτό, ωστόσο, σχεδιάστηκε το πρόγραμμα USEP, το οποίο μεταξύ άλλων στοχεύει στη μείωση της ανεργίας των νέων. Δεν εμφαίνεται κάποιος λόγος για τον οποίο η Αιτήτρια 1 δε θα ήταν επιλέξιμη για το εν λόγω πρόγραμμα.[106] Περαιτέρω, βάσει της Περιοδικής Έκθεσης η οποία εκδόθηκε το 2023 σχετικά με την Κοινή Πρωτοβουλία του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το εν λόγω σχήμα προσφέρει σειρά παροχών σε επιστραφέντες, όπως χρηματική βοήθεια, ψυχοκοινωνική υποστήριξη για την ενσωμάτωσή τους και διάφορες μορφές κοινωνικής συνδρομής.[107] Εξάλλου, σύμφωνα με πηγή του SEM η γνώση της γαλλικής ενδέχεται να συνιστά πλεονέκτημα στην εξεύρεση εργασίας.[108] Στην προκειμένη περίπτωση η Αιτήτρια 1 κατά τις δηλώσεις της γνωρίζει αγγλικά και λίγα γαλλικά, κατέχουσα επίσημο έγγραφο ταυτοποίησης, δε διαφαίνεται η ύπαρξη τέτοιων εμποδίων, ενώ τουναντίον η προηγούμενη επαγγελματική της πείρα και η μόρφωσή της αναμένεται εύλογα να εξασφαλίσουν τη διαβίωσή της. Παράλληλα δεν παραβλέπεται η ύπαρξη υποστηρικτικού κοινωνικού και οικογενειακού πλαισίου εντός και εκτός της χώρας. Οι ανήλικες Αιτήτριες ως άμεσα εξαρτώμενες από την μητέρα τους αναμένεται ευλόγως να έχουν αντιστοίχως με τη μητέρα τους τη δυνατότητα μετεγκατάστασης στην περιοχή καθώς οι ευνοϊκές πτυχές του προφίλ της μητέρας αντανακλούν και στις ίδιες.
122. Ως εκ των ανωτέρω, παρά τις όποιες δυσχέρειες εμφανώς ενέχει η μετεγκατάσταση, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι οι γενικές συνθήκες διαβίωσης των Αιτητριών θα ήταν μη εύλογες ή θα οδηγούσαν σε μεταχείριση αντίθετη με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Υπέρ της δυνατότητας μετεγκατάστασης των Αιτητριών με τόπο τελευταίας διαμονής τις αγγλόφωνες περιοχές στην Yaoundé έκρινε, όλως διαφωτιστικώς και το Conseil du Contentieux des Etrangers του Βελγίου, ενδεικτικά στην απόφαση ημερομηνίας 25.4.2023, στην υπόθεση Χ/Χ, απόφαση υπ’ αριθ. 288046.[109]
123. Ως προς την απόφαση επιστροφής και το ενδεχόμενο παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, επισημαίνεται ότι η απορριπτική απόφαση επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας και η απόφαση επιστροφής, παρότι συναφείς πράξεις, αποτελούν διακριτές διοικητικές πράξεις, με διαφορετικές προϋποθέσεις έκδοσης. Κατά το άρθρο 18(7Β) (α1) του περί Προσφύγων Νόμου, η έκδοση απόφασης επιστροφής από τον Προϊστάμενο προϋποθέτει την προηγούμενη απόρριψη του αιτήματος διεθνούς προστασίας. Συνεπώς, οι δύο πράξεις συνδέονται κατά τρόπο που η ακύρωση της απορριπτικής απόφασης συνεπάγεται αυτοδικαίως και την ακύρωση της απόφασης επιστροφής, όχι όμως και το αντίστροφο. Ανεξαρτήτως του αν οι πράξεις αυτές εκδίδονται ταυτόχρονα ή διαδοχικά, η απόφαση επιστροφής οφείλει να τηρεί τις διαδικαστικές εγγυήσεις του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου και τις εναρμονιστικές διατάξεις προς την Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών (στο εξής: η Οδηγία 2008/115/ΕΚ) (Βλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2014, Abdida (C-562/13, EU:C:2014:2453, σκέψεις 45 και 46), της 19ης Ιουνίου 2018, Gnandi (C-181/16, EU:C:2018:465, σκέψεις 52 και 53), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2020, CPAS de Liège (C-233/19, EU:C:2020:757, σκέψη 45).
124. Ως εκ των ανωτέρω, τυχόν ακύρωση της απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας θα σημάνει αναγκαία ακύρωση της απόφασης επιστροφής, ως νόμιμο έρεισμα αυτής, χωρίς ωστόσο να ισχύει το αντίστροφο. Η διατύπωση, εξάλλου, που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης περί «ενσωμάτωσης» της απόφασης επιστροφής στην απορριπτική προς χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απόφαση και της ιδιότητας της πρώτης ως «αναπόσπαστου τμήματος» της τελευταίας δε σημαίνει την απώλεια της αυτοτέλειας των δύο. Συνιστά εν προκειμένω μία επιλογή του νομοθέτη με δικονομικής φύσης σκοπιμότητα, ήτοι την εκδίκαση και των δύο αυτών πράξεων από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας όταν η απόφαση επιστροφής (η οποία ρυθμίζεται ως προς τις προϋποθέσεις έκδοσής της στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο (Κεφ. 105)) εκδίδεται συνεπεία απορριπτικής απόφασης επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, το οποίο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου αποφασίζει επί πάσης προσφυγής η οποία υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης ή πράξης εκδιδομένης δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου ή κατά παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου. Ως προς το ζήτημα της σχέσης μεταξύ των δύο αποφάσεων καθώς και των έννομων συνεπειών τυχόν ακύρωσης μίας εκ των δύο, παραπέμπω στην απόφαση της αδελφής μου δικαστού κα Ε. Ρήγα στην υπόθεση αρ. 3213/2022, JK δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού v. Δημοκρατίας, ημερ. 17.8.2023, με την οποία και συντάσσομαι. Επιπλέον, παρότι η απόφαση επιστροφής δεν αναφέρεται ρητά ανάμεσα στις αποφάσεις στις οποίες επεκτείνεται η από τούδε και στο εξής αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 11(4) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, ενόψει της ενσωμάτωσής της και της σχέσης η οποία έχει περιγράφει με την απορριπτική της αίτησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας απόφαση, οφείλει να γίνει αποδεκτή η εξέταση από το Δικαστήριο των δεδομένων του ενδιαφερόμενου προσώπου σε επικαιροποιημένη βάση. Πράγματι, δεν παρίσταται εύλογο ενδεχόμενη ακύρωση της απορριπτικής απόφασης επί αίτησης διεθνούς προστασίας για κάποιο λόγο ο οποίος προέκυψε έπειτα από την έκδοση της πράξης να μην είναι δυνατό να οδηγήσει σε ακύρωση της απόφασης επιστροφής. Ως εκ τούτου, και στην περίπτωση της απόφασης επιστροφής η οποία έχει εκδοθεί από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου βάσει του περί Προσφύγων Νόμου ισχύει η υποχρέωση του Δικαστηρίου να λάβει υπόψιν όλα τα στοιχεία ενώπιόν του, προβαίνοντας σε ενημερωμένη αξιολόγηση αυτών (Βλ. και Απόφαση του ΕΔΑΔ στην αίτηση αρ. 37201/06, υπόθεση SAADI v. ITALY, ημερ. 28.2.2008, παρ. 128 έως 133, απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).[110]
125. Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ της 15ης Φεβρουαρίου του 2023, C‑484/22, Bundesrepublik Deutschland κατά GS, ECLI:EU:C:2023:122, η προστασία των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού και της οικογενειακής ζωής του επιβάλλεται και στο πλαίσιο διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση απόφασης για την επιστροφή ανηλίκου, έστω και αν ο ανήλικος έχει τη δυνατότητα να τα επικαλεστεί στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας για την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω απόφασης επιστροφής, προκειμένου να επιτύχει, ενδεχομένως, την αναστολή της εκτέλεσης.
126. Οι δε αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμα και κατά την εξέταση της απόφασης επιστροφής του γονέα του. Εν προκειμένω, η επίδικη απόφαση επιστροφής αφορά τόσο στην Αιτήτρια, όσο και στις δύο ανήλικες θυγατέρες της. Αποτελεί δε παραδεκτό γεγονός η ύπαρξη των δύο ανήλικων τέκνων της Αιτήτριας (βλ. ερυθρό 21 για το πιστοποιητικό της Αιτήτριας 2, με ημερομηνία γεννήσεως 31.7.2022 και Τεκμήριο εντός του φακέλου του δικαστηρίου για το πιστοποιητικό γέννησης της Αιτήτριας 3 με ημερομηνία γέννησης 1.5.2024). Επιπλέον, γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο το γεγονός ότι ο πατέρας των ανήλικων θυγατέρων της, ο οποίος βρίσκεται στη Δημοκρατία είναι σύντροφος της Αιτήτριας, όπως προκύπτει από τις δηλώσεις της και από τα πιστοποιητικά γεννήσεως που προσκόμισε η Αιτήτρια, από όπου προκύπτει ότι ο πατέρας και των δύο θυγατέρων της είναι το ίδιο πρόσωπο.
127. Σε σχέση με τη λήψη υπόψιν των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού, βάσει της αιτιολογικής σκέψης 22 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, «Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989), τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το «συμφέρον του παιδιού» κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.». Το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, ορίζει ότι κατά την εφαρμογή της Οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή, την κατάσταση υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας και τηρούν την αρχή μη επαναπροώθησης. Το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το άρθρο 180Ζ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου. Δυνάμει του άρθρου 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου κατά την εφαρμογή των διατάξεων της επιστροφής και δη κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής τηρείται η αρχή της μη επαναπροώθησης κατά τρόπο να λαμβάνονται δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού και η οικογενειακή ζωή. Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 18ΟΖ, οι ανωτέρω αρχές δεσμεύουν την αποφαίνουσα αρχή κατά την έκδοση της απόφασης επιστροφής δυνάμει του άρθρου 18ΟΗ.[111]
128. Στο πλαίσιο της υπόθεσης M. A. (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 11.3.2021, M. A., C-112/20), ερμηνεύοντας το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, το ΔΕΕ προέβη σε διευκρινίσεις σχετικά με την υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψιν το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού σε «όλες τις αποφάσεις και όλες τις δράσεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα παιδιά» (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψη 38). Η υποχρέωση λήψης υπόψιν της εν λόγω αρχής δεσμεύει τα κράτη μέλη μεταξύ άλλων όταν «η αρμόδια εθνική αρχή εκδίδει απόφαση περί επιστροφής [.] σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος διαμένει παρανόμως στο έδαφος του οικείου κράτους μέλους και ο οποίος είναι, επιπλέον, πατέρας του ανηλίκου που διαμένει νομίμως στο έδαφος αυτό» (απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψη 32). Σύμφωνα με το Γενικό Σχόλιο 14 (2003) της Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Παιδιού των Ηνωμένων Εθνών στο οποίο παραπέμπει η ανωτέρω απόφαση, η διατήρηση του οικογενειακού περιβάλλοντος συνιστά ένα από τα στοιχεία τα οποία λαμβάνονται υπόψιν κατά την αξιολόγηση των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού.[112] Ενόψει της βαρύτητας του αποχωρισμού επί των παιδιών, αυτός οφείλει να αποτελεί λύση έσχατης ανάγκης.[113] Στο Γενικό Σχόλιο Νο 6 (2005), η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Παιδιού αναφέρει ότι «η οικογενειακή επανένωση στη χώρα καταγωγής δεν είναι προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού [.] όταν υπάρχει «εύλογος κίνδυνος» τέτοια επιστροφή να οδηγήσει σε παραβίαση των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων του παιδιού. Τέτοιος κίνδυνος καταγράφεται αναμφισβήτητα στην παροχή προσφυγικού καθεστώτος ή στην απόφαση των αρμόδιων αρχών ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής των υποχρεώσεων μη επαναπροώθησης [.]. Επομένως, η παροχή προσφυγικού καθεστώτος συνιστά νομικά δεσμευτικό εμπόδιο επιστροφής στη χώρα καταγωγής, και, επομένως στην οικογενειακή επανένωση σε αυτήν».[114]
129. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του σε επικαιροποιημένη βάση τα δεδομένα της Αιτήτριας και δεν μπορεί να παραβλέψει ότι εν προκειμένω εγείρεται ζήτημα ενδεχόμενης παράβασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, υπό το φως του βέλτιστου συμφέροντος των ανήλικων τέκνων της και της οικογενειακής ενότητας (Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).
130. Στην υπόθεση C-112/20 M. A. κατά Βελγίου[115], στη σκέψη 26, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λάβουν δεόντως υπόψη το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής καθώς και το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 και στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη. Και συνεχίζει ότι ΔΕΕ σημειώνοντας ότι, το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει ότι, για την εκτίμηση αυτή είναι μεν κρίσιμη η περίσταση ότι ο έτερος γονέας του παιδιού είναι όντως ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει μόνος την καθημερινή και πραγματική φροντίδα του παιδιού, αλλά το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί αφ' εαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται, μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του παιδιού, σχέση εξαρτήσεως τέτοιου είδους ώστε το παιδί να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας. Πράγματι, μια τέτοια διαπίστωση πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του παιδιού, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ., C 133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 70 και 71). [.].
131. Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση της 10ης Μαΐου 2017, C‑133/15, H. C. Chavez-Vilchez κλπ κατά Raad van bestuur van de Sociale verzekeringsbank κλπ, ECLI:EU:C:2017:354, σκέψεις 70 έως 72 το ΔΕΕ, η οποία καίτοι αφορούσε σε ανήλικο πολίτη της Ένωσης το ΔΕΕ παραπέμπει στην απόφασή του C-112/20 M. A., προκειμένου να αναδείξει το περιεχόμενο της έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος και τα κριτήρια που δέον να λαμβάνονται υπόψη, επισημαίνει τα εξής αναφορικά με τον κίνδυνο που διατρέχει ένα τέκνο να στερηθεί τον ένα γονέα του λόγω άρνησης διαμονής του στο κράτος μέλος καθώς και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί ο κίνδυνος:
«70 Εν προκειμένω, για να εκτιμηθεί ο κίνδυνος που διατρέχει το κάθε τέκνο, πολίτης της Ένωσης, να αναγκαστεί να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης και να στερηθεί, κατ' αυτόν τον τρόπο, τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που του απονέμονται από το άρθρο 20 ΣΛΕΕ στην περίπτωση που δεν αναγνωρισθεί στον γονέα του, υπήκοο τρίτης χώρας, άδεια διαμονής στο οικείο κράτος μέλος, είναι σημαντικό να εξακριβωθεί, σε κάθε μία από τις υποθέσεις της κύριας δίκης, ποιος είναι ο γονέας που έχει αναλάβει την πραγματική επιμέλεια του τέκνου και αν υφίσταται πραγματική σχέση εξαρτήσεως μεταξύ του τέκνου και του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως αυτής οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με την υποχρέωση λήψεως υπόψη του υπέρτατου συμφέροντος του τέκνου, το οποίο αναγνωρίζεται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη.
71 Κατά την εκτίμηση αυτή είναι μεν κρίσιμο στοιχείο το ότι ο έτερος γονέας, πολίτης της Ένωσης, είναι πράγματι ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει κατ' αποκλειστικότητα την καθημερινή πραγματική φροντίδα του τέκνου, αλλά το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί αφεαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται, μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του τέκνου, σχέση εξαρτήσεως τέτοιου είδους ώστε το τέκνο να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας. Ένα τέτοιο συμπέρασμα πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση, προς το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του τέκνου, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με τον γονέα που είναι πολίτης της Ένωσης και με τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του τέκνου ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι, προκειμένου να κριθεί αν τέκνο το οποίο είναι πολίτης της Ένωσης θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης θεωρούμενο ως εν όλον, και να στερηθεί, κατ' αυτόν τον τρόπο, τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που του απονέμονται από το άρθρο αυτό, στην περίπτωση που δεν αναγνωρισθεί στον γονέα του, υπήκοο τρίτης χώρας, δικαίωμα διαμονής στο οικείο κράτος μέλος, το ότι ο έτερος γονέας, υπήκοος της Ένωσης, είναι πράγματι ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει κατ' αποκλειστικότητα την καθημερινή πραγματική φροντίδα του τέκνου είναι μεν κρίσιμο στοιχείο, πλην όμως δεν επαρκεί αφεαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του τέκνου σχέση εξαρτήσεως τέτοιου είδους ώστε το τέκνο να υποστεί περιορισμό των δικαιωμάτων του σε περίπτωση μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής. Μια τέτοια εκτίμηση πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση, προς το υπέρτατο συμφέρον του τέκνου, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του τέκνου, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με τον γονέα που είναι πολίτης της Ένωσης και με τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του τέκνου ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας.».
132. Στην ανωτέρω υπόθεση το Δικαστήριο καταλήγει δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να εξαρτά το δικαίωμα διαμονής, στο έδαφός του, υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ο οποίος έχει την καθημερινή πραγματική φροντίδα ανήλικου τέκνου έχοντος την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους, από την υποχρέωση του εν λόγω υπηκόου να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τυχόν απόφαση περί μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, υποχρεώνοντάς το να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης θεωρούμενο ως εν όλον. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν, όμως, να προβαίνουν, βάσει των στοιχείων που προσκομίζονται από τον υπήκοο τρίτης χώρας, στην αναγκαία έρευνα ώστε να μπορέσουν να κρίνουν, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως, αν τυχόν απορριπτική απόφαση θα είχε τις συνέπειες αυτές.
133. Ως εκ τούτου, όσον αφορά στο σκοπό τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι, όπως επιβεβαιώνουν οι αιτιολογικές σκέψεις 22 και 24 της εν λόγω οδηγίας, το άρθρο αυτό αποσκοπεί να εξασφαλίσει, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής που προβλέπει η ως άνω οδηγία, την τήρηση διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων τα θεμελιώδη δικαιώματα του παιδιού, όπως αυτά κατοχυρώνονται στο άρθρο 24 του Χάρτη. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει, το εν λόγω άρθρο 5 δεν μπορεί να ερμηνεύεται στενά [βλ., κατ' αναλογίαν, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Buivids, C 345/17, EU:C:2019:122, σκέψη 51, και της 26ης Μαρτίου 2019, SM (Παιδί που τελεί υπό το αλγερινό σύστημα kafala), C 129/18, EU:C:2019:248, σκέψη 53].
134. Aφετέρου, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη προβλέπει ότι, σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίδεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. Επομένως, η ως άνω διάταξη έχει, αυτή καθεαυτήν, ευρεία διατύπωση και εφαρμόζεται σε αποφάσεις οι οποίες, όπως μια απόφαση επιστροφής εκδοθείσα σε βάρος υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ανηλίκου, δεν έχουν μεν ως αποδέκτη τον ανήλικο, αλλά έχουν σημαντικές συνέπειες για τον ανήλικο αυτόν.
135. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της Διεθνούς Συμβάσεως για τα δικαιώματα του παιδιού, στο οποίο παραπέμπουν ρητώς οι επεξηγήσεις σχετικά με το άρθρο 24 του Χάρτη.
136. Κατά το ως άνω άρθρο 3, παράγραφος 1, το συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά. Επομένως, η διάταξη αυτή καλύπτει, γενικά, όλες τις αποφάσεις και όλες τις δράσεις που αφορούν άμεσα ή έμμεσα τα παιδιά, όπως επισήμανε η επιτροπή των δικαιωμάτων του παιδιού των Ηνωμένων Εθνών [βλ., συναφώς, γενική παρατήρηση αριθ. 14 (2013) της επιτροπής των δικαιωμάτων του παιδιού επί του δικαιώματος που παιδιού να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του (άρθρο 3, παράγραφος 1), CRC/C/GC/14, σημείο 19].
137. Όσον αφορά, δεύτερον, το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 5, στοιχείο αʹ, της Οδηγίας 2008/115, πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι, όταν ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία που απαριθμούνται στο ως άνω άρθρο 5 μόνον ως προς τον υπήκοο τρίτης χώρας για τον οποίο έχει εκδοθεί η απόφαση περί επιστροφής, το προέβλεψε ρητώς.
138. Συγκεκριμένα, σε αντίθεση με το άρθρο 5, στοιχεία αʹ και βʹ, της οδηγίας 2008/115, από το άρθρο 5, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής προκύπτει ρητώς ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν δεόντως υπόψη μόνον την κατάσταση της υγείας του «συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας», ήτοι την κατάσταση της υγείας του αποδέκτη της αποφάσεως περί επιστροφής.
139. Δεύτερον, από το άρθρο 5, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής απορρέει ότι τα κράτη μέλη, όταν προτίθενται να εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, οφείλουν να λαμβάνουν επίσης δεόντως υπόψη την οικογενειακή ζωή.
140. Το δε άρθρο 7 του Χάρτη, που αφορά ιδίως το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένας παρανόμως διαμένων υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος, είναι ο πατέρας ανήλικου παιδιού, πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, που προβλέπει την υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του ανήλικου παιδιού του [πρβλ. απόφαση της 26ης Μαρτίου 2019, SM (Παιδί που τελεί υπό το αλγερινό σύστημα kafala), C 129/18, EU:C:2019:248, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].
141. Στην ανωτέρω υπόθεση το Δικαστήριο καταλήγει ότι το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά η μητέρα των ανηλίκων αυτών.
142. Ειδικά ως προς τη λήψη υπόψιν της οικογενειακής ζωής, ως προβλέπεται από το ανωτέρω άρθρο 180Ζ, το προοίμιο υπό (22) της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ ότι «σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν πρωτίστως υπόψη το σεβασμό της οικογενειακής ζωής κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας.» Βάσει της νομολογίας του ΕΔΑΔ, η έννοια της οικογενειακής ζωής συνιστά αυτόνομη έννοια της Σύμβασης (βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ, απόφαση ημερομηνίας 3.10.2023, αίτηση υπ' αριθ. 59913/11, Zelenevy v. Russia, σκέψη 60). Στην απόφαση Van der Heijden v Netherlands (ΕΔΔΑ, απόφαση ημερομηνίας 3.4.2012, αίτηση υπ' αριθ. 42857/05, σκ. 50), το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε πως η έννοια της οικογενειακής ζωής δεν περιορίζεται στις οικογένειες οι οποίες βασίζονται στο γάμο και ενδεχομένως να συμπεριλαμβάνει άλλες εν τοις πράγμασι σχέσεις. Ως προς τη διαπίστωση εάν μία σχέση εξικνείται στο επίπεδο της «οικογενειακής ζωής», το Δικαστήριο έκρινε ότι κρίσιμους παράγοντες αποτελούν η συμβίωση του ζεύγους, η διάρκεια της σχέσης του, η επίδειξη της κοινής τους δέσμευσης μέσω της γέννησης τέκνων ή άλλων μέσων (ΕΔΔΑ, απόφαση ημερομ. 3.4.2012, αίτηση υπ' αριθ. 42857/05, σκ. 50). Ειδικά ως προς τη σχέση μεταξύ φυσικού πατέρα και τέκνου γεννημένου εκτός γάμου, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η έννοια της οικογένειας περιλαμβάνει τους εν τοις πράγμασι οικογενειακούς δεσμούς, όπου τα μέρη διαβιώνουν εκτός γάμου. Τέκνο γεννηθέν εκτός μίας τέτοιας σχέσης είναι ipso iure μέρος μίας τέτοιας οικογενειακής μονάδας από τη στιγμή της γέννησής του και μόνο εκ του γεγονότος αυτού. (ΕΔΔΑ, απόφαση ημερομ. 26.5.1994, Keegan v. Ιρλανδίας, αίτηση υπ' αριθ. 16969/90, σκ.44). Ως παράγοντα επέκτασης της έννοιας της «οικογενειακής ζωής» σε μία τέτοια σχέση, το ΕΔΔΑ έκρινε την «πραγματική ύπαρξη στην πράξη στενών προσωπικών δεσμών», όπως προσδιορίζεται από τη φύση της σχέσης μεταξύ των φυσικών γονέων καθώς και την ύπαρξη «ευαπόδεικτου ενδιαφέροντος και δέσμευσης από τον πατέρα στο τέκνο τόσο πριν όσο και έπειτα από τη γέννηση» (ΕΔΔΑ, απόφαση ημερομ. 15.9.2011, Schneider v. Γερμανίας, αίτηση υπ' αριθ. 17080/07, σκ. 81)
143. Εξάλλου, ως προς την οικογενειακή ενότητα, το άρθρο 9 παράγραφος 1 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού ορίζει ότι, με την επιφύλαξη ρητών εξαιρέσεων, «Τα Συμβαλλόμενα Κράτη διασφαλίζουν ότι ένα παιδί δεν θα χωρίζεται από τους γονείς του παρά τη θέλησή τους».
Η Σύμβαση της Γενεύης αναφέρει στο άρθρο 12 αυτής ότι:
144. «Αρθρον 12. - 1. Η προσωπική κατάστασις των Προσφύγων διέπεται υπό των νόμων της χώρας της κατοικίας ή ελλείψει κατοικίας, υπό των νόμων της χώρας της διαμονής αυτών. 2. Τα προς την προσωπικήν κατάστασιν του πρόσφυγος συναφή κεκτημένα δικαιώματα, ιδίως δε τα συναφή προς τον γάμον, θα είναι σεβαστά υπό παντός Συμβαλλομένου Κράτους, υπό την επιφύλαξιν της εκπληρώσεως, εν ή περιπτώσει τυγχάνει τούτο απαραίτητον των υπό της νομοθεσίας του ειρημένου Κράτους.».
145. Σε περίπτωση απέλασης αλλοδαπού, η νομολογία του ΕΔΔΑ διακρίνει κατά βάση μεταξύ των περιπτώσεων «εγκατεστημένων αλλοδαπών», δηλαδή προσώπων στα οποία έχει ήδη δοθεί επισήμως δικαίωμα διαμονής στη χώρα (ΕΔΔΑ, απόφαση ημερομ. 3.10.2014, Jeunesse v. the Netherlands, αίτηση υπ' αριθ. 12738/10, σκ.104) και προσώπων τα οποία εισέρχονται παράτυπα στη χώρα.[116] Στο πλαίσιο αξιολόγησης της αναλογικότητας, το Δικαστήριο εξετάζει σειρά παραγόντων, μεταξύ των οποίων την ύπαρξη ανυπέρβλητων εμποδίων στη διαβίωση της οικογένειας στη χώρα καταγωγής του υπηκόου τρίτης χώρας τον οποίο αφορά η απόφαση (ΕΔΔΑ, απόφαση ημερομ. 23.6.2022, Alleleh and Others v. Norway, αίτηση υπ' αριθ. 569/20, σκ.90).[117]
146. Το ΕΔΑΔ έχει εφαρμόσει ένα παρόμοιο κριτήριο με αυτό που χρησιμοποίησε σε υποθέσεις οικογενειακής επανένωσης για να διαπιστώσει ότι «καθώς ήταν de facto αδύνατο για τον αιτούντα και την οικογένειά του να συνεχίσουν τη ζωή τους μαζί εκτός Δανίας, [η απέλαση του αιτητή] θα είναι δυσανάλογη προς τους επιδιωκόμενους στόχους και παραβιάζει το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής» [Amrollahi κατά Δανίας, Αίτηση ΕΣΔΑ αριθ. 56811/00, 11 Ιουλίου 2002]. Ο χωρισμός των μελών της οικογένειας μέσω απέλασης, όταν αυτή η οικογένεια δεν έχει ρεαλιστικές δυνατότητες να απολαύσει αυτό το δικαίωμα αλλού, θα μπορούσε να ισοδυναμεί με σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ή να παραβιάζει την αρχή του «βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού» σύμφωνα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
147. Στην παρούσα υπόθεση, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει τόσο από το προσκομισθέντα πιστοποιητικά γέννησης των Αιτητριών, όσο και από όσα κατατέθηκαν στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας της 10.3.2026, η Αιτήτρια 1 και ο σύντροφός της, αμφότεροι υπήκοοι Καμερούν, με ανήλικα τέκνα τους συζούν. Υφίστανται, ως εκ τούτου αποδεικτικά στοιχεία που συνηγορούν στο συμπέρασμα ότι τα τέσσερα αυτά πρόσωπα συγκροτούν οικογένεια. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει και εμμέσως από το γενονός ότι η Αιτήτρια 1 απέκτησε δύο τέκνα από τον ίδιο σύντροφο σε διάστημα δύο και πλέον ετών. Προς τούτο συνεκτιμάται και η διάρκεια της σχέσης των γονέων, καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, η σχέση τους ξεκίνησε από το 2021 και έχουν αποκτήσει δύο ανήλικες θυγατέρες. Από την εξέταση των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας 1 διαπιστώνεται ότι διατηρεί εν τοις πράγμασι δεσμό με τον σύντροφό της. Η Αιτήτρια 1 συμβιώνει με τον σύντροφό της, με τον οποίο έχει αποκτήσει δύο ανήλικα τέκνα, τα οποία έχουν αναγνωριστεί από εκείνον. Ο κ. D.A.M. είναι επίσης αιτητής ασύλου, εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί απορριπτική απόφαση από την Υπηρεσία Ασύλου και απόφαση επιστροφής· κατά της τελευταίας έχει ασκηθεί η προσφυγή υπ' αριθ. 48/23, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα τέσσερα προαναφερθέντα πρόσωπα αποτελούν οικογένεια, και ότι υφίσταται πραγματική σχέση εξάρτησης μεταξύ των ανηλίκων και του πατέρα τους.
148. Ως εκ τούτου, η τυχόν εκτέλεση της απόφασης επιστροφής εναντίον των Αιτητριών, θα οδηγούσε εκ των πραγμάτων σε απομάκρυνση και των ανήλικων τέκνων από τον πατέρα τους. Συνεπώς, στη βάση των όσων αναλύθηκαν πιο πάνω, άμα τη επιστροφή της Αιτήτριας μαζί με τα ανήλικα τέκνα της στη χώρα της, υπάρχουν ενδείξεις ενδεχόμενης παραβίασης της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων και του δικαιώματος της οικογενειακής ζωής. Στην απόφασή του ΔΕΕ στην υπόθεση C-156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, σκέψεις 44 έως 50,[118] τονίζει ότι τα κράτη έχουν τη δυνατότητα να επανεξετάζουν την απόφαση επιστροφής και να αναβάλλουν, κατά περίπτωση, την απομάκρυνση και έχουν επιπλέον, προκειμένου να είναι αποτελεσματική η δικαστική προστασία την δυνατότητα αναστολής της απόφασης επιστροφής, η εκτέλεση της οποίας, ενδέχεται να εκθέσει τον ενδιαφερόμενο υπήκοο τρίτης χώρας σε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε μεταξύ άλλων ότι εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ελέγχου νομιμότητας, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχουν τεθεί υπόψη του, όπως συμπληρώθηκαν ή αποσαφηνίστηκαν κατόπιν κατ' αντιμωλίαν διαδικασίας, ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης λόγω της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής.
149. Επισημαίνεται συναφώς, ότι δυνάμει της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, και της ανωτέρω νομολογίας του ΔΕΕ, όπου προβλέπεται ρητώς η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της απόφασης επιστροφής, ακόμη και ελλείψει ρητής εθνικής δικονομικής διάταξης που να επιτρέπει στο παρόν Δικαστήριο την αναστολή της απόφασης επιστροφής των Αιτητριών (βλ. mutadis mutandis ως προς την αρχή της αποτελεσματικότητας και Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουλίου 2019 στην υπόθεση C-556/17, Torubarov, ECLI:EU:C:2019:626, σκέψη 73 και επίσης απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, στην υπόθεση C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU, FMS κ.α.,ECLI:EU:C:2020:367, σκέψεις 139 έως 147 επίσης για την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου και την άντληση εξουσίας απευθείας από το ενωσιακό δίκαιο), το παρόν Δικαστήριο έχει την εξουσία να αναστείλει το αποτέλεσμα της υπό εξέταση απόφασης επιστροφής.
150. Στην παρούσα υπόθεση, ενόψει της εκκρεμούσας εξέτασης, σε δεύτερο βαθμό, της απόφασης ασύλου του πατέρα των δύο ανηλίκων τέκνων και συντρόφου της Αιτήτριας 1, και λαμβανομένου υπόψη του ενδεχομένου παραβίασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων καθώς και του δικαιώματος σεβασμού της οικογενειακής ζωής, σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής, ως έχει διαπιστωθεί ανωτέρω, κρίνεται ότι πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής ημερομηνίας 12.9.2023, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της προσφυγής υπ’ αριθμόν 48/23, η οποία αφορά τον σύντροφο της Αιτήτριας 1 και πατέρα των ανηλίκων τέκνων της. Το δεδομένο αυτό επιτρέπει και την πληρέστερη αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας των Αιτητριών, καθόσον η παρουσία ή μη του εν λόγω προσώπου επηρεάζει ουσιωδώς τόσο την εκτίμηση του κινδύνου όσο και την εξέταση του ενδεχομένου εσωτερικής μετεγκατάστασης.
151. Επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό η αναγκαιότητα εντοπισμού και συνεξέτασης των μελών της οικογένειας, προς διασφάλιση της πληρότητας και ορθότητας της αξιολόγησης, καθώς και της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας διεθνούς προστασίας.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται κατά το σκέλος που στρέφεται κατά της απορριπτικής απόφασης επί της παροχής καθεστώτος διεθνούς προστασίας και η επίδικη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω. Κατά το σκέλος που στρέφεται σε βάρος της απόφασης επιστροφής, η τελευταία αναστέλλεται μέχρι την τελική έκβαση της προσφυγής υπ' αριθμό 48/23, ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π..
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2]EUAA, COI Query, CAMEROON: Tradition of ‘bride price’ in marriage January 2022 to 9 September 2024, Q62-2024, 9 September 2024
[3] IRB, Cameroon: Dowries in forced and arranged marriages, including whether they may be refunded; the role of the state in the payment of dowries, in particular, that of the Ministry of Finance; whether a document exists that takes into account the details of the dowry (2011-November 2014), CMR105000.FE, 24 November 2024
https://www.ecoi.net/en/document/1167215.html
[4] Population Council, When Girls’ Lives Matter: Ending Forced and Early Marriage in Cameroon
[5] Refugee Documentation Centre (Ireland), Cameroon - Information on Forced Marriage in Cameroon, 30 April 2009
https://www.ecoi.net/en/file/local/1273788/1226_1243239273_q09806.pdf
[6] Freedom House, 'Freedom in the World 2022: Cameroon
https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022
[7] IRB Canada, 'Cameroon: Domestic violence, including legislation; support services available to victims, including mental health services; the impact of COVID19; state protection (2020-April 2022)', 1 June 2022
https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458626&pls=1
[8] Human Rights Watch (HRW), 'World Report 2022: Events of 2021: Cameroon'
https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/cameroon#827df3
[9] IRB Canada, 'Cameroon: Domestic violence, including legislation; support services available to victims, including mental health services; the impact of COVID19; state protection (2020-April ;2022)' (2022), 1 June 2022
https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458626&;pls=1
[10] Freedom House, 'Freedom in the World 2022: Cameroon', Ερώτημα G3
https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2022
[11] USDOS - US Department of State: 2020 Country Reports on Human Rights Practices: Cameroon, 30 March 2021
[12] IRB Canada, 'Cameroon: Domestic violence, including legislation; support services available to victims, including mental health services; the impact of COVID19; state protection (2020-April ;2022)' (2022), 4.2
https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458626&;pls=1
[13] USDOS - US Department of State: 2021 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 12 April 2022
[14] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon
[15] Ό. π.
[16] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, November 2025
[17] Ό. π.
[18] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025
https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract
[19] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[20] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1 , , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[21] GCRP (Global Center for the Responsibility to Protect), Cameroon-Populations at Risk, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[22] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 2, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[23] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[24] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[25] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[26] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[27] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Northwest (Nord-Ouest – Bamenda) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14.5.2026).
[28] City Population, Cameroon, North West (Nord-Ouest) Region
https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823
[29] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html ;
USDOS -US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html
[30] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Cameroon: Domestic violence, including legislation; support services available to victims, including mental health services; the impact of COVID19; state protection (2020–April 2022) [CMR201035.FE], 1 June 2022, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458626&pls=1, τελευταία πρόσβαση 9.4.2026.
[31] Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων.
[32] Βλ. άρθρα 9ΚΕ και 25 του περί Προσφύγων Νόμο του 2000 (6(I)/2000) [Ημερομηνία πρόσβασης 11/07/2025]
[33] Committee on the Rights of the Child, 'General comment No. 14 (2013) on the right of the child to have his or her best interests taken as a primary consideration (art. 3, para. 1)*', CRC/C/GC/14, 14-15 διαθέσιμο σε https://www2.ohchr.org/english/bodies/crc/docs/gc/crc_c_gc_14_eng.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 11/07/2025]
[34] Committee on the Rights of the Child, 'General comment No. 14 (2013) on the right of the child to have his or her best interests taken as a primary consideration (art. 3, para. 1)*', CRC/C/GC/14, 14 διαθέσιμο σε https://www2.ohchr.org/english/bodies/crc/docs/gc/crc_c_gc_14_eng.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 11/07/2025]
[35] Committee on the Rights of the Child, 'Treatment of unaccompanied and separated children outside their country of origin', GENERAL COMMENT NO. 6 (2005), υπό 82, διαθέσιμο σε https://www2.ohchr.org/english/bodies/crc/docs/gc6.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9.4.2026)
[36] EASO Practical guide on the best interests of the child in asylum procedures, 2019, ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 9.4.2026.
[37] Italy, Civil Court [Tribunale], Applicant v Ministry of Interior Territorial Commission Bologna, 10170/2019, 02 March 2022,
https://caselaw.euaa.europa.eu/pages/viewcaselaw.aspx?CaseLawID=2986 , τελευταία πρόσβαση 21.4.2026.
[38] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.79 - July 2025, 8 Σεπτεμβρίου 2025, σελ. 3, https://reliefweb.int/attachments/ee3ed5ae-f1c4-4544-9dea-098e28dbaca8/SITREP%20NWSW%20July%202025-FV.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[39] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.79 - July 2025, 8 Σεπτεμβρίου 2025, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/ee3ed5ae-f1c4-4544-9dea-098e28dbaca8/SITREP%20NWSW%20July%202025-FV.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[40] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2023, 12 Μαρτίου 2024, https://reliefweb.int/attachments/7098eb09-3674-4f46-b8d2-cb02195653d7/Voices%20from%20Cameroon%202023.pdf, σελ. 20, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[41] UNFPA Cameroon and Ministry of Women Empowerment and the Family, Voices from Cameroon 2023, 12 Μαρτίου 2024, https://reliefweb.int/attachments/7098eb09-3674-4f46-b8d2-cb02195653d7/Voices%20from%20Cameroon%202023.pdf, σελ. 27, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[42] Human Rights Watch, Cameroon Suspends NGOs, Harming Gender-Based Violence Survivors, 9 Ιανουαρίου 2025, https://www.hrw.org/news/2025/01/09/cameroon-suspends-ngos-harming-gender-based-violence-survivors, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[43] Human Rights Watch, Cameroon Suspends NGOs, Harming Gender-Based Violence Survivors, 9 Ιανουαρίου 2025, https://www.hrw.org/news/2025/01/09/cameroon-suspends-ngos-harming-gender-based-violence-survivors, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[44] UN OCHA – United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs: Humanitarian Needs Overview Cameroon. Humanitarian Programme Cycle 2023, 11 May 2023 https://www.unocha.org/attachments/fb6e7f31-3931-463a-b9d6- 5d243e9f3071/CMR_HNO_2023_v7_20230405.pd
[45] Mobile clinics in conflict-affected communities of North West and South West regions of Cameroon: an alternative option for differentiated delivery service for internally displaced persons during COVID-19 | Differentiated service delivery, OCHA Cameroon: Crisis causes health-care challenges, 21/07/2023, Cameroon: Crisis causes health-care challenges | OCHA
[46] OCHA, Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 71 (November 2024), https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-71-november-2024
[47] Sabin Vaccine Institute, Integrating Nutrition and Vaccination Efforts in Crisis-Affected Regions of Cameroon, 28 Φεβρουαρίου 2025, https://www.sabin.org/resources/integrating-nutrition-and-vaccination-efforts-in-crisis-affected-regions-of-cameroon/; Cameroon Baptist Convention Health Services (CBCHS), About Us, https://cbchealthservices.org/abou/, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[48] Safeguarding Health in Conflict, Insecurity Insight, CAMEROON Violence Against Health Care in Conflict 2024, 2024-SHCC-Cameroon.pdf , τελευταία πρόσβαση 9.4.2026.
[49] Attacks on Health Care News Brief - Insecurity Insight , τελευταία πρόσβαση 9.4.2026.
[50] Development and Cooperation, Children in conflict - Almost half a million Cameroonian children are out of school, 20 Feb 2025, https://www.dandc.eu/en/article/separatist-conflict-anglophone-part-cameroon-has-been-going-years-school-operations-are (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/03/2025).
[51] Development and Cooperation, Education, Hope for Cameroon’s children – just not enough, 19.02.2025, https://www.dandc.eu/en/article/cameroon-hundreds-thousands-children-have-not-been-able-go-school-years-due-violence (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/03/2025).
[52] Norwegian Refugee Council, The urgent need to deliver quality education for 1.4 million school-aged children in Cameroon, June 2023, available at: https://reliefweb.int/report/cameroon/urgent-need-deliver-quality-education-14-million-school-aged-children-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/03/2025)
[53] Norwegian Refugee Council, The urgent need to deliver quality education for 1.4 million school-aged children in Cameroon, June 2023, available at: https://reliefweb.int/report/cameroon/urgent-need-deliver-quality-education-14-million-school-aged-children-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/03/2025)
[54] Unicef, Cameroon Humanitarian Situation report No.1, UNICEF Cameroon Humanitarian Situation Report No. 1 - January-March 2024.pdf.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/03/2025)
[55] Όπ.παραπάνω. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/03/2025)
[56] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76 - April 2025, 2 June 2025, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 , τελευταία πρόσβαση 3.03.2026.
[57] Reliefweb, Cameroon Education Cluster: Northwest & Southwest Updates - Operational Presence & Reach (November 2025), https://reliefweb.int/report/cameroon/cameroon-education-cluster-northwest-southwest-updates-operational-presence-reach-november-2025, 7 January 2026, τελευταία πρόσβαση 3.03.2026.
[58] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81 - September 2025, 30 October 2025, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no81-september-2025 , τελευταία πρόσβαση 3.03.2026.
[59] Education in Danger - Insecurity Insight , τελευταία πρόσβαση 9.4.2026.
[60] 1.-January-2026-Education-in-Danger-Monthly-News-Brief.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[61] 1.-January-2026-Education-in-Danger-Monthly-News-Brief.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[62] 6.-June-2025-Education-in-Danger-Monthly-News-Brief.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[63] EASO, ‘Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative’ (2021), 19, διαθέσιμο σε: https://easo.europa.eu/sites/default/files/EASO-Practical-guide-application-IPA.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31.1.2025]
[64] Ibid, 19[Ημερομηνία Πρόσβασης: 31.1.2025]
[65] ΕΔΔΑ, SUFI AND ELMI v. THE UNITED KINGDOM, απόφαση επί των αιτήσεων 8319/07 and 11449/07, ημερ. 28/6/2011, 283 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31.1.2025]
[66] EASO, ‘Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative’ (2021), 9 διαθέσιμο σε https://op.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/9629215e-d55b-11eb-895a-01aa75ed71a1 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31.1.2025]
[67] ΕΔΔΑ, SUFI AND ELMI v. THE UNITED KINGDOM, απόφαση επί των αιτήσεων 8319/07 and 11449/07, ημερ. 28/6/2011, 293-295 EASO, ‘Practical Guide on the Application of the Internal Protection Alternative’ (2021), 9 διαθέσιμο σε https://op.europa.eu/en/publication-detail/-/publication/9629215e-d55b-11eb-895a-01aa75ed71a1 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31.1.2025]βλ. ΕΔΔΑ, AAM v. Sweden, απόφαση επί της αίτησης 68519/10, απόφαση ημερ. 3/4/2014, σκ.73
[68]UNHCR, Guidelines on International Protection No. 4: “Internal Flight or Relocation Alternative” Within the Context of Article 1A(2) of the 1951 Convention and/or 1967 Protocol Relating to the Status of Refugees, HCR/GIP/03/04, , http://www.unhcr.org/refworld/docid/3f2791a44.html, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.5.2026]
[69]UN High Commissioner for Refugees (UNHCR), UNHCR Position on Returns to Iraq, 14 November 2016, available at: http://www.refworld.org/docid/58299e694.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.5.2026]
[70] EASO, 'Πρακτικός οδηγός για την εφαρμογή της εναλλακτικής δυνατότητας εγχώριας προστασίας' (2021), 21 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Practical-guide-application-IPA-EL.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 15.5.2026]
[71] CGVS/ CGRA, ‘COI Focus CAMEROUN Régions anglophones : situation sécuritaire’ (2023), 37 διαθέσιμο σε https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20230220.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 27.1.2025)
[72] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Centre Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14.5.2026).
[73] https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13.01.2025)
[74] Προς τούτο βλ. σχετικά CGVS/ CGRA, ‘COI Focus CAMEROUN Régions anglophones : situation sécuritaire’ (2023), 29-30 διαθέσιμο σε https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20230220.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 27.1.2025)
[75] CGVS/ CGRA, ‘COI Focus CAMEROUN Régions anglophones : situation sécuritaire’ (2023), 37 διαθέσιμο σε https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20230220.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025))
[76] Προς τούτο βλ. σχετικά CGVS/ CGRA, ‘COI Focus CAMEROUN Régions anglophones : situation sécuritaire’ (2023), 30, 37 διαθέσιμο σε https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20230220.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[77] SEM, ‘Focus Cameroun Crise anglophone et personnes déplacées’ (2024), 13 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/document/2106265.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[78] SEM, ‘Focus Cameroun Crise anglophone et personnes déplacées’ (2024), 13 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/document/2106265.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[79] Για όλες τις ανωτέρω πληροφορίες βλ. CGVS/ CGRA, ‘COI Focus CAMEROUN Régions anglophones : situation sécuritaire’ (2023), 29-30 διαθέσιμο σε https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20230220.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[80] SEM, ‘Focus Cameroun Crise anglophone et personnes déplacées’ (2024), 13 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/document/2106265.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[81]ICG - International Crisis Group (Author): A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 March 2023 https://www.ecoi.net/en/file/local/2090406/b188-cameroon-anglophone-special-status_1.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 15.5.2026]
[82] CGVS/CGRA (Belgium), 'COI Focus CAMEROUN CRISE ANGLOPHONE: SITUATION SECURITAIRE' (19.11.2021), p. 25-27, ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/08/2022, https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/COI_Focus_Cameroun_Crise_anglophone_situation_s%C3%A9curitaire_%2020211119.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 15.5.2026]
[83] The Africa Report, Fleeing violence in Anglophone Cameroon, life in Douala is a different hardship, 20/04/2020, https://www.theafricareport.com/26446/fleeing-violence-in-anglophone-cameroon-life-in-douala-is-a-different-hardship/[Ημερομηνία πρόσβασης 15.5.2026]
[84] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020–May 2022) [CMR201034.E], 8 June 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2074600.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 13.01.2025)
[85] Canada, IRB, Cameroon: Forced marriages; treatment of and protection available to women who try to flee a forced marriage; whether it is possible for a woman to live alone in the country’s large cities such as Yaoundé and Douala [CMR104129.FE], 20 September 2012, https://www.ecoi.net/en/document/1067526.html , EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Cameroon; Situation of single women in Yaoundé and Douala [Q2-2022], 26 January 2022
https://www.ecoi.net/en/file/local/2067455/2022_01_Q2_EUAA_COI_Query_Response_CAMEROON_Single_Women.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[86] Cameroon Intelligence Report, Forced into prostitution in Yaoundé: the nightmare of trying to survive in a divided Cameroon, 3 November 2020, https://www.cameroonintelligencereport.com/forced-into-prostitution-in-yaounde-the-nightmare-of-trying-to-survive-in-a-divided-cameroon/ , Freedom House: Freedom in the World 2022 - Cameroon, 24 February 2022 https://www.ecoi.net/en/document/2071860.html
(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[87] World Bank, The Socio-Political Crisis in the Northwest and Southwest Regions of Cameroon: Assessing the Economic and Social Impacts, 21 June 2021, https://documents1.worldbank.org/curated/en/795921624338364910/pdf/The-Socio-Political-Crisis-in-the-Northwest-and-Southwest-Regions-of-Cameroon-Assessing-the-Economic-and-Social-Impacts.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[88] UNSDG, United Nations Sustainable Development Cooperation Assistance Framework for Cameroon 2022- 2026, 22 November 2021, https://unsdg.un.org/sites/default/files/2021-11/Cameroon_Cooperation_Framework_2022_to_2026_ENG.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[89] Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 March 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[90] University Teaching Hospital of Yaounde | Scilit (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[91] Bertelsmann Stiftung’s Transformation Index (BTI) 2026, https://www.ecoi.net/en/file/local/2138414/country_report_2026_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026), αναφορικά με την κατάσταση κοινωνικοοικονομική κατάσταση της χώρας.
[92] Bertelsmann Stiftung: BTI 2024 Country Report Cameroon, 19 Μαρτίου 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf
[93] USAID, Supporting Universal Health Coverage in Cameroon, Supporting Universal Health Coverage in Cameroon: The U.S. Government's Impact Through the PEPFAR/USAID RISE Project for Equitable Access to Health Care for All | News | Cameroon | U.S. Agency for International Development
[94] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, 10 September 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2114940/Factsheet - UNHCR CMR July 2024.pdf
[95] Ως προς την ύπαρξη του Διεθνούς Αεροδρομίου της Yaoundé (Yaounde Nsimalen International Airport), βλ. σχετικά https://airports.city/yaounde/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[96] USDOS, ‘2023 Country Reports on Human Rights Practices’ (2024), υπό 2D, διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[97] GenCap (NRC), ‘A More Generous Embrace’ (2022), 12 Διαθέσιμο σε https://www.nrc.no/globalassets/_reports/a-more-generous-embrace/a-more-generous-embrace.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[98] USDOS, ‘2023 Country Reports on Human Rights Practices’ (2024), υπό 2D, διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[99] USDOS, ‘2023 Country Reports on Human Rights Practices’ (2024), υπό 2D, διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)
[100] Βλ. εξάλλου και EUAA, ‘Qualification for International Protection Judicial Analysis Second Edition’ (2023), 55, 58 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023- (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.1.2025)01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 26/05/2024) ότι προκειμένου κάποια πράξη να θεωρηθεί ως πράξη δίωξης, οφείλει να είναι επαρκώς σοβαρή εκ της φύσης της ή της επανάληψής της προκειμένου να πρόκειται για σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μικρή στέρηση της ελευθερίας, όπως σύντομη παράνομη σύλληψη η οποία έλαβε χώρα μία φορά, δε θα επαρκούσε προς στοιχειοθέτηση σοβαρής παραβίασης. Εξάλλου και η νομολογία του ΕΔΔΑ προβλέπει ότι προκειμένου να εμπίπτει στην έννοια της κακομεταχείρισης η συμπεριφορά την οποία κατ’ ισχυρισμό κάποιος αιτητής θα υποστεί οφείλει να υπερβαίνει ορισμένο ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας προκειμένου να υπαχθεί στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ, JK v. Sweden, αίτηση υπ’ αριθ. 59166/12, ημερ. 23/08/2016, παρ. 79 με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του Δικαστηρίου. Εξάλλου για το ότι κατ’ ουσία το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ αντιστοιχεί στο άρθρο 15 (β) της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ και πλέον 15 (β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο έχει μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη με το άρθρο 19 (2) (β) του Περί Προσφύγων Νόμου βλ. σχετικά ΔΕΕ, Elgafaji, C-465/07, ημερ. 17/02/2009, σκ.28
[101] World Bank, ‘Overview’ (2024), διαθέσιμο σε https://www.worldbank.org/en/country/cameroon/overview (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[102] World Bank, ‘Overview’ (2024), διαθέσιμο σε https://www.worldbank.org/en/country/cameroon/overview (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[103] World Bank, ‘Overview’ (2024), διαθέσιμο σε https://www.worldbank.org/en/country/cameroon/overview (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[104] World Bank Group, ‘The Socio-Political Crisis in the Northwest and Southwest Regions of Cameroon: Assessing the Economic and Social Impacts’ (2021), 1, διαθέσιμο σε https://documents1.worldbank.org/curated/en/795921624338364910/pdf/The-Socio-Political-Crisis-in-the-Northwest-and-Southwest-Regions-of-Cameroon-Assessing-the-Economic-and-Social-Impacts.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[105] National Employment Fund, διαθέσιμο σε https://www.fnecm.org/index.php/en/the-nef/programs-67/usep (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[106] National Employment Fund, διαθέσιμο σε https://www.fnecm.org/index.php/en/the-nef/programs-67/usep « The target group is made up of unemployed people who are registered with the NEF, who have the appropriate attitudes and physical aptitudes for the activities to be carried out, and who live in the municipalities concerned.» (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[107] Βλ. σχετικά EU- IOM Joint Initiative for Migrant Protection and Reintegration, ‘ LAST PERIODIC REINTEGRATION REPORT JULY 2023’ (2023), 47επ. διαθέσιμο σε https://www.migrationjointinitiative.org/sites/g/files/tmzbdl261/files/2023-08/Last_Periodic_Reintegration_Report_June_2023_FINAL.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[108] SEM, ‘Focus Cameroun Crise anglophone et personnes déplacées’ (2024), 14 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/document/2106265.html (ημερομηνία πρόσβασης 15.5.2026)
[109] Conseil du Contentieux des Etrangers, απόφαση ημερομηνίας 25.4.2023, στην υπόθεση Χ/Χ, απόφαση υπ’ αριθ. 288046, διαθέσιμο σε https://www.rvv-cce.be/sites/default/files/arr/a288046.an_.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15.5.2026)
[110] Για τις έννοιες της πλήρους και ex nunc εξέτασης βλ. σχετικά EASO, 'Judicial Analysis and The Principle of non-refoulement' (2018), σ. 144
https://euaa.europa.eu/sites/default/files/asylum-procedures-ja_en.pdf
[111] Κατά την εφαρμογή των άρθρων 18ΟΔ μέχρι 18ΠΘ, ο Αvώτερoς Λειτουργός Μετανάστευσης τηρεί την αρχή της μη επαναπροώθησης και λαμβάνει δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού, την οικογενειακή ζωή και την κατάσταση της υγείας του συγκεκριμένου υπηκόου τρίτης χώρας.
[112] Committee on the Rights of the Child, 'General comment No. 14 (2013) on the right of the child to have his or her best interests taken as a primary consideration (art. 3, para. ;1)*', CRC/C/GC/14, 14-15 https://www2.ohchr.org/english/bodies/crc/docs/gc/crc_c_gc_14_eng.pdf
[113] Committee on the Rights of the Child, 'General comment No. 14 (2013) on the right of the child to have his or her best interests taken as a primary consideration (art. 3, para. ;1)*', CRC/C/GC/14, 14 https://www2.ohchr.org/english/bodies/crc/docs/gc/crc_c_gc_14_eng.pdf
[114] Committee on the Rights of the Child, 'Treatment of unaccompanied and separated children outside their country of origin', GENERAL COMMENT NO. 6 (2005), υπό 82
[115] ΔΕΕ (δέκατο τμήμα), 11ης Μαρτίου 2021, C‑112/20, M. A. κατά État belge
[116] Βλ. επί τούτου ενδεικτικά Nicholson F., 'The "Essential Right" to Family Unity of Refugees and Others in Need of International Protection in the Context of Family Reunification' (2018), 14-15
https://www.refworld.org/reference/research/unhcr/2018/en/122578
[117] Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει εφαρμόσει ένα παρόμοιο κριτήριο με αυτό που χρησιμοποίησε σε υποθέσεις οικογενειακής επανένωσης για να διαπιστώσει ότι «καθώς ήταν de facto αδύνατο για τον αιτούντα και την οικογένειά του να συνεχίσουν τη ζωή τους μαζί εκτός Δανίας, [η απέλαση του αιτητή] θα είναι δυσανάλογη προς τους επιδιωκόμενους στόχους και παραβιάζει το δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής» [Amrollahi κατά Δανίας, Αίτηση ΕΣΔΑ αριθ. 56811/00, 11 Ιουλίου 2002].
Ο χωρισμός των μελών της οικογένειας μέσω απέλασης, όταν αυτή η οικογένεια δεν έχει ρεαλιστικές δυνατότητες να απολαύσει αυτό το δικαίωμα αλλού, θα μπορούσε να ισοδυναμεί με σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ή να παραβιάζει την αρχή του «βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού» σύμφωνα με τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.
[118] ΔΕΕ (τρίτο τμήμα), 17ης Οκτωβρίου 2024, C‑156/23, K,L,M,N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid
https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&;docid=291247&;pageIndex=0&;doclang=EL&;mode=req&;dir=&;occ=first&;part=1&;cid=1190179, σκέψεις 47 έως 52
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο