Ο.Ο. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4455/2023, 29/5/2026
print
Τίτλος:
Ο.Ο. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 4455/2023, 29/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 4455/2023

 

29 Μαΐου 2026 

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

Ο.Ο.

Αιτητής 

-και- 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ' ων η Αίτηση 

 

Κ. Κούπαρη (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή. 

Μ. Φιλίππου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση.  

Ο Αιτητής παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής, δια συνηγόρου, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 16/11/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Νιγηρίας, κάτοχος διαβατηρίου με ημερομηνία έκδοσης 07/06/2021 και ημερομηνία λήξης 06/06/2026, ο οποίος σύμφωνα με δηλώσεις του στις 20/10/2022 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές υποβάλλοντας στις 24/11/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας. 

 

Στις 01/09/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 27/09/2023, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείτο την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και στις 11/10/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, αποφασίζοντας παράλληλα και την επιστροφή του στην Νιγηρία. 

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 16/11/2023 παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την Αγγλική.

 

Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο με την γραπτή της αγόρευση η συνήγορος του Αιτητή περιόρισε τις θέσεις της στην προώθηση ισχυρισμού περί μη δέουσας έρευνας, πλάνης και πάσχουσας αιτιολογίας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέταση απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης, καλώντας το Δικαστήριο όπως επικυρώσει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο των διευκρινήσεων, η συνήγορος του Αιτητή περιόρισε τους ισχυρισμούς της μόνον ως προς τον ισχυρισμό της περί μη δέουσας έρευνα ως προς την υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς της συμπληρωματική προστασία, εφόσον κατά την κ. Κουπαρή ο Αιτητής προέρχεται από την πολιτεία Edo, είναι χριστανός και ανήκει στη φυλή Esan Με βάση αυτά, αποτελεί θέση της ότι ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνήγορους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του ισχυριζόμενου κινδύνου για τη ζωή του, καθώς ο αδελφός του ο οποίος φέρεται να είναι μέλος της εγκληματικής αδελφότητας «Black Axe»,επεδίωκε να τον σκοτώσει.

 

Στα πλαίσια της συνέντευξής του από αρμόδιο λειτουργό, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ως γεννήθηκε και μεγάλωσε στην πόλη Benin City της πολιτείας Edo. Ως προς την οικογένεια του δήλωσε ότι οι γονείς ο πατέρας του απεβίωσε το 2010 και η μητέρα του το 2017, έχει μια αδελφή και έναν αδελφό, έχει επίσης ένα τέκνο το οποίο διαμένει στην πόλη Benin με την μητέρα του. Κατά δήλωσή του, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και διαθέτει εργασιακή εμπειρία ως βοηθός γραφείου, ελαιοχρωματιστής, καθώς και ως ιδιοκτήτης επιχείρησης στον τομέα της εμπορίας ηλεκτρικών εξαρτημάτων.

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής προέβαλε ότι δέχθηκε σοβαρές απειλές κατά της ζωής του από τον αδελφό του, λόγω της άρνησής του να υπογράψει έγγραφα τα οποία θα επέτρεπαν στον τελευταίο να προβεί στην πώληση της πατρικής περιουσίας. Ερωτηθείς σχετικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο ξεκίνησαν τα προβλήματα με τον αδελφό του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτά άρχισαν μετά τον θάνατο του πατέρα τους, το 2010 οπότε και, κατά το αμέσως επόμενο διάστημα, ο αδελφός του άρχισε να εκποιεί τις ιδιοκτησίες του πατέρα τους.

 

Ερωτηθείς για τον τρόπο με τον οποίο ο αδελφός του προέβαινε στην πώληση της γης, ο Αιτητής δήλωσε ότι υπέγραφε τα σχετικά νομικά έγγραφα, στην προσπάθειά του να διατηρήσει τον αδελφό του ήρεμο και να διασφαλίσει την προσωπική του ασφάλεια, καθότι ο αδελφός του φέρεται να είναι μέλος της αδελφότητας «Black Axe». Ερωτηθείς για την εξέλιξη της διαφοράς τους, ανέφερε ότι η προοπτική πώλησης ενός κτηρίου αποτέλεσε για τον ίδιο ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα και ότι αρνήθηκε να συναινέσει, γεγονός που οδήγησε τον αδελφό του να τον απειλήσει ευθέως ότι θα τον σκοτώσει σε περίπτωση μη υπογραφής.

 

Σε διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής απάντησε ότι αναγκάστηκε να κλείσει το κατάστημά του και να αναζητήσει τρόπο διαφυγής από τη χώρα. Ερωτηθείς για την εξέλιξη του προβλήματος μετά την αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής, ανέφερε ότι ενημερώθηκε από την αδελφή του πως ο αδελφός τους την κατηγόρησε ότι τον βοήθησε να διαφύγει και ότι επιμένει στην πρόθεση του να τον σκοτώσει σε περίπτωση που τον εντοπίσει.

 

Ερωτηθείς σχετικά με την αδελφότητα στην οποία φέρεται να ανήκει ο αδελφός του, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τη θέση του εντός της οργάνωσης ούτε άλλες ειδικότερες πληροφορίες. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, δήλωσε ότι ο αδελφός του φορούσε μαύρο μπερέ και περιφερόταν μαζί με άλλα άτομα στην πόλη, φέροντας αιχμηρά αντικείμενα.  Κατά δήλωσή του υπέβαλε καταγγελία για το περιστατικό των απειλών που δέχθηκε από τον αδελφό του στις αρχές της χώρας του, διευκρινίζοντας ότι προέβη και σε αναφορά για περιστατικό κατά το οποίο ο αδελφός του απέστειλε τρία άτομα στο κατάστημά του με σκοπό τον εκφοβισμό του, ωστόσο δήλωσε ότι η προστασία που θα μπορούσαν να του παράσχουν είναι περιορισμένη.

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή, και ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι ο αδελφός του φέρεται να είναι μέλος της αδελφότητας «Black Axe» και επιδίωξε να τον σκοτώσει λόγω διαφωνιών που αφορούσαν την πατρική περιουσία τους.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν διαβατήριο και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή λόγω έλλειψης συγκεκριμένων, συνεκτικών και επαρκών πληροφοριών σχετικά με την επίμαχη πατρική περιουσία, τη διαμάχη με τον αδελφό του και τις φερόμενες απειλές που δεχόταν. Λήφθηκε υπόψη ότι ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές περί τετραώροφου κτηρίου με διαμερίσματα, πίεσης για υπογραφή εγγράφων πώλησης και προφορικών απειλών θανάτου, χωρίς να εξηγεί με σαφήνεια πώς εξελίχθηκε ή ολοκληρώθηκε η πώληση της περιουσίας. Παράλληλα, οι απαντήσεις του σχετικά με το κλείσιμο της επιχείρησής του, τη φερόμενη συμμετοχή του αδελφού του στην οργάνωση Black Axes και τα πρόσωπα που τον εκφόβισαν κρίθηκαν επιφανειακές, ασαφείς και μη εξατομικευμένες, γεγονός που υπονόμευσε την αξιοπιστία των ισχυρισμών του ως προς τον προβαλλόμενο λόγο φυγής από τη χώρα καταγωγής του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι, παρά την εκτεταμένη έρευνα σε εξωτερικές πηγές, δεν κατέστη δυνατό να ευρεθούν πληροφορίες σχετικά με τις προσωπικές του περιστάσεις που ανέφερε. Ο λειτουργός σημειώνει ότι ο Αιτήτης δεν κατέθεσε έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην πόλη Benin City της πολιτείας Edo της Νιγηρίας, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία.   Ο/Η Αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η Αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της Αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, και δεδομένου ότι ο Αιτητής μέσω της συνηγόρου του εγκατέλειψε τον ισχυρισμό του ότι πρόκειται για άτομο που εμπίπτει εντός της έννοιας του πρόσφυγα, το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να προχωρήσει σε νέα έρευνα με σκοπό την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή. Σε κάθε περίπτωση η αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση κρίνεται ορθή και πλήρης και χωρίς αμφισβήτηση αυτής από τον διάδικο, δεν καθίσταται αναγκαίου η άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για εξ υπαρχής εξέταση των ισχυρισμών.

 

Με βάση τις δηλώσεις και ισχυρισμούς του Αιτητή, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι αυτός δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Έχοντας υπόψη ότι το μόνο που προωθεί η κ. Κουπαρή στην υπό εξέταση υπόθεση αφορά στην ελλιπή έρευνα των Καθ’ ων η αίτηση να εξετάσουν κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας, προχωρώ σε εκ νέου εξέταση.

 

Σύμφωνα με τον «Πρακτικό Οδηγό της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) μετά από αξιολόγηση των ισχυρισμών αιτητή/τριας, αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Νιγηρία, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην πολιτεία Edo, τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[1]

 

Η κ Κουπαρή παρείχε στο Δικαστήριο πληροφορίες αναφορικά με την αντιμετώπιση χριστιανών στη Νιγηρία γενικά, τονίζοντας ότι ο Αιτητής ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Esan, διαμένων στην πόλη Βenin της πολιτείας Edo, και ενδέχεται να αντιμετωπίσει εξ αυτών κίνδυνο, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται ο ισχυρισμός της αυτός.

 

Το Δικαστήριο ανέτρεξε σε σχετική έρευνα από όπου προκύπτει πως πράγματι σε ορισμένες περιοχες της Nigeria οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ασφάλειας, όμως η κατάσταση διαφέρει σημαντικά ανά περιοχή. Στα βόρεια της χώρας καταγράφονται επιθέσεις από εξτρεμιστικές οργανώσεις όπως η Boko Haram και η Islamic State West Africa Province, καθώς και γενικευμένη ένοπλη βία και απαγωγές.

 

Ωστόσο στην πολιτεία Edo, όπου βρίσκεται η Benin City και κατοικούν άτομα εθνοτικής καταγωγής Esan, οι κύριες απειλές σχετίζονται κυρίως με εγκληματικότητα, συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών (“cult groups”), απαγωγές και γενικότερη ανασφάλεια. Η Black Axe αναφέρεται ως μία από τις ομάδες που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Οι εκθέσεις της EUAA επισημαίνουν ότι στην Edo State η βία συνδέεται περισσότερο με εγκληματικές και κοινοτικές συγκρούσεις παρά με συστηματική θρησκευτική δίωξη χριστιανών.

 

Αναφορικά δε με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Edo, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν και ορισμένα αριθμητικά δεδομένα. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην εν λόγω πολιτεία κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03/04/2026), καταγράφηκαν 98 περιστατικά πολιτικής βίας[2] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 66 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[3] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Edo εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4,777,000 (2022) κατοίκους.[4]

 

Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της πολιτείας Edo (4,777,000 κατοίκους), καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πολιτεία, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις εκχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, αντίθετα στους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή, κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορώ να παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με την ΚΔΠ 145/25 η Νιγηρία συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.  

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Α. AΓΡΟΤΗ, Δ. ΔΔΔΠ

 



[1] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 09/04/2026]

[2] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Nigeria, Edo) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 09/04/2026]

[4] City Population, https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA012__edo/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 09/04/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο