Mr. F.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 63/2024, 25/5/2026
print
Τίτλος:
Mr. F.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 63/2024, 25/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

   Υπόθεση Αρ.: 63/2024

25 Μαΐου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Mr. F.N.

από Νιγηρία

                                                                    Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Ζ. Ποντίκη (κα)  για Αλ Tάχερ, Μπενέτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Θ. Παπανικολάου (κα) Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 25.09.2023 με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη Νιγηρία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού  εξεταστούν  οι  εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται  η  σκιαγράφηση των

γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του δ.φ. που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής κατάγεται από τη Δημοκρατία της Νιγηρίας την οποία εγκατέλειψε στις 10.12.2019 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές δια μέσου των οποίων διήλθε στις ελεγχόμενες περιοχές στις 11.03.2020. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 09.07.2020 και ακολούθως προσήλθε σε συνέντευξη στις 10.06.2021 με λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενη ως «η Λειτουργός»). Κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσής του, η αίτηση του απορρίφθηκε στις 25.09.2023. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής του αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του ισχυρισμού περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εφαρμόζοντας το Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη, υποστηρίζοντας καταληκτικά ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του  ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο ο ίδιος φέρει στους ώμους του, ως προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Καταρχάς, επισημαίνω ότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας, συναρτάται και διασυνδέεται με την ίδια την ουσία της υπόθεσης και ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[1], θα προχωρήσω στην εξέταση  της ουσίας της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό αυτόν.

 

Επί τούτου, επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου.  Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.  Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[2].

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του δ.φ., εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιον τους.

 

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του πολέμου και της Boko Haram η οποία σκοτώνει και βιάζει γυναίκες. Πρόσθεσε πως και οι δύο του γονείς σκοτώθηκαν, ενώ ο ίδιος κατάφερε να δραπετεύσει και να σώσει τη ζωή του, δηλώνοντας πως δε θέλει να πεθάνει (βλ. ερυθ. 3 δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, γεννημένος στην Ikeja της πολιτείας Lagos και κάτοικος αυτής κατά την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής (βλ. ερυθ. 29 4Χ δ.φ.). Είναι Καθολικός Χριστιανός στο θρήσκευμα και ως ο ίδιος ανέφερε είναι άγαμος (βλ. ερυθ. 33 δ.φ.). Δήλωσε πως οι γονείς του δολοφονήθηκαν από τη Boko Haram το 2007 και πως η μοναδική του αδερφή απεβίωσε από φυσικά αίτια όταν ήταν 18 ετών. Πρόσθεσε ότι έχε έναν μητρικό θείο στη Νιγηρία με τον οποίο όμως δεν είχε επικοινωνία για τουλάχιστον 5 χρόνια και έχει χάσει τα ίχνη του (βλ. ερυθ. 28-27 δ.φ.). Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πρόσθεσε πως ομιλεί την Αγγλική και την Ika (βλ. ερυθ. 31 2Χ-4Χ και 30 δ.φ.). Αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία δήλωσε ότι εργαζόταν περιστασιακά ως οδηγός ταξί (βλ. ερυθ. 30 1Χ δ.φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης δήλωσε ότι έφυγε εξαιτίας των συγκρούσεων της Boko Haram, της ανασφάλειας, της ανεργίας και του γεγονότος ότι δεν έχει συγγενείς. Ο Αιτητής πρόσθεσε ότι στη χώρα επικρατεί ανασφάλεια και ανεργία, το επίπεδο της φτώχιας είναι υψηλό, λαμβάνουν χώρα παντού απαγωγές, ένοπλες ληστείες, ενώ ανέφερε επίσης τους βοσκούς και την Boko Haram (βλ. ερυθ. 25 4Χ δ.φ.).

 

Ερωτηθείς κατά πόσο είχε ο ίδιος βιώσει προσωπικά κάποιο περιστατικό μετά τον θάνατο των γονιών του το 2007, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά (βλ. ερυθ. 25 5Χ δ.φ.). Ακολούθως, όταν η λειτουργός τού επεσήμανε ότι οι αναφορές του αφορούσαν τη γενική κατάσταση στη Νιγηρία και όχι προσωπικά βιώματα του ιδίου, ο Αιτητής συμφώνησε, προσθέτοντας ότι τέτοιου είδους περιστατικά συμβαίνουν γενικά και ότι είχαν συμβεί και στους γονείς του (βλ. ερυθ. 25 6Χ και 24 1Χ δ.φ.).

Ερωτώμενος τι θεωρεί ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν θα μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους λόγω φόβου απέναντι στους βοσκούς και ενδεχόμενης απαγωγής από τη Boko Haram. Παράλληλα, πρόσθεσε ότι στη χώρα επικρατούν υψηλά ποσοστά ανεργίας και φτώχειας. Όταν ερωτήθηκε εάν εξακολουθεί να ισχύει η προηγούμενη δήλωσή του ότι διέμενε στη χώρα μέχρι το 2019 χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι κατάφερε να επιβιώσει με τη βοήθεια φίλου του, ο Αιτητής το επιβεβαίωσε (βλ. ερυθ. 24 1Χ-3Χ δ.φ.).

 

Ακολούθως, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο λόγος για τον οποίο υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας τον Ιούλιο του 2020 ήταν το αίσθημα ανασφάλειας, η ανεργία και η δυσκολία που αντιμετώπιζε να διαβιώσει χωρίς τους γονείς του, παρά τη στήριξη που λάμβανε από τον φίλο του (βλ. ερυθ. 24 4Χ δ.φ.).

 

Τέλος, η Λειτουργός υπενθύμισε στον Αιτητή ότι, στην αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, είχε αναφέρει πως εγκατέλειψε τη Νιγηρία επειδή οι γονείς του σκοτώθηκαν και ο ίδιος κατόρθωσε να διαφύγει προκειμένου να σώσει τη ζωή του. Στο πλαίσιο αυτό, του ζητήθηκε να διευκρινίσει τη συγκεκριμένη δήλωση, καθότι κατά τη συνέντευξη δεν είχε αναφερθεί σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό από το οποίο να είχε διαφύγει. Απαντώντας, ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά τη δολοφονία των γονιών του το 2007, διέμενε στην οικία φίλου του, όπου τον φρόντιζε ο πατέρας του φίλου αυτού. Όταν ο τελευταίος ασθένησε και απεβίωσε, ο Αιτητής εξήγησε ότι μετακόμισε για να ζήσει με τον φίλο του, εργαζόμενος ως οδηγός στο όχημά του, το οποίο χρησιμοποιούσε ως ταξί. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατόρθωσε να διαφύγει από τη Νιγηρία και από την κατάσταση που μόλις είχε περιγράψει (βλ. ερυθ. 24 δ.φ.).

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι η Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και έγινε αποδεκτός. Ως τελευταίος τόπος διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής κρίθηκε η πόλη Ikeje της πολιτείας Lagos της Νιγηρίας.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την αναχώρηση του Αιτητή από τη Νιγηρία λόγω της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα και έγινε αποδεκτός. Η Λειτουργός έκρινε ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την Boko Haram, την ανεργία, την ανασφάλεια και την πείνα που επικρατούν στη χώρα, τις απαγωγές και τις ληστείες που λαμβάνουν χώρα από τους βοσκούς και τη Boko Haram αφορούσαν τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα καταγωγής. Αναφορικά με την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, η Λειτουργός έκρινε πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουνε εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει των δύο ισχυρισμών οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, η Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή και την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας, έκρινε ότι δε συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στο Καμερούν, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση της Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή, ως αυτοί παρουσιάστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:

 

Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, τον οποίον και αποδέχομαι. Οι σχετικές δηλώσεις του υπήρξαν σαφείς, συνεκτικές και επαρκώς συγκεκριμένες ως προς την υπηκοότητα, τον τόπο καταγωγής, τον τελευταίο τόπο διαμονής, το οικογενειακό και εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ενώ δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του ως προς τα εν λόγω ζητήματα.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία λόγω της κατάστασης ασφαλείας, της δράσης της Boko Haram, της ανασφάλειας, της ανεργίας και της φτώχειας που επικρατούν στη χώρα, κρίνεται καταρχάς ότι η αξιολόγηση της Λειτουργού είναι ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη. Η Λειτουργός εντόπισε ότι οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή αφορούσαν κατά κύριο λόγο τη γενική κατάσταση ασφαλείας και τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του και όχι προσωπικά περιστατικά δίωξης ή στοχοποίησής του. Η διαπίστωση αυτή εδράζεται στις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή, ο οποίος ρητώς παραδέχθηκε ότι, μετά τον θάνατο των γονιών του το 2007, δεν βίωσε προσωπικά οποιοδήποτε περιστατικό βίας ή απειλής εις βάρος του.

Περαιτέρω, πέραν των σημείων που ήδη ανέδειξε η Λειτουργός, προκύπτουν και πρόσθετα στοιχεία τα οποία αποδυναμώνουν την εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού. Καταρχάς, παρατηρείται ασάφεια και έλλειψη εξατομίκευσης του προβαλλόμενου φόβου. Ο Αιτητής προέβη σε γενικές αναφορές περί ανασφάλειας, απαγωγών, δράσης βοσκών και της Boko Haram, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να περιγράψει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό που να τον αφορούσε προσωπικά ή να καταδείξει ότι υπήρξε στόχος των εν λόγω ενεργειών. Αντιθέτως, ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι οι αναφορές του σχετίζονταν με την ευρύτερη κατάσταση στη Νιγηρία και με όσα είχαν συμβεί στους γονείς του και όχι με γεγονότα που ο ίδιος βίωσε προσωπικά.

 

Επιπλέον, εσωτερική αντίφαση προκύπτει και από το γεγονός ότι, ενώ ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται για τη ζωή και την ασφάλειά του σε περίπτωση επιστροφής, ταυτόχρονα παραδέχθηκε ότι παρέμεινε στη Νιγηρία μέχρι το 2019 χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε προσωπικό πρόβλημα και ότι κατόρθωσε να επιβιώσει εργαζόμενος με τη βοήθεια φίλου του. Η μακροχρόνια παραμονή του στη χώρα καταγωγής του, χωρίς οποιαδήποτε προσωπική στοχοποίηση ή σοβαρό περιστατικό εις βάρος του, δεν συνάδει με την εικόνα προσώπου που τελούσε υπό άμεσο, πραγματικό και διαρκή κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

 

Περαιτέρω, μειωμένη πειστικότητα παρουσιάζει και ο ισχυρισμός του περί «διαφυγής» από τη Νιγηρία προς διάσωση της ζωής του. Ειδικότερα, ενώ στην αίτησή του είχε αναφέρει ότι δραπέτευσε προκειμένου να σωθεί μετά τη δολοφονία των γονιών του, κατά τη συνέντευξη δεν ήταν σε θέση να περιγράψει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό άμεσου κινδύνου από το οποίο να διέφυγε. Αντιθέτως, η εξήγηση που παρείχε συνδέθηκε ουσιαστικά με τις δυσκολίες διαβίωσης που αντιμετώπιζε μετά τον θάνατο του προσώπου που τον φρόντιζε, καθώς και με τη γενική ανασφάλεια και ανεργία που επικρατούν στη χώρα. Η διαφοροποίηση αυτή αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του ισχυρισμού περί προσωπικού φόβου δίωξης.

 

Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν τεκμηριώνει ύπαρξη προσωπικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, αλλά περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας και των δυσχερών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στη Νιγηρία, οι οποίες, αφ’ εαυτών, δεν επαρκούν για τη θεμελίωση αιτήματος διεθνούς προστασίας.

Top of Form

Bottom of Form

 

Ενόψει της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής που χαρακτηρίζει την δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, δεν ανακύπτει υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του συμβατότητας μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του.

 

Η διαδικασία αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου συνεκτικού, σταθερού και σαφώς προσδιορισμένου πυρήνα πραγματικών περιστατικών, ο οποίος να επιδέχεται ουσιαστική αντιπαραβολή με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης. Όταν, όμως, όπως εν προκειμένω, το αφήγημα του Αιτητή εμφανίζει ουσιώδη κατάρρευση της εσωτερικής του συνοχής στα θεμελιώδη στοιχεία του, η προσφυγή σε πληροφορίες χώρας καταγωγής καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία, καθόσον δεν υπάρχει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοια αντιπαραβολή.

 

Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[3], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Περαιτέρω, η ως άνω προσέγγιση έχει επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[4] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως αναξιόπιστος.

 

Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στη νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.

 

Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου: 

 

«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ' αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δε δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. 

 

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. 

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκόμενων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ   CFDN κατά  Bundesrepublic Deutschland[5]).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi[6] αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[7] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.   

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου και ειδικότερα κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου επι τη βάση της ως άνω νομολογίας, κρίσιμο είναι να αξιολογηθεί κατά πόσο ο Αιτητής, ως άμαχος επιστρέφων στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας και ειδικότερα στην πόλη Ikeja, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας στο πλαίσιο κατάστασης διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Επί τούτου, αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι η Boko Haram — με επίσημη ονομασία Jama'atu Ahlis Sunna Lidda'awati wal-Jihad (JAS) — ιδρύθηκε το 2002 στη βορειοανατολική Νιγηρία, με επίκεντρο τη Maiduguri της πολιτείας Borno[8]. Μετά την αποτυχημένη εξέγερση του 2009, η οργάνωση επανασχηματίστηκε υπό τον Abubakar Shekau[9] και ανέπτυξε ένοπλη δράση κυρίως στις βορειοανατολικές πολιτείες της χώρας, ήτοι στις Borno, Yobe και Adamawa, καθώς και στις απομακρυσμένες περιοχές της λίμνης Τσαντ και στα σύνορα Νιγηρίας–Καμερούν[10]. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η παρουσία τόσο της JAS όσο και της ISWAP στη νότια Νιγηρία παραμένει αμελητέα, λόγω ισχυρότερης κρατικής παρουσίας, καλύτερης αστυνόμευσης και αυξημένης κοινοτικής ανθεκτικότητας, ενώ σε μητροπολιτικές περιοχές όπως η Lagos και η Abuja οι επιχειρησιακές δυνατότητες των οργανώσεων αυτών είναι σημαντικά περιορισμένες[11].

 

Περαιτέρω, οι ίδιες πηγές καταγράφουν ότι η πρώτη αναφορά για επίθεση της Boko Haram στην πολιτεία Lagos εντοπίζεται μόλις τον Ιούνιο του 2014[12], όταν η οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για έκρηξη στο λιμάνι Apapa του Lagos, η οποία χαρακτηρίστηκε ως η «νοτιότερη γεωγραφικά επίθεσή της». Αντιθέτως, δεν προκύπτει οποιαδήποτε αναφορά για επιθέσεις της Boko Haram στην πολιτεία Lagos ή στην πόλη Ikeja κατά το 2007, περίοδο κατά την οποία ο ίδιος ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δολοφονήθηκαν οι γονείς του. Οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι η ένοπλη εξέγερση της Boko Haram εκδηλώθηκε ουσιαστικά τον Ιούλιο του 2009 στις πολιτείες Bauchi, Borno, Kano και Yobe[13].

 

Παράλληλα, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι, παρά τη συνεχιζόμενη δράση της Boko Haram και της ISWAP στη βορειοανατολική Νιγηρία και ιδίως στην πολιτεία Borno, όπου καταγράφονται επιθέσεις, απαγωγές, βομβιστικές επιθέσεις και συγκρούσεις με κρατικές δυνάμεις[14], η ένταση της βίας παραμένει γεωγραφικά εντοπισμένη στις εν λόγω περιοχές και δεν επεκτείνεται σε τέτοιο βαθμό στη νότια Νιγηρία ώστε να θεωρηθεί ότι κάθε άμαχος επιστρέφων στην πολιτεία Lagos διατρέχει, εκ μόνου του γεγονότος της παρουσίας του εκεί, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Επιπροσθέτως, οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι σε αστικές περιοχές όπως η Lagos λειτουργούν αποτελεσματικότεροι μηχανισμοί αστυνόμευσης και κρατικής προστασίας συγκριτικά με τις αγροτικές και βορειοανατολικές περιοχές της χώρας, όπου η κρατική παρουσία είναι περιορισμένη[15]. Παρά τις γενικότερες προκλήσεις ασφαλείας που αντιμετωπίζει η Νιγηρία, δεν προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Lagos χαρακτηρίζεται από τέτοιο επίπεδο αδιάκριτης βίας ώστε να ενεργοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε ότι παρέμεινε στη Νιγηρία μέχρι το 2019 χωρίς να αντιμετωπίσει προσωπικά οποιοδήποτε περιστατικό βίας ή στοχοποίησης και ότι κατόρθωσε να διαβιώσει εργαζόμενος με τη βοήθεια φίλου του. Οι δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικαλέστηκε, όπως η ανεργία, η φτώχεια και το γενικό αίσθημα ανασφάλειας, μολονότι καταδεικνύουν δυσχέρειες διαβίωσης, δεν αρκούν αφ’ εαυτών για τη θεμελίωση πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Πρόσθετα, από σχετική έρευνα του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 10.04.2026) στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας καταγράφηκαν συνολικά 89 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 100 πολιτών.[16] Την ίδια περίοδο, στην πόλη της Ikeja δεν καταγράφηκαν περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας[17]. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos με βάση την εκτίμηση του 2022 υπολογίζεται σε 13,491,800 κατοίκους[18] και ο πληθυσμός της Ikeja με βάση την καταμέτρηση του 2019 ανέρχεται σε 977,000 κατοίκους[19].

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής του στην πολιτεία Lagos και ειδικότερα στην πόλη Ikeja, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, τα ως άνω δεδομένα δεν καταδεικνύουν κατάσταση αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να θεωρηθεί ότι κάθε άμαχος, εκ μόνου του γεγονότος της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.

 

Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για άνδρα ενήλικης ηλικίας, υγιή, απόφοιτο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ο οποίος ομιλεί την αγγλική γλώσσα και διαθέτει προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία ως οδηγός ταξί, γεγονός που καταδεικνύει ότι είναι πλήρως ικανός προς εργασία και κοινωνική επανένταξη. Επιπλέον, ο ίδιος δήλωσε ότι κατόρθωσε να διαβιώσει στη Νιγηρία μέχρι το 2019 εργαζόμενος με τη βοήθεια φίλου του, χωρίς να αντιμετωπίσει προσωπικά οποιοδήποτε περιστατικό βίας ή στοχοποίησης. Δεν προκύπτουν δε οποιαδήποτε στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας ή ατομικά χαρακτηριστικά που να υποδηλώνουν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ενδέχεται να τεθεί σε δυσμενή θέση ή να αποτελέσει στόχο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα και με το πιο πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. 



[1] Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, N. 73(I)/2018

[2] Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[3] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)

[5] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[6] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[7] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[8] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), Nigeria: Boko Haram, 07/11/2024, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458995&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)

[9] International Crisis Group, JAS vs. ISWAP: The War of the Boko Haram Splinters, 28/03/2024, https://www.crisisgroup.org/africa/west-africa/nigeria/b196-jas-vs-iswap-war-boko-haram-splinters (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)

[10] International Crisis Group, JAS vs. ISWAP: The War of the Boko Haram Splinters, 28/03/2024, https://www.crisisgroup.org/africa/west-africa/nigeria/b196-jas-vs-iswap-war-boko-haram-splinters (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)

[11] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), Nigeria: Boko Haram, 07/11/2024, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458995&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)

[12] Clatham House, Nigeria’s Interminable Insurgency? Addressing the Boko Haram Crisis, Σεπτέμβριος 2014, https://www.chathamhouse.org/sites/default/files/field/field_document/20140901BokoHaramPerousedeMontclos_0.pdf σελ 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/04/2026)

[13] CNN, Boko Haram Fast Facts, 29/08/2025, διαθέσιμο στο https://edition.cnn.com/world/africa/boko-haram-fast-facts ; Human Rights Watch, Spiraling Violence: Boko Haram Attacks and Security Force Abuses in Nigeria, 11/10/2012, διαθέσιμο στο https://www.hrw.org/report/2012/10/11/spiraling-violence/boko-haram-attacks-and-security-force-abuses-nigeria ; ACLED, Adecade after Chibok: Assessing Nigeria’s regional response to Boko Haram, 16/04/2024, διαθέσιμο στο https://acleddata.com/report/decade-after-chibok-assessing-nigerias-regional-response-boko-haram  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/04/2026)

[14] The Soufan Center, The Islamic State West Africa Province's Tactical Evolution Fuels Worsening Conflict in Nigeria's Northeast, 21/05/2025, https://thesoufancenter.org/intelbrief-2025-may-21/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)

[15] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), Nigeria: Boko Haram, 07/11/2024, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458995&pls=1  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)

[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Lagos State, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/04/2026)

[17] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Ikeja, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/04/2026)

[18] City Population, Nigeria: Lagos State,

https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA025__lagos/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 23/03/2026)

[19]City Population, Nigeria: Ikeja, https://citypopulation.de/en/nigeria/metrolagos/NGA025011__ikeja/     (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/04/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο