ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4482/23
19 Μαΐου 2026
[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
K.U
Αιτήτρια
ΚΑΙ
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
........
Η Αιτήτρια εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Μελίνα Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
(Μ. Χατζηαντριάν (κα), διερμηνέας για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα.)
ΑΙΤΗΣΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 06.03.2026
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. Με την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια αιτείται την επαναφορά της προσφυγής της, η οποία απορριφθείσα θεωρείται κατόπιν απόσυρσής της στις 26.02.2026.
Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή καταχωρήθηκε στις 29.11.2023 μέσω της τότε συνηγόρου της Αιτήτριας. Η ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση καταχωρήθηκε στις 04.01.2024. Στις 20.03.2024 καταχωρήθηκε η γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας και στις 24.04.2024 η γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση. Ακολούθως, η προσφυγή ορίστηκε, μέσω πινακίου, για προγραμματισμό στις 17.09.2024 και εν συνεχεία για διευκρινίσεις στις 23.01.2025.
Κατά τις δικασίμους της 23.01.2025 και 17.02.2025, η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για διευκρινίσεις, με τη συνήγορο της Αιτήτριας να υποβάλλει αίτημα αναβολής λόγω πρόθεσης απόσυρσης της προσφυγής. Στις 10.03.2025 καταχωρήθηκε αίτηση συνένωσης της παρούσας προσφυγής με την προσφυγή υπ’ αριθμόν 4481/23. Ως εκ τούτου, στις 19.03.2025 η υπόθεση ορίστηκε για μνεία στις 17.06.2025, ενώ παρόμοιες οδηγίες δόθηκαν και κατά τις δικασίμους της 30.06.2025, 17.10.2025 και 18.11.2025, προκειμένου να διευκρινιστεί το ζήτημα της συνένωσης των δύο προσφυγών.
Κατά τη δικάσιμο της 19.01.2026, η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι η αίτηση συνένωσης της παρούσας προσφυγής με την προσφυγή υπ’ αριθμόν 4481/23 είχε αποσυρθεί, και η παρούσα προσφυγή ορίστηκε για διευκρινίσεις στις 26.02.2026. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η συνήγορος της Αιτήτριας, κατόπιν σχετικής τηλεφωνικής επικοινωνίας με την ίδια την Αιτήτρια, προχώρησε στην απόσυρση της προσφυγής, με έξοδα ύψους €300 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
Στις 06.03.2026, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, αιτούμενη την επαναφορά της προσφυγής της.
Η αίτηση βασίζεται στον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, στους περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019, καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου να επαναφέρει διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε λόγω μη εμφάνισης ή άλλου διαδικαστικού λόγου, όταν προσκομίζονται βάσιμοι λόγοι.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αναφέρει ότι έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς οι περιστάσεις της υπόθεσής της, γεγονός που, κατά την ίδια, δικαιολογεί το επανάνοιγμα του φακέλου της. Αναφέρει ότι στις 15.12.2023 γεννήθηκε ο υιός της και ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης διένυε τον έβδομο μήνα εγκυμοσύνης της, επισυνάπτοντας σχετικά πιστοποιητικά ως Παραρτήματα Α και Β. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο σύζυγός της, C.I.F., είναι κάτοχος άδειας παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία και ότι η προσφυγή του με αριθμό 4481/2023 εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Υποστηρίζει δε ότι τυχόν απομάκρυνσή της από τη Δημοκρατία θα είχε ως αποτέλεσμα τη διάσπαση της οικογένειάς της και θα έθετε σε κίνδυνο τόσο την υγεία της όσο και τη ζωή του αγέννητου τέκνου της.
Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση, εισηγούμενοι την απόρριψη της αίτησης. Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η αίτηση πάσχει δικονομικά, είναι άκυρη και/ή εδράζεται σε εσφαλμένη νομική βάση. Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα και/ή παρουσιάζει τα πραγματικά περιστατικά κατά τρόπο παραπλανητικό και κακόπιστο.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν ότι τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας είναι αντιφατικά και μη εύλογα, ενώ ακόμη και αν γίνουν αποδεκτά στο σύνολό τους, δεν επαρκούν ώστε να δικαιολογήσουν την επαναφορά της διαδικασίας. Υποστηρίζουν ότι ο πραγματικός σκοπός της αίτησης είναι η υπερφαλάγγιση των δικονομικών διατάξεων και η αναβίωση διαδικασίας η οποία περατώθηκε κατόπιν εκούσιας απόσυρσης της προσφυγής. Εισηγούνται δε ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοσδήποτε λόγος που να αποδεικνύει ότι η μη προώθηση της προσφυγής δεν ανταποκρινόταν σε πρόθεση εγκατάλειψής της.
Κατά τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση, η επαναφορά διαδικασίας δεν επιτρέπεται σε περιπτώσεις όπου η απόσυρση της προσφυγής υπήρξε συνειδητή και εκούσια επιλογή της διαδίκου. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι τυχόν λάθη, αμέλεια, παραλείψεις ή ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν συνιστούν επαρκές νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο για αναγέννηση και/ή επαναφορά της διαδικασίας. Τέλος, εισηγούνται ότι δεν έχουν καταδειχθεί οποιεσδήποτε εξαιρετικές περιστάσεις, εύλογη αιτία ή ουσιαστική αδυναμία που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της Αιτήτριας.
Κατά την αγόρευσή της ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια επανέλαβε τους ισχυρισμούς της ότι είναι μητέρα ανήλικου τέκνου και ότι τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Επιπλέον, ανέφερε ότι η τότε συνήγορός της δεν την είχε ενημερώσει για την ανάγκη παρουσίας της ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσής της και ότι ουδέποτε επιθυμούσε την περάτωση ή το κλείσιμο της υπόθεσής της.
Από την πλευρά της, η κα Βασιλείου, εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, διαφώνησε με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και υποστήριξε ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δεν συνιστούν επαρκή λόγο για επαναφορά της προσφυγής. Κάλεσε δε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση επαναφοράς, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις που περιέχονται στην ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση.
Κατάληξη
Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εκ μέρους των διαδίκων.
Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αιτήσεις επαναφοράς προσφυγών αντιμετωπίζονται πάντοτε με ιδιαίτερη αυστηρότητα, καθότι η προθεσμία καταχώρησης προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας είναι ανατρεπτική και δεν δύναται να παραταθεί ή να επεκταθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο (βλ. Issam Lotfy Mohamed El Aassy v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1252/2010, ημερ. 17.5.2011 και Nader Mt Matanes v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 540/2012, ημερ. 30.11.2012).
Η απόρριψη ή απόσυρση μιας προσφυγής, εκ της φύσεώς της, επιφέρει την παύση της ύπαρξής της, με αποτέλεσμα τυχόν αναβίωσή της να λειτουργεί καταλυτικά έναντι της ανατρεπτικής προθεσμίας που τίθεται για την καταχώρισή της. Κατ’ ουσίαν, παρέχεται στον διοικούμενο μία νέα ευκαιρία να προωθήσει την προσφυγή του, γεγονός το οποίο η νομολογία αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιφύλαξη.
Την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να προσεγγίζονται οι σχετικές προθεσμίες σε ζητήματα αναθεωρητικής δικαιοδοσίας υπογραμμίζει και η απόφαση Georghiou v. Republic (1968) 3 C.L.R. 563, η οποία αφορούσε αίτηση παράτασης χρόνου καταχώρησης έφεσης.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι η ανάγκη αυστηρής τήρησης των δικονομικών προθεσμιών καθίσταται ακόμη εντονότερη σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας, όπως η παρούσα, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των εν λόγω διαδικασιών, οι οποίες αφορούν προσφυγές κατά αποφάσεων απόρριψης αιτήσεων διεθνούς προστασίας και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάζονται και να διεκπεραιώνονται το ταχύτερο δυνατόν (Η. S ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθεση Αρ. 1020/2017 , 30/9/2019)
Περαιτέρω η απόφαση επί της αιτήσεως επαναφοράς εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που την εξετάζει. Όπως αναφέρει ο Νίκος Χαραλάμπους στο σύγγραμμά του «Εγχειρίδιο Κυπριακού Διοικητικού Δικαίου», Λευκωσία, 2006, σελ.37 επ.:
«Η αίτηση για επαναφορά μιας Προσφυγή, που έχει απορριφθεί ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται με βάση τις αρχές που διέπουν την επαναφορά μίας Αναθεωρητικής Έφεσης. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη, παράλληλα με τη φύση του ανακριτικού συστήματος με το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός έλεγχος από το Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 146, δύο σημαντικούς παράγοντες οι οποίοι είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης και τους οποίους προσπαθεί να ισοζυγίσει. Αφενός, τη διασφάλιση του δικαιώματος ακρόασης του διάδικου και αφετέρου τη διασφάλιση ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επαναφέρει μία Προσφυγή, εάν η συμπεριφορά ενός διάδικου είναι τέτοια που να συνιστά "καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντίδικου".
Θα πρέπει, βεβαίως, να επισημανθεί ότι, ακριβώς λόγω της ανατρεπτικής φύσεως της προθεσμίας καταχώρησης προσφυγής, το Δικαστήριο εξετάζει, μεταξύ άλλων, κατά πόσον υφίστατο πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής εκ μέρους του αιτητή, καθώς και κατά πόσον ο χρόνος εντός του οποίου υποβλήθηκε το αίτημα επαναφοράς ήταν εύλογος υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Το εύλογο του χρόνου καταχώρησης αίτησης επαναφοράς κρίνεται πάντοτε υπό το φως των ιδιαίτερων πραγματικών περιστατικών που ο αιτητής θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου προς δικαιολόγηση του αιτήματός του.
Εξετάζοντας τα δεδομένα και τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας, κρίνω, για τους λόγους που αναπτύσσονται κατωτέρω, ότι η συνολική συμπεριφορά της Αιτήτριας, σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας, καταδεικνύει πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής της.
Στην παρούσα υπόθεση, η υπό κρίση προσφυγή καταχωρήθηκε στις 29.11.2023 από τη δικηγόρο της Αιτήτριας. Ακολούθως, ορίστηκε για καταχώρηση ένστασης, η οποία καταχωρήθηκε στις 04.01.2024. Στη συνέχεια, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων εκ μέρους των διαδίκων, οι οποίες καταχωρήθηκαν στις 20.03.2024 και 24.04.2024 αντιστοίχως.
Περαιτέρω, η υπόθεση ορίστηκε μέσω πινακίου για προγραμματισμό και, στις 16.09.2024, μέσω πινακίου ορίστηκε για διευκρινίσεις στις 23.01.2025. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η συνήγορος της Αιτήτριας αιτήθηκε αναβολή της διαδικασίας των διευκρινίσεων, αναφέροντας ότι εξεταζόταν το ενδεχόμενο απόσυρσης της προσφυγής. Αντίστοιχο αίτημα αναβολής, για τον ίδιο λόγο, υποβλήθηκε και κατά τη δικάσιμο της 17.02.2025.
Ακολούθως, καταχωρήθηκε αίτηση συνένωσης της παρούσας προσφυγής με την προσφυγή υπ’ αριθμόν 4481/2023. Στις 19.03.2025, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις, δόθηκαν οδηγίες όπως η υπόθεση παραμείνει για μνεία, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία εξέτασης της αίτησης συνένωσης. Η παρούσα προσφυγή ορίστηκε εν συνεχεία για οδηγίες κατά τις δικασίμους της 17.06.2025, 30.06.2025, 17.10.2025, 18.11.2025 και 19.01.2026, προς ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκκρεμούσας αίτησης συνένωσης.
Κατά τη δικάσιμο της 19.01.2026, η συνήγορος της Αιτήτριας δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι η αίτηση συνένωσης είχε αποσυρθεί. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε για διευκρινίσεις. Ακολούθως, κατά τη δικάσιμο της 26.02.2026, η συνήγορος της Αιτήτριας προέβη σε ρητή δήλωση απόσυρσης της παρούσας προσφυγής.
Από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι η Αιτήτρια, δια της υπό εξέταση αίτησής της, επικαλείται ότι είναι μητέρα ανήλικου τέκνου, ότι κατά τον χρόνο απόσυρσης της προσφυγής τελούσε ήδη σε προχωρημένο στάδιο εγκυμοσύνης, καθώς και ότι εκκρεμεί ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας η προσφυγή υπ’ αριθμόν 4481/23 του συζύγου της. Πρόκειται, ωστόσο, για περιστάσεις ήδη υφιστάμενες και γνωστές κατά τον χρόνο της ρητής απόσυρσης της προσφυγής στις 26.02.2026 και όχι για μεταγενέστερα γεγονότα ικανά να δικαιολογήσουν την επαναφορά της διαδικασίας.
Περαιτέρω, κατά την ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια προέβαλε ότι δεν υπήρχε ορθή επικοινωνία και/ή επαρκής συνεννόηση με τη συνήγορό της.
Υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, κρίνω ότι οι λόγοι που επικαλείται η Αιτήτρια, τόσο δια της αίτησής της όσο και προφορικώς ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν συνιστούν εύλογη αιτία ή εξαιρετική περίσταση ικανή να δικαιολογήσει την επαναφορά της προσφυγής της.
Παραπέμπω δε περαιτέρω στην κατωτέρω αναφερόμενη νομολογία, οι οποίες υπογραμμίζουν ότι η πλημμελής επικοινωνία μεταξύ διαδίκου και δικηγόρου, καθώς και τυχόν λανθασμένοι χειρισμοί στο πλαίσιο της εκπροσώπησης, δεν δύνανται να υπονομεύσουν την αρχή της τελεσιδικίας ούτε να αποτελέσουν λόγο αναβίωσης διαδικασίας που εγκαταλείφθηκε ρητώς
Στην υπόθεση ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΔΡΥΑΔΗΣ ν. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.α, Υπόθεση Αρ. 497/2005, 21 Νοεμβρίου 2005 όπου λέχθηκε ότι (Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου)
«Οι παραλείψεις του δικηγόρου ή μελών του δικηγορικού του γραφείου, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την απόρριψη μιας έφεσης, δεν συνιστούν λόγο που θα δικαιολογούσε την επαναφορά μιας απορριφθείσας έφεσης. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας ((2001) 3 Α.Α.Δ. 1134) η αίτηση επαναφοράς της έφεσης βασίστηκε στο ότι "για την ετοιμασία περιγράμματος ήταν αναγκαία η διαβούλευση και/ή συνεννόηση με τον εφεσείοντα-αιτητή. Λόγω όμως του γεγονότος ότι ο εφεσείων διαμένει από κάποιο χρόνο μόνιμα στο εξωτερικό, δεν κατέστη δυνατό να γίνει η αναγκαία συνάντηση και/ή διαβούλευση και έτσι ο χρόνος για καταχώριση περιγράμματος παρήλθε εκ παραδρομής και/ή λάθους του γραφείου μας". Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι "σφάλματα ή παραλείψεις του δικηγόρου ή του προσωπικού του γραφείου του δεν είναι δυνατό να ταξινομηθούν ως λόγοι «πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή αντεφεσείοντα» ώστε να δικαιολογείται η επαναφορά έφεσης", αποφάνθηκε ότι η αίτηση για επαναφορά έπρεπε να απορριφθεί.»
Στη Bαρδιάνος ν. Richards (1998) 1 ΑΑΔ 698, ημ.14/04/98, λέχθηκαν τα εξής:
«Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992:
"The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded."
Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1348.
Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης. »
Στη Σταυρινάκης ν. Δημοκρατίας (2014) 3 ΑΑΔ 40, ημ.24/02/14, απόφαση πλήρους Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου, όπου εξηγείται ενδελεχώς η διαφορά μεταξύ απορριφθείσας και αποσυρθείσας προσφυγής, λέχθηκαν τα έξης: (Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου)
«Κοινό κριτήριο στις περιπτώσεις απόσυρσης και στις περιπτώσεις απόρριψης λόγω μη προώθησης φαίνεται να είναι η πραγματικότητα της πρόθεσης εγκατάλειψης της προσφυγής. Το κριτήριο όμως έχει διαφορετικές παραμέτρους σε κάθε περίπτωση.
Οι παράμετροι που αφορούν περιπτώσεις απόρριψης λόγω μη προώθησης συναρτώνται πρωτίστως προς τη διαπίστωση της πρόθεσης μη εγκατάλειψης με αναφορά στις συνθήκες της μη προώθησης και το όλο ιστορικό της υπόθεσης, ώστε να μπορέσει να συναχθεί, αντικειμενικώς, το ζητούμενο, καθ΄ όσον δεν υπήρξε θετική έκφραση της πρόθεσης εγκατάλειψης παρά μόνο παράλειψη προώθησης. Η απόσυρση της προσφυγής, όμως, κατ' αναλογία της απόσυρσης αγωγής, δηλώνει αφ' εαυτής οριστικώς την πρόθεση εγκατάλειψης η οποία και δεν απομένει πλέον να συνάγεται ως θέμα ερμηνείας άλλων ενεργειών, όπως στην περίπτωση απόρριψης λόγω μη προώθησης. Η διάσταση αυτή ετονίσθη από την Ολομέλεια στην υπόθεση The President of the Republic v. Louca, ανωτέρω. Σημειώνουμε δε περαιτέρω, με έμφαση, την επιγραμματική αναφορά του Στυλιανίδη, Δ. (ως ήτο τότε) (σ. 268), αντηχώντας τον Τσάτσο, ότι «The applicant is the best Judge of his case», και εξηγώντας περαιτέρω ότι:
«He is entitled to withdraw his recourse to the Court at any time before judgment. This is in some way further supported by Article 30 of the Constitution and Article 6 of the Convention on Human Rights whereby the right of access to the Court is safeguarded, and "the right of access" implies, in my view, a right to withdraw from the Court.»
Στην περίπτωση λοιπόν αποσυρθείσας προσφυγής, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αμφιβολία ως προς την πραγματικότητα της πρόθεσης εγκατάλειψης, εκτός αν, όπως στην Μαύρου, υπήρξε γνήσιο λάθος που να αποκαλύπτει σαφώς την έλλειψη πρόθεσης απόσυρσης. Τούτο είχε υπ' όψη του ο Τριανταφυλλίδης, Π., στην Tsingi v. Republic παρατηρώντας (σ. 1266) ότι «even if a recourse has been abandoned by mistake it may be reinstated».
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 21.11.2005 στην Προσφυγή Αρ. 497/2005 ΓΙΑΝΝΗΣ Μ. ΔΡΥΑΔΗΣ ν. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ κ.α. λέχθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά:
«Όταν ο δικηγόρος αποσύρει μια προσφυγή λόγω λάθους δεν μπορεί αργότερα να επικαλεσθεί το λάθος για την επαναφορά της προσφυγής. Στην προσφυγή Δημητριάδου ν. Δημοκρατίας (Προσφυγή 337/2001 της 30/4/2002) ο δικηγόρος της αιτήτριας δήλωσε ότι "Ζητώ άδεια να αποσύρω την προσφυγή χωρίς έξοδα". Δεν υπήρξε ένσταση εκ μέρους των δικηγόρων των καθ'ων η αίτηση και το Δικαστήριο σημείωσε ότι "Η προσφυγή αποσυρθείσα απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα". Είκοσι δύο μέρες αργότερα ο δικηγόρος της αιτήτριας ζήτησε με σχετική αίτηση την επαναφορά της προσφυγής γιατί η επιθυμία της αιτήτριας ήταν να αποσυρθεί η προσφυγή εναντίον μόνο ενός ενδιαφερόμενου μέρους και εκ παραδρομής δηλώθηκε ότι η προσφυγή "αποσύρεται εξ ολοκλήρου". Το Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι "το λάθος, η αμέλεια και η παράλειψη του δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει για το διάδικο λόγο για την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών" και αφού αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία επί του θέματος (βλ. Γεωργιάδης ν. Εφόρου Φόρου Εισοδήματος (2001) 3 Α.Α.Δ. 402, Τουβλοποιεία Παλαικύθρου «Γίγας» Λτδ ν. Ουστά (αρ. 1) (1994) 1 ΑΑΔ 109, Κραμβής ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 100, Ρουβανιάς Λτδ κ.ά. ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) και Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά. (2000) 3 Α.Α.Δ. 151) αποφάνθηκε ότι δεν εδικαιολογείτο η επαναφορά της προσφυγής.»
Στην απόφαση ημερομηνίας 30.4.2002 στην Προσφυγή Αρ. 337/2001 ΜΑΡΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΓΑΒΡΙΗΛ-ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ Ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ λέχθηκαν και τα εξής:
«..Στην υπόθεση Κραμβής ν. Δημοκρατίας (1989) 3 ΑΑΔ 100 αποφασίσθηκε ότι προσφυγή που ρητά και εθελούσια αποσύρθηκε πρέπει να θεωρείται σαν εγκαταληφθείσα και δεν μπορεί να επαναφερθεί. Στην υπόθεση όμως εκείνη δεν υπήρχε ισχυρισμός για λάθος του δικηγόρου του αιτητή. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία το λάθος, η αμέλεια ή η παράλειψη του δικηγόρου δεν μπορεί να αποτελέσει για το διάδικο λόγο για την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. (Βλέπε: Βαρδιάνος ν. Richards, Πολιτική Έφεση αρ. 9112, ημερ. 14.4.1998, Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Αγαθοκλή Παπαγεωργίου, Α.Ε. 2388, ημερ. 27.3.2000, Ρουβανιάς Λτδ. ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2525, και 2539, ημερ. 14.4.2000).
Στην απόφαση Ρουβανιάς Λτδ κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 191, 196 λέχθηκαν τα εξής:
«Το κριτήριο επαναφοράς περικλείεται στη φράση "πέραν των δυνάμεων του εφεσείοντα ή αντεφεσείοντα. Εκφράζει με σαφήνεια την πρόθεση των συντακτών του Κανονισμού να περιορίσουν στο ελάχιστο το πεδίο άσκησης της δικαιοδοσίας για επαναφορά. Προφανώς γιατί διαφορετική αντιμετώπιση θα μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνα ρήγματα στην εφαρμογή της αρχής της τελεσιδικίας» και «Η φράση δεν μπορεί παρά να σημαίνει εξαιρετικό έκτακτο ή σπάνιο συμβάν ή περίσταση, που είναι απρόβλεπτο και εκτός ελέγχου».
Στην Μαύρου ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3020, ημ.02/12/97, στην οποία γίνεται αναφορά και στην πιο πάνω απόφαση της Ολομέλειας, αναφέρονται τα εξής τα οποία θεωρώ ότι είναι απολύτως χρήσιμα στην παρούσα:
«Στις 2.10.97 ο δικηγόρος του αιτητή καταχώρισε αίτηση για επαναφορά της προσφυγής. Στην ένορκη δήλωση, που την συνοδεύει, αναφέρεται ουσιαστικά πως ο συνήγορος απέσυρε την προσφυγή χωρίς να έχει την εξουσιοδότηση του αιτητή, και λόγω δικού του λάθους. Συγκεκριμένα συνέπεσε άλλος πελάτης του να έχει το ίδιο όνομα με τον αιτητή. Και ο πρώτος είχε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, και είναι αυτός που του έδωσε οδηγίες να την αποσύρει. Από λάθος όμως απέσυρε τη προσφυγή, για την οποία γίνεται το αίτημα επαναφοράς. Ο δικηγόρος της Δημοκρατίας, ενεργώντας βέβαια με καλή πίστη και αναγνωρίζοντας το πραγματικό ανθρώπινο λάθος του, συναδέλφου του, δεν ενίσταται στην αίτηση επαναφοράς της προσφυγής.
[.]
Ο δικηγόρος εκπροσωπεί τον πελάτη του στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, και ό,τι κάμει μέσα στα πλαίσια αυτής της εκπροσώπησης δεσμεύουν τον αιτητή. Στην προκείμενη όμως περίπτωση ο συνήγορος δεν άσκησε οποιοδήποτε καθήκον μέσα στα πλαίσια της εκπροσώπησης του αιτητή. Εκείνο το οποίο έκαμε ήταν να αποσύρει την προσφυγή του, χωρίς να έχει οδηγίες από τον ίδιο, και αυτό έγινε όχι μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, αλλά γιατί άλλος πελάτης, που έτυχε να έχει το ίδιο όνομα με τον αιτητή του είχε δώσει τέτοιες οδηγίες, αναφορικά με δική του προσφυγή. Υπό τις περιστάσεις κρίνω πως ο αιτητής δεν παραιτήθηκε του δικαιώματος του στην αίτηση ακυρώσεως, η οποία και ως εκ τούτου επαναφέρεται στον κατάλογο των υποθέσεων του Δικαστηρίου. »
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου του ιστορικού της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι δεν έχουν καταδειχθεί εξαιρετικές συνθήκες ή περιστάσεις ικανές να δικαιολογήσουν την επαναφορά της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό προσφυγής. Ειδικότερα, δεν αποδέχομαι ότι η απόσυρση της προσφυγής από την τότε δικηγόρο της Αιτήτριας οφειλόταν σε γνήσιο λάθος, ούτε ότι από τα ενώπιόν μου στοιχεία αποκαλύπτεται σαφώς έλλειψη πρόθεσης απόσυρσης, όπως οι σχετικές αρχές περιγράφονται στην υπόθεση Μαύρου και Σταυρινάκη.
Σε αντίθεση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης Μαύρου (ανωτέρω), στην παρούσα περίπτωση οι ενέργειες της συνηγόρου της Αιτήτριας έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της εξουσιοδοτημένης εκπροσώπησής της και, ως εκ τούτου, δεσμεύουν την Αιτήτρια. Η συνήγορος της Αιτήτριας, εμφανιζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 26.02.2026, τελούσε σε πλήρη γνώση της ταυτότητας και της φύσης της προσφυγής για την οποία αιτήθηκε άδεια απόσυρσης και προέβη, στο πλαίσιο της εξουσίας εκπροσώπησης της πελάτιδός της, σε ρητή απόσυρση αυτής. Όπως δε επισημάνθηκε στην υπόθεση Ρουβανιάς Λτδ, «διαφορετική αντιμετώπιση θα μπορούσε να δημιουργήσει επικίνδυνα ρήγματα στην εφαρμογή της αρχής της τελεσιδικίας».
Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι η υποχρέωση διατήρησης επαρκούς επικοινωνίας με τη δικηγόρο της βάρυνε την ίδια την Αιτήτρια και ότι ο ισχυρισμός περί ελλιπούς ή μη ορθής επικοινωνίας δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής αιτιολογία για την επαναφορά της παρούσας προσφυγής. Η Αιτήτρια όφειλε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προς ενημέρωση και συνεννόηση με τη δικηγόρο που την εκπροσωπούσε, καθώς και να παρακολουθεί την πορεία και τον χειρισμό της υπόθεσής της.
Η ασφάλεια δικαίου επιβάλλει όπως οι δικαστικές αποφάσεις περιβάλλονται με οριστικότητα και να μην ανατρέπονται λόγω αμέλειας ή πλημμελούς διαχείρισης της σχέσης μεταξύ διαδίκου και πληρεξούσιου δικηγόρου. Συναφώς, το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, όπως κατοχυρώνεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, δεν είναι απόλυτο, αλλά προϋποθέτει ότι ο διάδικος προωθεί νομοτύπως την υπόθεσή του και συμμορφώνεται με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και οδηγίες του Δικαστηρίου (βλ. (βλ. BALAHA ALI Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.105/2024).
Η επίκληση έλλειψης επικοινωνίας ή ασυνεννοησίας με τον δικηγόρο δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας ούτε αποτελεί, αφ’ εαυτής, επαρκή λόγο για αναβίωση διαδικασίας που περατώθηκε κατόπιν ρητής απόσυρσης (βλ. βλ. GEORGE CHUKWUDI NZEOCHA (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 166/2023)) Και τούτο διότι, όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Μαύρου, «[ο] δικηγόρος εκπροσωπεί τον πελάτη του στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, και ό,τι πράττει εντός των πλαισίων αυτής της εκπροσώπησης δεσμεύει τον αιτητή».
Περαιτέρω, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης εκείνης διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τα δεδομένα της παρούσας. Στην υπόθεση Μαύρου είχε καταδειχθεί πλήρης απουσία πρόθεσης απόσυρσης τόσο εκ μέρους του δικηγόρου όσο και εκ μέρους του αιτητή, ενώ το γνήσιο λάθος προέκυψε από το γεγονός ότι ο δικηγόρος εκπροσωπούσε δύο διαφορετικούς πελάτες με το ίδιο όνομα και, εκ προφανούς παραδρομής, απέσυρε τη λανθασμένη προσφυγή. Επομένως, επρόκειτο για πραγματικό και ακούσιο σφάλμα, το οποίο ουδόλως αντανακλούσε πρόθεση εγκατάλειψης της διαδικασίας, είτε εκ μέρους του δικηγόρου είτε εκ μέρους του πελάτη του.
Η αποτυχία συμμόρφωσης με τις οδηγίες του Δικαστηρίου λόγω έλλειψης συνεννόησης μεταξύ πελάτη και δικηγόρου πλήττει τα θεμέλια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και δύναται να ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της προσφυγής (βλ. HENRIA TCHABON TCHIOUNDJE (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 152/2023)). Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, τυχόν επαναφορά της διαδικασίας θα υπονόμευε την αρχή της τελεσιδικίας και την εύρυθμη λειτουργία του δικαστικού συστήματος ((βλ. BALAHA ALI Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.105/2024).
Η Αιτήτρια όφειλε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προς ενημέρωση και συνεννόηση με τη δικηγόρο που την εκπροσωπούσε και να παρακολουθεί την πορεία και τον χειρισμό της υπόθεσής της.
Συνεπώς, υπό το φως της ρητής απόσυρσης της προσφυγής από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Αιτήτριας, και λαμβανομένων υπόψη των αρχών που απορρέουν από τη σχετική νομολογία, κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση συνιστά σαφή εκδήλωση πρόθεσης εγκατάλειψης της διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Σταυρινάκης, «[η] απόσυρση της προσφυγής, κατ’ αναλογία της απόσυρσης αγωγής, δηλώνει αφ’ εαυτής οριστικώς την πρόθεση εγκατάλειψης, η οποία δεν απομένει πλέον να συναχθεί ως θέμα ερμηνείας άλλων ενεργειών, όπως στην περίπτωση απόρριψης λόγω μη προώθησης».
Η πιο πάνω αρχή τυγχάνει εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση, όπου η απόσυρση δεν επήλθε συνεπεία παράλειψης προώθησης ή μη εμφάνισης, αλλά κατόπιν ρητής δήλωσης της συνηγόρου της Αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου, ενεργούσας στο πλαίσιο της εξουσιοδοτημένης εκπροσώπησής της.
Τέλος, στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών κρίθηκε ότι εσφαλμένη εκτίμηση ή λανθασμένος χειρισμός εκ μέρους των δικηγόρων, ο οποίος οδήγησε σε απόσυρση της έφεσης, δεν συνιστούσε επαρκή λόγο για επαναφορά της διαδικασίας. Η εν λόγω αρχή ενισχύει περαιτέρω το συμπέρασμα ότι ούτε οι ισχυρισμοί περί ασυνεννοησίας ούτε τυχόν λανθασμένοι χειρισμοί της τότε συνηγόρου της Αιτήτριας μπορούν, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να αποτελέσουν νόμιμο έρεισμα για την επαναφορά της προσφυγής.
Συνεπώς και για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα 400€ υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο