P.N. προσωπικά και ως κηδεμόνας του ανήλικου τέκνου της κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4632/24, 14/5/2026
print
Τίτλος:
P.N. προσωπικά και ως κηδεμόνας του ανήλικου τέκνου της κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4632/24, 14/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 4632/24

 

14 Μαΐου, 2026

 

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

1.     P.N. προσωπικά και ως κηδεμόνας του ανήλικου τέκνου της

2.    L.A.G.

 

 

Αιτητές

 

-και-

 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

........

 

Κ. Κουπαρή (κα) Δικηγόρος για τους Αιτητές

Κ. Σάββα  (κα),  Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι Αιτητές, διά της παρούσας προσφυγής, αξιώνουν την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 22.10.2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 01.11.2024 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όπως εκτίθεται στην ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια αρ. 1 είναι υπήκοος Καμερούν, ενώ ο Αιτητής αρ. 2 αποτελεί το ανήλικο τέκνο αυτής. Στις 28.06.2023, η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ακολούθως, στις 04.10.2024, πραγματοποιήθηκε η προσωπική της συνέντευξη ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου.

Εν συνεχεία, στις 22.10.2024, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Η εν λόγω εισήγηση έγινε αποδεκτή αυθημερόν από τον αρμόδιο Προϊστάμενο, ο οποίος προέβη στην έκδοση απορριπτικής απόφασης, δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η επιστροφή της Αιτήτριας στο Καμερούν.

Η επίδικη απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 01.11.2024, ενώ στις 20.11.2024 καταχωρίστηκε η παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, υπό τον αριθμό 4632/2024.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ

Ακολούθως, διά της συνηγόρου της, η Αιτήτρια προβάλλει, στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας, πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς, εντούτοις, αυτοί να συνοδεύονται από επαρκή εξειδίκευση, σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

Διά της γραπτής της αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί ως λόγους ακύρωσης τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα, καθώς και ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, υποβάλλει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί φόβου δίωξής της, χωρίς να προβούν σε δέουσα και επαρκή διερεύνηση των σχετικών ισχυρισμών της.

Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια είχε χαρακτηριστεί ως ευάλωτο πρόσωπο, καθότι κυοφορούσε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής της. Συναφώς, η Αιτήτρια παρέδωσε έξι φωτογραφίες, ισχυριζόμενη ότι αυτές λήφθηκαν από γείτονές της κατά τη νοσηλεία της σε νοσοκομείο και ότι απεικονίζουν την ίδια τραυματισμένη στο κεφάλι να λαμβάνει ιατρική περίθαλψη. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δεν παραπέμφθηκε, δυνάμει του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, σε ιατρό προς επιβεβαίωση της φύσης και της προέλευσης του εν λόγω τραυματισμού, ούτε έγινε παραπομπή στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για τη σύνταξη σχετικής έκθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου. Επιπροσθέτως, προβάλλεται ότι ο εν λόγω τραυματισμός δεν αξιολογήθηκε ως αυτοτελής ισχυρισμός.

Η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει περαιτέρω ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της, ενώ εκφράζει διαφωνία και ως προς τα συμπεράσματα της αρμόδιας λειτουργού.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης διοικητικής πράξης, υποβάλλοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του Νόμου παρεχόμενων εξουσιών, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι η Αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της.

Διά της απαντητικής της αγόρευσης, η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς και μη δέουσας έρευνας, εσφαλμένης αξιολόγησης της αξιοπιστίας της Αιτήτριας και παράβασης των υποχρεώσεων της Διοίκησης δυνάμει των άρθρων 9, 13 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας αναφορικά με περιστατικά έμφυλης βίας και τραυματισμού της, καθότι δεν προέβησαν σε ιατρική αξιολόγηση των προσκομισθεισών φωτογραφιών ούτε σε παραπομπή της στις αρμόδιες υπηρεσίες για αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της.

Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις στην αφήγηση της Αιτήτριας ήταν επουσιώδεις και δεν επηρέαζαν τον πυρήνα των ισχυρισμών της, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της ψυχολογικής της κατάστασης και της εγκυμοσύνης της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπροσθέτως, προβάλλεται ότι δεν αξιολογήθηκε δεόντως το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας, ούτε οι ιδιαίτερες προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στο Καμερούν, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται επαρκούς αιτιολογίας και να παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης.

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, η συνήγορος της Αιτήτριας ανέφερε ότι η τελευταία παρακολουθείται από ψυχίατρο, αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα και λαμβάνει σχετική φαρμακευτική αγωγή. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, προσκομίστηκε έγγραφο στο οποίο καταγράφεται η φαρμακευτική αγωγή που, σύμφωνα με τα λεγόμενα της συνηγόρου, λαμβάνει η Αιτήτρια. Η συνήγορος υποστήριξε περαιτέρω ότι, λόγω της ως άνω κατάστασης, η Αιτήτρια εμπίπτει σε ευάλωτη ομάδα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι διαμένει στην Κυπριακή Δημοκρατία μαζί με το ανήλικο τέκνο της.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ.

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται διά της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας, φρονώ ότι οι αιτιάσεις της εδράζονται αφενός σε ισχυριζόμενη έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης και αφετέρου στην ουσία της αίτησής της για διεθνή προστασία, ήτοι στους ισχυρισμούς περί φόβου δίωξης και κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης άπτονται τόσο της νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας όσο και της ουσιαστικής κρίσης επί των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Παρά την εκτενή ανάπτυξη επιχειρημάτων διά της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί παραμένουν, κατά το πλείστον, γενικοί και αόριστοι, χωρίς επαρκή σύνδεση με συγκεκριμένα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ή με ουσιώδεις πλημμέλειες της διοικητικής έρευνας ικανές να κλονίσουν τη νομιμότητα και την ουσιαστική βασιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Η νομολογία ορίζει ότι οι νομικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται με γενικότητα και αοριστία, χωρίς να συνοδεύονται από υπαγωγή στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και χωρίς τεκμηρίωση του θεμελίου τους, δεν μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.(βλ. JOHN MBI EBOT (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 141/2023).

Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται διά της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας, φρονώ ότι οι αιτιάσεις της εδράζονται αφενός σε ισχυριζόμενη έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης και αφετέρου στην ουσία της αίτησής της για διεθνή προστασία, ήτοι στους ισχυρισμούς περί φόβου δίωξης και κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης άπτονται τόσο της νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας όσο και της ουσιαστικής κρίσης επί των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω σκόπιμο όπως οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας εξεταστούν υπό την ιδιότητα του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, ώστε να αξιολογηθεί τόσο η επάρκεια της διενεργηθείσας έρευνας όσο και η βασιμότητα των ουσιαστικών ισχυρισμών της αναφορικά με την υπαγωγή της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. (Βλ. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Δ/ντη Υπηρεσίας Ασύλου ν. Gurdhian Singh, Έφεση Αρ. 26/20, ημερ. 10.09.2024, Devi Prasad Siwakoti ν. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 135/2023, ημερ. 20.03.2025 και Aristote Bonsange Mambulu ν. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 155/2023, ημερ. 18.03.2025)

Στο πλαίσιο του ελέγχου της προσβαλλόμενης, το Δικαστήριο εξετάζει εάν το αρμόδιο όργανο ερεύνησε και συνεκτίμησε όλα τα στοιχεία που όφειλε, κατά τις πρόνοιες του Νόμου, προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή του. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέγει και εξετάζει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται, κατ’ αρχήν, στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφοροποιούνται ανά περίπτωση (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270· Α.Ε. αρ. 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345· Jamal Karou ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010).

Υπό τα ανωτέρω, το Δικαστήριο προσεγγίζει το ζήτημα με βάση τα ενώπιόν του στοιχεία και το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη δεδομένα και πραγματικά περιστατικά τα οποία είχαν ενώπιόν τους οι Καθ’ ων η Αίτηση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατέθηκαν από την Αιτήτρια 1, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και προκύπτουν από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, και τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς την καταγραφή τους, η Αιτήτρια, κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας φόβου για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα.

Ειδικότερα, ανέφερε ότι το έτος 2017 γνώρισε τον αρραβωνιαστικό της, με τον οποίο διατηρούσε σχέση, ενώ σύντομα έμεινε έγκυος στο κοινό τους τέκνο, το οποίο σήμερα είναι ηλικίας έξι ετών. Μετά τη γέννηση του παιδιού, η πρώην σύντροφος του αρραβωνιαστικού της άρχισε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, να απειλεί τόσο την ίδια όσο και τον σύντροφό της, επειδή δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της μεταξύ τους σχέσης.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι, το 2018, ομάδα ανδρών συνοδευόμενη από την εν λόγω γυναίκα εισήλθε στην οικία της και της άσκησε σωματική βία, με αποτέλεσμα να νοσηλευτεί για χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας. Ανέφερε δε ότι, μετά το περιστατικό αυτό, οι απειλές σταμάτησαν για ορισμένα έτη.

Ωστόσο, κατά τους ισχυρισμούς της, το έτος 2022 η ίδια γυναίκα επανήλθε με νέες απειλές κατά της ζωής της ίδιας και του συντρόφου της, επικοινωνώντας τηλεφωνικώς και αναφέροντας ότι θα τους σκοτώσει. Επιπλέον, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, έναν μήνα πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, δέχθηκε εκ νέου επίθεση από ομάδα ανδρών, συνεπεία της οποίας νοσηλεύτηκε για δεύτερη φορά, ενώ βρισκόταν ήδη στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της.

Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η ζωή της βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο και ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, λόγω της προχωρημένης εγκυμοσύνης της και του συνεχιζόμενου φόβου για νέα επίθεση. Τέλος, ανέφερε ότι, για οικονομικούς λόγους, ο σύντροφός της και το παιδί τους δεν ήταν σε θέση να τη συνοδεύσουν στην Κυπριακή Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να αφιχθεί μόνη της, αναζητώντας προστασία και ασφάλεια.

Κατά τη συνέντευξη ευαλωτότητάς της, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 29.06.2023, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο (βλ. ερυθ. 25-19 Δ.Φ.). Ειδικότερα, ανέφερε ότι η πρώην σύντροφος του αρραβωνιαστικού της την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει, καθότι δεν αποδεχόταν τη μεταξύ τους σχέση.

Περαιτέρω, δήλωσε ότι, το έτος 2018, ομάδα ανδρών συνοδευόμενη από την εν λόγω γυναίκα μετέβη στην οικία της και της άσκησε σωματική βία, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να ανακτήσει τις αισθήσεις της στο νοσοκομείο, όπου και νοσηλεύτηκε μέχρι την ανάρρωσή της. Ανέφερε δε ότι παρόμοιο περιστατικό έλαβε χώρα και το έτος 2022.

Η Αιτήτρια πρόσθεσε ότι η ίδια γυναίκα συνέχισε να την απειλεί, αποστέλλοντας μηνύματα στον αρραβωνιαστικό της, με τα οποία απαιτούσε τη διακοπή της σχέσης τους, διαφορετικά θα τους σκότωνε. Τέλος, δήλωσε ότι, τον Μάιο του ίδιου έτους, δέχθηκε εκ νέου επίθεση από ομάδα ανδρών ενώ κατευθυνόταν προς την αγορά, συνεπεία της οποίας νοσηλεύτηκε για χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας και τεσσάρων ημερών, ενώ ανέφερε ότι το παιδί της είναι πλέον καλά.

Περαιτέρω, προκύπτει ότι, δυνάμει σχετικής παραπομπής ημερομηνίας 29.06.2023, η Αιτήτρια παραπέμφθηκε για ιατρικές εξετάσεις στο ιατρείο του ΚΕΠΥ Πουρνάρα, καθότι διένυε τον έβδομο μήνα της εγκυμοσύνης της (βλ. ερυθ. 18 Δ.Φ.).

Κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στο Καμερούν, στην περιοχή Mankon της πόλης Bamenda, στην επαρχία Northwest Region. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μεγάλωσε και διέμενε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της στην πόλη Bamenda της ίδιας επαρχίας, ενώ πρόσθεσε ότι, πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, διέμεινε για χρονικό διάστημα τριών μηνών στην περιοχή Kribi της επαρχίας Southwest Region. Ως προς το θρήσκευμά της, δήλωσε ότι είναι Χριστιανή.

Η Αιτήτρια δήλωσε επίσης ότι είναι αρραβωνιασμένη και μητέρα δύο άρρενων ανήλικων τέκνων. Ανέφερε ότι το ένα εκ των τέκνων της διαμένει μαζί με τον αρραβωνιαστικό της στην πόλη Bamenda, ενώ το δεύτερο ανήλικο τέκνο της, ήτοι ο Αιτητής αρ. 2, βρίσκεται μαζί της στην Κυπριακή Δημοκρατία και γεννήθηκε στις 22.09.2023 (βλ. ερυθ. 33 Δ.Φ.). Περαιτέρω, δήλωσε ότι πατέρας του εν λόγω ανηλίκου είναι επίσης ο αρραβωνιαστικός της, ο οποίος εξακολουθεί να διαμένει στο Καμερούν.

Αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι ο πατέρας της διαμένει στην Bamenda, ενώ η μητέρα της απεβίωσε το έτος 2014. Πρόσθεσε ότι έχει τρεις αδελφές και έναν αδελφό. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, ανέφερε ότι είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα και σε περιορισμένο βαθμό τη γαλλική, ενώ δήλωσε ότι εργάστηκε σε ξενοδοχείο και διατηρούσε δική της επιχείρηση πώλησης ποτών και ειδών σίτισης στην Bamenda.

Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η πρώην σύντροφος του αρραβωνιαστικού της αντιτασσόταν στη σχέση τους και προέβαινε σε απειλές εις βάρος τους. Ανέφερε ότι η εν λόγω γυναίκα ονομαζόταν “Randa”, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει το πλήρες όνομά της, και ότι εργαζόταν σε εταιρεία δικτύου πώλησης καρτών SIM. Δήλωσε περαιτέρω ότι δεν γνώριζε ούτε τον τόπο διαμονής ούτε τον τόπο καταγωγής της εν λόγω γυναίκας.

Η Αιτήτρια ανέφερε ότι η μεταξύ τους διαφορά ξεκίνησε το έτος 2017, όταν η εν λόγω γυναίκα πληροφορήθηκε ότι η ίδια διατηρούσε σχέση με τον πρώην σύντροφό της. Από τότε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, δεχόταν επανειλημμένες απειλές, κυρίως μέσω μηνυμάτων που αποστέλλονταν στον αρραβωνιαστικό της, στα οποία αναφερόταν ότι, εάν δεν τερματίσει τη σχέση τους, θα τους σκοτώσει. Δήλωσε δε ότι απειλές δεχόταν και ο αρραβωνιαστικός της.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι υπέστη ξυλοδαρμό από ομάδα ανδρών, στην οποία συμμετείχε και η εν λόγω γυναίκα, ενώ ανέφερε ότι το τελευταίο σχετικό περιστατικό έλαβε χώρα το έτος 2021. Αναφορικά με τις απειλές που δεχόταν, δήλωσε ότι αυτές αφορούσαν απειλές κατά της ζωής της, προσθέτοντας ότι η πρώτη εξ αυτών έλαβε χώρα το 2017 και η τελευταία το 2023.

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο αρραβωνιαστικός της δεν την ακολούθησε κατά την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής τους, λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Ανέφερε δε ότι, παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος είχε δεχθεί απειλές, δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη, καθότι απευθύνθηκε στην αστυνομία και έτυχε προστασίας εκ μέρους των αρχών. Αντιθέτως, η ίδια δήλωσε ότι δεν αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές για προστασία, επισημαίνοντας ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει να βιώνει την κατάσταση αυτή και προτίμησε να εγκαταλείψει τη χώρα.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το έτος 2017 δέχθηκε επίθεση στην οικία της στην πόλη Bamenda. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι άκουσε χτύπημα στην πόρτα και, όταν την άνοιξε, αντίκρισε ομάδα ανδρών, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και η προαναφερθείσα γυναίκα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, υπέστη σοβαρό ξυλοδαρμό μέχρις ότου έχασε τις αισθήσεις της.

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατά το εν λόγω περιστατικό εμφανίστηκαν τέσσερις άνδρες συνοδευόμενοι από την προαναφερθείσα γυναίκα, η οποία της ανέφερε να μείνει μακριά από τον άνδρα της, ενώ ακολούθως τα πρόσωπα αυτά την κτύπησαν και τη λάκτισαν μέχρι που έχασε τις αισθήσεις της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, μετά το περιστατικό, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο από γείτονες, οι οποίοι άκουσαν θόρυβο και έσπευσαν να διαπιστώσουν τι συνέβαινε. Δήλωσε δε ότι δεν γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, καθότι ήταν αναίσθητη.

Η Αιτήτρια πρόσθεσε ότι νοσηλεύτηκε για μία εβδομάδα και ότι υπέστη τραυματισμό στο κεφάλι. Επιπλέον, προσκόμισε έξι φωτογραφίες, οι οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, απεικονίζουν τα τραύματα που υπέστη από τον ξυλοδαρμό και λήφθηκαν από γείτονές της κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της.

Στη συνέχεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, μετά το περιστατικό αυτό, δεν σημειώθηκε οποιοδήποτε άλλο συμβάν μέχρι το έτος 2021. Ανέφερε ότι κατά το έτος αυτό η προαναφερθείσα γυναίκα απέστειλε εκ νέου πρόσωπα με σκοπό να τους προκαλέσουν βλάβη, δίδοντας οδηγίες να επικεντρωθούν στην ίδια. Κατά τους ισχυρισμούς της, οι δράστες της επίθεσης ανέφεραν ότι ενεργούσαν κατ’ εντολή της εν λόγω γυναίκας.

Περαιτέρω, δήλωσε ότι, μετά το περιστατικό, νοσηλεύτηκε εκ νέου για μία εβδομάδα. Ανέφερε επίσης ότι, κατόπιν της επίθεσης, μετέβη στην πόλη Douala με σκοπό να αναχωρήσει από τη χώρα, διευκρινίζοντας ότι προηγουμένως είχε μετακινηθεί από την περιοχή Kribi προς την Bamenda, όπου και φέρεται να δέχθηκε την επίθεση.

Σε σχέση με χρονική ανακολουθία που της επισημάνθηκε κατά τη συνέντευξη, η Αιτήτρια διευκρίνισε ότι το τελευταίο περιστατικό έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2023 και όχι το 2022, όπως είχε αρχικώς αναφέρει, αποδίδοντας την προηγούμενη αναφορά σε λάθος. Ως προς τα μέτρα που έλαβε για την προστασία της πριν από την αναχώρησή της, δήλωσε ότι κρυβόταν, ενώ ταυτόχρονα συνέχιζε να εργάζεται, διευκρινίζοντας ότι μεταφερόταν με μοτοσικλέτα από την οικία της προς τον χώρο εργασίας της.

Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι, ενώ κατά τη διαδικασία αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της, την οποία υπέγραψε η ίδια, είχε αναφέρει ότι η πρώτη επίθεση εναντίον της έλαβε χώρα το έτος 2018, κατά την προσωπική της συνέντευξη δήλωσε ότι η πρώτη επίθεση διαπράχθηκε το 2017. Κληθείσα να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, η Αιτήτρια ανέφερε ότι θυμάται έντονα πως η επίθεση έλαβε χώρα το 2017. Επιπροσθέτως, ενώ κατά τη διαδικασία αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της είχε δηλώσει ότι οι δράστες της δεύτερης επίθεσης ήταν τρεις, κατά την προσωπική της συνέντευξη ανέφερε ότι οι δράστες ήταν δύο.

Τέλος, αναφορικά με το ενδεχόμενο επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει, εκφράζοντας φόβο ως προς το τι ενδέχεται να της συμβεί. Ως προς το ανήλικο τέκνο της, ανέφερε ομοίως ότι «μπορεί να συμβεί οτιδήποτε» και ότι δεν επιθυμεί την επιστροφή τους στο Καμερούν

Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλών και περιστατικών ξυλοδαρμού από την πρώην σύντροφο του αρραβωνιαστικού της και πρόσωπα που φέρονταν να ενεργούν κατ’ εντολή της. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές, συνεκτικές και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με ζητήματα που άπτονταν του πυρήνα του αιτήματός της, ενώ, όταν κλήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες, υπέπεσε σε αντιφάσεις και ασάφειες.

Περαιτέρω, ο λειτουργός έκρινε ότι, βάσει των λεγομένων της Αιτήτριας, δεν τεκμηριωνόταν επαρκώς ότι η απόφασή της να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της ήταν δικαιολογημένη, καθότι θα μπορούσε να είχε αποταθεί στις αρμόδιες αρχές για προστασία αναφορικά με τις απειλές και τις επιθέσεις που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε. Συναφώς, σημειώθηκε ότι, σε σχετική ερώτηση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν συνέβη οτιδήποτε στον σύντροφό της, καθότι ο τελευταίος αποτάθηκε στην αστυνομία και έτυχε προστασίας, ενώ η ίδια δήλωσε ότι δεν προσέφυγε στις αρχές επειδή δεν επιθυμούσε να συνεχίσει «το δράμα» και προτίμησε να εγκαταλείψει τη χώρα.

Επιπροσθέτως, ο λειτουργός εντόπισε αντιφάσεις στα λεγόμενα της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικώς είχε αναφέρει ότι διέμενε στην περιοχή Kribi της περιφέρειας South Region για τρεις μήνες μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα, στη συνέχεια δήλωσε ότι τον Ιούνιο του 2022 εγκατέλειψε την περιοχή Kribi και επέστρεψε στην Bamenda της περιφέρειας Northwest Region, όπου και δέχθηκε επίθεση. Κληθείσα να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2023 και ότι είχε προηγουμένως προβεί σε λανθασμένη αναφορά.

Περαιτέρω, ενώ κατά την αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της είχε αναφέρει ότι η πρώτη επίθεση εις βάρος της έλαβε χώρα το 2018, κατά την προσωπική της συνέντευξη δήλωσε ότι η πρώτη επίθεση διαπράχθηκε το 2017. Κληθείσα να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, ανέφερε ότι θυμάται έντονα πως η επίθεση έλαβε χώρα το 2017. Επιπλέον, ενώ κατά τη διαδικασία αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της είχε αναφέρει ότι οι δράστες της δεύτερης επίθεσης ήταν τρεις, κατά την προσωπική της συνέντευξη δήλωσε ότι οι δράστες ήταν δύο.

Ο λειτουργός κατέγραψε επίσης ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες ως προς το τι ενδεχομένως θα της συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει.

Περαιτέρω, σημειώθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η Αιτήτρια παρέδωσε έξι φωτογραφίες, υποστηρίζοντας ότι αυτές λήφθηκαν από γείτονές της κατά τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο και ότι απεικονίζουν την ίδια τραυματισμένη στο κεφάλι να λαμβάνει ιατρική περίθαλψη. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των στοιχείων αυτών, κρίθηκε ότι οι φωτογραφίες έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα, πλην όμως δεν δύναται να επαληθευθεί ότι ο απεικονιζόμενος τραυματισμός προήλθε από επίθεση εις βάρος της Αιτήτριας ή ότι συνδέεται με τα περιστατικά που περιέγραψε κατά τη συνέντευξή της.

Υπό το φως των ανωτέρω, και δεδομένου ότι η Αιτήτρια υπέπεσε, κατά την κρίση του λειτουργού, σε αντιφάσεις και δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.

Κατά το στάδιο αξιολόγησης του κινδύνου, στη βάση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, και κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης του αιτήματος υπό το φως του προσωπικού προφίλ της Αιτήτριας, κρίθηκε ότι δεν υφίστανται εύλογοι ή βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, θα υποστεί οποιασδήποτε μορφής δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ως απόρροια της κατάστασης ασφαλείας στην περιφέρεια Northwest του Καμερούν.

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ιδίου Νόμου. Ειδικότερα, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β), κρίθηκε ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας.

Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη, ενήλικη, μορφωμένη, με εργασιακή εμπειρία και υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, καθώς και το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.

Το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει με προσοχή το σύνολο του ενώπιόν του υλικού, ήτοι το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης υπό το φως των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων, προχωρεί στην αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί αναδείχθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία.

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τη Διοίκηση, κρίση με την οποία συμφωνεί. Ειδικότερα, από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια κατάφερε να παραθέσει με σαφήνεια και συνέπεια πληροφορίες αναφορικά με τον τόπο καταγωγής της, τον τόπο διαμονής της, την οικογενειακή της κατάσταση, το μορφωτικό και κοινωνικό της υπόβαθρο, καθώς και τις προσωπικές της περιστάσεις.

Περαιτέρω, οι δηλώσεις της ως προς την καταγωγή της από την περιοχή Bamenda της περιφέρειας Northwest του Καμερούν, τη γλωσσική της επάρκεια, τη θρησκεία της, την οικογενειακή της κατάσταση και την επαγγελματική της δραστηριότητα κρίνονται εσωτερικά συνεκτικές και εξωτερικά συμβατές με τις πληροφορίες που αφορούν τη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχθηκε τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ως αξιόπιστο.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω απειλών, επιθέσεων και ξυλοδαρμών από την πρώην σύντροφο του αρραβωνιαστικού της και πρόσωπα ενεργούντα κατ’ εντολήν της, το Δικαστήριο φρονεί ότι η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού από τον αρμόδιο λειτουργό υπήρξε ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση αιτημάτων διεθνούς προστασίας.

Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης της Αιτήτριας προκύπτει ότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκώς συγκεκριμένη αφήγηση αναφορικά με γεγονότα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της. Αντιθέτως, κατά την εξέταση του αιτήματός της προέκυψαν ουσιώδεις αντιφάσεις και μεταβολές σε κρίσιμα στοιχεία της αφήγησής της, οι οποίες ευλόγως λήφθηκαν υπόψη από τη Διοίκηση κατά την αποτίμηση της αξιοπιστίας της.

Συγκεκριμένα, ενώ κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας είχε αναφέρει ότι η πρώτη επίθεση εναντίον της έλαβε χώρα το 2018, κατά την προσωπική της συνέντευξη ανέφερε ότι το πρώτο περιστατικό συνέβη το 2017, αποδίδοντας ακολούθως την προηγούμενη αναφορά της σε λάθος. Παρομοίως, ενώ κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας είχε δηλώσει ότι κατά τη δεύτερη επίθεση οι δράστες ήταν τρεις, κατά την προσωπική συνέντευξη ανέφερε ότι οι δράστες ήταν δύο. Περαιτέρω, εντοπίστηκαν αντιφάσεις ως προς τη χρονική αλληλουχία των μετακινήσεών της μεταξύ Kribi και Bamenda, καθώς και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η τελευταία επίθεση, την οποία αρχικώς τοποθέτησε στο 2022 και ακολούθως στο 2023.

Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ανωτέρω αντιφάσεις δεν αφορούν δευτερεύοντα ή επουσιώδη ζητήματα, αλλά περιστατικά που συνδέονται άμεσα με τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, ήτοι τον χρόνο, τις περιστάσεις και τη φύση των επικαλούμενων επιθέσεων. Ως εκ τούτου, η Διοίκηση νομιμοποιείτο να αποδώσει αυξημένη σημασία στις εν λόγω ανακολουθίες κατά την αποτίμηση της αξιοπιστίας του σχετικού ισχυρισμού.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Αιτήτρια αδυνατούσε να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για πρόσωπα και περιστάσεις που, κατά τους ισχυρισμούς της, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στα γεγονότα που την οδήγησαν στην αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της. Ενδεικτικώς, δεν ήταν σε θέση να δώσει ουσιαστικές πληροφορίες για την πρώην σύντροφο του αρραβωνιαστικού της, πέραν του μικρού της ονόματος και γενικών αναφορών ως προς την εργασία της, ούτε να εξηγήσει με πειστικό τρόπο τη διάρκεια, την ένταση και τη συνέχεια των απειλών που ισχυρίστηκε ότι δεχόταν.

Επιπλέον, ενώ η ίδια υποστήριξε ότι φοβόταν για τη ζωή της, εντούτοις προέκυψε από τις δηλώσεις της ότι συνέχιζε να εργάζεται και να μετακινείται κανονικά μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της. Παράλληλα, η ίδια παραδέχθηκε ότι ουδέποτε αποτάθηκε στις αρχές για προστασία, μολονότι ο αρραβωνιαστικός της, ο οποίος επίσης φέρεται να δεχόταν απειλές, είχε αποταθεί στην αστυνομία και, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, έτυχε προστασίας χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε. Η δε εξήγηση που παρείχε, ότι δεν επιθυμούσε «να συνεχίσει το δράμα», δεν κρίθηκε ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις.

Ως προς τις ίδιες τις απειλές που η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεχόταν, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η σχετική αφήγησή της χαρακτηρίζεται από γενικότητα και έλλειψη συγκεκριμενοποίησης ως προς ουσιώδεις πτυχές των ισχυρισμών της. Ειδικότερα, η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι η πρώην σύντροφος του αρραβωνιαστικού της απειλούσε ότι «θα τους σκοτώσει», χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με το περιεχόμενο, τη συχνότητα ή τις περιστάσεις των φερόμενων απειλών. Περαιτέρω, σε ορισμένα σημεία της αφήγησής της ανέφερε ότι οι απειλές απευθύνονταν προσωπικά προς την ίδια, ενώ σε άλλα ότι τα σχετικά μηνύματα αποστέλλονταν στον αρραβωνιαστικό της. Επιπλέον, παρά τον ισχυρισμό της περί συνεχούς και σοβαρού κινδύνου ήδη από το 2017, η ίδια ανέφερε ότι μετά το πρώτο περιστατικό δεν σημειώθηκε οποιοδήποτε άλλο συμβάν μέχρι το 2021, στοιχείο το οποίο δεν συνάδει πλήρως με τους ισχυρισμούς περί διαρκούς και άμεσης απειλής κατά της ζωής της. Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η σχετική αφήγηση στερείται της απαιτούμενης συνοχής, σαφήνειας και βιωματικής λεπτομέρειας που θα ανέμενε κανείς από πραγματικά βιωθέντα περιστατικά.

Περαιτέρω, παρατηρείται ότι, παρά τους ισχυρισμούς περί συνεχούς και σοβαρού κινδύνου εις βάρος της ήδη από το 2017, η ίδια ανέφερε ότι μετά το πρώτο περιστατικό δεν συνέβη οτιδήποτε μέχρι το 2021, στοιχείο το οποίο δεν συνάδει πλήρως με τους ισχυρισμούς περί διαρκούς και άμεσης απειλής κατά της ζωής της.

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η Αιτήτρια, κατά τον ουσιώδη χρόνο, βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, ενώ μεταγενέστερα προβλήθηκαν και ισχυρισμοί περί ψυχολογικών δυσκολιών και λήψης φαρμακευτικής αγωγής. Εντούτοις, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια έτυχε αξιολόγησης ευαλωτότητας, παραπέμφθηκε για ιατρικές εξετάσεις και της παρασχέθηκε η δυνατότητα να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς της κατά τη διοικητική διαδικασία. Υπό τις περιστάσεις, και λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των δεδομένων της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι η κατάσταση ευαλωτότητάς της ήταν τέτοια που να δύναται να δικαιολογήσει τις ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπειες και ελλείψεις που εντοπίστηκαν στον πυρήνα του αιτήματός της.

Συναφώς, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατά την έναρξη της προσωπικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι βρισκόταν σε κατάσταση που της επέτρεπε να παρακολουθήσει και να συμμετάσχει κανονικά στη διαδικασία, χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή άλλη δυσκολία που να επηρεάζει την ικανότητά της να παραθέσει τους ισχυρισμούς της. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει τον μεταγενέστερο ισχυρισμό ότι οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις οφείλονταν σε ψυχολογικές δυσκολίες.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Διοίκηση προέβη σε εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη αποτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας και ορθώς έκρινε ότι αυτός δεν κατέστη δυνατό να γίνει αποδεκτός.

Γενικώς, είναι εύλογο να αναμένεται ότι ένα αίτημα για παροχή διεθνούς προστασίας θα προβάλλεται με σαφήνεια, συνοχή και επαρκή λεπτομέρεια, ιδίως ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον πυρήνα της αξίωσης. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία αναφορικά με το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (καθώς και της προγενέστερης Οδηγίας 2004/83/ΕΚ), εναπόκειται κατ’ αρχήν στον αιτούντα να υποβάλει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αίτησής του. Η δε ανεπάρκεια ουσιωδών λεπτομερειών εμπίπτει στην έννοια της έλλειψης σχετικών στοιχείων κατά το άρθρο 4(5)(β) της ίδιας Οδηγίας.

Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο φέρει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/EE, αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.

Στο εγχειρίδιο της EASO με τίτλο «Δικαστική Ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (2018)», αναφέρεται στη σελ.98, ενότητα 4.5.3 ότι: «Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του πιο πάνω εγχειριδίου, αναφέρεται ότι: «Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται η αίτηση διεθνούς προστασίας να είναι τεκμηριωμένη και να περιλαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα πλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της αίτησης. Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη 'λυσιτελών στοιχείων'.».

Συναφώςκατά την απόφαση του ΔΕΕC - 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφημερ22/11/2012, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε «δύο αυτοτελή στάδια», όπου το πρώτο στάδιο «αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως», ενώ το δεύτερο στάδιο «αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας». 

Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά ως προς την ύπαρξη μελλοντικής δίωξης.[1]

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει κατά πόσον το αφήγημα της Αιτήτριας πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια αξιοπιστίας, ήτοι εάν οι δηλώσεις της παρουσιάζουν επαρκή συνοχή, σαφήνεια, λεπτομέρεια και ευλογοφάνεια, ώστε να μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως αληθείς και να θεμελιώσουν τους προβαλλόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς της. Κατ’ επέκταση, εφόσον δεν πληρούται το πρώτο στάδιο της αξιολόγησης, ήτοι η αξιόπιστη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τον πυρήνα του αιτήματος, δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αφήγημα της Αιτήτριας, όπως αυτό αποτυπώνεται τόσο στην αίτησή της όσο και στα πρακτικά της προσωπικής της συνέντευξης, δεν ανταποκρίνεται στα πιο πάνω κριτήρια. Οι δηλώσεις της στερούνται επαρκούς συνοχής και λεπτομέρειας, ενώ σε ουσιώδη σημεία παρουσιάζουν ασάφειες, μεταβολές και αδυναμία παροχής συγκεκριμένων και πειστικών εξηγήσεων. Περαιτέρω, δεν προκύπτει η ύπαρξη εκείνων των στοιχείων που θα προσέδιδαν στο αφήγημά της την απαιτούμενη βιωματική διάσταση, όπως ευλόγως αναμένεται από πρόσωπο που επικαλείται προσωπική εμπειρία σοβαρών περιστατικών βίας και απειλών κατά της ζωής της.

Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».

Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.

Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή

Τονίζεται παράλληλα ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(1)/2000), αρχικά το βάρος απόδειξης το φέρει ο Αιτητής ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο Αιτητής πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης ή σοβαρής βλάβης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς Διεθνούς Προστασίας. (βλ.             WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010)

Βεβαίως ο Αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ναι μεν τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης οφείλουν να προβούν σε ενδελεχή εξέταση των προβαλλόμενων από τον Αιτητή ουσιωδών ισχυρισμών και να αιτιολογήσουν πλήρως και ειδικώς την τυχόν απορριπτική του αιτήματος απόφασή τους, όμως στην περίπτωση που δεν έχουν προβληθεί κατά τη διαδικασία ενώπιον της Διοίκησης, ουσιώδεις, υπό την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμοί, αλλά γενικοί, αόριστοι ή προδήλως αβάσιμοι ισχυρισμοί ή έχει γίνει μεν επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία, ωστόσο, δεν στοιχειοθετούν λόγους υπαγωγής στο προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης, δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος παροχής ασύλου.

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο συμφωνεί με την κρίση της Διοίκησης ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή, σαφήνεια και βιωματική αληθοφάνεια. Ειδικότερα, οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις και μεταβολές ως προς βασικά πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματός της, ήτοι ως προς τον χρόνο των επιθέσεων, τον αριθμό των δραστών, τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτές έλαβαν χώρα τα περιστατικά βίας, καθώς και ως προς τις μετακινήσεις της πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει με συνεκτικό και επαρκώς συγκεκριμένο τρόπο κρίσιμες πληροφορίες αναφορικά με το πρόσωπο το οποίο φέρεται να την απειλούσε, τις ακριβείς περιστάσεις των επιθέσεων ή τις ενέργειες στις οποίες προέβη προς αναζήτηση προστασίας. Οι απαντήσεις της παρέμειναν γενικές, αποσπασματικές και στερούμενες εύλογης λεπτομέρειας, παρά το γεγονός ότι αφορούσαν γεγονότα τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, επηρέασαν καθοριστικά τη ζωή και την απόφασή της να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της.

Ως προς δε τις ίδιες τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δεχόταν, η αφήγησή της παρέμεινε γενικόλογη και αόριστη, χωρίς σαφή περιγραφή του τρόπου, της συχνότητας και του περιεχομένου τους. Ενώ ανέφερε ότι η πρώην σύντροφος του αρραβωνιαστικού της την απειλούσε επί σειρά ετών και ότι απέστελλε πρόσωπα για να της επιτεθούν, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή λεπτομέρειες που να προσδίδουν βιωματική διάσταση στους ισχυρισμούς της. Αντιθέτως, οι σχετικές αναφορές παρέμειναν επαναλαμβανόμενες και σχηματικές, χωρίς ουσιαστική εξειδίκευση ως προς το πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα ή πώς η ίδια αντιλαμβανόταν τον επικαλούμενο κίνδυνο.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι, παρά τους ισχυρισμούς περί σοβαρής και επαναλαμβανόμενης βίας, η ίδια η Αιτήτρια ανέφερε ότι ουδέποτε αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές του Καμερούν προς αναζήτηση προστασίας, ενώ αντιθέτως ο αρραβωνιαστικός της, ο οποίος επίσης φέρεται να δεχόταν απειλές, απευθύνθηκε στην αστυνομία και, σύμφωνα με τις δηλώσεις της, έτυχε προστασίας. Η παράλειψη αυτή, σε συνδυασμό με την απουσία πειστικής εξήγησης ως προς το γιατί η κρατική προστασία θα ήταν αντικειμενικά απρόσιτη ή αναποτελεσματική στην περίπτωσή της, αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[2], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.  Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο Αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος[3].

Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παρουσιάσει ένα συνεκτικό, σαφές και αξιόπιστο προσωπικό αφήγημα ως προς τον πυρήνα των ισχυρισμών της περί δίωξης, ενώ οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονταν από ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και έλλειψη εύλογης λεπτομέρειας. Περαιτέρω, ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προσκομίστηκαν επαρκή στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν κατά τρόπο αξιόπιστο τους ειδικούς ισχυρισμούς περί δίωξης ή σοβαρής βλάβης που προέβαλε. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής του ευεργετήματος της αμφιβολίας στην παρούσα υπόθεση.

Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ανοικτής φύσεως ερωτήματα, στα οποία της δόθηκε η δυνατότητα να απαντήσει και να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς της. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και κατάλληλες ερωτήσεις, τόσο ως προς τον πυρήνα του αιτήματός της όσο και ως προς τα επιμέρους ζητήματα που ανέκυψαν, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και συνεργαζόμενος με την Αιτήτρια κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αίτησής της.[4]

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αναλυτική εξέταση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, αξιολογώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιήθηκε σε συνάρτηση με τα διαθέσιμα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και τις σχετικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Αιτήτρια προσκόμισε κατά τη συνέντευξή της έξι φωτογραφίες, οι οποίες, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, λήφθηκαν κατά τη νοσηλεία της και απεικονίζουν την ίδια να φέρει τραύματα στο κεφάλι και να δέχεται ιατρική περίθαλψη. Οι εν λόγω φωτογραφίες δύνανται να θεωρηθούν υποστηρικτικό στοιχείο ως προς την ύπαρξη κάποιου τραυματισμού.

Εντούτοις, συμφωνώ με την κρίση της Διοίκησης ότι από το περιεχόμενο των φωτογραφιών δεν δύναται να εξακριβωθεί ο χρόνος και οι συνθήκες πρόκλησης των απεικονιζόμενων τραυμάτων, ούτε και να διαπιστωθεί ότι αυτά συνδέονται με τα περιστατικά που περιέγραψε η Αιτήτρια κατά την προσωπική της συνέντευξη. Ειδικότερα, οι φωτογραφίες δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό, νοσοκομειακή βεβαίωση ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο ικανό να επιβεβαιώσει ότι οι τραυματισμοί προήλθαν από τις καταγγελλόμενες επιθέσεις. Ως εκ τούτου, δεν επαρκούν ώστε να τεκμηριώσουν τη σύνδεση του τραυματισμού με τα περιστατικά δίωξης που επικαλείται η Αιτήτρια, ούτε να επαληθεύσουν τις ειδικότερες περιστάσεις υπό τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, προκλήθηκε ο εν λόγω τραυματισμός.

Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προσκομισθείσες φωτογραφίες δεν κρίνονται επαρκείς ώστε να αποκαταστήσουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες που εντοπίστηκαν στην αφήγηση της Αιτήτριας αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός της.

Η αξιολόγηση εγγράφων και λοιπού υποστηρικτικού υλικού που προσκομίζονται στο πλαίσιο αιτήσεων διεθνούς προστασίας δεν διενεργείται απομονωμένα, αλλά στο πλαίσιο συνολικής και εξατομικευμένης εκτίμησης του συνόλου της μαρτυρίας και των ισχυρισμών του αιτητή. Συναφώς, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι για την αποδεικτική αξία τέτοιων στοιχείων εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η συνάφειά τους με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό, η συμβατότητα του περιεχομένου τους με τις δηλώσεις του αιτητή και τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, η προέλευσή τους, καθώς και η δυνατότητα επαλήθευσης της γνησιότητάς τους (βλ. σχετικά BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, αρ. 95/2023).

Περαιτέρω, έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι τα έγγραφα και λοιπά υποστηρικτικά στοιχεία έχουν κατ’ αρχήν υποστηρικτικό χαρακτήρα και δεν δύνανται, αφ’ εαυτών, να θεραπεύσουν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες ή ελλείψεις που πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία του αιτητή ως προς τον πυρήνα του αιτήματός του. Ομοίως, ακόμη και όταν εξωτερικές πηγές ή προσκομιζόμενα στοιχεία επιβεβαιώνουν γενικά φαινόμενα ή την ύπαρξη τραυματισμού, τούτο δεν αρκεί ώστε να τεκμηριωθεί η προσωπική εμπειρία δίωξης, εφόσον δεν καθίσταται δυνατή η σύνδεση των στοιχείων αυτών με τα συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλείται ο αιτητής.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι προσκομισθείσες φωτογραφίες, μολονότι δύνανται να υποδηλώνουν την ύπαρξη τραυματισμού, δεν επαρκούν ώστε να αποδείξουν ότι ο εν λόγω τραυματισμός προκλήθηκε υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε η Αιτήτρια ούτε να αποκαταστήσουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις που εντοπίστηκαν στην αφήγησή της ως προς τον πυρήνα του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, συμφωνώ με την κρίση της Διοίκησης ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθεί κατά τον απαιτούμενο βαθμό και ορθώς απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με την καθοδηγητική απόφαση Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 18/2023), η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) περιορίζεται ή και καθίσταται περιττή όταν διαπιστώνεται ουσιώδης έλλειψη εσωτερικής συνέπειας ή όταν υφίστανται μη ικανοποιητικά εξηγημένες αποκλίσεις ως προς τα βασικά στοιχεία του αιτήματος. Η σχετική νομολογία, σε συνδυασμό με τα ευρωπαϊκά πρότυπα αξιολόγησης αιτημάτων διεθνούς προστασίας, αναγνωρίζει ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και τα υποστηρικτικά στοιχεία λειτουργούν επικουρικά και δεν δύνανται να θεραπεύσουν ουσιώδεις αντιφάσεις και ελλείψεις που πλήττουν τον πυρήνα της προσωπικής αφήγησης του αιτητή.

Υπό το φως των ανωτέρω, και δεδομένης της ουσιώδους έλλειψης εσωτερικής συνοχής του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν καθίσταται αναγκαία η περαιτέρω διερεύνηση εξωτερικών πληροφοριών χώρας καταγωγής προς επιβεβαίωση των ειδικότερων πραγματικών περιστατικών που αυτή επικαλείται.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Αιτήτριας περί παράβασης του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου, λόγω μη παραπομπής της Αιτήτριας σε ιατρική ή ψυχολογική εξέταση προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της περί άσκησης βίας, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε πλημμέλεια εκ μέρους της Διοίκησης.

Περαιτέρω, το γεγονός ότι οι προσκομισθείσες φωτογραφίες δεν κρίθηκαν επαρκείς προς απόδειξη των προβαλλόμενων περιστατικών βίας δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε παραπομπή της Αιτήτριας για ιατρική ή ψυχολογική εξέταση δυνάμει του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου. Η ύπαρξη φωτογραφιών που απεικονίζουν τραυματισμό δεν αρκεί, χωρίς περαιτέρω αντικειμενική τεκμηρίωση ή χωρίς ένα κατ’ αρχήν συνεκτικό και αξιόπιστο προσωπικό αφήγημα, ώστε να ενεργοποιείται αυτομάτως η υποχρέωση παραπομπής για ειδική εξέταση. Στην παρούσα περίπτωση, η Διοίκηση έλαβε υπόψη τις φωτογραφίες και τις αξιολόγησε στο πλαίσιο της συνολικής εξέτασης του αιτήματος, καταλήγοντας, αιτιολογημένα, ότι δεν κατέστη δυνατή η σύνδεση των απεικονιζόμενων τραυμάτων με τα περιστατικά δίωξης που επικαλέστηκε η Αιτήτρια.

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, η παραπομπή αιτητή σε ιατρό ή ψυχολόγο προς αξιολόγηση ενδεχόμενων ενδείξεων βασανιστηρίων, βίας ή άλλων σοβαρών μορφών κακομεταχείρισης δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα της Διοίκησης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού, ο οποίος αξιολογεί κατά πόσον μια τέτοια εξέταση κρίνεται αναγκαία υπό τις περιστάσεις της εκάστοτε υπόθεσης. Συναφώς, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι, όταν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του αιτητή κρίνονται εσωτερικά αναξιόπιστοι λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ασυνεπειών και ελλείψεων, η Διοίκηση δύναται ευλόγως να καταλήξει ότι δεν απαιτείται περαιτέρω παραπομπή για ειδική εξέταση (βλ. S.M.G. ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 66/2024).

Η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης Emmah Andoh Eva ν. Δημοκρατίας (Έφεση αρ. 137/2023), στην οποία η ίδια η Διοίκηση είχε ήδη διατάξει ιατρική εξέταση λόγω εμφανών ουλών και εν συνεχεία εξέδωσε απορριπτική απόφαση χωρίς να ολοκληρωθεί η διαδικασία που η ίδια είχε κρίνει αναγκαία. Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση είχε προβεί σε οποιαδήποτε προηγούμενη διαπίστωση ή κρίση περί ανάγκης ιατρικής εξέτασης της Αιτήτριας ούτε ότι υπήρξε αντιφατική μεταβολή στάσης εκ μέρους της. Αντιθέτως, η Διοίκηση αξιολόγησε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας στο σύνολό τους και κατέληξε, αιτιολογημένα, ότι αυτοί δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι.

Περαιτέρω, παρατηρείται ότι οι αναφορές της Αιτήτριας ως προς τον φερόμενο τραυματισμό της στο κεφάλι παρέμειναν γενικές και περιορισμένες, χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένες βιωματικές ή ιατρικές λεπτομέρειες αναφορικά με τη φύση, τη σοβαρότητα ή τη θεραπεία του τραυματισμού. Ειδικότερα, η Αιτήτρια περιορίστηκε να αναφέρει ότι, κατόπιν της επίθεσης, έχασε τις αισθήσεις της, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο από γείτονες και νοσηλεύτηκε για περίπου μία εβδομάδα, χωρίς όμως να είναι σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια το είδος του τραύματος, την ιατρική αντιμετώπιση που έλαβε ή οποιεσδήποτε τυχόν συνέπειες αυτού. Υπό τα δεδομένα αυτά, και λαμβανομένων υπόψη των ουσιωδών αντιφάσεων και ασυνεπειών που εντοπίστηκαν στον πυρήνα του αφηγήματός της, δεν προκύπτει ότι υπήρχαν ενώπιον της Διοίκησης τέτοια αντικειμενικά και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία που να καθιστούσαν αναγκαία την παραπομπή της Αιτήτριας για ειδική ιατρική ή ψυχολογική εξέταση δυνάμει του άρθρου 15 του Νόμου.»

Συνάμα, από τον διοικητικό φάκελο προκύπτει ότι η Αιτήτρια υποβλήθηκε σε διαδικασία αξιολόγησης ευαλωτότητας και παραπέμφθηκε για ιατρικές εξετάσεις λόγω της εγκυμοσύνης της, ενώ κατά την έναρξη της προσωπικής της συνέντευξης επιβεβαίωσε ότι ήταν σε θέση να παρακολουθήσει και να συμμετάσχει κανονικά στη διαδικασία, χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα ψυχικής ή σωματικής αδυναμίας που να επηρεάζει την ικανότητά της να παραθέσει τους ισχυρισμούς της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτει ότι η Διοίκηση παρέλειψε να διερευνήσει εμφανείς ειδικές ανάγκες ή ενδείξεις που να καθιστούσαν αναγκαία την εφαρμογή του άρθρου 15.

Επιπλέον, ακόμη και μετά την καταχώριση της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε ανεξάρτητη ιατρική ή ψυχολογική γνωμάτευση ικανή να τεκμηριώσει ότι υπέστη βασανιστήρια ή σοβαρή βία κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται ή ότι η ψυχική της κατάσταση επηρέασε ουσιωδώς την αξιοπιστία της αφήγησής της. Η δε αναφορά σε φαρμακευτική αγωγή, χωρίς περαιτέρω εξειδικευμένη ιατρική τεκμηρίωση, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να καταδείξει πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 15 του Νόμου.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται παράβαση του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου ούτε έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης ως προς το ζήτημα αυτό.

Περαιτέρω και ανεξαρτήτως των ζητημάτων αξιοπιστίας που έχουν ήδη επισημανθεί, παρατηρώ ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας αφορά κατ’ ουσίαν ιδιωτική διαφορά με την πρώην σύντροφο του αρραβωνιαστικού της, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αντιδρούσε στη σχέση τους και προέβαινε σε απειλές και επιθέσεις εις βάρος της. Από τα ίδια τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλει η Αιτήτρια δεν προκύπτει ότι οι επικαλούμενες πράξεις συνδέονται με οποιονδήποτε από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Συναφώς, η νομολογία έχει επανειλημμένα αναγνωρίσει ότι πράξεις που απορρέουν από προσωπικές ή ιδιωτικές διαφορές δεν αρκούν αφ’ εαυτών για τη θεμελίωση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, εκτός εάν αποδεικνύεται επαρκής σύνδεση με λόγο Σύμβασης ή ότι οι κρατικές αρχές αδυνατούν ή αρνούνται να παράσχουν αποτελεσματική προστασία (βλ. ενδεικτικά C-217/23, Laghman, καθώς και Salahadin Abdulla, C-175/08 κ.ά.).

Στην παρούσα περίπτωση, η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε ότι ουδέποτε αποτάθηκε στις αρχές του Καμερούν προς αναζήτηση προστασίας, αναφέροντας ότι δεν επιθυμούσε «να δώσει συνέχεια στο δράμα», ενώ, αντιθέτως, ο αρραβωνιαστικός της, ο οποίος επίσης φέρεται να δεχόταν απειλές, απευθύνθηκε στην αστυνομία και, κατά τους δικούς της ισχυρισμούς, έτυχε προστασίας.(βλ.ερ.42 δ.φ.) Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν τεκμηριώνεται ότι οι αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής ήταν απρόθυμες ή ανίκανες να της παράσχουν αποτελεσματική προστασία, ούτε ότι τυχόν προσφυγή της σε αυτές θα ήταν αντικειμενικά μάταιη ή επικίνδυνη.

Συναφώς, η παράλειψη προσφυγής στις αρχές της χώρας καταγωγής συνιστά σοβαρή ένδειξη ως προς την έλλειψη βάσιμου φόβου δίωξης, καθότι ο αιτών διεθνή προστασία οφείλει να αποδείξει ότι το κράτος καταγωγής του αδυνατεί ή αρνείται να του παράσχει προστασία. Η αρνητική αυτή κρίση δύναται να ανατραπεί μόνο εφόσον στοιχειοθετηθεί ότι η προσφυγή στις αρχές θα ήταν αντικειμενικά μάταιη ή επικίνδυνη (βλ. ΔΕΕ, C-621/21), κάτι το οποίο δεν προκύπτει εν προκειμένω.

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και του προσωπικού της προφίλ, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, για την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος, απαιτείται η στοιχειοθέτηση βάσιμου φόβου δίωξης για έναν ή περισσότερους από τους λόγους που απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Η δε αξιολόγηση αυτή διενεργείται επί τη βάσει εξατομικευμένης εκτίμησης των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, σε συνδυασμό με τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής του.

Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν έγινε αποδεκτός ως αξιόπιστος, δεν προκύπτει οποιοδήποτε εξατομικευμένο πραγματικό περιστατικό ικανό να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης εις βάρος της. Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι οι ισχυρισμοί της περί απειλών και επιθέσεων ευσταθούσαν, τα επικαλούμενα περιστατικά αφορούν κατ’ ουσίαν ιδιωτική διαφορά και δεν συνδέονται με οποιονδήποτε από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Επιπλέον, από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια, λόγω των προσωπικών της χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, αποτελεί πρόσωπο που στοχοποιείται από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς για λόγους αναγόμενους στη φυλή, θρησκεία, εθνικότητα, πολιτικές πεποιθήσεις ή συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Ομοίως, δεν τεκμηριώνεται ότι οι αρχές του Καμερούν αδυνατούν ή αρνούνται να της παράσχουν αποτελεσματική προστασία.

Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν δύναται να υπαχθεί σε καθεστώς πρόσφυγα.

Ως προς το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας και την αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντός του, προκύπτει ότι η Διοίκηση προέβη σε εξατομικευμένη εξέταση των προσωπικών περιστάσεων του παιδιού, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την οικογενειακή του κατάσταση όσο και τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής. Ειδικότερα, εξετάστηκαν ζητήματα που άπτονται της πρόσβασης σε εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οικογενειακή υποστήριξη και γενικότερης ευημερίας, στη βάση εξωτερικών πηγών πληροφόρησης και των ίδιων των δηλώσεων της Αιτήτριας.

Συναφώς, η Διοίκηση έλαβε υπόψη ότι το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας διαμένει ήδη στο Καμερούν με τον πατέρα του και, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας της Αιτήτριας, έχει πρόσβαση τόσο σε ιατρικές όσο και σε εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι στην χώρα καταγωγής διαμένουν στενοί συγγενείς πρώτου βαθμού της Αιτήτριας, οι οποίοι δύνανται να λειτουργήσουν υποστηρικτικά τόσο προς την ίδια όσο και προς το παιδί της. Επιπλέον, συνεκτιμήθηκε ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικο, μορφωμένο και εργασιακά ενεργό άτομο, με επαγγελματική εμπειρία και δυνατότητα επανένταξης στην αγορά εργασίας της χώρας καταγωγής της.

Παράλληλα, η Διοίκηση προέβη σε αναφορά σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση των υπηρεσιών εκπαίδευσης και υγείας στο Καμερούν, καταγράφοντας ότι λειτουργούν προγράμματα υποστήριξης της παιδικής εκπαίδευσης και δομές πρωτοβάθμιας υγειονομικής φροντίδας, έστω και αν υφίστανται πρακτικές δυσκολίες και περιορισμοί πρόσβασης σε ορισμένες περιοχές της χώρας. Οι πληροφορίες αυτές αξιολογήθηκαν συνδυαστικά με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και του τέκνου της και όχι αφηρημένα ή αποκομμένα από τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης.

Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι η Διοίκηση προέβη σε επαρκή και εξατομικευμένη αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου, λαμβάνοντας υπόψη τις ουσιώδεις παραμέτρους που επιβάλλονται από το άρθρο 9ΚΕ του περί Προσφύγων Νόμου και τις σχετικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν, το ανήλικο τέκνο θα στερηθεί πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες ή θα περιέλθει σε συνθήκες που να συνιστούν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή κατάσταση ασύμβατη με το βέλτιστο συμφέρον του.

Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι στην παρούσα υπόθεση εμπλέκεται ανήλικο τέκνο, κρίνεται αναγκαία η εξέταση των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας και του παιδιού της υπό το πρίσμα της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, όπως αυτή κατοχυρώνεται τόσο στο άρθρο 9ΚΕ του περί Προσφύγων Νόμου όσο και στις γενικές αρχές του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου. Η αξιολόγηση αυτή οφείλει να είναι εξατομικευμένη και να λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση του παιδιού σε κατάλληλη φροντίδα, εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, οικογενειακή υποστήριξη και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.

Προς τον σκοπό αυτό, εξετάστηκαν τόσο οι δηλώσεις της ίδιας της Αιτήτριας όσο και επικαιροποιημένες εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούν στο Καμερούν, ιδίως ως προς την πρόσβαση ανηλίκων σε εκπαίδευση, υπηρεσίες υγείας και οικογενειακό υποστηρικτικό περιβάλλον, καθώς και οι ειδικότερες προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 24(2) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε όλες τις πράξεις που αφορούν παιδιά, είτε αυτές επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίδεται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Η ίδια αρχή κατοχυρώνεται και στο άρθρο 3(1) της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σύμφωνα με το οποίο το συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που το αφορούν.

Η υποχρέωση αυτή έχει ερμηνευθεί και εξειδικευθεί περαιτέρω από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει καταστήσει σαφές ότι η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού δεν μπορεί να είναι αφηρημένη ή τυπική, αλλά πρέπει να στηρίζεται στις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την ηλικία του παιδιού και τη σωματική και συναισθηματική του ανάπτυξη (βλ. απόφαση της 11.3.2021, C-112/20, M.A. κατά État belge). Περαιτέρω, έχει υπογραμμιστεί ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχική συνεκτίμηση σε κάθε διαδικασία που το αφορά (βλ. C-279/20, XC), ενώ απαιτείται συνολική και εις βάθος αξιολόγηση της κατάστασής του, ιδίως όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα σε ευάλωτη θέση (βλ. C-442/19, TQ).

Στην ίδια κατεύθυνση, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβεβαιώνει ότι η αξιολόγηση του συμφέροντος του παιδιού πρέπει να προηγείται και να πραγματοποιείται αυτοτελώς πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης που επηρεάζει ουσιωδώς τη ζωή του (βλ. Rahimi κατά Ελλάδας, αρ. 8687/08), ενώ η ιδιαίτερη ευαλωτότητα των ανηλίκων επιβάλλει στις αρχές αυξημένο καθήκον επιμέλειας και προστασίας (βλ. Mubilanzila Mayeka και Kaniki Mitunga κατά Βελγίου, αρ. 13178/03· Tarakhel κατά Ελβετίας, αρ. 29217/12).

Κατά το Γενικό Σχόλιο αρ. 14 (2013) της Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος προϋποθέτει συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, της ταυτότητας του παιδιού, της διατήρησης του οικογενειακού περιβάλλοντος και των οικογενειακών δεσμών, της φροντίδας, προστασίας και ασφάλειάς του, της τυχόν ευαλωτότητάς του, καθώς και της πρόσβασής του στην υγεία και στην εκπαίδευση.

Η υποχρέωση αυτή ενσωματώνεται και στο πλαίσιο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 18, 19, 27 και 38, καθώς και στα άρθρα 20(5) και 31 αυτής, τα οποία επιβάλλουν τη συνεκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού κατά την εφαρμογή των κανόνων διεθνούς προστασίας. Επομένως, όταν αιτητής διεθνούς προστασίας είναι ανήλικος, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, έστω και αν η αρχή αυτή δεν μνημονεύεται ρητώς σε κάθε επιμέρους διάταξη[5].

Αναφορικά με την δυνατότητα πρόσβασης στην εκπαίδευση, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ανευρέθησαν οι κάτωθι πληροφορίες. Ο οργανισμός UNICEF αναφέρει ότι στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, το δικαίωμα στην εκπαίδευση έχει υπονομευθεί σε μεγάλο βαθμό. Χρόνια κοινωνικοπολιτικής αστάθειας έχουν οδηγήσει στο κλείσιμο περισσότερων από των μισών σχολείων, αφήνοντας χιλιάδες παιδιά χωρίς σταθερή πρόσβαση στη μάθηση. Πολλά έχουν εγκαταλείψει εντελώς το σχολείο, ενώ άλλα παραμένουν εγγεγραμμένα αλλά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν λόγω της διακοπτόμενης σχολικής φοίτησης, του εκτοπισμού και του τραύματος. Σε αυτό το πλαίσιο, τα παιδιά αντιμετωπίζουν σημαντικά μαθησιακά κενά, ιδιαίτερα σε βασικά μαθήματα όπως η Αγγλική γλώσσα και τα Μαθηματικά. [6]

Η έκθεση κατάστασης του οργανισμού UNICEF που καλύπτει το διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Ιουνίου 2025 και δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2025, αναφέρει ότι η UNICEF και οι εταίροι της παρείχαν πρόσβαση σε τυπική ή μη τυπική εκπαίδευση σε παιδιά, η πλειοψηφία των οποίων έλαβε ατομικό εκπαιδευτικό υλικό.[7] Στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές μεγάλος αριθμός παιδιών έλαβε εκπαίδευση μέσω της UNICEF και των εταίρων της.[8] Οι βασικές δραστηριότητες περιλάμβαναν την υλοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων μέσω ραδιοφώνου και εναλλακτικών εκπαιδευτικών πλατφορμών, καθώς και την παροχή ψυχοκοινωνικής υποστήριξης σε παιδιά στα σχολεία και στους Προσωρινούς Χώρους Μάθησης (Temporary Learning SpacesTLS), με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης για ευάλωτες ομάδες πληθυσμού.[9] Παράλληλα, παρασχέθηκαν ενισχυτικά μαθήματα για μαθητές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ενώ η UNICEF ενδυνάμωσε τις δεξιότητες του εκπαιδευτικού προσωπικού σε θέματα ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, σχολικής μείωσης κινδύνου καταστροφών και παιδαγωγικής μεθοδολογίας, καθώς και στη χρήση ραδιοφώνου για την παροχή μαθημάτων.[10]

Σύμφωνα με δημοσίευμα του Plan International, το πρόγραμμα επιτάχυνσης της εκπαίδευσης έχει αποδειχθεί ανεκτίμητο στο να παρέχει σε παιδιά και νέους μια δεύτερη ευκαιρία στην εκπαίδευση. Προκειμένου να προωθηθεί η ασφαλής πρόσβαση των παιδιών σε ποιοτική εκπαίδευση, στο πλαίσιο του έργου αναλήφθηκε μια σειρά δραστηριοτήτων σε κοινοπραξία με το Νορβηγικό Συμβούλιο Προσφύγων. Αυτές περιλαμβάνουν εκστρατείες ευαισθητοποίησης για τη δέσμευση της κοινότητας στο πρόγραμμα, την κατασκευή ενός χώρου προσωρινής μάθησης και τη διοργάνωση εκστρατειών «Επιστροφή στο σχολείο» και «Μείνετε στο σχολείο». Έχει επίσης συμμετάσχει στη διανομή σχολικών και διδακτικών πακέτων, στην πρόσληψη, κατάρτιση και παρακίνηση κοινοτικών ηγετών και παρατηρητών. Έχει επίσης αναληφθεί η ανάπτυξη ικανοτήτων για τους εκπαιδευτικούς του επίσημου τομέα, ώστε να διασφαλιστεί ότι οι μαθητές λαμβάνουν ποιοτική εκπαίδευση.[11]

Στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή, το 41% των σχολείων και των κοινοτικών χώρων μάθησης έχει κλείσει.[12] Το Νορβηγικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες (Norwegian Refugee CouncilNRC) έχει αναπτύξει το Πρόγραμμα Καλύτερης Μάθησης (Better Learning ProgrammeBLP), ένα ειδικό πρόγραμμα που αποσκοπεί στο να βοηθήσει τα παιδιά να αντιμετωπίσουν το ψυχικό στρες και το τραύμα.[13] Το NRC παρείχε επίσης εκπαίδευση σε εκπαιδευτικούς στις περιοχές Άπω Βορρά, Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική του Καμερούν σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής του ειδικά προσαρμοσμένου εκπαιδευτικού προγράμματος.[14] Η εκπαίδευση σε ψυχοκοινωνική υποστήριξη βοήθησε τους εκπαιδευτικούς να κατανοήσουν την επίδραση του άγχους στα παιδιά με σκοπό την καλύτερη υποστήριξή τους.[15]

Έκθεση της UNICEF αναφορικά με την κατάσταση των παιδιών στο Καμερούν, δημοσιευθείσα τον Ιούνιο του 2015, αναφέρει ότι το 69% των σχολείων δεν έχει πρόσβαση σε πόσιμο νερό και το 59% δεν διαθέτει επαρκείς τουαλέτες. Αυτές οι ελλείψεις στις υποδομές δεν ευνοούν τη διατήρηση καλών πρακτικών υγιεινής.[16]

Η ετήσια έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2025 και αφορά τα γεγονότα του 2024 αναφέρει ότι σημειώθηκαν επιθέσεις και δολοφονίες σε εκπαιδευτικά ιδρύματα στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή από ένοπλους αποσχιστές.[17] Το ως άνω επισημαίνεται και στην πιο πρόσφατη έκθεση της Human Rights Watch, που αφορά τα γεγονότα του 2023.[18] Το 2023, το Armed Conflict Location and Event Data (ACLED) κατέγραψε σχεδόν 50 περιστατικά βίας με στόχο εκπαιδευτικούς, με το 89% των περιστατικών να αποδίδεται σε αυτονομιστικές ομάδες.[19]

Αναφορικά με την δυνατότητα πρόσβασης σε υγειονομική περίθαλψη, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ανευρέθησαν οι κάτωθι πληροφορίες.

Σύμφωνα με την 2024 έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung, το Καμερούν ξοδεύει λιγότερο από το 5% του ΑΕΠ του στο σύστημα υγειονομικής περίθαλψης και απαιτεί την πληρωμή τελών από τους χρήστες αυτών των υπηρεσιών.[20] Η πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, ιδιαίτερα χωρίς ασφάλιση, δημιουργεί εμπόδια για τους περισσότερους.[21] Οι περισσότεροι Καμερουνέζοι βασίζονται σε άτυπους μηχανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, όπως στις οικογενειακές δομές, στα δίκτυα αλληλεγγύης και σε θρησκευτικά ιδρύματα.[22]

Η έκθεση κατάστασης του οργανισμού UNICEF που καλύπτει το διάστημα από 1 Ιανουαρίου έως 30 Ιουνίου 2025 και δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2025,  αναφέρει ότι το Καμερούν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πολλαπλές απειλές για τη δημόσια υγεία, όπως ιλαρά, πολιομυελίτιδα, Mpox, χολέρα και κίτρινο πυρετό. Σε απάντηση, η UNICEF έχει υποστηρίξει τις κυβερνητικές προσπάθειες μέσω επιτήρησης ασθενειών, εμβολιαστικών εκστρατειών, εκπαίδευσης υγειονομικού προσωπικού, ενεργοποίησης της κοινότητας και παροχής βασικών ιατρικών προμηθειών.[23]

Η νόσος Mpox [ευλογιά των πιθήκων] παραμένει ανησυχητική στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή. Η UNICEF υποστήριξε την ετοιμότητα και την ανταπόκριση μέσω της διανομής «κιτ», με προμήθειες για την πρόληψη και τον έλεγχο των μολύνσεων και την εκπαίδευση κοινοτικών υγειονομικών λειτουργών και επικεφαλή υγειονομικών περιοχών.[24] Η κάλυψη του τακτικού εμβολιασμού κατά του κίτρινου πυρετού έχει σταθεροποιηθεί περίπου στο 72% τα τελευταία πέντε χρόνια, κάτω από το όριο που απαιτείται για την πρόληψη επιδημιών.[25] Παρά τους περιορισμούς στη χρηματοδότηση, η UNICEF παρείχε πολυδιάστατη υποστήριξη.[26] Η έκθεση συμπληρώνει ότι η παροχή υπηρεσιών υγείας στο Καμερούν συνεχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, από τις διαρκείς ελλείψεις προμηθειών και επαρκώς εκπαιδευμένου προσωπικού μέχρι την περιορισμένη πρόσβαση σε πληθυσμούς που έχουν πληγεί, ιδιαίτερα στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή.[27]

Η UNICEF αναφέρει περαιτέρω σε έκθεση αναφορικά με την κατάσταση των παιδιών στο Καμερούν, δημοσιευθείσα τον Ιούνιο του 2015, ότι οι επιθέσεις σε υποδομές υγείας και εκπαίδευσης, σε συνδυασμό με την ανασφάλεια, έχουν οδηγήσει τη κάλυψη του εμβολιασμού να μειωθεί στο 64,5%, σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο που ξεπερνά το 82%. Οι εγκαταστάσεις υγιεινής έχουν υποστεί ζημιές ή έχουν καταστραφεί, αφήνοντας πολλές κοινότητες χωρίς πόσιμο νερό ή επαρκείς συνθήκες υγιεινής. Οι συνθήκες αυτές έχουν αυξήσει τον κίνδυνο υδατογενών ασθενειών και οξείας υποσιτισμού, ιδιαίτερα μεταξύ παιδιών κάτω των πέντε ετών.[28]

Το 2024, το Cameroon Baptist Convention Health Services (CBCHS), ένας μη κερδοσκοπικός υγειονομικός οργανισμός, με την υποστήριξη της UNICEF, ξεκίνησε μια ολοκληρωμένη παρέμβαση για τη διατροφή και τον εμβολιασμό. Αυτή η καινοτόμος πρωτοβουλία στόχευε στην ταυτόχρονη αντιμετώπιση του υποσιτισμού και της χαμηλής εμβολιαστικής κάλυψης, αξιοποιώντας υφιστάμενα προγράμματα διατροφής για την προσέγγιση παιδιών που είχαν χάσει κρίσιμους εμβολιασμούς.[29]

Όσον αφορά την πρόσβαση σε ύδρευση, αποχέτευση και υγιεινή (WASH), οι ανάγκες παρέμειναν σημαντικές στις περιοχές Άπω Βορρά, Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική, λόγω του εκτοπισμού, των πλημμυρών στον Άπω Βορρά και των εύθραυστων υποδομών.[30] Μια αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε στην Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο 2024 αποκάλυψε ότι μόνο το 48% των κοινοτικών σημείων ύδρευσης ήταν λειτουργικά και το 35% των νοικοκυριών βασιζόταν σε μη βελτιωμένες εγκαταστάσεις υγιεινής. Τα παιδιά και οι γυναίκες παραμένουν το πιο ευάλωτο τμήμα του πληθυσμού που έχει πληγεί.[31] Η UNICEF από κοινού με τους εταίρους της προχώρησαν στην κατασκευή και βελτίωση των εγκαταστάσεων ύδρευσης, αποχέτευσης και υγιεινής (WASH), κυρίως σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και χώρους μάθησης.[32] Ωστόσο, μόνο το 12% του στόχου για ασφαλές νερό και το 8% του στόχου για την αποχέτευση επιτεύχθηκαν. Η παροχή ειδών WASH ήταν επίσης περιορισμένη, καθώς επιτεύχθηκε μόνο το 5% του στόχου. Οι περιορισμοί πρόσβασης λόγω ανασφάλειας και κακής υποδομής διέκοψαν τις αλυσίδες εφοδιασμού και καθυστέρησαν την παροχή υπηρεσιών.[33]

Όσον αφορά τις διατροφικές ανάγκες, η έκθεση κατάστασης του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) που καλύπτει το διάστημα από 1 έως 31 Ιουλίου 2025 και δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025 αναφέρει ότι οι εταίροι του εν λόγω οργανισμού έλεγξαν για υποσιτισμό παιδιά με τη χρήση μετρήσεων της περιμέτρου μέσου βραχίονα (MUAC) και διαπίστωσαν περιπτώσεις οξέος ή μέτριου υποσιτισμού και παρείχαν θεραπεία και εξειδικευμένα εμπλουτισμένα τρόφιμα με σκοπό την στήριξη τους.[34] Οι εταίροι παρείχαν επίσης υπηρεσίες πρόληψης του υποσιτισμού μέσω κατ’ οίκον επισκέψεων και επιδείξεων μαγειρικής. Ο οργανισμός UNICEF παρείχε παρόμοιες υπηρεσίες προς διαχείριση και αντιμετώπιση του υποσιτισμού.[35]

Αναφορικά με τις συνθήκες ασφάλειας και προστασίας των παιδιών, η έκθεση κατάστασης του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) που καλύπτει το διάστημα από 1 έως 31 Ιουλίου 2025 και δημοσιεύθηκε τον Σεπτέμβριο του 2025, αναφέρει ότι τα παιδιά που επηρεάζονται από την κρίση συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους βίας, κακοποίησης και εκμετάλλευσης. Υπάρχει κρίσιμη ανάγκη για υπηρεσίες ψυχικής υγείας και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης (MHPSS), για νομική ταυτότητα μέσω της καταχώρισης γεννήσεων και για υπηρεσίες προστασίας, ιδιαίτερα για τα κορίτσια, τα παιδιά με αναπηρίες και εκείνα που ζουν σε υποεξυπηρετούμενες διαιρέσεις.[36] Υλοποιήθηκαν μέτρα για την πρόληψη της κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών, παράλληλα με ενίσχυση ικανοτήτων και μετριασμό κινδύνων έμφυλης βίας, ωστόσο, παραμένουν κενά στον συντονισμό και στην υποαναφορά των αναγκών προστασίας και η έλλειψη νομικής τεκμηρίωσης συνεχίζει να εκθέτει τα παιδιά σε κινδύνους προστασίας.[37]

Από τις ανωτέρω εξωτερικές πληροφορίες προκύπτει ότι, παρά τα σοβαρά προβλήματα που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης ασφαλείας, εξακολουθούν να λειτουργούν, με τη στήριξη κρατικών και διεθνών φορέων, δομές εκπαίδευσης, υγειονομικής περίθαλψης και μηχανισμοί ανθρωπιστικής υποστήριξης για παιδιά και ευάλωτα πρόσωπα. Οι πληροφορίες αυτές καταδεικνύουν ότι υφίστανται αντικειμενικές δυσκολίες και ελλείψεις ως προς την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες, χωρίς όμως να προκύπτει ότι κάθε ανήλικο παιδί που επιστρέφει στις εν λόγω περιοχές στερείται αυτομάτως πρόσβασης σε εκπαίδευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ή στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης. Αντιθέτως, οι διεθνείς οργανισμοί και οι ανθρωπιστικοί φορείς συνεχίζουν να υλοποιούν προγράμματα εκπαίδευσης, ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, εμβολιασμού, αντιμετώπισης υποσιτισμού και προστασίας παιδιών, ιδίως για ευάλωτες ομάδες πληθυσμού.

Η ανωτέρω γενική εικόνα πρέπει να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με τις εξατομικευμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Συναφώς, η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε ότι το ένα ανήλικο τέκνο της ήδη διαμένει στο Καμερούν με τον πατέρα του και έχει πρόσβαση τόσο σε ιατρικές όσο και σε εκπαιδευτικές υπηρεσίες. Περαιτέρω, προκύπτει ότι στην χώρα καταγωγής διαμένουν στενοί συγγενείς πρώτου βαθμού της Αιτήτριας, περιλαμβανομένης της μητέρας της, του πατέρα του παιδιού και των αδελφών της, οι οποίοι δύνανται να λειτουργήσουν υποστηρικτικά τόσο προς την ίδια όσο και προς το τέκνο της. Επίσης, η Αιτήτρια είναι ενήλικο, μορφωμένο και εργασιακά ενεργό άτομο, το οποίο εργαζόταν πριν την αναχώρησή του από το Καμερούν και διαθέτει, βάσει των δηλώσεών της, επαγγελματική εμπειρία και δυνατότητα επανένταξης.

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω στοιχείων, δεν προκύπτει ότι το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας θα στερηθεί, σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν, κάθε πραγματικής πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες εκπαίδευσης, υγείας και οικογενειακής φροντίδας ούτε ότι θα περιέλθει σε συνθήκες που να αντίκεινται κατ’ ουσίαν στο βέλτιστο συμφέρον του. Παρά τις αντικειμενικές δυσχέρειες που καταγράφονται στις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν στοιχειοθετείται, υπό τις συγκεκριμένες προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, πραγματικός κίνδυνος μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ή σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το απαιτούμενο κατώφλι σοβαρότητας για τη στοιχειοθέτηση σοβαρής βλάβης λόγω συνθηκών διαβίωσης είναι ιδιαίτερα υψηλό και προϋποθέτει την έκθεση του ενδιαφερομένου σε κατάσταση έσχατης υλικής στέρησης, η οποία συνεπάγεται αδυναμία κάλυψης των πλέον στοιχειωδών αναγκών του και οδηγεί σε προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (βλ. απόφαση της 19.03.2019, Jawo, C-163/17). Περαιτέρω, το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει ότι γενικές κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες ή προβλήματα που επηρεάζουν ευρύτερα τον πληθυσμό της χώρας καταγωγής δεν αρκούν αφ’ εαυτών για τη στοιχειοθέτηση ατομικού κινδύνου σοβαρής βλάβης ή ανάγκης διεθνούς προστασίας (βλ. απόφαση της 18.12.2014, MBodj, C-542/13). Ομοίως, στην απόφαση Secretary of State for the Home Department κατά OA (C-255/19), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η απλή οικονομική δυσπραγία ή η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης δεν συνιστούν, κατά γενικό κανόνα, δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ελλείψει πρόσθετων εξατομικευμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ως προς το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και αφορά τον κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος στέρησης της ζωής του αιτητή, είτε από κρατικούς είτε από μη κρατικούς δρώντες. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι ακόμη και πράξεις ιδιωτών, όπως εγκλήματα τιμής ή βεντέτες, δύνανται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, εφόσον ο κίνδυνος θανάτωσης είναι πραγματικός και αποδεδειγμένος (βλ. ΔΕΕ WS v. SAR, C-621/21· Laghman, C-217/23).

Εν προκειμένω, όμως, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει, κατά τρόπο αξιόπιστο και επαρκή, ότι αποτελεί στόχο πραγματικού κινδύνου εκτέλεσης ή θανάτωσης σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν. Οι ισχυρισμοί της περί απειλών και επιθέσεων κρίθηκαν μη αξιόπιστοι ως προς τον πυρήνα τους, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ελλείψεων και μεταβολών σε βασικά στοιχεία του αφηγήματός της, ενώ δεν προέκυψε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι συγκεκριμένα πρόσωπα εξακολουθούν να την αναζητούν ή να διατηρούν ενεργή πρόθεση θανάτωσής της. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του Νόμου.

Ως προς το άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(β) της Οδηγίας και αφορά τον κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, σημειώνεται ότι η εν λόγω διάταξη ερμηνεύεται σε συνάφεια με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σχετική νομολογία του ΔΕΕ έχει καταστήσει σαφές ότι η προστασία αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου σοβαρής βλάβης, ο οποίος πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία (βλ. MP v. Secretary of State, C-353/16· M’Bodj, C-542/13· WS v. SAR, C-621/21).

Περαιτέρω, από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν εξακολουθεί να επικρατεί κατάσταση ανασφάλειας και να καταγράφονται περιστατικά βίας. Ωστόσο, η ύπαρξη γενικών δυσχερειών ή συνθηκών αστάθειας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης. Όπως έχει κριθεί στην υπόθεση OA (C-255/19), κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες ή γενικές συνθήκες ανασφάλειας δεν συνιστούν καθεαυτές δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Αντίστοιχα, στην υπόθεση Elgafaji (C-465/07), το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι απαιτείται η ύπαρξη σοβαρής και ατομικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας, σε τέτοιο επίπεδο ώστε η ίδια η παρουσία του προσώπου στην περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο.

Στην παρούσα υπόθεση, δεν προέκυψε ότι η Αιτήτρια διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή προφίλ που να την καθιστούν ειδικό στόχο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της. Αντιθέτως, πρόκειται για ενήλικο και μορφωμένο πρόσωπο, το οποίο διαθέτει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής, ενώ το ανήλικο τέκνο της ήδη διαμένει εκεί με τον πατέρα του και έχει πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας. Παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες που καταγράφονται στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν, δεν στοιχειοθετείται ότι η επιστροφή της Αιτήτριας και του τέκνου της θα τους εκθέσει σε πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.

Αντίστοιχα, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η εφαρμογή του άρθρου 3 προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού, εξατομικευμένου και επαρκώς αποδεδειγμένου κινδύνου έκθεσης σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση (βλ. Saadi v. Italy, αρ. προσφ. 37201/06, §125· Paposhvili v. Belgium, αρ. προσφ. 41738/10, §183· M.O. v. Switzerland, αρ. προσφ. 41282/16, §75· Savran v. Denmark, αρ. προσφ. 57467/15, §§124–127). Επιπλέον, το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα κρίνει ότι η ύπαρξη γενικευμένης βίας ή ανασφάλειας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την ενεργοποίηση του άρθρου 3, ελλείψει εξατομικευμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο αιτητής διατρέχει προσωπικό κίνδυνο (βλ. N.A. v. United Kingdom, αρ. 25904/07, §§114, 116, 117, 128· JK and Others v. Sweden, αρ. 59166/12, §§103–105).

Εν προκειμένω, ελλείψει αξιόπιστων στοιχείων που να τεκμηριώνουν ότι η Αιτήτρια ή το ανήλικο τέκνο της διατρέχουν προσωπικό, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής τους στο Καμερούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής ούτε του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου ούτε του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, σημειώνεται ότι ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji,). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής  θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης  βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν.

Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[38] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Northwest και Southwest περιοχές.[39]

Ως προς την εξέλιξη της κρίσης μέσα στα χρόνια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε σε δημοσίευση του Απριλίου του 2025 ότι η κατάσταση ασφαλείας στις περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις παρουσίασε ανησυχητική τάση, με 2.098 περιστατικά να καταγράφονται κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, ήτοι 339 περισσότερα σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2024.[40] Συνολικά, το 2024 αναφέρθηκαν 7.035 περιστατικά ασφαλείας (3.113 στη Northwest περιοχή, 2.398 στη Southwest περιοχή και 1.524 στην Far North περιοχή).[41] Αυτός ο αριθμός συνιστά σχεδόν διπλασιασμό των 4.519 περιστατικών που καταγράφηκαν το 2023 και τριπλασιασμό του αριθμού που σημειώθηκε το 2022 (2.748).[42]

Το 2025 το Καμερούν συνέχισε να επηρεάζεται τρεις πολυσύνθετες και μείζονες ανθρωπιστικές κρίσεις: τη σύγκρουση στη λεκάνη της λίμνης Chad στην περιοχή Far North, την Αγγλόφωνη εσωτερική κρίση στην περιοχή Northwest και Southwest (NWSW), καθώς και την προσφυγική κρίση που προέρχεται από την γειτονική Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.[43]

Τον Οκτώβριο του 2025 το Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) κατέγραψε για την περίοδο μεταξύ 1 και 30 Σεπτέμβρη του 2025 ότι το περιβάλλον ασφάλειας στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές παρέμεινε τεταμένο καθ’ όλη τη διάρκεια της παρατεταμένης απαγόρευσης κυκλοφορίας που επιβλήθηκε από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 14 Οκτωβρίου (ενν. 2025).[44] Η απαγόρευση, η οποία στόχευε στη διατάραξη της επανέναρξης των σχολείων και των προεδρικών εκλογών, ακολουθήθηκε από περιστατικά βίας, εκτοπισμού και κινδύνων για την προστασία του πληθυσμού.[45]

Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) με περίοδο αναφοράς το Δεκέμβριο του 2025, η κατάσταση ασφάλειας στη Northwest και Southwest περιοχή παρέμεινε τεταμένη τον Δεκέμβριο. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες βίαιες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφάλειας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν πολύ ευάλωτες και ασταθείς. Η πληθώρα παράνομων σημείων ελέγχου οδήγησε σε υψηλό ποσοστό εκβιασμών του άμαχου πληθυσμού από τις Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες με το πρόσχημα του «φόρου απελευθέρωσης» (‘Liberation tax’) σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες των δύο περιοχών. Επίσης, παρατηρήθηκε αύξηση των αυθαίρετων συλλήψεων και των απαγωγών για λύτρα, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών ορισμένων νυν και πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων.[46]

Περαιτέρω, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 30/04/2026) στην Βορειοδυτική Περιφέρεια (Northwest Region) στην οποία υπάγεται η περιοχή Bamenda του Καμερούν, καταγράφηκαν 2.978 περιστατικά ασφαλείας ήτοι διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων, από τα οποία προκλήθηκαν 566 ανθρώπινες απώλειες.[47] Σημειώνεται ότι από τα εν λόγω περιστατικά, 287 έλαβαν χώρα στην περιοχή Bamenda, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 97 ανθρώπινες απώλειες. Σημειώνεται, ότι η βορειοδυτική περιφέρεια έχει 1.968.600 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση του 2015[48] και η περιοχή Bamenda 657.875 σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση του 2026[49].

Από τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν εξακολουθεί να υφίσταται κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, συνοδευόμενη από περιστατικά βίας, απαγωγών, εκβιασμών, αυθαίρετων συλλήψεων και συγκρούσεων μεταξύ κρατικών δυνάμεων ασφαλείας και μη κρατικών ένοπλων ομάδων. Προκύπτει επίσης ότι η κατάσταση ασφαλείας παραμένει ασταθής και ευμετάβλητη, με σοβαρές ανθρωπιστικές επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό.

Ωστόσο, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν αρκεί η διαπίστωση και μόνο της ύπαρξης ένοπλης σύρραξης ή περιστατικών βίας, αλλά απαιτείται η αδιάκριτη βία να έχει φθάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο ώστε οποιοσδήποτε άμαχος, λόγω της παρουσίας του και μόνον στην οικεία περιοχή, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας (βλ. Elgafaji, C-465/07).

Εν προκειμένω, παρά την ύπαρξη σοβαρών περιστατικών ασφαλείας στην Βορειοδυτική Περιφέρεια και ειδικότερα στην περιοχή Bamenda, τα διαθέσιμα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα δεν καταδεικνύουν επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να πληρούται το εξαιρετικά υψηλό κατώφλι που απαιτεί η νομολογία για την εφαρμογή του άρθρου 19(2)(γ). Ειδικότερα, παρότι καταγράφηκαν περιστατικά πολιτικής βίας και ανθρώπινες απώλειες, τα στοιχεία αυτά, εξεταζόμενα σε συνάρτηση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, δεν τεκμηριώνουν ότι κάθε άμαχος που επιστρέφει στην Bamenda εκτίθεται αυτομάτως και μόνο λόγω της παρουσίας του σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι διαθέτει ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά ή προφίλ ευαλωτότητας που να την εκθέτουν σε αυξημένο κίνδυνο πέραν εκείνου που αντιμετωπίζει ο γενικός πληθυσμός της περιοχής. Οι ισχυρισμοί περί προσωπικής στοχοποίησης κρίθηκαν μη αξιόπιστοι, ενώ δεν προέκυψε ότι η ίδια υπήρξε μέλος πολιτικής ή ένοπλης οργάνωσης, ούτε ότι αναζητείται από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες. Αντιθέτως, πρόκειται για άμαχο πρόσωπο, με οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, στοιχεία που δύνανται να συμβάλουν στην επανένταξή της.

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των διαθέσιμων στοιχείων, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τη δυσχερή κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί σε ορισμένες περιοχές του Καμερούν, δεν αποδεικνύεται ότι η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της θα αντιμετωπίσουν, σε περίπτωση επιστροφής τους στην περιοχή καταγωγής τους, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει της εν λόγω διάταξης.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε πλήρη, επαρκή και εξατομικευμένη εξέταση όλων των ουσιωδών στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν τους πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η δε προσβαλλόμενη απόφαση κρίνεται επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, καθότι εδράζεται τόσο στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου όσο και στην αιτιολογημένη Έκθεση–Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία καταγράφονται με σαφήνεια οι λόγοι για τους οποίους απορρίφθηκαν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας και κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της σε καθεστώς διεθνούς ή συμπληρωματικής προστασίας.

Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999 και τη σχετική νομολογία, η αιτιολογία διοικητικής πράξης δύναται να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, εφόσον αυτά συνδέονται άρρηκτα με την εκδοθείσα πράξη και καθιστούν σαφές το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο επί του οποίου αυτή εδράζεται (βλ. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171· Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371). Εν προκειμένω, από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι τα ευρήματα και τα συμπεράσματα της Διοίκησης βρίσκονται σε πλήρη συνάφεια με το αποδεικτικό υλικό που είχε ενώπιόν της (βλ. Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερ. 21.07.2000· Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.ά., ημερ. 18.04.1997).

Περαιτέρω, ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο ασκεί πλήρη δικαιοδοσία επί της ουσίας της υπόθεσης, κατέστη δυνατό να αναδειχθούν στοιχεία ικανά να ανατρέψουν τα συμπεράσματα της Διοίκησης ή να καταδείξουν ότι η επίδικη απόφαση πάσχει ως προς τη νομιμότητα ή την ουσιαστική της βασιμότητα. Η υποχρέωση του αιτητή διεθνούς προστασίας είναι να προσκομίζει στοιχεία και να προβάλλει ισχυρισμούς ικανούς να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο για τον έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. JOHN MBI EBOT ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 141/2023). Όταν ο αιτητής δεν προβάλλει συγκεκριμένα και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία ικανά να κλονίσουν τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου, η προσβαλλόμενη απόφαση παραμένει νομικά και πραγματικά αλώβητη (βλ. Κ.Ε. ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 17/2024). Περαιτέρω, η απλή επανάληψη γενικών ισχυρισμών ή αφηρημένων αναφορών σε κινδύνους και διατάξεις νόμου, χωρίς ουσιαστική εξειδίκευση και σύνδεση με τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περίπτωσης, δεν αρκεί προς θεμελίωση αξίωσης διεθνούς προστασίας (βλ. RAAFAT ALFY NOUH KHALIL ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 153/2023).

Κατ’ ακολουθίαν, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα, νομική πλημμέλεια, έλλειψη δέουσας έρευνας ή παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας εκ μέρους της Διοίκησης, ούτε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να επηρεάσει την ορθότητα της ουσιαστικής κρίσης της προσβαλλόμενης πράξης. Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται.

Δια τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα ύψους €1000 υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 

 

 

 



[1] European Asylum Support Office - EASO, 'Δικαστική ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου', 2018, σελ. 132 - 135

[2] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.

[3]  Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.

[4] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.

[5] CJEU, judgment of 6 June 2013, MA, BT and DA v Secretary of State for the Home Department, C-648/11, EU:C:2013:367 (hereinafter CJEU, 2013, MA, BT and DA), το ΔΕΕ διευκρινίζει ότι, ακόμη και όταν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο συμφέρον του ανηλίκου σε διάταξη του παράγωγου δικαίου της ΕΕ, η ισχύς του άρθρου 24 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παράγραφος 1 αυτού, είναι ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή αυτής της διάταξης.

 

[6] UNICEF Cameroon, Remedial classes boost education in crisis-hit regions, 16 Σεπτεμβρίου 2025, https://www.unicef.org/cameroon/stories/remedial-classes-boost-education-crisis-hit-regions#:~:text=In%20the%20Northwest%20and%20Southwest,without%20consistent%20access%20to%20learning. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[7] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 4, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[8] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 4, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[9] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 4, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[10] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 4, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[11] Plan International, A second chance at education for out-of-school children, 17 Ιανουαρίου 2024, https://plan-international.org/cameroon/news/2024/02/17/second-chance-education-out-of-school-children/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[12] Norwegian Refugee Council, Helping children in Cameroon to tackle trauma, 05 Μαΐου 2025, https://www.nrc.no/perspectives/2025/helping-children-in-cameroon-to-tackle-trauma (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[13] Norwegian Refugee Council, Helping children in Cameroon to tackle trauma, 05 Μαΐου 2025, https://www.nrc.no/perspectives/2025/helping-children-in-cameroon-to-tackle-trauma (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[14] Norwegian Refugee Council, Helping children in Cameroon to tackle trauma, 05 Μαΐου 2025, https://www.nrc.no/perspectives/2025/helping-children-in-cameroon-to-tackle-trauma (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[15] Norwegian Refugee Council, Helping children in Cameroon to tackle trauma, 05 Μαΐου 2025, https://www.nrc.no/perspectives/2025/helping-children-in-cameroon-to-tackle-trauma (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[16] UNICEF, Situation of children in Cameroon, Ιούνιος 2025, σελ. 6, https://www.unicef.org/cameroon/media/3136/file/2025-Situation%20des%20enfants%20au%20Cameroun_ENGL_%20FINAL2.pdf.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[17] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights, Cameroon, Απρίλιος 2025, σελ. 116, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2025/04/WEBPOL1085152025FRENCHV3.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[18] Human Rights Watch, World Report 2024 – Events of 2023, Cameroon, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[19] Armed Conflict Location and Event Data (ACLED), NON-STATE ARMED GROUPS AND ILLICIT ECONOMIES IN WEST AFRICA Anglophone separatists, Σεπτέμβριος 2024, σελ. 28, https://acleddata.com/system/files/2025-07/anglophone-separatists-non-state-armed-groups-and-illicit-economies-in-west-africa-gi-toc-and-acled-september-2024.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[20] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2024, σελ. 22, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[21] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2024, σελ. 22, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[22] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report — Cameroon. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2024, σελ. 22, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[23] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 3, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[24] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 3, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[25] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 3 – 4, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[26] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 4, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[27] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 4, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[28] UNICEF, Situation of children in Cameroon, Ιούνιος 2025, σελ. 11, https://www.unicef.org/cameroon/media/3136/file/2025-Situation%20des%20enfants%20au%20Cameroun_ENGL_%20FINAL2.pdf.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[29] Sabin Vaccine Institute, Integrating Nutrition and Vaccination Efforts in Crisis-Affected Regions of Cameroon, 28 Φεβρουαρίου 2025, https://www.sabin.org/resources/integrating-nutrition-and-vaccination-efforts-in-crisis-affected-regions-of-cameroon/; Cameroon Baptist Convention Health Services (CBCHS), About Us, https://cbchealthservices.org/abou/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[30] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 3, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[31] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 3, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[32] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 3, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[33] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 3, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[34] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.79 - July 2025, 8 Σεπτεμβρίου 2025, σελ. 3, https://reliefweb.int/attachments/ee3ed5ae-f1c4-4544-9dea-098e28dbaca8/SITREP%20NWSW%20July%202025-FV.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/02/2026)

[35] UNICEF, Cameroon Humanitarian Situation Report, Mid-Year 2025, 25 Ιουλίου 2025, σελ. 2 – 3, https://www.unicef.org/media/172846/file/Cameroon%20Humanitarian%20Situation%20Report,%20Mid-year%202025.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[36] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.79 - July 2025, 8 Σεπτεμβρίου 2025, σελ. 3, https://reliefweb.int/attachments/ee3ed5ae-f1c4-4544-9dea-098e28dbaca8/SITREP%20NWSW%20July%202025-FV.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[37] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.79 - July 2025, 8 Σεπτεμβρίου 2025, σελ. 4, https://reliefweb.int/attachments/ee3ed5ae-f1c4-4544-9dea-098e28dbaca8/SITREP%20NWSW%20July%202025-FV.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/04/2026)

[38] The Conversation, Cameroon’s conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697 (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[39] GCRP (Global Centre for the Responsibility to Protect), Cameroon, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[40] European Commission, Cameroon, τελευταία ενημέρωση στις 25/04/2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[41] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[42] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[43] European Commission, Cameroon, last updated 25 April 2025, https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[44] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2, (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[45] UN OCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.81, 30 Οκτωβρίου 2025, https://www.unocha.org/attachments/d724d669-0a06-4f11-be6d-5f359fe13fac/SITREP%20NWSW_September%202025_Final.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[46] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no84-december-2025, (ημερομηνία πρόσβασης 30/04/2026)

[47] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 30/04/2026)

[48] CITY POPULATION, Africa: Cameroon: Regions - Nord-Oueste Region) [Table], https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/

[49] World Population Review, Bamenda, Bamenda Population 2026 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 30/04/2026)

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο