ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4632/23
20 Μαΐου, 2026
[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
F.O.E
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
........
Γ. Κωνσταντινίδου (κα), για Μάριος Παπαλοίζου, Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Χρ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, η Αιτήτρια αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 31/10/2023, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια στις 15/11/2023 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας με την αιτιολογία ότι δεν πληροί τις απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρίστηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο, η οποία εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως κατωτέρω:
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 14/06/2022. Στις 26/10/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 27/10/2023, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός της.
Στις 31/10/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Ακολούθως, στις 15/11/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης αναφορικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια αυθημερόν.
Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρίστηκε η παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος της Αιτήτριας παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς, ωστόσο, αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Με τη γραπτή του αγόρευση προωθεί ως λόγους ακύρωσης της επίδικης πράξης: (α) ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου είναι εσφαλμένη ως αποτέλεσμα καθ’ όλα παράνομης διαδικασίας, (β) την έλλειψη δέουσας έρευνας και (γ) την ελλιπή εξέταση των διατάξεων των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε εσφαλμένη αξιολόγηση της σεξουαλικότητας της Αιτήτριας και, αναλύοντας το μοντέλο DSSH, αντικρούει έκαστο σημείο της Έκθεσης-Εισήγησης. Περαιτέρω, παραθέτει εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την αντιμετώπιση ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Νιγηρία. Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια, υπό την ιδιότητά της ως ομοφυλόφιλου ατόμου, αλλά και λόγω της ποινικοποίησης της ομοφυλοφιλίας στη χώρα καταγωγής της, εμπίπτει στην έννοια της «ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας».
Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό περί καταναγκαστικού γάμου, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση λανθασμένα έκριναν την Αιτήτρια ως αναξιόπιστη, παραπέμποντας παράλληλα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προς υποστήριξη των ισχυρισμών της.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι το αίτημα ασύλου εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτέλεσε προϊόν ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη και ότι δεν εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη, είτε λόγω παρερμηνείας είτε λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των στοιχείων που η Αιτήτρια είχε θέσει ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών οργάνων.
Τέλος, υποβάλλουν ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στο πρόσωπο της Αιτήτριας, δεν συντρέχουν τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που να θεμελιώνουν δικαιολογημένο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του περί Προσφύγων Νόμου, Κεφ. 6(Ι)/2000, ώστε να της παρασχεθεί το καθεστώς πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3(1) του εν λόγω Νόμου ή, εναλλακτικά, να της αναγνωριστεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) αυτού, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Στη βάση της σχετικής νομολογίας (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιου Κύπρου, Αναθ. Έφεση αρ.95/2012, ημ.6/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344 και Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598) θα εξεταστούν μόνο οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας οι οποίοι εξειδικεύονται δεόντως στο εισαγωγικό δικόγραφο και αναπτύσσονται επαρκώς στις αγορεύσεις που επακολούθησαν, και οι οποίοι καταγράφονται κατωτέρω.
Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση του ισχυρισμού που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης υπόψη και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει την υπόθεση επί της ουσίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας διαθέτει εξουσία ουσιαστικού ελέγχου της προσβαλλόμενης πράξης.
Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση η οποία πληροί χρονικά τις προϋποθέσεις των άρθρων 11(2) και 11(3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, δυνάμει των οποίων το Δικαστήριο υπέχει υποχρέωση ελέγχου τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της επίδικης διοικητικής πράξης. ( βλ. C. A. Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 97/2024, Q.S. (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου ΔιεθνούςΠροστασίας Αρ. 23/2025)
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλές συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v. Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο οποίος καταχωρίστηκε ως Τεκμήριο 1, η Αιτήτρια, κατά τη συμπλήρωση της αίτησης διεθνούς προστασίας της, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας καταναγκαστικού γάμου με άνδρα ηλικίας 70 ετών, τον οποίο της επέβαλε η οικογένειά της λόγω της βοήθειας που εκείνος προσέφερε για τις προετοιμασίες ταφής του πατέρα της. Πρόσθεσε ότι ο σύζυγός της ήταν ήδη παντρεμένος με πέντε γυναίκες και είχε είκοσι τέκνα, ενώ την παρενοχλούσε, την κακοποιούσε σωματικά και την εξανάγκαζε σε σεξουαλική επαφή. Περαιτέρω, κατέγραψε ότι και τα τέκνα του συζύγου της την κακομεταχειρίζονταν (βλ. ερ. 1 δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής της είναι η πόλη Benin της πολιτείας Edo στη Νιγηρία. Ως προς το οικογενειακό της περιβάλλον, ανέφερε ότι είναι διαζευγμένη, ότι ο πατέρας της έχει αποβιώσει και ότι η μητέρα της διαβιοί μαζί με τα τρία αδέλφια της. Αναφορικά με το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι παρείχε βοήθεια στη μητέρα της, η οποία διατηρούσε εμπορική επιχείρηση (βλ. ερ. 39-38 δ.φ.).
Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, ανέφερε αρχικά ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι εξαναγκάστηκε να παντρευτεί συνεργάτη του πατέρα της, ηλικίας 75 ετών, ο οποίος είχε ήδη τέσσερις συζύγους και δέκα τέκνα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, είχε δοθεί υπόσχεση γάμου προς το πρόσωπό του όταν η ίδια ήταν ακόμη ανήλικη, ενώ σε ηλικία 19 ετών επετράπη η τέλεση του γάμου.
Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε αποκαλύψει στη μητέρα της ότι αισθανόταν έλξη προς τις γυναίκες και όχι προς τους άνδρες. Πρόσθεσε ότι ο σύζυγός της την εξανάγκαζε σε σεξουαλική επαφή και, επιπλέον, την υποχρέωνε να συνευρίσκεται σεξουαλικά με τον υιό του, ενώ αμφότεροι τη χτυπούσαν όταν εκείνη αρνείτο. Ανέφερε ακόμη ότι δεν της παρείχε οικονομική στήριξη, ότι βρισκόταν σε κατάσταση έντονης ψυχολογικής πίεσης και απογοήτευσης και ότι είχε φθάσει στο σημείο να σκέφτεται την αυτοκτονία. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι ενημέρωσε φίλο του πατέρα της για την κατάστασή της, ο οποίος προέβη στις απαραίτητες διευθετήσεις και τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της (βλ. ερ. 37-χ1, χ3 δ.φ.).
Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού αναφορικά με τον ισχυρισμό περί αναγκαστικού γάμου, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η οικογένειά της, και ειδικότερα η πατρική της οικογένεια, επιθυμούσε να τελέσει γάμο με τον συγκεκριμένο άνδρα. Ερωτηθείσα κατά πόσον προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αποτροπή του γάμου, ανέφερε ότι περιορίστηκε να δηλώσει στη μητέρα της πως δεν την ελκύουν οι άνδρες, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ουσιαστική ενέργεια ή να αναζητήσει προστασία από τις αρμόδιες αρχές (βλ. ερ. 37-χ2 δ.φ.).
Η Αιτήτρια ανέφερε ότι τέλεσε γάμο τον Φεβρουάριο του 2019 και εγκατέλειψε τη συζυγική εστία τον Μάρτιο του 2020, χωρίς έκτοτε να συναντήσει εκ νέου τον σύζυγό της. Ισχυρίστηκε δε ότι πληροφορήθηκε από τη μητέρα της πως ο σύζυγός της την αναζητούσε στην πατρική της οικία (βλ. ερ. 37-χ4, χ5 δ.φ.). Περαιτέρω, ανέφερε ότι, μετά την αποχώρησή της από τη συζυγική εστία, διέμενε επί έξι μήνες με φίλη της, ενώ ο σύζυγός της επικοινώνησε τηλεφωνικώς τρεις φορές με το εν λόγω πρόσωπο και ακόμη δύο φορές όταν η ίδια βρισκόταν ήδη στη Δημοκρατία. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι διέμενε για περίοδο ενός μηνός με φίλο του πατέρα της στην Abuja (βλ. ερ. 36-χ2, χ3 δ.φ.).
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης εντοπίστηκαν ουσιώδεις χρονικές ασυνέπειες ως προς τα κρίσιμα περιστατικά του αφηγήματός της. Ειδικότερα, ενώ αρχικώς δήλωσε ότι εγκατέλειψε τον σύζυγό της τον Μάρτιο του 2020, στη συνέχεια τροποποίησε την αναφορά της, υποστηρίζοντας ότι είχε συγχύσει τις χρονολογίες και ότι η αποχώρησή της από τη συζυγική εστία έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2021 (βλ. ερ. 36-χ4 δ.φ.). Η εν λόγω μεταβολή αφορά τον πυρήνα του προβαλλόμενου ισχυρισμού και πλήττει την εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία των δηλώσεών της.
Αναφορικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, η Αιτήτρια δήλωσε ομοφυλόφιλη. Ερωτηθείσα πότε συνειδητοποίησε ότι την ελκύουν γυναίκες, ανέφερε πως άρχισε να το παρατηρεί σε ηλικία 15 ετών, κατά τη φοίτηση της σε οικοτροφείο, της άρεσε να κάνει παρέα με κορίτσια και πως υπήρχε μια συγκεκριμένη κοπέλα με την οποία ένοιωθε πιο κοντά, και με την οποία στη συνέχεια διέμενε μαζί της. Πρόσθεσε πως κατά τη παρακολούθηση σεξουαλικού περιεχομένου υλικό αντιλήφθηκε τη σεξουαλικότητα της. Αποκάλυψε την σεξουαλικότητα της στη μητέρα της σε ηλικία 16 ετών, η οποία την χτύπησε, της ανέφερε πως ήταν απαράδεκτο στη κουλτούρα τους και στη χώρα, απειλώντας της πως θα την σκοτώσει (βλ.ερ. 35-χ1-χ2 δ.φ.). Ως προς τις σκέψεις και τα συναισθήματα της όταν ανακάλυψε ότι την ελκύουν γυναίκες, ανέφερε πως της άρεσε και ένοιωθε πως εάν την άγγιζε άνδρας θα ένοιωθε αηδία. Η Αιτήτρια δήλωσε πως είχε σεξουαλική σχέση με τη φίλη της όταν πήγε να ζήσει μαζί της στην οικία της, μετά που εγκατέλειψε τον σύζυγο της (βλ.ερ.35-χ3 δ.φ.). Ανέφερε πως η φίλη της είναι αμφιφυλόφιλη, πως εξακολουθούν να διατηρούν επικοινωνία, της αποκάλυψε ότι την ελκύουν γυναίκες όταν ήταν 17 ετών και πως άρχισαν ρομαντική σχέση αφότου εγκατέλειψε τον σύζυγο της. Κατά τη παραμονή της στη Δημοκρατία, η Αιτήτρια διατηρούσε σχέση για περίοδο 5 μηνών με μια κοπέλα, μεγαλύτερη σε ηλικία, η οποία τη χώρισε (βλ.ερ. 34-χ2 δ.φ.). Η Αιτήτρια ανέφερε πως δεν γνωρίζει άλλα άτομα που ελκύονται από το ίδιο φύλο στη χώρα καταγωγής της, δεν γνωρίζει κάποια οργάνωση που αφορά τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη χώρα καταγωγή της ούτε στη Δημοκρατία (βλ.ερ. 33-χ2 δ.φ.). Ως προς την αντιμετώπιση της θρησκείας, ανέφερε πως απαγορεύεται και ως προς την αντιμετώπιση της κοινωνίας ανέφερε πως φυλακίζεσαι, η ποινή φυλάκισης είναι 14 έτη και σε αντιμετωπίζουν ως απόκληρους (βλ.ερ. 33-χ3,χ1,χ4 δ.φ.). Η Αιτήτρια ανέφερε πως δεν αποκάλυψε ποτέ τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, παρά μόνο στη μητέρα της και τη φίλη της. Ερωτηθείσα για τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, δήλωσε πως ίσως αναγκαστεί να επιστρέψει στο σύζυγο της και πως δεν μπορεί να αποκαλύψει ότι είναι λεσβία (βλ.ερ. 32 δ.φ.).
Τέλος, επισημάνθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό οι ασυνέπειες μεταξύ της αίτησης της και των αναφορών της κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της (βλ.ερ. 32-χ2,χ3 δ.φ.).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε και διαμόρφωσε συνολικά τέσσερις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός, αναφορικά με την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο η Αιτήτρια αναχώρησε από τη Νιγηρία με σκοπό να σπουδάσει και να εργαστεί, κρίθηκε επίσης αξιόπιστος και έγινε αποδεκτός.
Αντιθέτως, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, ήτοι ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη Νιγηρία λόγω του ότι είναι λεσβία και ότι κινδυνεύει εξ αυτού του λόγου, απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος. Ειδικότερα, οι Καθ’ ων η Αίτηση, εφαρμόζοντας το μοντέλο αξιολόγησης DSSH (Difference, Shame, Stigma, Harm – Διαφορετικότητα, Ντροπή, Στίγμα, Βλάβη), έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνταν προσωπικού και βιωματικού στοιχείου, δεν παρείχαν επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες και παρουσίαζαν έλλειψη ευλογοφάνειας.
Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ούτε κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας ούτε κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας η Αιτήτρια είχε προβεί σε οποιαδήποτε αναφορά στον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με επάρκεια τη διαδικασία αυτοσυνειδητοποίησης και αποδοχής της ως ομοφυλόφιλου ατόμου, ούτε εξέφρασε συγκεκριμένες σκέψεις, συναισθήματα ή εσωτερικές συγκρούσεις αναφορικά με την ανακάλυψη της σεξουαλικότητάς της.
Επιπλέον, οι απαντήσεις της ως προς τα πρόσωπα με τα οποία ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε συναισθηματικές ή ερωτικές σχέσεις κρίθηκαν επιφανειακές και στερούμενες προσωπικών βιωμάτων και ουσιαστικών λεπτομερειών. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει το ακρωνύμιο ΛΟΑΤΚΙ, ούτε να αναφέρει οργανισμούς, διαδικτυακές πλατφόρμες ή σημεία συνάντησης που να σχετίζονται με ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα, είτε στη χώρα καταγωγής της είτε στη Δημοκρατία. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι γνώσεις της ως προς τη στάση της θρησκείας και της κοινωνίας απέναντι στα ομοφυλόφιλα άτομα ήταν περιορισμένες και γενικόλογες. Συναφώς, οι Καθ’ ων η Αίτηση επεσήμαναν ότι η Αιτήτρια δεν εξέφρασε αισθήματα ντροπής, κοινωνικής απομόνωσης ή προσωπικής δυσκολίας σε σχέση με τον προβαλλόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό.
Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε έρευνα πληροφοριών χώρας καταγωγής, από την οποία διαπιστώθηκε ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι κοινωνικά αποδεκτή στη Νιγηρία, ότι μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας υφίστανται διακρίσεις και συλλήψεις και ότι οι ομόφυλες σχέσεις μεταξύ γυναικών τιμωρούνται ποινικά με ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων ετών.
Ωστόσο, παρά τη διαπίστωση των ανωτέρω συνθηκών στη χώρα καταγωγής, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνταν ευλογοφάνειας και προσωπικού στοιχείου, με αποτέλεσμα ο σχετικός ουσιώδης ισχυρισμός να απορριφθεί ως μη αξιόπιστος.
Ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, σύμφωνα με τον οποίο εξαναγκάστηκε σε γάμο, απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, καθότι ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, συνεκτικές και ικανοποιητικές πληροφορίες προς υποστήριξή του, ενώ οι δηλώσεις της παρουσίαζαν αντιφάσεις, χρονικές ασυνέπειες και έλλειψη ευλογοφάνειας.
Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια προέβη σε διαφορετικές αναφορές ως προς την οικογενειακή της κατάσταση. Συγκεκριμένα, κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας δήλωσε ότι είναι ανύπαντρη, κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι είναι παντρεμένη, ενώ κατά την προσωπική της συνέντευξη αρχικώς δήλωσε ότι είναι διαζευγμένη και ακολούθως ότι τελεί σε διάσταση.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε από τη μητέρα της πως ο σύζυγός της την αναζητούσε στην πατρική της οικία, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την οικογένειά της μετά την εγκατάλειψη του συζύγου της. Κληθείσα να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, δήλωσε ότι η σχετική ενημέρωση από τη μητέρα της έλαβε χώρα όταν η ίδια είχε ήδη αφιχθεί στη Δημοκρατία.
Επιπλέον, εντοπίστηκαν χρονικές ασυνέπειες ως προς τη χρονολογία εγκατάλειψης του συζύγου της. Παράλληλα, διαπιστώθηκαν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις μεταξύ των αναφορών που περιέχονταν στην αίτηση διεθνούς προστασίας και εκείνων που δόθηκαν κατά την προσωπική συνέντευξη αναφορικά με τα βασικά στοιχεία του προβαλλόμενου αναγκαστικού γάμου.
Ειδικότερα, στην αίτησή της η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο σύζυγός της ήταν ηλικίας 70 ετών, ότι είχε ήδη πέντε συζύγους και είκοσι τέκνα, ότι η οικογένειά της την εξανάγκασε να τον παντρευτεί λόγω της βοήθειας που εκείνος προσέφερε στις προετοιμασίες ταφής του πατέρα της, ότι την εξανάγκαζε σε σεξουαλικές πράξεις και ότι τα τέκνα του την κακομεταχειρίζονταν. Αντιθέτως, κατά την προσωπική της συνέντευξη δήλωσε ότι ο σύζυγός της ήταν ηλικίας 75 ετών, ότι είχε τέσσερις συζύγους και δέκα τέκνα, ότι ο γάμος είχε συμφωνηθεί από τότε που η ίδια ήταν παιδί και ότι η κακομεταχείριση προερχόταν από τον σύζυγό της και τον υιό του.
Κληθείσα να εξηγήσει τις ανωτέρω αντιφάσεις, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε την πραγματική ηλικία του συζύγου της μεταγενέστερα από τη μητέρα της, ότι η βοήθεια για την ταφή του πατέρα της δεν αποτέλεσε τον κύριο λόγο του γάμου, ότι ο σύζυγός της είχε τέσσερις συζύγους και δέκα τέκνα και ότι τα λοιπά πρόσωπα την κακομεταχειρίζονταν, όχι όμως σεξουαλικά.
Τέλος, επισημάνθηκε επιπρόσθετη χρονική ασυνέπεια μεταξύ της συνέντευξης ευαλωτότητας και της προσωπικής της συνέντευξης αναφορικά με τη χρονολογία τέλεσης του γάμου της.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός της και ότι, υπό το φως των σοβαρών αντιφάσεων και της έλλειψης αξιοπιστίας των αναφορών της, δεν υφίσταντο εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καθώς και τους εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι δεν διαπιστώνεται κίνδυνος για την Αιτήτρια στην περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής της, ήτοι στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας.
Προχωρώντας δε στη νομική αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, οι Καθ’ ων η Αίτηση διαπίστωσαν ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να δικαιολογείται η αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα. Παράλληλα, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να δικαιολογείται η παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των νομοθετικών προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη διοικητική διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:
Όσον αφορά τον πρώτο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία, το εν γένει προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, συμφωνώ με την αξιολόγηση και τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετώ την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση, σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πόλη Benin της πολιτείας Edo.
Αναφορικά δε με τον δεύτερο αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της για εκπαιδευτικούς και οικονομικούς λόγους, κρίνω ότι, παρά την εσωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, αυτός δεν δύναται να θεμελιώσει δικαίωμα διεθνούς προστασίας.
Είναι, άλλωστε, σαφής και ευδιάκριτη η διαφοροποίηση μεταξύ οικονομικού μετανάστη και πρόσφυγα. Πρόσωπο το οποίο εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα καταγωγής του με σκοπό να εργαστεί, να σπουδάσει ή να εγκατασταθεί σε άλλη χώρα, υποκινούμενο αποκλειστικά από οικονομικά ή προσωπικά κίνητρα, όπως η εξεύρεση εργασίας και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του, συνιστά οικονομικό μετανάστη και όχι πρόσφυγα. Στην παρούσα περίπτωση, η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε με σαφήνεια ότι αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να σπουδάσει και να εργαστεί.
Η ανωτέρω προσέγγιση συνάδει και με τη σχετική νομολογία, σύμφωνα με την οποία οικονομικά ή προσωπικά κίνητρα δεν εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 (βλ. IRENE FESENKO v. Δημοκρατίας, ημερ. 21/12/2011, Md Jakir Hossain v. Δημοκρατίας, ημερ. 16/07/2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Δημοκρατίας, ημερ. 10/02/2010 και Khaled Al Issa v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 29/12/2009).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 62 του «Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων»:
«Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό, εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας.»
Ως εκ τούτου, οι οικονομικοί και εκπαιδευτικοί λόγοι που προέβαλε η Αιτήτρια δεν συνιστούν λόγους υπαγωγής της στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα, καθότι δεν εμπίπτουν στους λόγους δίωξης που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και τον περί Προσφύγων Νόμο.
Όσον αφορά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού, παρατηρώ ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει σχετικές πληροφορίες με την απαιτούμενη σαφήνεια, συνοχή και επάρκεια, κατά τρόπο που να αναδεικνύεται ο βιωματικός χαρακτήρας των ισχυρισμών της.
Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο διαμόρφωσης και εξέλιξης της σεξουαλικής της ταυτότητας, ούτε να περιγράψει με συγκεκριμένο και προσωπικό τρόπο την εσωτερική διεργασία μέσω της οποίας συνειδητοποίησε τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό. Οι σχετικές αναφορές της παρέμειναν γενικόλογες, αποσπασματικές και αόριστες, χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό και χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική αναφορά σε εσωτερικές συγκρούσεις, συναισθηματικές μεταβολές ή προσωπικές δυσκολίες που εύλογα θα αναμένονταν σε σχέση με μία τέτοια διαδικασία αυτοπροσδιορισμού. Προς επίρρωση των ανωτέρω, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια, ενώ δήλωσε ότι είναι ομοφυλόφιλη, όταν κλήθηκε να περιγράψει τη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, συνέδεσε τις σχετικές αναφορές της κυρίως με την παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού και με το ότι της άρεσε να παρακολουθεί κορίτσια, χωρίς, ωστόσο, να αναπτύξει με βιωματικό και προσωπικό τρόπο την εσωτερική της πορεία προς τη συνειδητοποίηση και αποδοχή της σεξουαλικής της ταυτότητας.
Ως προς τα ζητήματα διαφορετικότητας, ντροπής και κοινωνικού στίγματος, η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο βίωσε ή αντιλήφθηκε τη θέση της στην κοινωνία της χώρας καταγωγής της λόγω του ισχυριζόμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού. Οι αναφορές της παρέμειναν αόριστες και δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένα περιστατικά ή προσωπικά βιώματα που να καταδεικνύουν ουσιαστική, διαρκή ή εξατομικευμένη στοχοποίηση ή κοινωνικό αποκλεισμό.
Ειδικότερα, όταν κλήθηκε να εξηγήσει πότε και με ποιο τρόπο συνειδητοποίησε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ανέφερε ότι κατά τη φοίτησή της σε οικοτροφείο προτιμούσε τη συναναστροφή με κορίτσια, ότι ανέπτυξε ιδιαίτερη οικειότητα με συγκεκριμένη κοπέλα και ότι παρακολουθούσε υλικό σεξουαλικού περιεχομένου. Ωστόσο, δεν παρείχε οποιεσδήποτε ουσιαστικές λεπτομέρειες ως προς την εσωτερική διεργασία συνειδητοποίησης και αποδοχής της σεξουαλικής της ταυτότητας.
Περαιτέρω, σημειώνεται η αδυναμία της Αιτήτριας να περιγράψει με επάρκεια τα συναισθήματα, τη συναισθηματική σύνδεση ή τη φύση της σχέσης που ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε με τη σύντροφο/φίλη της, με την οποία ανέφερε ότι διέμενε για περίοδο έξι μηνών. Οι σχετικές αναφορές της παρέμειναν γενικές, αποσπασματικές και ιδιαιτέρως περιορισμένες, χωρίς ουσιαστική αναφορά σε προσωπικά βιώματα, αλληλεπιδράσεις ή συγκεκριμένες εμπειρίες που να αποδίδουν την εικόνα μιας πραγματικά βιωμένης σχέσης. Η έλλειψη προσωπικού και βιωματικού στοιχείου, σε συνδυασμό με την αοριστία και τη λακωνικότητα των απαντήσεών της, συνιστούν ενδείξεις που πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Συναφώς, το ΕΔΔΑ έχει δεχθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δύναται να λαμβάνει υπόψη την έλλειψη επαρκούς προσωπικής και βιωματικής περιγραφής ως προς ουσιώδεις πτυχές της επικαλούμενης σχέσης ή ταυτότητας, ιδίως όταν οι σχετικές δηλώσεις παραμένουν αόριστες και στερούνται εσωτερικής πειστικότητας (βλ. mutatis mutandis M.B. κατά Ολλανδίας)[1].
Επιπλέον, παρατηρούνται ασάφειες και ελλιπείς αναφορές ως προς τη φύση και την εξέλιξη της σχέσης της με την εν λόγω φίλη στη Νιγηρία. Ειδικότερα, η Αιτήτρια αρχικώς ανέφερε ότι επρόκειτο για τη φίλη με την οποία διέμενε μετά την εγκατάλειψη του συζύγου της, ενώ ακολούθως δήλωσε ότι η μεταξύ τους ρομαντική σχέση ξεκίνησε μόνο μετά την αποχώρησή της από τη συζυγική εστία, χωρίς να επεξηγεί με σαφήνεια τη χρονική εξέλιξη και τη φύση της σχέσης αυτής.
Περαιτέρω, ενώ ισχυρίστηκε ότι αποκάλυψε στη φίλη της ότι την ελκύουν γυναίκες όταν ήταν 17 ετών, στη συνέχεια ανέφερε ότι η μεταξύ τους σχέση ξεκίνησε μετά την εγκατάλειψη του γάμου της, χωρίς να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες ή επεξηγήσεις ως προς τη χρονική ακολουθία και εξέλιξη των γεγονότων.
Ανάλογη αοριστία διαπιστώνεται και ως προς τη σχέση που ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε στη Δημοκρατία, καθότι περιορίστηκε να αναφέρει ότι η σύντροφός της ήταν μεγαλύτερη σε ηλικία, ότι της άρεσε πολύ και ότι εκείνη διέκοψε τη σχέση τους, χωρίς, ωστόσο, να παραθέσει ουσιαστικές λεπτομέρειες αναφορικά με τη γνωριμία τους, τη δυναμική της σχέσης ή τα προσωπικά της βιώματα στο πλαίσιο αυτής
Περαιτέρω, από το ίδιο το περιεχόμενο της συνέντευξης προκύπτουν πρόσθετα στοιχεία που ενισχύουν το συμπέρασμα περί έλλειψης αξιοπιστίας του ισχυρισμού. Ειδικότερα, οι απαντήσεις της Αιτήτριας ως προς τις σχέσεις που ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε, τόσο στη Νιγηρία όσο και στη Δημοκρατία, παρέμειναν λακωνικές και επιφανειακές, χωρίς περιγραφή συναισθηματικού δεσμού, βιωματικών περιστατικών ή της εξέλιξης των εν λόγω σχέσεων.
Επιπλέον, η περιορισμένη και εν μέρει αντιφατική γνώση της Αιτήτριας ως προς τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, τις σχετικές οργανώσεις, τους χώρους συνάντησης και την κοινωνική ή θρησκευτική αντιμετώπιση των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων, ενισχύει την κρίση ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν συνοδεύεται από επαρκές προσωπικό και βιωματικό υπόβαθρο. Συναφώς, παρατηρώ ότι οι σχετικές αναφορές της Αιτήτριας παρέμειναν επιφανειακές και γενικόλογες, καθότι αφενός δήλωσε ότι δεν γνώριζε οργανώσεις ή άλλα πρόσωπα ΛΟΑΤΚΙ στη χώρα καταγωγής της ή στη Δημοκρατία και αφετέρου προέβη μεταγενέστερα σε αναφορές περί συμμετοχής της σε παρελάσεις και ύπαρξης σχετικών ομάδων σε διαδικτυακές πλατφόρμες, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ή προσωπικά βιώματα που να καταδεικνύουν ουσιαστική σύνδεση με το εν λόγω περιβάλλον.
Η ως άνω προσέγγιση συνάδει και με τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ. Ειδικότερα, στην υπόθεση A.N. κατά Γαλλίας αριθ. Αιτ. 12956/15, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι οι εθνικές αρχές είχαν θεωρήσει ως αξιοσημείωτη τη μη γνώση του ομοφυλοφιλικού περιβάλλοντος του Ντακάρ από τον αιτούντα, κρίνοντας τις δηλώσεις του ασαφείς και στερεοτυπικές. Ομοίως, στην υπόθεση I.K. κατά Ελβετίας αριθ. Αιτ. 21417/17, οι ελβετικές αρχές αξιολόγησαν ως στοιχείο μειωμένης αξιοπιστίας το γεγονός ότι ο αιτών, παρά τον ισχυρισμό περί ενεργούς συμμετοχής του σε ΛΟΑΤΚΙ οργάνωση, δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει πέραν δύο μελών της ούτε να γνωρίζει βασικά στοιχεία λειτουργίας της.
Παρά ταύτα, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα την απόφαση A, B, και C (C-148/13 έως C-150/13) η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αιτούντος διεθνή προστασία δεν επιτρέπεται να βασίζεται αποκλειστικά σε στερεοτυπικές αντιλήψεις αναφορικά με τα ΛΟΑΤΚΙ πρόσωπα, ούτε η αδυναμία απάντησης σε ερωτήσεις σχετικές με οργανώσεις, χώρους συνάντησης ή δραστηριότητες της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας μπορεί, αφ’ εαυτής, να αποτελέσει επαρκή λόγο απόρριψης του ισχυρισμού. Το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, κατά τρόπο που να διασφαλίζει τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ιδιωτικής ζωής του αιτούντος.
Εν προκειμένω, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Αιτήτριας δεν ερείδεται αποκλειστικά στην περιορισμένη γνώση της ως προς τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, αλλά το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται με το σύνολο των δηλώσεών της, υπό το πρίσμα της εσωτερικής συνοχής, της ευλογοφάνειας, του προσωπικού και βιωματικού χαρακτήρα των αναφορών της, καθώς και των ουσιωδών ασαφειών και ασυνεπειών που εντοπίστηκαν κατά τη διαδικασία της συνέντευξη
Συνολικά, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει επαρκώς τον ισχυρισμό της περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Παρά την πληθώρα ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, οι οποίες κάλυπταν ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού, ταυτότητας φύλου, προσωπικών σκέψεων και της εσωτερικής διεργασίας που φέρεται να οδήγησε στη συνειδητοποίηση της σεξουαλικότητάς της, καθώς και ζητήματα κοινωνικής αντιμετώπισης και πιθανής στοχοποίησης, οι απαντήσεις της παρέμειναν στο σύνολό τους αόριστες, ασαφείς και στερούμενες βιωματικού περιεχομένου.
Η βασική αφήγηση ενός αιτούντος διεθνή προστασία πρέπει να παραμένει ουσιωδώς συνεπής καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, ακόμη και αν επιμέρους πτυχές των δηλώσεών του εμφανίζουν ορισμένες αβεβαιότητες ή δευτερεύουσες αποκλίσεις, νοουμένου ότι αυτές δεν υπονομεύουν τη συνολική αξιοπιστία του προβαλλόμενου ισχυρισμού[2]. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας οφείλει να εστιάζει ιδίως στη βιωμένη εμπειρία του αιτούντος και στην εσωτερική πειστικότητα της αφήγησής του, στοιχεία τα οποία δεν στοιχειοθετούνται όταν η αφήγηση στερείται συναισθηματικού βάθους, προσωπικού βιώματος ή λογικής εξέλιξης των γεγονότων.
Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι κατά την αξιολόγηση της γενικής αξιοπιστίας των δηλώσεων ενός αιτούντος δεν μπορεί να αναμένεται απόλυτη ακρίβεια ως προς ημερομηνίες ή επιμέρους γεγονότα. Ο αιτών φέρει την υποχρέωση να παρέχει μια στοιχειοθετημένη περιγραφήτων περιστατικών, η οποία να διαφοροποιεί την περίπτωσή του από τους γενικούς κινδύνους. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου προκύπτουν ουσιώδεις ανακρίβειες, αντιφάσεις ή πληροφορίες ικανές να κλονίσουν την αλήθεια των προβαλλόμενων ισχυρισμών, ο αιτών φέρει την υποχρέωση να παράσχει εύλογη και ικανοποιητική εξήγηση για τις εν λόγω ασυνέπειες.[3]
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις X, Y, Z (C-199/12, C-200/12 και C-201/12) και A, B, C (C-148/13, C-149/13 και C-150/13), καθώς και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (I.K. κατά Ελβετίας, αριθ. 21417/17), η αξιολόγηση ισχυρισμών που ερείδονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό πρέπει να διενεργείται με ιδιαίτερη προσοχή, χωρίς προσφυγή σε στερεότυπα και με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του αιτητή. Οι διεθνείς αυτές αποφάσεις καθιστούν σαφές ότι η έλλειψη λεπτομερούς ή βιωματικής αφήγησης δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε αρνητικό συμπέρασμα, καθόσον η ντροπή, το στίγμα ή ο φόβος αποκάλυψης δύνανται να επηρεάζουν την πληρότητα της κατάθεσης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες αδυναμίες δεν μπορούν να θεραπευθούν με επίκληση γενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής αναφορικά με τη θέση και τη μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Νιγηρία. Όπως έχει επανειλημμένως κριθεί, οι γενικές συνθήκες στη χώρα καταγωγής δεν αρκούν, εάν δεν προηγείται η αξιόπιστη θεμελίωση ότι ο αιτητής προσωπικά εμπίπτει στην επίμαχη κατηγορία και εκτίθεται σε εξατομικευμένο κίνδυνο.(βλ. Α.Α. κατά Ελβετίας no 58802/12 σκ. 39 και 40 NA. v. the United Kingdom, no. 25904/07, §§ 114-115, 17 July 2008 J.K. και Άλλοι κατά Σουηδίας no. 59166/12 σκ 116)
Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική ευρωπαϊκή και διεθνή νομολογία, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν προσέγγισε τον ισχυρισμό με στερεοτυπικό τρόπο, ούτε απαίτησε μη εύλογο βαθμό λεπτομέρειας, αλλά αντιθέτως προέβη σε συνολική και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η κρίση της Διοίκησης περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού κρίνεται νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και ορθή, και γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ενήργησε ορθώς εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm) κατά την αξιολόγηση του επίδικου ισχυρισμού. Το μοντέλο αυτό έχει τύχει ευρείας αποδοχής στη διεθνή πρακτική, έχει υποστηριχθεί από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και εφαρμόζεται σε σειρά κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κατάλληλη μεθοδολογία εξέτασης αιτημάτων διεθνούς προστασίας που στηρίζονται στον σεξουαλικό προσανατολισμό. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (A, B, C - C-148/13, C-149/13, C-150/13) έχει καταστήσει σαφές ότι η αξιολόγηση αξιοπιστίας σε τέτοιες υποθέσεις δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικές ερωτήσεις ή εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά πρέπει να διενεργείται με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και μέσω μεθοδολογιών που εστιάζουν στην εσωτερική συνοχή της αφήγησης.
Παράλληλα, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στις υποθέσεις HJ (Iran) και HT (Cameroon) [2010] UKSC 31 υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί από αιτητή διεθνούς προστασίας να αποκρύπτει ή να αποσιωπά τον σεξουαλικό του προσανατολισμό προς αποφυγή δίωξης. Συναφώς, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση σε SOGI (σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου) υποθέσεις πρέπει να είναι εξατομικευμένη και ευαίσθητη, και ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προβαίνουν σε ουσιαστική εκτίμηση των ισχυρισμών λαμβάνοντας υπόψη το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο στη χώρα καταγωγής (βλ. I.K. v. Switzerland (dec.), no. 21417/17, 19.12.2017· A.N. v. France (dec.), no. 12956/15, 19.04.2016).
Υπό το φως αυτών των κατευθυντηρίων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Διοίκηση, εφαρμόζοντας το μοντέλο DSSH, εστίασε σε κρίσιμες παραμέτρους - την αυτοαντίληψη της Αιτήτριας, το βίωμα της διαφορετικότητας, την εμπειρία κοινωνικού στίγματος και τις επικαλούμενες μορφές βλάβης - και ορθά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αφήγησή της ήταν ασαφής και μη πειστική. Ως εκ τούτου, η χρήση του μοντέλου DSSH κρίνεται όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά και πρόσφορη, και τα πορίσματα στα οποία κατέληξε η Διοίκηση, περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού, υιοθετούνται και από το Δικαστήριο.
Παρά ταύτα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι στη θεωρία και σε τμήμα της διεθνούς πρακτικής έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις ως προς τον τρόπο χρήσης του μοντέλου DSSH, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να αναπαράγει στερεότυπα ή να αγνοήσει τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες κάθε αιτητή[4]. Ωστόσο, στην προκείμενη υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Διοίκηση εφάρμοσε το εν λόγω μοντέλο με τρόπο συμβατό προς τις αρχές που έθεσε η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υποθέσεις A, B, C) και του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (HJ (Iran), HT (Cameroon)), δηλαδή χωρίς να βασιστεί σε στερεοτυπικές παραδοχές ή σε εξευτελιστικές πρακτικές, αλλά με γνώμονα την εσωτερική συνοχή και πειστικότητα της αφήγησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο υιοθετεί την αξιολόγηση της Διοίκησης και αποδέχεται ότι, εν προκειμένω, η εφαρμογή του DSSH οδήγησε σε εύλογο και αιτιολογημένο συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του ισχυρισμού.
Περαιτέρω, η ανωτέρω κατάληξη ενισχύεται και υπό το πρίσμα των αναγνωρισμένων δεικτών αξιοπιστίας, όπως αυτοί καταγράφονται στη διεθνή και ενωσιακή θεωρία και πρακτική, ήτοι της εσωτερικής συνέπειας, της εξωτερικής συνέπειας, της επάρκειας λεπτομέρειας και της πιθανοφάνειας.[5]
Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».
Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.
Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση της Διοίκησης περί αναξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού δεν ερείδεται αποκλειστικά στη μεθοδολογία DSSH, αλλά εδράζεται και στις γενικές αρχές αξιολόγησης της αξιοπιστίας που διέπουν την εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας σε διεθνές και ενωσιακό επίπεδο, τις οποίες το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως.
Ως προς δε την εξωτερική αξιοπιστία, παρότι οι γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν διακρίσεις και ποινικές κυρώσεις στη Νιγηρία, οι πληροφορίες αυτές δεν αρκούν αφ’ εαυτών για τη θεμελίωση αιτήματος διεθνούς προστασίας, ελλείψει αξιόπιστης εξατομικευμένης αφήγησης. Δεν παραγνωρίζεται ότι η ύπαρξη ποινικών διατάξεων που στοχοποιούν ειδικώς τα ομοφυλόφιλα άτομα συνιστά ισχυρή ένδειξη ότι τα πρόσωπα αυτά δύνανται να θεωρηθούν ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, καθότι αντιμετωπίζονται ως «διαφορετικά» από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο ( βλ. ΕΔΑΔ A.N. κατά Γαλλίας, ΔΕΕ C‑199/12 to C‑201/12 W.S., C-621/21)). Ωστόσο, εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει κατά τρόπο αξιόπιστο τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού, ώστε οι γενικές πληροφορίες περί της κατάστασης των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη χώρα καταγωγής να αποκτούν εξατομικευμένη εφαρμογή στην περίπτωσή
Επιπροσθέτως, υπό το πρίσμα των γενικών αρχών του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) και της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η προσβαλλόμενη κρίση ερείδεται σε ατομική, αντικειμενική και αμερόληπτη αξιολόγηση, διενεργηθείσα με την απαιτούμενη αυστηρή και ενδελεχή εξέταση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία και εστιάζοντας στα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Οι αρχές αυτές, που συγκροτούν το αναγκαίο πλαίσιο ελέγχου της αξιοπιστίας, έχουν ερμηνευθεί και αναδειχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. μεταξύ άλλων CJEU, A, B και C, C-148/13, C-149/13, C-150/13, σκ. 70· Y και Z, C-71/11 και C-99/11, σκ. 77· Abdulla και λοιποί, C-175/08 κ.ε., σκ. 90· M.M., C-277/11, σκ. 88), καθώς και από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία επιβάλλει «στενό έλεγχο» και «αυστηρή αξιολόγηση» σε ζητήματα που άπτονται του άρθρου 3 ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, Shamayev κ.ά. κατά Γεωργίας και Ρωσίας, αριθ. 36378/02, §448· JK και λοιποί κατά Σουηδίας [GC], αριθ. 59166/12, §77).
Τέλος, καθόσον η Αιτήτρια δεν προσκόμισε επαρκή σχετικά στοιχεία ούτε παρείχε ικανοποιητικές εξηγήσεις για κρίσιμες ελλείψεις, δεν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ιδίως ως προς τη συνοχή και την πιθανοφάνεια των δηλώσεών της και τη μη αντίθεσή τους προς τη διαθέσιμη ειδική και γενική πληροφόρηση, χωρίς να απαιτείται, βεβαίως, καθ' εαυτήν η ύπαρξη εγγράφων για κάθε ισχυρισμό. Η εκτίμηση της αξιοπιστίας οφείλει να είναι ολιστική, σύμφωνα με τα άρθρα 4(1)-(4) της Οδηγίας και τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία οι δηλώσεις του αιτητή μπορούν να γίνουν δεκτές μόνον εφόσον είναι συνεκτικές, εύλογες και δεν αντίκεινται στην αντικειμενική πληροφόρηση (βλ. CJEU, Shepherd, C-472/13· Fathi, C-56/17). Ως εκ τούτου, η διοικητική αξιολόγηση κρίνεται σύμφωνη με το εφαρμοστέο ενωσιακό πλαίσιο και τα πορίσματά της υιοθετούνται.
Επομένως η γενικότητα των απαντήσεων της Αιτήτριας, η έλλειψη επαρκούς συγκεκριμενοποίησης και η ασάφεια που χαρακτήρισε την περιγραφή της διαδικασίας συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο διώξεως απορρέοντα από τον εν λόγω ισχυρισμό. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας εναπόκειται πρωτίστως στον ίδιο τον αιτητή, ο οποίος όφειλε να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια ώστε να καταδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του και, συνεπώς, ότι πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ή, έστω, για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι στην παρούσα υπόθεση η Αιτήτρια απέτυχε να το πράξει.
Η ανωτέρω κατάληξη ερείδεται και στη συναφή νομολογία, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής φέρει το βάρος να θεμελιώσει με ειλικρίνεια και σαφήνεια την αξίωσή του (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, αρ. 1875/08, 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, αρ. 1119/2009, 31.1.2012· καθώς και το Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες). Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], το βάρος απόδειξης φέρει καταρχήν ο αιτών άσυλο, ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του και, ευρύτερα, να συνδράμει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ώστε να διαπιστωθούν τα κρίσιμα γεγονότα της υπόθεσής του.
Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση τήρησαν τις θεσμοθετημένες διαδικασίες, υιοθετώντας μια ευαισθητοποιημένη και εξατομικευμένη προσέγγιση. Στο πλαίσιο αυτό, παρασχέθηκε στην Αιτήτρια ένας ασφαλής χώρος και επαρκής ευκαιρία να εκθέσει πλήρως την αφήγησή της και να απαντήσει σε ερωτήματα ανοικτής φύσεως, τα οποία τέθηκαν προς διερεύνηση τόσο του πυρήνα του αιτήματός της όσο και των επιμέρους πτυχών αυτού.
Ο αρμόδιος λειτουργός, επιδεικνύοντας την απαιτούμενη επαγγελματική ικανότητα, υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική μέθοδο, και συνεργάστηκε ενεργά με την Αιτήτρια προς τον προσδιορισμό των συναφών στοιχείων της αίτησής της. Ακολούθως, προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού, αξιολογώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα διέτρεχε η Αιτήτρια υπό το πρίσμα της βιωμένης εμπειρίας της, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη τα στοιχεία που η ίδια έθεσε ενώπιόν τους, καθώς και διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση των ΛΟΑΤΚΙ προσώπων στη Νιγηρία, αντιπαραβάλλοντας τα όσα προβλήθηκαν με τις εν λόγω πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου. Τα ανωτέρω ενισχύουν το συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και με επαρκή αιτιολογία
Το Δικαστήριο, εκπληρώνοντας το καθήκον αυτεπάγγελτης έρευνας που του αναγνωρίζεται από το άρθρο 10 παρ. 3 στοιχ. β΄ της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[6], προέβη σε συνεκτίμηση επικαιροποιημένων και αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με τη νομική και κοινωνική θέση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Νιγηρία. Δεδομένου ότι η κατ' ισχυρισμό απειλή κατά της Αιτήτριας απορρέει από τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, η εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας επικεντρώνεται στο κατά πόσον η αντικειμενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής δικαιολογεί τον φόβο της για δίωξη ή κακομεταχείριση από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες, υπό συνθήκες όπου το κράτος δεν δύναται ή δεν προτίθεται να του παράσχει προστασία.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Υπουργείου Εσωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου (UK Home Office), «η σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ ανδρών ποινικοποιείται και τιμωρείται με φυλάκιση έως και 14 ετών. Ο ισλαμικός νόμος/σαρία (sharia), ο οποίος είναι σε ισχύ για τον μουσουλμανικό πληθυσμό 12 βόρειων πολιτειών, ποινικοποιεί τις σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου τόσο μεταξύ ανδρών όσο και μεταξύ γυναικών. Η μέγιστη ποινή και στις 12 πολιτείες για τους άνδρες είναι ο θάνατος. Οι ποινές για τις γυναίκες (lesbianism) περιλαμβάνουν θάνατο, μαστίγωμα και φυλάκιση».[7]
Ως αναφέρει το Freedom House, τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ αντιμετωπίζουν εκτεταμένη επίσημη και κοινωνική διάκριση. Όσοι καταδικάζονται για συμμετοχή σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις μπορούν να φυλακιστούν για διάστημα έως και 14 ετών, ενώ 12 βόρειες πολιτείες διατηρούν τη θανατική ποινή για ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ υπόκεινται επίσης σε επιθέσεις από αστυνομικούς κατά τη σύλληψή τους, σε απόπειρες εκβιασμού και σε διακρίσεις κατά την πρόσβασή τους σε δημόσιες και ιδιωτικές υπηρεσίες. Οι επιθέσεις υψηλού προφίλ εναντίον ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων συνεχίστηκαν το 2024. Τον Απρίλιο, για παράδειγμα, ένας όχλος επιτέθηκε στο σπίτι ενός ύποπτου ηγέτη μιας ΛΟΑΤΚΙ+ ομάδας στην Abuja, ενώ τον Αύγουστο, επίσης στην πρωτεύουσα, δολοφονήθηκε ένας δημοφιλής χρήστης των κοινωνικών μέσων που ήταν τραβεστί. Τον Οκτώβριο, ένα ζευγάρι του ίδιου φύλου υπέστη παρενόχληση και δημόσια ξυλοδαρμό στην πολιτεία River.[8]
Σε Έκθεση του USDOS, η οποία αφορά τη χρονική περίοδο του 2023, άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ στη Νιγηρία υπόκεινται σε βία, απειλές (συμπεριλαμβανομένου του εκβιασμού) και παρενόχληση, με βάση τον πραγματικό ή τον υποτιθέμενο σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα ή έκφραση φύλου, μεταξύ άλλων και από κρατικούς φορείς. Επιπλέον, στην ίδια πηγή, αναφέρεται ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ+ υπόκεινται διακρίσεις στην απασχόληση, τη στέγαση και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη.[9]
Τα ανωτέρω ευρήματα δύνανται, κατ’ αρχήν, να λειτουργήσουν υποστηρικτικά ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του προβαλλόμενου ισχυρισμού, καθότι καταδεικνύουν ότι τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στη Νιγηρία ενδέχεται να αντιμετωπίζουν ποινικές κυρώσεις, κοινωνικό στιγματισμό και περιστατικά βίας ή διακρίσεων. Πρόκειται, άλλωστε, για πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνονται διαχρονικά από πλείστες διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής.
Ωστόσο, η ύπαρξη γενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση αιτήματος διεθνούς προστασίας, ελλείψει αξιόπιστης εξατομικευμένης αφήγησης. Εν προκειμένω, εφόσον η εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας δεν κατέστη δυνατό να στοιχειοθετηθεί και οι δηλώσεις της κρίθηκαν αόριστες, ασυνεπείς και στερούμενες επαρκούς προσωπικού και βιωματικού στοιχείου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός ορθώς δεν έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Όπως έχει κριθεί νομολογιακά, οι εθνικές αρχές είναι οι πλέον κατάλληλες να αξιολογήσουν τη γενική αξιοπιστία της αφήγησης του αιτητή (βλ. ΕΔΔΑ, A.A. κατά Ελβετίας, αριθ. προσφυγής 58802/12, σκέψη 59). Καθόσον οι δηλώσεις του αιτητή κρίνονται ως αντιφατικές ή απίθανες, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, οι οποίες αφορούν το γενικό πλαίσιο, δεν δύνανται να θεραπεύσουν την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας ούτε να λειτουργήσουν ως υποκατάστατο της απαιτούμενης εξατομικευμένης τεκμηρίωσης (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, M.M., C-277/11, σκέψεις 64-66 A, B and C, C-148/13 κ.ά., σκ. 49 και ΕΔΔΑ, A.A. κατά Ελβετίας, ό.π., σκέψη 62 K.A.B. v. Sweden, αρ. 886/11, 5.9.2013, §§ 13-15· Matsiukhina and Matsiukhin v. Sweden (dec.), αρ. 31260/04, 21.6.2005· και M.O. v. Switzerland, αρ. 60682/16, 20.6.2017, § 79·).
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η οποία υπογραμμίζει ότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν δύνανται να θεραπεύσουν ουσιώδεις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας της προσωπικής αφήγησης ενός αιτητή διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, στην υπόθεση Ferdinand Ebele Ewelukwa v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση αρ. 18/2023), κρίθηκε ότι όταν οι δηλώσεις του αιτητή στερούνται παντελώς εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας, η περαιτέρω διερεύνηση μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής καθίσταται κατ’ ουσίαν αλυσιτελής.
Ομοίως, στην υπόθεση Bolarninwa Emmanuel Johnson v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση αρ. 95/2023), το Εφετείο επανέλαβε ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν μπορούν να ανατρέψουν ή να υποκαταστήσουν την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή. Εφόσον ο αιτητής αποτυγχάνει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, παρέχοντας μία συνεκτική, λεπτομερή και βιωματική αφήγηση των επικαλούμενων περιστατικών, οι γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επαρκούν ώστε να καλύψουν την έλλειψη εξατομικευμένης τεκμηρίωσης.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με το άρθρο 18(5) του Περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής φέρει το πρωταρχικό βάρος απόδειξης των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών επί των οποίων εδράζεται το αίτημά του. Στο ίδιο πλαίσιο, η νομολογία του Εφετείου έχει επισημάνει ότι ο αιτητής οφείλει να προσδώσει «βιωματική διάσταση» στην αφήγησή του, ήτοι να παραθέτει συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα, περιστατικά και λεπτομέρειες που να καθιστούν το αφήγημά του πειστικό και εξατομικευμένο (AAFAT ALFY NOUH KHALIL v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 153/2023).
Ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην §204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας. Το ευεργέτημα αυτό δίδεται μόνον όταν ο αιτητής έχει καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία και η συνολική του παρουσία είναι γενικά αξιόπιστη. Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής δεν πληροί κανένα από τα ως άνω κριτήρια. (βλ. J.K. and Others v. Sweden [GC], αρ. 59166/12, 23.8.2016, §§ 93 & 97· F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11, 23.3.2016, § 113· Matsiukhina and Matsiukhin v. Sweden (dec.), αρ. 31260/04, 21.6.2005· M.O. v. Switzerland, αρ. 60682/16, 20.6.2017, § 79· και ΔΕΕ, A, B and C, συνεκδ. υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13, σκ. 49, 71
Σε σχέση με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι ότι εξαναγκάστηκε σε γάμο με ηλικιωμένο άνδρα παρά τη θέλησή της και υπέστη κακομεταχείριση, το Δικαστήριο συντάσσεται με την αξιολόγηση των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς την απουσία εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της αίτησης διεθνούς προστασίας, της συνέντευξης ευαλωτότητας και της ουσιαστικής συνέντευξης, προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις και χρονικές ασυνέπειες σε σχέση με τον πυρήνα της προβαλλόμενης αφήγησης, οι οποίες δεν δικαιολογήθηκαν επαρκώς.
Καταρχάς, η Αιτήτρια προέβη σε διαφορετικές δηλώσεις ως προς την οικογενειακή της κατάσταση. Συγκεκριμένα, στην αίτησή της δήλωσε ότι είναι ανύπαντρη, κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι ήταν παντρεμένη, ενώ κατά την ουσιαστική συνέντευξη αρχικώς δήλωσε ότι ήταν διαζευγμένη και στη συνέχεια ότι βρισκόταν σε διάσταση. Πρόκειται για ουσιώδες στοιχείο του αιτήματός της, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί εξαναγκαστικού γάμου και ο φόβος επιστροφής στον σύζυγό της αποτελούν τον πυρήνα της επικαλούμενης δίωξης.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια προέβη σε αντιφατικές δηλώσεις αναφορικά με τα χαρακτηριστικά του άνδρα τον οποίο φέρεται να εξαναγκάστηκε να παντρευτεί. Στην αίτησή της ανέφερε ότι ο άνδρας ήταν 70 ετών, είχε 5 συζύγους και 20 παιδιά και ότι την κακομεταχειρίζονταν τόσο ο ίδιος όσο και τα παιδιά του. Αντιθέτως, κατά την ουσιαστική συνέντευξη δήλωσε ότι ο άνδρας ήταν 75 ετών, είχε 4 συζύγους και 10 παιδιά και ότι μόνο ο ίδιος και ένας εκ των υιών του την κακομεταχειρίζονταν. Οι δοθείσες εξηγήσεις της, ήτοι ότι πληροφορήθηκε αργότερα την ηλικία του, ότι ο άνδρας είχε βοηθήσει και στην ταφή του πατέρα της αλλά δεν ήταν ο κύριος λόγος του γάμου, καθώς και ότι οι λοιποί την κακομεταχειρίζονταν όχι όμως σεξουαλικά, δεν αίρουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού της.
Ασυνέπεια παρατηρείται επίσης ως προς τον λόγο του εξαναγκαστικού γάμου. Ενώ στην αίτησή της ανέφερε ότι εξαναγκάστηκε να τον παντρευτεί επειδή εκείνος είχε βοηθήσει οικονομικά στην ταφή του πατέρα της, στη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι είχε δοθεί υπόσχεση γάμου προς τον άνδρα από την παιδική της ηλικία, παρουσιάζοντας διαφορετική αιτιώδη βάση του ίδιου περιστατικού.
Περαιτέρω, εντοπίζονται σοβαρές χρονικές ασυνέπειες ως προς τη διάρκεια του γάμου, τον χρόνο εγκατάλειψης της συζυγικής οικίας και τον χρόνο αναχώρησής της από τη Νιγηρία. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι παντρεύτηκε τον Φεβρουάριο του 2019 και εγκατέλειψε τον σύζυγό της τον Μάρτιο του 2020, ήτοι περίπου ένα έτος αργότερα. Στη συνέχεια ανέφερε ότι διέμενε με φίλη της για περίπου έξι μήνες και ακολούθως για περίπου έναν μήνα με φίλο του πατέρα της στην Abuja, πριν αναχωρήσει από τη χώρα. Ωστόσο, παρά τα ανωτέρω χρονικά δεδομένα, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία το 2021, γεγονός που δημιουργεί κενό περίπου ενάμιση έτους το οποίο δεν εξηγείται από την αφήγησή της. Κληθείσα να εξηγήσει την ανακολουθία αυτή, περιορίστηκε να αναφέρει ότι «μπέρδεψε τα χρόνια» και ότι «δεν θέλει να θυμάται εκείνες τις στιγμές».
Το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι κατά την αξιολόγηση αιτημάτων διεθνούς προστασίας δεν μπορεί να αναμένεται απόλυτη ακρίβεια ως προς όλες τις ημερομηνίες και επιμέρους λεπτομέρειες, ιδίως όταν πρόκειται για τραυματικές εμπειρίες. Ωστόσο, οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις στην παρούσα υπόθεση δεν αφορούν δευτερεύοντα ή περιφερειακά στοιχεία, αλλά ουσιώδεις πτυχές του βασικού αφηγήματος της Αιτήτριας, ήτοι τον χρόνο του γάμου, τη διάρκεια συμβίωσης, την ταυτότητα και τα χαρακτηριστικά του φερόμενου δράστη και τον λόγο του εξαναγκασμού.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μία συνεκτική, σαφή και ευλογοφανή αφήγηση ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό, ούτε να παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις ουσιώδεις αντιφάσεις και χρονικές ασυνέπειες που εντοπίστηκαν. Ως εκ τούτου, η κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση περί μη αποδοχής του ισχυρισμού ως εσωτερικά αξιόπιστου παρίσταται επαρκώς αιτιολογημένη και σύννομη. Γενικότερα, οι απαντήσεις της κατά τη διάρκεια της συνέντευξης χαρακτηρίζονταν από έλλειψη συνοχής και ευλογοφάνειας, ενώ η ίδια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματός της.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποδέχεται τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση/Εισήγηση, κρίνοντας ότι τα εντοπισθέντα στοιχεία πλήττουν εύλογα την εσωτερική αξιοπιστία του προβαλλόμενου ισχυρισμού και, συνακόλουθα, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποίησης από την αξιολόγηση των Καθ’ ων η Αίτηση
Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της EUAA/EASO[10], η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας εστιάζει στην ύπαρξη σαφούς, συνεκτικού και ευλογοφανούς αφηγήματος, ιδίως ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό περί δίωξης. Η αξιολόγηση αυτή αφορά τη διερεύνηση κατά πόσον οι δηλώσεις του αιτούντος και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία δύνανται να γίνουν αποδεκτά ως αξιόπιστα, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Συναφώς, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας προϋποθέτει εξέταση της εσωτερικής συνοχής των δηλώσεων, του βαθμού λεπτομέρειας, της ευλογοφάνειας και της συμβατότητάς τους με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Όπως δε επισημαίνεται από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες,[11] ένας αιτών δύναται να θεωρηθεί αξιόπιστος όταν οι ισχυρισμοί του παρουσιάζουν συνοχή και ευλογοφάνεια και δεν αντίκεινται στα κοινώς γνωστά πραγματικά δεδομένα, ώστε να δύνανται να δημιουργήσουν την απαιτούμενη πεποίθηση περί ύπαρξης βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση J.K. και Άλλοι κατά Σουηδίας, αρ. 59166/12 .
Περαιτέρω, στο εγχειρίδιο της EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου»[12] επισημαίνεται ότι απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη αξιολόγηση του κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά εκείνη που εύλογα θα αναμενόταν από πρόσωπο το οποίο αφηγείται πραγματική προσωπική εμπειρία. Συναφώς, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών ως προς ουσιώδη περιστατικά δύναται να συνιστά έλλειψη λυσιτελών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Ακολούθως, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C – 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012, η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας διενεργείται σε δύο αυτοτελή στάδια: αφενός στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και αφετέρου στη νομική αξιολόγηση αυτών υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας. Η εξακρίβωση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών είναι καθοριστικής σημασίας, καθότι αυτά αποτελούν τη βάση για την αξιολόγηση του ενδεχόμενου μελλοντικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μία συνεκτική, λογικά συνεπή και επαρκώς τεκμηριωμένη αφήγηση, ούτε παρείχε πειστικές εξηγήσεις για τις αντιφάσεις, τις ασυνέπειες και τις ελλείψεις που εντοπίστηκαν στις δηλώσεις της. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ενήλικο πρόσωπο, απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη ευαλωτότητας ή άλλου περιορισμού που να επηρεάζει την ικανότητά της να εκθέσει τα πραγματικά της βιώματα, οι αναφορές της παρέμειναν αόριστες, αποσπασματικές και στερούμενες προσωπικού και βιωματικού στοιχείου.
Η αφήγησή της, εξεταζόμενη υπό το πρίσμα της συνολικής αξιολόγησης των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, δεν αποδίδει την εικόνα αυθεντικής προσωπικής εμπειρίας, όπως εύλογα θα αναμενόταν από πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι υπέστη σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, η κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση περί μη αποδοχής των σχετικών ισχυρισμών ως εσωτερικά αξιόπιστων κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις αρχές που απορρέουν τόσο από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου όσο και από τη σχετική νομολογία.[13]
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρείται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν προέβησαν σε εκτενή αντιπαραβολή των δηλώσεων της Αιτήτριας με πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με φαινόμενα εξαναγκαστικών γάμων ή έμφυλης βίας στη Νιγηρία, κρίνοντας ότι τα λεγόμενά της αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του ισχυρισμού της.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Εφετείου στην υπόθεση Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφ. Αρ. 18/2023), η ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής δύναται να καθίσταται περιττή όταν ο ισχυρισμός έχει ήδη κριθεί μη αξιόπιστος λόγω σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής, ευλογοφάνειας και ύπαρξης ουσιωδών αντιφάσεων. Υιοθετώντας τις αρχές του εγχειριδίου EASO/EUAA περί αξιολόγησης αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας, το Εφετείο επισήμανε ότι η αναζήτηση εξωτερικών πηγών πληροφόρησης δεν είναι αναγκαία όταν υφίσταται «κατάφωρη έλλειψη εσωτερικής συνέπειας ή μη ικανοποιητικά εξηγημένες αποκλίσεις στα ουσιώδη στοιχεία του αιτήματος».
Εν προκειμένω, οι εντοπισθείσες αντιφάσεις και χρονικές ασυνέπειες δεν αφορούν περιφερειακά ή δευτερεύοντα στοιχεία, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι τον χρόνο και τις συνθήκες του γάμου, τα χαρακτηριστικά του φερόμενου συζύγου, τον λόγο του εξαναγκασμού και τη χρονική ακολουθία των γεγονότων που οδήγησαν στην αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής. Υπό τα δεδομένα αυτά, ακόμη και η ύπαρξη γενικών πληροφοριών περί εξαναγκαστικών γάμων στη Νιγηρία δεν θα αρκούσε, άνευ αξιόπιστης εξατομικευμένης αφήγησης, για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι δεν συνέτρεχε λόγος περαιτέρω διερεύνησης μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής, το παρόν Δικαστήριο, ασκώντας τον πλήρη και ex nunc έλεγχο νομιμότητας[14] και ουσίας που του αναγνωρίζεται στο πλαίσιο των διαφορών διεθνούς προστασίας, προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα αναφορικά με την ύπαρξη φαινομένων εξαναγκαστικών γάμων και έμφυλης βίας στη Νιγηρία.
Η ως άνω προσέγγιση συνάδει με το άρθρο 18(7Α)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο οι αποφάσεις επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας λαμβάνονται κατόπιν δέουσας, αντικειμενικής και εξατομικευμένης εξέτασης, στη βάση συγκεκριμένων και ακριβών πληροφοριών από αξιόπιστες πηγές, περιλαμβανομένων της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA), της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και διεθνών οργανισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως προς τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με το νομικό και κοινωνικό καθεστώς των εξαναγκαστικών γάμων στη Νιγηρία, καθώς και τη συχνότητα εμφάνισης σχετικών πρακτικών, ιδίως σε συνθήκες κοινωνικοοικονομικής ευαλωτότητας και παραδοσιακών κοινοτικών δομών.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδη ισχυρισμού, σε έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου καταγράφεται: «Σύμφωνα με τον Νόμο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, έναν ομοσπονδιακό νόμο, τα 18 έτη είναι η ελάχιστη ηλικία συναίνεσης σε γάμο τόσο για άνδρες όσο και για γυναίκες. Πηγές αναφέρουν ότι ο νόμος δεν έχει υιοθετηθεί από όλες τις πολιτείες και ότι το εθιμικό και το ισλαμικό δίκαιο, ειδικά στο Βορρά, εξακολουθούν να επιτρέπουν πρακτικές όπως οι αναγκαστικοί γάμοι. Ο αναγκαστικός γάμος, ιδίως νεαρών κοριτσιών, ήταν ένα από τα βασικά προβλήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναφέρθηκαν ότι συμβαίνουν στη Νιγηρία. Πηγές ανέφεραν ότι έχουν επίσης σημειωθεί περιπτώσεις αναγκαστικού γάμου γυναικών άνω των 18 ετών. Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο SabiLaw, έναν πάροχο υπηρεσιών πληροφόρησης που επικεντρώνεται σε νομικά, επιχειρηματικά και δικαστικά θέματα, ανέφερε ότι στη Νιγηρία, 'ο αναγκαστικός γάμος δεν περιορίζεται στα παιδιά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ακόμη και ενήλικες αναγκάζονται σε γάμους', σημειώνοντας ότι μπορεί να 'αναγκαστούν, να εξαπατηθούν ή να πειστούν να παντρευτούν παρά τη θέλησή τους, σύμφωνα με το εθιμικό και ισλαμικό δίκαιο'. Η ίδια πηγή ανέφερε ότι 'δεν είναι αδύνατο να βρεθούν άτομα που αναγκάζονται σε γάμους βάσει του αγγλικού δικαίου, τα οποία μπορεί να έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους υπό πίεση'.». Επιπλέον, επί της ίδιας πηγής, αναφέρεται ότι: «Ο αναγκαστικός γάμος στη Νιγηρία ποινικοποιείται βάσει του Νόμου για τα Δικαιώματα του Παιδιού και του Νόμου περί (Απαγόρευσης) Βίας κατά Προσώπων (VAPP). Ο Νόμος περί (Απαγόρευσης) Βίας κατά Προσώπων (VAPP) ερμηνεύει τον αναγκαστικό γάμο ως μέρος των 'επιβλαβών πρακτικών'.»[15]
Σε πρόσφατη έκθεση της EUAA, αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στην Νιγηρία κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, αναγράφονται τα εξής: «Οι κύριοι παράγοντες που ευνοούν τους παιδικούς γάμους περιλαμβάνουν τη φτώχεια, την περιορισμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση, τις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις, τη θρησκεία και τις πολιτισμικές παραδόσεις — όπως ο γάμος κοριτσιών πριν την εφηβεία, με σκοπό τη διαφύλαξη της υποτιθέμενης παρθενίας τους. Η ανασφάλεια και η αστάθεια συνέχισαν να επηρεάζουν την επικράτηση των παιδικών γάμων στη βορειοανατολική Νιγηρία. Boko Haram και άλλες ένοπλες ομάδες ανάγκασαν πολλές γυναίκες και κορίτσια να παντρευτούν. Τον Απρίλιο του 2024, η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι 82 από τις 276 μαθήτριες που απήγαγε η Boko Haram κατά την επίθεση στο Chibok το 2014 παραμένουν αιχμάλωτες και κάλεσε τις νιγηριανές αρχές να διερευνήσουν τις κατηγορίες ότι τουλάχιστον 20 από τις γυναίκες υποβλήθηκαν σε αναγκαστικό γάμο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο παιδικός γάμος χρησιμοποιείται συχνά από τις οικογένειες ως μέτρο προστασίας από την απαγωγή, τη σεξουαλική κακοποίηση και την οικονομική ανασφάλεια.»[16]
Στο πλαίσιο της συνολικής προσέγγισης της CWSI για την ενδυνάμωση των γυναικών και των κοριτσιών και την αντιμετώπιση των προκλήσεων που συνδέονται με τη φτώχεια, ο οργανισμός έχει αφιερωθεί στην εξάλειψη των παιδικών, πρόωρων και αναγκαστικών γάμων, οι οποίοι συχνά οφείλονται σε κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες στις πολιτείες Cross River και Jigawa.Αυτή η επιβλαβής πρακτική οφείλεται στην ανισότητα των φύλων και στην έλλειψη ευαισθητοποίησης, ενώ επιδεινώνεται από τις οικονομικές δυσκολίες καθώς και από το γεγονός ότι δεν θεωρείται κοινωνικό πρόβλημα.[17]
Οι ανωτέρω πληροφορίες καταδεικνύουν ότι φαινόμενα εξαναγκαστικών και πρόωρων γάμων εξακολουθούν να καταγράφονται στη Νιγηρία, παρά την ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου που ποινικοποιεί σχετικές πρακτικές. Οι πληροφορίες αυτές δύνανται να λειτουργήσουν ως ενισχυτικός δείκτης εξωτερικής αξιοπιστίας σε υποθέσεις όπου ο σχετικός ισχυρισμός έχει προηγουμένως θεμελιωθεί κατά τρόπο εσωτερικά συνεκτικό και αξιόπιστο.
Εντούτοις, στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις, χρονικές ασυνέπειες και ελλείψεις αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν στην προσωπική αφήγηση της Αιτήτριας. Παρά την ύπαρξη φαινομένων εξαναγκαστικών γάμων στη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει μία σαφή, συνεκτική και ευλογοφανή εξατομικευμένη αφήγηση ως προς τα περιστατικά που επικαλείται ότι η ίδια βίωσε.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί κατά τον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης και, ως εκ τούτου, ορθώς δεν έγινε αποδεκτός από τη Διοίκηση.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ούτε ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας περί του ισχυριζόμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού ούτε ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός περί εξαναγκαστικού γάμου κατέστη δυνατό να θεμελιωθούν κατά τρόπο αξιόπιστο. Οι σχετικές δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις ασάφειες, αντιφάσεις, χρονικές ανακολουθίες και έλλειψη επαρκούς βιωματικού και προσωπικού στοιχείου, στοιχεία που πλήττουν καίρια την εσωτερική αξιοπιστία των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν αφενός τη δυσμενή μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη Νιγηρία και αφετέρου την ύπαρξη φαινομένων εξαναγκαστικών γάμων και έμφυλης βίας, οι γενικές αυτές πληροφορίες δεν δύνανται, ελλείψει αξιόπιστης και εξατομικευμένης αφήγησης, να υποκαταστήσουν την απαιτούμενη απόδειξη ότι η ίδια η Αιτήτρια υπήρξε ή ενδέχεται να καταστεί προσωπικά αντικείμενο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω των επικαλούμενων περιστατικών. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω ουσιώδεις ισχυρισμοί ορθώς δεν έγιναν αποδεκτοί από τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν διά της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας αναφορικά με την ανάγκη ευαίσθητου χειρισμού αιτημάτων διεθνούς προστασίας που συνδέονται με ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού και έμφυλης βίας, καθώς και τις αναφορές σε κατευθυντήριες οδηγίες της EUAA και της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι πρόσωπα τα οποία επικαλούνται τραυματικές εμπειρίες ή φόβο κοινωνικού στιγματισμού ενδέχεται να παρουσιάζουν δυσκολία στην αφήγηση προσωπικών βιωμάτων ή να αποφεύγουν λεπτομέρειες ιδιαιτέρως προσωπικής φύσεως.
Ωστόσο, οι αρχές αυτές δεν αναιρούν την υποχρέωση στοιχειώδους εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά του αιτήματος. Στην παρούσα υπόθεση, οι εντοπισθείσες αντιφάσεις και ανακολουθίες δεν περιορίζονται σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες ή σε πτυχές συναισθηματικής έκφρασης των ισχυριζόμενων βιωμάτων της Αιτήτριας, αλλά αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα των προβαλλόμενων ισχυρισμών της, συμπεριλαμβανομένων της χρονικής αλληλουχίας των γεγονότων, των συνθηκών του ισχυριζόμενου εξαναγκαστικού γάμου, της οικογενειακής της κατάστασης, καθώς και ουσιωδών στοιχείων αναφορικά με τον επικαλούμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής και οι αναφορές σε δυσμενείς συνθήκες για ΛΟΑΤΚΙ+ πρόσωπα ή σε περιστατικά εξαναγκαστικών γάμων στη Νιγηρία δεν απαλλάσσουν από την ανάγκη αξιόπιστης εξατομικευμένης θεμελίωσης των σχετικών ισχυρισμών. Η ύπαρξη γενικού κινδύνου ή κοινωνικού φαινομένου σε μία χώρα δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την αναγνώριση διεθνούς προστασίας, ελλείψει πειστικής σύνδεσης του συγκεκριμένου αιτητή με τον επικαλούμενο κίνδυνο (βλ. ΔΕΕ M’Bodj (C-542/13). Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν διά της γραπτής αγόρευσης δεν ανατρέπουν τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η Αίτηση ως προς την ουσιώδη έλλειψη αξιοπιστίας των επίμαχων ισχυρισμών.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο όρος «βάσιμος φόβος» προϋποθέτει την ύπαρξη αντικειμενικά δικαιολογημένου κινδύνου δίωξης, ο οποίος πρέπει να εμφανίζεται ως εύλογα πιθανός υπό το φως των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή και των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του. Η διαπίστωση αυτή συναρτάται άμεσα με την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και των αποδεικτικών στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθόσον προϋποθέτει ότι τα προβαλλόμενα πραγματικά περιστατικά κρίνονται επαρκώς αξιόπιστα και εξατομικευμένα ώστε να μπορούν να θεμελιώσουν μελλοντικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του λεγόμενου «ευεργετήματος της αμφιβολίας», όπως αυτό αποτυπώνεται στην παρ. 204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες[18]. Και τούτο διότι η εφαρμογή της εν λόγω αρχής προϋποθέτει ότι ο αιτητής έχει καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του και ότι οι δηλώσεις του κρίνονται γενικώς συνεκτικές και αξιόπιστες. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει με συνεκτικό, σαφή και βιωματικό τρόπο ούτε τον ισχυρισμό περί δίωξης λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ούτε τον ισχυρισμό περί εξαναγκαστικού γάμου και μεταγενέστερης δίωξης από τον σύζυγο ή την οικογένειά της, ενώ οι ουσιώδεις ασάφειες, αντιφάσεις και χρονικές ανακολουθίες που εντοπίστηκαν αποκλείουν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής. Η δε νομολογία έχει επανειλημμένως αναγνωρίσει ότι η ουσιώδης αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του αιτητή συνιστά νόμιμη βάση απόρριψης αιτήματος διεθνούς προστασίας (βλ. Ανωτ. Δικ. Amiri ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358· Khalil ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Εφόσον ο Αιτητής, ο οποίος φέρει το πρωταρχικό βάρος απόδειξης της αξίωσής του δυνάμει του Άρθρου 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν υπέβαλε οτιδήποτε ικανό να οδηγήσει σε αμφισβήτηση τις διαπιστώσεις της Υπηρεσίας Ασύλου, ούτε προσκόμισε συγκεκριμένη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, απέτυχε να αποδείξει ή έστω να πιθανολογήσει ότι η Διοίκηση υπέπεσε σε πλάνη.(βλ.B.R.N. (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 11/2024). Παρά την εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου για πλήρη και ex nunc έλεγχο των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, εάν ο Αιτητής ουδέν πράξει προς την κατεύθυνση της παρουσίασης νέων στοιχείων, οι ελλείψεις και αντιφάσεις που εντοπίστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία παραμένουν ισχυρές.( BL. CHUKWUJI FESTUS UZU (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2022). Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την έλλειψη προσκόμισης ουσιαστικών στοιχείων που να τεκμηριώνουν το αίτημα διεθνούς προστασίας. ( ΗΑSSAN ALI (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2023). Κατά συνέπεια, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας που να κλονίζει την ορθότητα των διαπιστώσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να επικυρώσει τη διοικητική κρίση ως εύλογη και δεόντως αιτιολογημένη. (βλ. BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023).
Στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και κατόπιν συνολικής αξιολόγησης του φακέλου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης υπό την έννοια των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Η Αιτήτρια είναι ενήλικη, σε καλή κατάσταση υγείας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και με την ύπαρξη συγγενικού και κοινωνικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της, χωρίς να έχει τεκμηριωθεί οποιοσδήποτε εξατομικευμένος κίνδυνος εις βάρος της.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Η επίδικη απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση παρίσταται, συνεπώς, επαρκώς αιτιολογημένη, νομίμως ερειδόμενη και εκδοθείσα κατόπιν δέουσας και εξατομικευμένης εξέτασης του αιτήματος διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας.
Ως προς το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και αφορά τον κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος στέρησης της ζωής του αιτητή, είτε από κρατικούς είτε από μη κρατικούς δρώντες. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι ακόμη και πράξεις ιδιωτών δύνανται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, εφόσον ο κίνδυνος θανάτωσης είναι πραγματικός, προσωπικός και επαρκώς αποδεδειγμένος ( βλ. ΔΕΕ WS v. SAR, C-621/21· Laghman, C-217/23).
Εν προκειμένω, όμως, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει, κατά τρόπο αξιόπιστο και επαρκή, ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο θανάτωσης ή εκτέλεσης σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία. Οι ισχυρισμοί της περί κινδύνου λόγω του ισχυριζόμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού και του προβαλλόμενου εξαναγκαστικού γάμου κρίθηκαν μη αξιόπιστοι ως προς τον πυρήνα τους, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ασυνεπειών και έλλειψης εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, δεν προέκυψε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι συγκεκριμένα πρόσωπα εξακολουθούν να την αναζητούν ή να διατηρούν ενεργή πρόθεση πρόκλησης θανατηφόρας βλάβης εις βάρος της. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του Νόμου.
Ως προς το άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και αφορά τον κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, σημειώνεται ότι η εν λόγω διάταξη ερμηνεύεται σε συνάφεια με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σχετική νομολογία του ΔΕΕ έχει καταστήσει σαφές ότι η προστασία αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού, προσωπικού και εξατομικευμένου κινδύνου σοβαρής βλάβης, ο οποίος πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία (βλ. (βλ. MP v. Secretary of State, C-353/16· M’Bodj, C-542/13· WS v. SAR, C-621/21).
Περαιτέρω, από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι στη Νιγηρία εξακολουθούν να καταγράφονται περιστατικά διακρίσεων, κοινωνικού στιγματισμού και έμφυλης βίας, καθώς και δυσμενής μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων και φαινόμενα εξαναγκαστικών γάμων σε ορισμένες περιοχές της χώρας. Ωστόσο, η ύπαρξη γενικών δυσχερειών, κοινωνικών διακρίσεων ή προβληματικών συνθηκών ασφαλείας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης. Όπως έχει κριθεί στην υπόθεση OA (C-255/19),, κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες ή γενικές συνθήκες ανασφάλειας δεν συνιστούν καθεαυτές σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Αντίστοιχα, στην υπόθεση Elgafaji (C-465/07), το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι απαιτείται σοβαρή και ατομική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας, σε τέτοιο επίπεδο ώστε η ίδια η παρουσία του προσώπου στην περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο.
Στην παρούσα υπόθεση, δεν προέκυψε ότι η Αιτήτρια διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή εξατομικευμένο προφίλ που να την καθιστούν ειδικό στόχο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία. Αντιθέτως, πρόκειται για ενήλικο πρόσωπο, σε καλή κατάσταση υγείας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και με την ύπαρξη οικογενειακού και κοινωνικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν ορισμένες κοινωνικές ομάδες στη Νιγηρία, δεν στοιχειοθετείται ότι η επιστροφή της Αιτήτριας θα την εκθέσει σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.
Αντίστοιχα, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η εφαρμογή του άρθρου 3 προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού, προσωπικού και επαρκώς αποδεδειγμένου κινδύνου έκθεσης σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (βλ. Saadi v. Italy, αρ. προσφ. 37201/06, §125· Paposhvili v. Belgium, αρ. προσφ. 41738/10, §183· M.O. v. Switzerland, αρ. προσφ. 41282/16, §75· Savran v. Denmark, αρ. προσφ. 57467/15, §§124–127).). Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η ύπαρξη γενικευμένης βίας ή δυσμενών συνθηκών στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την ενεργοποίηση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ελλείψει εξατομικευμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο αιτητής διατρέχει προσωπικό κίνδυνο (βλ. N.A. v. United Kingdom, αρ. 25904/07, §§114, 116, 117, 128· JK and Others v. Sweden, αρ. 59166/12, §§103–105).
Εν προκειμένω, ελλείψει αξιόπιστων και εξατομικευμένων στοιχείων που να τεκμηριώνουν ότι η Αιτήτρια διατρέχει προσωπικό, πραγματικό και άμεσο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής ούτε του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου ούτε του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, σημειώνεται ότι ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji - Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram. Επί της ίδιας ιστοσελίδας καταγράφεται πως «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές εναντίον υποτιθέμενων θέσεων τρομοκρατών. Μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου της Νιγηρίας οδήγησε σε ανασχηματισμό της στρατιωτικής ηγεσίας.».[19]
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας, τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 24/04/2026), καταγράφηκαν 95 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 64 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[20] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Edo το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4,777,000 κατοίκους.[21]
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας, καθότι τα καταγραφόμενα περιστατικά ασφαλείας στην εν λόγω περιοχή δεν εμφανίζουν τέτοια συχνότητα, ένταση, γεωγραφική έκταση ή βαθμό αδιακρίτως ασκούμενης βίας ώστε να συνάγεται ότι ένας άμαχος διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνον της παρουσίας του στην περιοχή. Τα διαθέσιμα αντικειμενικά δεδομένα δεν καταδεικνύουν κατάσταση γενικευμένης βίας τέτοιας σοβαρότητας ώστε να ενεργοποιείται το προστατευτικό πεδίο του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, υπό την έννοια που αποδόθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Elgafaji.
Περαιτέρω, δεν προέκυψαν ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις, χαρακτηριστικά ή στοιχεία εξατομίκευσης που να δύνανται να επιτείνουν τον κίνδυνο που πιθανόν να διατρέχει η Αιτήτρια σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής. Η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι ανήκει σε κατηγορία προσώπων που εκτίθενται ειδικώς σε αυξημένο κίνδυνο ούτε ότι διαθέτει προσωπικό προφίλ ικανό να μειώσει το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας, στη βάση της λεγόμενης «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή διαμορφώθηκε στη νομολογία του ΔΕΕ (βλ. και CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 10.6.2021). Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα της Αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή της. Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».
Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε η Αιτήτρια ενώπιον της. Οι Καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, ο λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία για το λόγο μη υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε την αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξης και την εισήγηση του λειτουργού. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427),
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 καθόρισε τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή, η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[2] Βλ. ΕΔΑΔ Said v Netherlands Αριθμός Αιτ. 2345/02, 5 Ιουλίου 2005 Παρ. 53
[3] Βλ. J.K. v. and Others v. Sweden, Αριθμός Αιτ.. 59166/12, 23 Αυγούστου 2016 Παρ. 93
[4] βλ. ΕΟU ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2273/2023, 28/2/2025, όπου η έντιμη συνάδελφος Δικαστής κα Ε. Ρήγα επεσήμανε τον κίνδυνο το εν λόγω μοντέλο να λειτουργήσει με κανονιστικό τρόπο, να ομογενοποιήσει τις εμπειρίες των αιτητών και να ενισχύσει στερεοτυπικές αντιλήψεις.
[5] Βλ. Δικαστικής ανάλυσης για την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» της EUAA φεβ.2023 παρ. 1.2.8. https://www.euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system
[6] Βλ ΔΕΕ AH και FN (C-608/22 και C-609/22) σκ 52 όπως επίσης και Alheto (C-585/16)
[7] UK Home Office, UK Visas and Immigration, Guidance, Country Policy and Information Note: Sexual Orientation, Gender Identity and Expression, and Sex Characteristics, Nigeria, 30 June 2025 (Updated), https://www.gov.uk/government/publications/nigeria-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-sexual-orientation-gender-identity-and-expression-and-sex-characteristics-nigeria-june-2025-accessible [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/04/2026]
[8] Freedom House, Freedom in the World 2025 - Nigeria, 2025, https://freedomhouse.org/country/nigeria/freedom-world/2025 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/04/2026]
[9] USDOS - US Department of State, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Nigeria, 23 April 2024, σελ. 35, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/04/2026]
[10] Practical Guide on Evidence and Risk Assessment- January 2024 https://www.euaa.europa.eu/publications/practical-guide-evidence-and-risk-assessment
[11] Βλ.. §204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες,
[12] www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[13] βλ. αποφάσεις Εφετείου ειδικότερα: Chukwuji Festus Uzu (36/2022), όπου τονίζεται η ανάγκη για βιωματική διάσταση και αληθοφάνεια στην αφήγηση γνήσιων εμπειριών, B.R.N. (11/2024), αναφορικά με την αποτυχία δημιουργίας σαφούς βιωματικής εικόνας, και John Mbi Ebot (141/2023), σχετικά με την έλλειψη λεπτομερειών που εύλογα αναμένονται από πρόσωπα με προσωπικά βιώματα· βλ. επίσης Bolarninwa Emmanuel Johnson (95/2023) για την εφαρμογή των δεικτών αξιοπιστίας της EUAA.
[14] Βλ ΔΕΕ Alheto (C-585/16)
[15] EUAA, COI QUERY RESPONSE - Nigeria: Forced marriage of adult women in Enugu State, including prevalence, legislation, state protection, support services and ability of an adult woman to refuse a forced marriage (Reference period: January 2022 to 31 August 2023), 6 September 2023, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q35_Nigeria_Forced_marriage_adult_women.pdf, σελ. 2, 3 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/04/2026]
[16] EUAA, COI Report - Nigeria: Country Focus, November 2025, σελ.58[Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/04/2026]
[17] Centre for Women Studies and Intervention (author), CSW (ed. or publisher): Statement submitted by Centre for Women Studies and Intervention, a non-governmental organization in consultative status with the Economic and Social Council [E/CN.6/2024/NGO/50], 4 December 2023, σελ.2
https://www.ecoi.net/en/file/local/2107591/n2335005.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/04/2026]
[18] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50
[19] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30/04/2026]
[20] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Edo, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 24.04.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026]
[21] City Population - Nigeria – Edo https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [Ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο