ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 795/24
15 Μαΐου 2026
[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ν. Ρ. E.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ελ. Ταυλαρίδη (κα) για Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Α. Χατχηιωσήφ (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιηθείσας προς αυτόν μέσω επιστολής ημερομηνίας 22/02/2024, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Δημοκρατίας του Καμερούν (στο εξής «Καμερούν»), κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ο οποίος, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε το Καμερούν στις 24/02/2020, μεταβαίνοντας στην κατεχόμενη Κύπρο. Στη συνέχεια στις 08/03/2020 εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 18/04/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 07/11/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Υποστήριξης Ασύλου, οποίος αξιολογώντας τα λεγόμενα του Αιτητή, στις 30/11/2023, συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή.
Την 01/12/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στο Καμερούν.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 22/02/2024, παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν ούσα μεταφρασμένη σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την αγγλική.
Εμπρόθεσμα, ο Αιτητής καταχώρισε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Με την γραπτή της αγόρευση η κ. Κουπαρή προωθεί διάφορους ισχυρισμούς τους οποίους στην συνέχεια στο στάδιο των διευκρινήσεων απέσυρε περιορίζοντας την θέση της στην προώθηση ισχυρισμού περί μη δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση. Όπως ισχυρίζεται οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ουσιώδες στοιχείο που αφορά την κατάσταση της υγείας του Αιτητή και συγκεκριμένα, το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι φορέας HIV και λαμβάνει ιατροφαρμακευτική αγωγή. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της συνήγορος του Αιτητή με την σύμφωνο γνώμη των Καθ’ ων η αίτηση προσκόμισε στο Δικαστήριο ιατρική βεβαίωση εκδοθείσα από τον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας, σύμφωνα με την οποία ο Αιτητής παρακολουθείται σε κλινική και λαμβάνει σχετική θεραπευτική αγωγή. Υποστήριξε περαιτέρω ότι το στοιχείο αυτό δεν ελήφθη υπόψη κατά την εξέταση της αίτησής του από τις αρμόδιες αρχές, παρότι, κατά τους ισχυρισμούς της, προκύπτει από τα στοιχεία της συνέντευξης ότι ο Αιτητής λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Η συνήγορος του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι η παράλειψη αυτή επηρεάζει την ορθότητα της διοικητικής έρευνας και ότι η κατάσταση της υγείας του Αιτητή δύναται να συνδέεται με κίνδυνο διάκρισης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, παραπέμποντας, προς υποστήριξη της θέσης αυτής, σε κατευθυντήριες οδηγίες της EASO σχετικά με την ένταξη οροθετικών ατόμων σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, καθώς και σε σχετική νομολογία.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, μέσω της δικής τους αγόρευσης, ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, σύμφωνη με τις διατάξεις του Συντάγματος, των Νόμων και των Κανονισμών, είναι αποτέλεσμα ορθής ενάσκησης των εξουσιών με τις οποίες περιβάλλονται οι Καθ' ων η αίτηση, κατ' εφαρμογή των αρχών του διοικητικού δικαίου και λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και/ή δεόντως αιτιολογημένη, καλούν τέλος το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή. Ως προς το ζήτημα της κατάστασης της υγείας του Αιτητή, η πλευρά των Καθ’ ων ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι από τα στοιχεία της συνέντευξης προκύπτει αναφορά μόνο σε ηπατίτιδα Β και όχι σε HIV, παραπέμποντας στο σχετικό σημείο του πρακτικού της συνέντευξης (ερ 49,σελ. 2). Περαιτέρω υποστηρίχθηκε ότι το ζήτημα της ηπατίτιδας έχει ήδη αντιμετωπιστεί από την νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, υφίστανται στη χώρα καταγωγής του Αιτητή δομές στις οποίες δύναται να λάβει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτός προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους από την συνήγορό της ισχυρισμούς.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως προέρχεται από την αγγλόφωνη περιοχή του Καμερούν, όπου εργαζόταν για χρόνια ως επιχειρηματίας και φρόντιζε την οικογένειά του. Ωστόσο, εξαιτίας της πολιτικής κρίσης που ξέσπασε, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την χώρα του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, το Καμερούν αποτελείται από δέκα διοικητικές περιφέρειες, εκ των οποίων οι δύο είναι αγγλόφωνες ενώ οι υπόλοιπες οκτώ είναι γαλλόφωνες. Όπως υποστήριξε, από το 2016 ξέσπασε πολιτική κρίση στις αγγλόφωνες περιοχές, καθώς πολλοί αγγλόφωνοι πολίτες διαμαρτύρονταν ότι υφίστανται περιθωριοποίηση από την κυβέρνηση. Η κατάσταση, όπως ανέφερε, κλιμακώθηκε και εξελίχθηκε σε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων ασφαλείας και ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων που αποκαλούνται “restoration fighters” (μαχητές της αποκατάστασης), τους οποίους χαρακτήρισε ως τρομοκρατική ομάδα. Οι μεν μαχητές επιτίθεντο κατά των κρατικών δυνάμεων για τους εξοντώσουν και οι δεύτεροι από την μεριά τους συλλάμβαναν νέους και ικανούς άντρες που φαίνονταν ότι συνιστούσαν απειλή. Ανέφερε ότι από την μεταξύ τους σύγκρουση σημειώθηκαν δολοφονίες τόσο νέων όσο και ηλικιωμένων, γεγονός που οδήγησε πολλούς κατοίκους από τις αγγλόφωνες περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν να εκτοπιστούν, μεταξύ αυτών και κάποια μέλη της οικογένειάς του. Όσον αφορά στον ίδιον, ο Αιτητής δήλωσε πως εργαζόταν ως επαγγελματίας οδηγός μοτοποδηλάτου και μετέφερε κόσμο στην περιοχή γύρω από την πόλη Bamenda. Ωστόσο, οι τρομοκράτες μαχητές άρπαζαν τα μοτοποδήλατα, μεταξύ αυτών και το δικό του, για να επιτίθενται στις κρατικές δυνάμεις. Έτσι, δήλωσε πως κατέστη ευάλωτος τόσο απέναντι στους μαχητές, όσο και απέναντι στην Κυβέρνηση η οποία θεωρεί ότι βοηθούσε με τον τρόπο αυτόν στην μεταφορά τους και στην διεξαγωγή των επιθέσεων. Δήλωσε επιπλέον ότι οι κρατικές δυνάμεις επιχείρησαν μαζικές δολοφονίες στην περιοχή του και εκείνος κατάφερε να διαφύγει και αργότερα με την βοήθεια των φίλων του να αναζητήσει καταφύγιο[1]. (ερυθρό 1 επί του διοικητικού φακέλου).
Στο πλαίσιο της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννηθείς στην περιοχή Oshie του Καμερούν, όπου διέμενε μέχρι το 2006. Στη συνέχεια μετακόμισε στην πόλη Bamenda, όπου παρέμεινε μέχρι την αναχώρησή του από το Καμερούν, και η οποία συνεπώς αποτελεί τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του. Κατά δήλωσή του άγαμος αλλά έχει τέσσερα παιδιά. Τρία από τα παιδιά του διαμένουν στην Bamenda με την αδελφή του, ενώ απέκτησε το τέταρτο παιδί κατά την διαμονή του στην Κύπρο με αιτήτρια ασύλου[2]. Δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε όταν ο ίδιος ήταν σε νεαρή ηλικία λόγω ασθένειας, ενώ η μητέρα του διαμένει στη Νότια Αφρική μαζί με μία από τις αδελφές του, ενώ στη Bamenda εξακολουθεί να διαμένει η δεύτερη αδελφή του μαζί με παιδιά του Αιτητή, αλλά και μέλη της ευρύτερης οικογένειας, ήτοι θείος. Όσον αφορά στο μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε απόφοιτος (το 2006) δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία από το 2006 έως το 2019 ως οδηγός εμπορικής μοτοσικλέτας στην Bamenda ενώ από το 2019 μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα εργαζόταν σε αγροτικές εργασίες.
Όσον αφορά στους κατ’ ιδίαν λόγους που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω της κρίσης στις αγγλόφωνες περιοχές. Ανέφερε ότι εργαζόταν ως εμπορικός οδηγός μοτοσικλέτας μεταφέροντας επιβάτες και ότι, σύμφωνα με τον ίδιο, οι Ambazonians χρησιμοποιούσαν επίσης μοτοσικλέτες για τις επιθέσεις τους εναντίον της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις να θεωρούν ύποπτους όλους τους οδηγούς μοτοσικλετών. Δήλωσε ότι εξαιτίας αυτού συνελήφθη και οδηγήθηκε σε κράτηση περισσότερες από πέντε φορές και ότι κατά τις κρατήσεις αυτές υπέστη βασανιστήρια, παρότι, όπως υποστήριξε, δεν είχε καμία σχέση με τους αντάρτες ούτε έφερε όπλο. Πρόσθεσε ότι σε ένα περιστατικό, ενώ μετέφερε επιβάτη με τη μοτοσικλέτα του προς την πόλη, ένα στρατιωτικό όχημα τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσει, να τραυματιστεί και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο από περαστικούς. Όταν ανέκτησε τις αισθήσεις του δήλωσε πως επέστρεψε στο σπίτι του και παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα χωρίς εργασία, ωστόσο αναγκάστηκε να επιστρέψει στη δουλειά του ως οδηγός μοτοσικλέτας, καθώς αυτή αποτελούσε τη μοναδική πηγή εισοδήματός του. Στη συνέχεια ανέφερε ότι, όταν ο Υπουργός Εδαφικής Διοίκησης (Minister of Territorial Administration) επισκέφθηκε την πόλη του, οι Ambazonians απέκλεισαν δρόμους χρησιμοποιώντας μοτοσικλέτες και, όταν έφθασε η στρατιωτική συνοδεία του, σημειώθηκαν πυροβολισμοί. Όπως δήλωσε, μετά το περιστατικό πολλοί οδηγοί εμπορικών μοτοσικλετών συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν για ανάκριση, καθώς οι αρχές τους θεωρούσαν υπεύθυνους. Ανέφερε ότι συνελήφθη και ο ίδιος μαζί με άλλους οδηγούς, μεταφέρθηκαν σε χώρο κράτησης και ξυλοκοπήθηκαν σοβαρά, ενώ παρέμεινε κρατούμενος εκεί για περίπου μία εβδομάδα. Πρόσθεσε ότι τελικά διαπιστώθηκε πως ανάμεσα στους κρατούμενους υπήρχαν αθώοι, ωστόσο η μητέρα του αναγκάστηκε να δανειστεί χρήματα για να εξασφαλίσει την αποφυλάκισή του. Μετά την αποφυλάκισή του επέστρεψε στο σπίτι του και ασχολήθηκε για κάποιο διάστημα με γεωργικές εργασίες, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η κατάσταση στην περιοχή παρέμενε ιδιαίτερα βίαιη, καθώς σημειώνονταν συχνά δολοφονίες και επιθέσεις και ένας φίλος του μάλιστα κάηκε ζωντανός, ενώ στρατιωτικοί ανέφεραν ότι δεν ήθελαν πλέον οδηγούς μοτοσικλετών στην περιοχή. Ο ίδιος υποστήριξε, ωστόσο, ότι η οδήγηση μοτοσικλέτας ήταν ο μοναδικός τρόπος βιοπορισμού για τον ίδιο και άλλους κατοίκους και ότι συνέχισαν να εργάζονται παρά τους κινδύνους. Στη συνέχεια ανέφερε ότι στην περιοχή όπου διέμενε βρέθηκε το σώμα ενός στρατιωτικού αποκεφαλισμένο και ότι, σύμφωνα με όσα άκουσε, ευθύνονταν τα μέλη των Ambazonians. Δήλωσε ότι μετά το περιστατικό επικράτησε φόβος στην περιοχή και πολλοί άνθρωποι έφυγαν, ενώ και ο ίδιος διέφυγε σε χωριό για να κρυφτεί. Αργότερα επέστρεψε και συνάντησε τη γιαγιά του και από εκεί άρχισε να οργανώνει την αναχώρησή του από τη χώρα, καθώς φοβόταν ότι εάν επέστρεφε στο σπίτι του θα μπορούσε να εκτελεστεί, επειδή ήταν γνωστός στην περιοχή ως οδηγός μοτοσικλέτας και οι στρατιωτικές δυνάμεις θεωρούσαν ότι οι οδηγοί μοτοσικλετών ευθύνονταν για τη δολοφονία του στρατιωτικού. Δήλωσε ότι αυτός ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε το Καμερούν και ότι δεν συνέτρεχαν άλλοι λόγοι.
Μέσω διευκρινιστικών ερωτήσεων δόθηκε η ευκαιρία τον Αιτητή να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα γεγονότα της αφήγησής του, με τον Αιτητή να επαναλαμβάνει ότι το βασικό του πρόβλημα είναι ότι ως οδηγός εμπορικού μοτοποδηλάτου, θα εκληφθεί και στη συνεχεία θα στοχοποιηθεί από τις αρχές ως μέλος των Ambazonians, διότι και οι αποσχιστές οδηγούν τέτοιου είδους μοτοποδήλατα στις επιχειρήσεις τους κατά του στρατού. Μάλιστα, κατά τις δηλώσεις του, έχει ήδη συλληφθεί αρκετές φορές από τις αρχές τις χώρας του και έχει υποστεί κακομεταχείριση.
Ερωτηθείς πότε ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπισε τέτοιου είδους πρόβλημα, ανέφερε το περιστατικό με τον θάνατο του στρατιωτικού. Ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό έλαβε χώρα περί τον Μάρτιο του 2017, όταν ένας στρατιωτικός βρέθηκε αποκεφαλισμένος στην περιοχή όπου διέμενε. Όπως δήλωσε, όταν οι στρατιωτικοί έφθασαν στην περιοχή, επειδή ο ίδιος εργαζόταν ως οδηγός μοτοσικλέτας, τον αναζητούσαν, περικύκλωσαν την περιοχή νωρίς το πρωί και τον συνέλαβαν, μεταφέροντάς τον σε στρατιωτικό σταθμό στην Bamenda, όπου υπέστη σωματική κακοποίηση και κρατήθηκε για μία εβδομάδα. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής του βασανίστηκε, μέχρις ότου οι στρατιωτικοί διαπίστωσαν ότι δεν ήταν ο δράστης της δολοφονίας, καθώς, όπως εξήγησε, τα άτομα που ανήκουν στους λεγόμενους «Ambazonians» φέρουν ορισμένα σημάδια στο σώμα τους (σημάδια από λεπίδα), τα οποία ο ίδιος δεν είχε. Όπως δήλωσε, μετά από μία εβδομάδα αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση που καταβλήθηκε από την μητέρα του, επέστρεψε στην οικία του και συνέχισε να εργάζεται ως οδηγός μοτοσικλέτας.
Περαιτέρω ανέφερε ότι κατά το ίδιο έτος, το 2017, στρατιωτικοί τον έσπρωξαν ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με επιβάτη, με αποτέλεσμα να πέσει και να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, όπου ανέκτησε τις αισθήσεις του, και στη συνέχεια και πάλιν συνέχισε να εργάζεται.
Πρόσθεσε ότι αργότερα ένας αστυνομικός επίτροπος σκοτώθηκε στην περιοχή και ότι, όταν πέρασε από το σημείο και αντιλήφθηκε το περιστατικό, έφυγε για να βρει μέρος να κρυφτεί, ωστόσο όταν είδε στρατιωτικούς να πλησιάζουν άρχισε να τρέχει ενώ, όπως δήλωσε, ακούγονταν πυροβολισμοί πίσω του. Ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη μοτοσικλέτα του και κρύφτηκε στις θαμνώδεις εκτάσεις στο σπίτι της θείας του και ότι την επόμενη ημέρα, όταν πέρασε από το σημείο όπου την είχε αφήσει, διαπίστωσε ότι είχε καεί, με αποτέλεσμα να δανειστεί τη μοτοσικλέτα ενός φίλου του για να συνεχίσει να εργάζεται, ενώ πρόσθεσε ότι η κατάσταση συνέχιζε να επιδεινώνεται και ότι άρχισε να σκέφτεται να εγκαταλείψει τη χώρα του.
Σε ερώτηση σχετικά με το πότε έλαβε χώρα το τελευταίο περιστατικό παρενόχλησης από στρατιωτικούς, ο Αιτητής απάντησε ότι αυτό έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2018. Διευκρίνισε ότι, παρότι μετά το χρονικό αυτό σημείο δεν υπήρξε νέο συγκεκριμένο περιστατικό εναντίον του, συνέχισε να εργάζεται κυρίως κατά τη διάρκεια της νύχτας λόγω φόβου σύλληψης, ενώ η γενικότερη κατάσταση ανασφάλειας και τα συχνά «ghost towns» στην περιοχή τον οδήγησαν τελικώς στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα του.
Δήλωσε επιπλέον πως δεν θεωρεί εφικτή την πιθανότητα μετεγκατάστασής του σε άλλη περιοχή του Καμερούν, εξηγώντας ότι οι μεν αγγλόφωνες περιοχές, από τις οποίες κατάγεται, είναι επικίνδυνες λόγω της σύγκρουσης, ενώ στις δε γαλλόφωνες περιοχές θεωρεί ότι θα αντιμετωπίσει προβλήματα λόγω της γλωσσικής και κοινωνικής του ταυτότητας.
Τέλος, σε ερώτηση σχετικά με την κατάσταση της υγείας του, ο Αιτητής ανέφερε ότι έχει διαγνωστεί με HIV και Ηπατίτιδα Β, η οικογένειά του δεν το γνωρίζει και ότι φοβάται πως αν επιστρέψει θα στιγματιστεί και θα αποκλειστεί κοινωνικά. Στο σημείο αυτό παρατηρώ ότι στο έγγραφο εκτίμησης ευαλωτότητας αναφέρεται ότι, μετά από συνέντευξη με τον Αιτητή, αυτός ισχυρίστηκε ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας.
Ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ' ων η αίτηση, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο Αιτητής, διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς και αφορούν (i) το προσωπικό προφίλ, ταυτότητα και χώρα καταγωγής του Αιτητή και (ii) τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε το Καμερούν λόγω του ότι ο στρατός τον υποπτεύθηκε για την δολοφονία ενός στρατιωτικού το έτος 2017.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως σαφείς και συγκεκριμένες, ενώ επιβεβαιώθηκαν από το επίσημο διαβατήριο του και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής και απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά ότι εργαζόταν ως οδηγός εμπορικής μοτοσικλέτας και ότι, επειδή και τα μέλη των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων χρησιμοποιούσαν μοτοσικλέτες, οι οδηγοί μοτοσικλετών θεωρούνταν ύποπτοι συνεργασίας μαζί τους. Όπως εκτιμούν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν παρέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό αυτό, αλλά τον διατύπωσε περισσότερο ως προσωπική του εκτίμηση. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι, ερωτηθείς σχετικά με το πότε έλαβε χώρα το περιστατικό, ο Αιτητής το τοποθέτησε χρονικά στον Μάρτιο του 2017, όταν, όπως ανέφερε, συνελήφθη από τον στρατό του Καμερούν ως ύποπτος, ωστόσο δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες σχετικά με τη σύλληψή του, περιοριζόμενος στην αναφορά ότι πέντε άτομα τον πήραν από το σπίτι του και τον μετέφεραν στον σταθμό της Bamenda.
Είναι περαιτέρω θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι, όταν κλήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο θεωρήθηκε ύποπτος, ο Αιτητής δεν παρέθεσε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι ήταν οδηγός μοτοσικλέτας και ότι στην περιοχή του υπήρχαν λίγοι οδηγοί μοτοσικλετών, γεγονός που, κατά τον ίδιο, οδήγησε στις υποψίες των αρχών. Οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν επίσης ότι, όταν κλήθηκε να περιγράψει τι συνέβη μετά τη σύλληψή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι του είπαν πως ήταν αυτός που σκότωσε τον στρατιωτικό και ότι τον χτύπησαν.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής ανέφερε ότι παρέμεινε κρατούμενος για μία εβδομάδα και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση. Ωστόσο, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης ο Αιτητής ανέφερε ότι απολύθηκε μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, όταν διαπιστώθηκε ότι δεν είχε εμπλοκή στο περιστατικό, καθώς δεν έφερε σημάδια στο σώμα του ούτε είχε όπλο. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, όταν ο Αιτητής κλήθηκε να εξηγήσει την αντίφαση αυτή, περιορίστηκε να αναφέρει ότι, εάν η μητέρα του δεν κατέβαλλε χρήματα, θα τον κρατούσαν εκεί, χωρίς να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες που να εξηγούν γιατί απαιτήθηκε πληρωμή για την αποφυλάκισή του, παρά το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε διαπιστωθεί ότι δεν είχε εμπλοκή στη δολοφονία.
Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι, όταν ερωτήθηκε αν συνέβη οτιδήποτε άλλο πέραν του περιστατικού του 2017, ο Αιτητής ανέφερε ότι το 2018 η μοτοσικλέτα του κάηκε από τον στρατό του Καμερούν. Όπως δήλωσε, τον Απρίλιο του 2018 είδε ένα πτώμα στον δρόμο και, επειδή στρατιωτικοί τον ακολούθησαν, εγκατέλειψε τη μοτοσικλέτα του και διέφυγε προς τις θαμνώδεις εκτάσεις. Σύμφωνα με τους Καθ’ ων η αίτηση, όταν κλήθηκε να παράσχει περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με τον λόγο για τον οποίο τον ακολούθησαν οι στρατιωτικοί και τι επακολούθησε, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες πληροφορίες και περιορίστηκε να αναφέρει ότι τον ακολούθησαν επειδή ήταν οδηγός μοτοσικλέτας και ότι, αφού εγκατέλειψε τη μοτοσικλέτα του, αυτή κάηκε, χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε περιστατικό που να καταδεικνύει ότι αποτέλεσε στόχο των στρατιωτικών αρχών. Επιπλέον, οι Καθ’ ων η αίτηση υπογράμμισαν ότι ο ίδιος ο Αιτητής επιβεβαίωσε πως μετά τη σύλληψή του το 2017 συνέχισε να διαμένει κανονικά στον τόπο κατοικίας του στη Bamenda, όπου ζούσε από το 2006, και να εργάζεται ως οδηγός μοτοσικλέτας μέχρι το 2019 και στη συνέχεια ως αγρότης από το 2019 έως το 2020, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα με τον στρατό του Καμερούν.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων παρέθεσαν ευρήματα από πληροφορίες από την χώρα καταγωγής, όπου επιβεβαιώνονται πλήθος βίαιων γεγονότων το 2017 ανάμεσα στα εμπλεκόμενα στην κρίσης μέλη, ήτοι τους αποσχιστές και τον στρατό της χώρας. Ωστόσο, εμμένοντας στα συμπεράσματά τους ως προς την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας στο αφήγημα του Αιτητή, απέρριψαν τον ισχυρισμό στο σύνολό του ως αναξιόπιστο.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι της ταυτότητας, του προφίλ, και της χώρας καταγωγής του Αιτητή, και λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στην Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, ο λειτουργός έκρινε ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στην περιοχή συνήθους διαμονής του.
Ακολούθως κατά την νομική ανάλυση, και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, κρίθηκε ότι δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην πόλη Bamenda της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν θα έλθει αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Αξιολογώντας τις προσωπικές του περιστάσεις, διαπιστώθηκε πως πρόκειται για υγιή άντρα, μορφωμένο, ικανό προς εργασία και χωρίς περιστατικά προηγούμενης δίωξης σε βάρος του ή στοιχεία ευαλωτότητας, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου.
Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης/Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ' ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που ο ίδιος ο Αιτητής προέβαλε κατά την συνέντευξή του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά το προσωπικό προφίλ, ταυτότητα και χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι το γεγονός ότι εγκατέλειψε το Καμερούν επειδή ο στρατός τον υποπτεύθηκε για την δολοφονία ενός στρατιωτικού, ανατρέχοντας στο πρακτικό της συνέντευξης παρατηρώ ότι το αφήγημα του Αιτητή παρουσιάζει ουσιώδεις αδυναμίες, και τούτο γιατί στα λεγόμενά του διαφαίνονται ασυνέπειες, χρονολογικές ασάφειες, περιορισμένη λεπτομέρεια αλλά και στοιχεία μειωμένης ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, το Δικαστήριο διακρίνει πως ενώ αρχικά υποστήριξε ότι είχε συλληφθεί και κρατηθεί περισσότερες από πέντε φορές λόγω της ιδιότητάς του ως οδηγός εμπορικής μοτοσικλέτας, στη συνέχεια, όταν ερωτήθηκε πότε αντιμετώπισε για πρώτη φορά πρόβλημα με τις αρχές, αναφέρθηκε στο περιστατικό του αποκεφαλισμένου στρατιωτικού περί τον Μάρτιο του 2017 ως το πρώτο σχετικό γεγονός, χωρίς να εξηγεί επαρκώς πώς συνάδει αυτό με τον προηγούμενο ισχυρισμό περί πολλαπλών συλλήψεων και κρατήσεων. Επιπλέον, παρά του ότι ισχυρίστηκε ότι υπέστη επανειλημμένα σοβαρή κακομεταχείριση και βασανιστήρια από τις αρχές, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει σαφή και συνεκτική χρονολογική αλληλουχία των περιστατικών, ούτε να προσδιορίσει με επάρκεια ημερομηνίες, διάρκεια κρατήσεων ή συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε σύλληψης, περιοριζόμενος σε γενικές και επαναλαμβανόμενες αναφορές ότι οι στρατιωτικοί τον θεωρούσαν ύποπτο επειδή ήταν οδηγός μοτοσικλέτας.
Πέραν των πιο πάνω, διακρίνω πως η περιγραφή των περιστατικών στερείται κρίσιμων βιωματικών λεπτομερειών που εύλογα θα αναμένονταν από πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι υπέστη επανειλημμένες συλλήψεις και βασανιστήρια. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους χώρους κράτησης, τον τρόπο ανάκρισης, τη φύση των φερόμενων βασανιστηρίων, τα πρόσωπα που εμπλέκονταν ή τυχόν τραυματισμούς και ιατρική περίθαλψη που έλαβε εξαιτίας της κατ’ ισχυρισμό κακομεταχείρισης. Τουναντίον οι αναφορές του παρέμειναν γενικόλογες και χωρίς ουσιαστική εξατομίκευση. Επίσης, ενώ ανέφερε ότι συνελήφθη επειδή οι αρχές θεωρούσαν τους οδηγούς μοτοσικλετών συνεργούς των Ambazonians, στη συνέχεια υποστήριξε ότι αφέθηκε ελεύθερος επειδή οι στρατιωτικοί διαπίστωσαν ότι δεν έφερε «σημάδια από λεπίδα» όπως τα μέλη των Ambazonians, ισχυρισμός που προβάλλεται χωρίς επαρκή επεξήγηση και παρουσιάζεται ασαφής με περιορισμένη ευλογοφάνεια.
Επιπλέον, παρατηρείται ασυνέπεια ως προς τη σοβαρότητα της φερόμενης στοχοποίησής του. Παρά τους ισχυρισμούς περί συνεχούς καταδίωξης, συλλήψεων και φόβου εκτέλεσης, ο ίδιος δήλωσε ότι συνέχισε να εργάζεται κανονικά ως οδηγός μοτοσικλέτας στην ίδια περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και μετά από περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς του, τον είχαν καταστήσει γνωστό στις στρατιωτικές αρχές. Δεν εξήγησε επαρκώς για ποιο λόγο, εφόσον θεωρείτο ύποπτος συνεργασίας με αποσχιστές και είχε ήδη συλληφθεί επανειλημμένα, δεν υπήρξε περαιτέρω συστηματική παρακολούθηση ή δίωξή του από τις αρχές μετά την απελευθέρωσή του. Περαιτέρω, ενώ ανέφερε ότι το τελευταίο προσωπικό περιστατικό παρενόχλησης έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2018, δήλωσε ότι παρέμεινε στη χώρα και συνέχισε να εργάζεται, επικαλούμενος κυρίως γενικό φόβο και τη γενικότερη κατάσταση ανασφάλειας, γεγονός που αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί άμεσης και εξατομικευμένης απειλής εναντίον του.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, παρά τον εντοπισμό πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες επιβεβαιώνουν πλήθος βίαιων γεγονότων το 2017 μεταξύ των αποσχιστών και στρατού, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ΄ ων η αίτηση, η αξιολόγηση των οποίων κρίνεται ορθή, διαπιστώνω ότι πρόκειται για ισχυρισμό προσωπικής φύσεως που αφορά προσωπικού χαρακτήρα περιστατικά τα οποία δεν είναι δυνατόν να εντοπισθούν και να επιβεβαιωθούν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, δεδομένης της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται και από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστος.
Προχωρώντας, στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως o Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού που αφορά τα προσωπικά του στοιχεία, περιλαμβανομένης της κατάστασης της υγείας του, γεγονός το οποίο η συνήγορος του υπερτονίζει και πράγματι δεν ερευνήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, ενώ γίνεται αναφορά σε αυτό από τον Αιτητή, ο οποίος προσκόμισε μάλιστα σχετική ιατρική βεβαίωση (ερυθρό 33 στο διοικητικό φάκελο) το Δικαστήριο προχώρησε σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την πρόσβαση και τη διαθεσιμότητα σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη χώρα καταγωγής του από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (World Health Organization, WHO), αν και ο ιός HIV εξακολουθεί να αποτελεί μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας, πρόσφατες ενθαρρυντικές εξελίξεις περιλαμβάνουν μείωση κατά 50% της επικράτησης του HIV μεταξύ ατόμων ηλικίας 15 έως 64 ετών τα τελευταία 14 χρόνια, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη Έρευνα Δημογραφίας και Υγείας του 2018 (DHS), καθώς και η επικράτηση του ιού μειώθηκε από 5,4% το 2004, σε 4,3% το 2011 και 2,7% το 2018[3].
Άρθρο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (World Health Organization, WHO), που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2023, αναφέρεται στην πρόοδο που εμφανίζει το Καμερούν στον αγώνα κατά του HIV και ειδικά στην επίτευξη του παγκόσμιου στόχου «95-95-95»: το 95% των ατόμων με HIV να γνωρίζουν την κατάστασή τους, το 95% όσων γνωρίζουν την κατάστασή τους να λαμβάνουν θεραπεία, και το 95% όσων λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή να έχουν κατεσταλμένο ιικό φορτίο. Σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Διαχείρισης του AIDS, τα ποσοστά από το 2022 ήταν 95,8%, 92,3% και 89,2% αντίστοιχα[4]. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει υποστηρίξει το Καμερούν στις προσπάθειες καταπολέμησης του HIV, μέσω της εκπαίδευσης εργαζομένων στον τομέα της υγείας και πλέον, όπως σημειώνεται, οι πάροχοι υπηρεσιών υγείας είναι πλέον καλύτερα εξοπλισμένοι, παρέχοντας τις υπηρεσίας υγείας με μεγαλύτερη σιγουριά[5].
Σε έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας του 2025, αναφέρεται ότι «το Καμερούν εκτιμάται ότι φιλοξενούσε 490.484 άτομα που ζούσαν με HIV το 2023, συμπεριλαμβανομένων 27.960 (5,7%) παιδιών κάτω των 15 ετών και 317.108 (66,8%) γυναικών. Το 2023, το Καμερούν σημείωσε κάποια πρόοδο στην αντιμετώπιση του HIV/AIDS. Μεταξύ άλλων, ο αριθμός των νέων μολύνσεων μειώθηκε κατά 26% σε σύγκριση με το 2022 και ο αριθμός των θανάτων που σχετίζονται με το AIDS μειώθηκε κατά 16%.»[6].
Σε εθνική αναφορά του Καμερούν στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, καταγράφονται συγκεκριμένες ενέργειες προς την προαγωγή του τομέα της υγείας στην χώρα, ενώ γίνεται και ειδική αναφορά στην ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και καταπολέμηση των διακρίσεων σε βάρος των ατόμων που ζουν με HIV/AIDS στη χώρα[7]. Ως προς το τελευταίο, καταγράφεται (μεταξύ άλλων) συγκεκριμένα ότι: «Η ίση πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη είναι εγγυημένη. Ο Ποινικός Κώδικας τιμωρεί τις διακρίσεις λόγω κατάστασης υγείας (διάταξη 242). Η καταπολέμηση των διακρίσεων περιλαμβάνεται στο Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο Ελέγχου του HIV/AIDS και των ΣΜΝ (2021-2023). Οι προκλήσεις που σχετίζονται με τον στιγματισμό και τις διακρίσεις βασικών πληθυσμών στις δομές υγείας οδήγησαν στο άνοιγμα κέντρων 'Drop-in', τα οποία προσφέρουν μια σειρά από υπηρεσίες πρόληψης και προσυμπτωματικού ελέγχου. Προκειμένου να προωθηθούν οι βέλτιστες πρακτικές με έμφαση στην καταπολέμηση του στιγματισμού και των διακρίσεων, το υγειονομικό προσωπικό και οι επιθεωρητές εργασίας ευαισθητοποιούνται και εκπαιδεύονται στις ηθικές και νομικές προκλήσεις που σχετίζονται με το HIV/AIDS».[8]
Σε έκθεση της UNHCR του Ιουλίου 2024 για το Καμερούν καταγράφεται πως 52,000 πρόσφυγες έχουν πλέον πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη μέσω του προγράμματος Καθολική Κάλυψη Υγείας, παρέχοντας δωρεάν ή επιδοτούμενη πρόσβαση σε θεραπεία για την ελονοσία, τον HIV, τη φυματίωση, τη νεφρική ανεπάρκεια και επιδοτούμενη περίθαλψη για τις γυναίκες που κυοφορούν[9].
Σε πρόσφατο δημοσίευμα που εντοπίζεται στην ιστοσελίδα του UNAIDS, αναφέρεται ότι το Υπουργείο Υγείας του Καμερούν έχει αναπτύξει ένα σύνολο μέτρων μετριασμού, προκειμένου να διασφαλίσει τη συνέχιση των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών σε σχέση με τον ιό HIV σε άτομα που είναι φορείς και σε ευάλωτους πληθυσμούς που θα μπορούσαν να επηρεαστούν από την αναστολή της σχετικής χρηματοδότησης που λαμβανόταν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών σε σχέση με τον HIV[10]. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, το Υπουργείο εξέδωσε εγκύκλιο προς όλους τους αντιπροσώπους και τους διευθυντές των νοσοκομείων για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, προκειμένου να διασφαλίσουν τη συνέχιση των υπηρεσιών, μεταξύ άλλως και για τον ιό HIV[11].
Επίσης, κατόπιν εξειδικευμένης έρευνας που διεξήχθη στην βάση δεδομένων (MedCOI portal) του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) εντοπίστηκε η υπόθεση με αριθμό ACC 8121[12], με ημερομηνία απάντησης 27/03/2025, για την οποία ζητήθηκαν πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη κυβερνητικού προγράμματος που να καλύπτει τον HIV και την φυματίωση. Σύμφωνα με την απάντηση που δόθηκε, κατόπιν επικοινωνίας με ιατρό από το Καμερούν, ένα κυβερνητικό πρόγραμμα βρίσκεται σε εφαρμογή που καλύπτει τον HIV και τη φυματίωση στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση παρέχει δωρεάν θεραπεία και φάρμακα για αυτές τις ασθένειες χωρίς να απαιτείται η εκπλήρωση οποιασδήποτε προϋπόθεσης εκ των προτέρων. Η πολιτική αυτή εφαρμόζεται εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια. Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι μετά την ανακοίνωση της προσωρινής αναστολής της χρηματοδότησης της κυβέρνησης των Η.Π.Α., το Υπουργείο Υγείας του Καμερούν στις 14 Μαρτίου 2025, επιβεβαίωσε τη δέσμευση της κυβέρνησης ότι οι θεραπείες για τον HIV θα παραμείνουν δωρεάν σε όσους τις χρειάζονται.
Ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομίστηκε περαιτέρω και σημειώθηκε ως τεκμήριο 1, Ιατρική Βεβαίωση ημερομηνίας 22/03/2024, σύμφωνα με την οποία βεβαιώνεται ότι ο Αιτητής παρακολουθείται στην Γρηγόρειο Κλινική από το 2020 λόγω HIV λοίμωξης και ότι έκτοτε λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή, Efavirenz και Tenofovir Disoproxil Fumarate/Emtricitabine, με άριστη συμμόρφωση, ιολογική (μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο) και ανοσολογική ανταπόκριση.
Εφόσον το δεδομένο αυτό ουδόλως απασχόλησε τους Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο προχώρησε έχοντας προς τούτο δικαιοδοσία, σε εξειδικευμένη έρευνα στη βάση δεδομένων (MedCOI portal) του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) σχετικά με τη διαθεσιμότητα κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής.
Ο Αιτητής σήμερα λαμβάνει αντιρετροϊκή αγωγή αποτελούμενη από τα φαρμακευτικά σκευάσματα Efavirenz και Tenofovir Disoproxil Fumarate/Emtricitabine. Από τα στοιχεία που αντλήθηκαν μέσω της βάσης δεδομένων MedCOI[13] προκύπτει ότι η σχετική θεραπεία φαίνεται να είναι διαθέσιμη στο Καμερούν, ιδίως σε νοσοκομειακές δομές της Yaoundé, και συγκεκριμένα στο Hôpital Central de Yaoundé. Ωστόσο, τα διαθέσιμα δεδομένα δεν παρουσιάζουν πλήρη σταθερότητα ούτε απόλυτη επικαιρότητα ως προς τη συνεχή διαθεσιμότητα των συγκεκριμένων φαρμάκων. Ειδικότερα, ως προς το φάρμακο efavirenz, η μοναδική διαθέσιμη πληροφορία εντοπίστηκε σε έκθεση του 2023, γεγονός που περιορίζει την αποδεικτική της αξία αναφορικά με την παρούσα κατάσταση. Σχετικά με το σκεύασμα tenofovir disoproxil + emtricitabine, ενώ προηγούμενη έκθεση ανέφερε διαθεσιμότητα στο Κεντρικό Νοσοκομείο της Yaoundé, νεότερα στοιχεία του 2026 καταδεικνύουν ότι το φάρμακο δεν είναι πλέον διαθέσιμο σε άλλα σημαντικά νοσοκομεία και φαρμακεία της πόλης, γεγονός που υποδηλώνει πιθανές διακυμάνσεις στην πρόσβαση και στην επάρκεια των αποθεμάτων.
Παρά ταύτα, τα στοιχεία της MedCOI δεν καταδεικνύουν γενική ή απόλυτη έλλειψη αντιρετροϊκής θεραπείας στο Καμερούν ούτε προκύπτει ότι ο Αιτητής στερείται πλήρως δυνατότητας πρόσβασης σε θεραπεία για τον HIV. Αντιθέτως, οι πληροφορίες υποδεικνύουν ότι τουλάχιστον μέρος της απαιτούμενης φαρμακευτικής αγωγής εξακολουθεί να διατίθεται σε ορισμένες ιατρικές εγκαταστάσεις της χώρας, έστω και με περιορισμούς ως προς τη γεωγραφική διαθεσιμότητα ή τη σταθερότητα εφοδιασμού. Επιπλέον, δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ιατρικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η κατάσταση της υγείας του Αιτητή βρίσκεται σε προχωρημένο ή κρίσιμο στάδιο, ούτε ότι η διακοπή ή η διαφοροποίηση της συγκεκριμένης θεραπευτικής αγωγής θα είχε άμεσες και μη αναστρέψιμες συνέπειες για τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα.
Ως προς τις επιπτώσεις της αγγλόφωνης κρίσης στον τομέα της υγείας και τη δυνατότητα πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στις αγγλόφωνες περιοχές, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι οι συχνές επιθέσεις κατά του ιατρικού προσωπικού και των ιατρικών εγκαταστάσεων έχουν καταστήσει ακόμη πιο δύσκολη την αποτελεσματική παροχή, αλλά και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη.[14] Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, σε έκθεση του Μαΐου 2023, περιέγραψε περαιτέρω ότι η ανασφάλεια ώθησε σε αρκετές περιπτώσεις το ιατρικό προσωπικό σε φυγή επιβαρύνοντας περαιτέρω το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης.[15] Σύμφωνα με έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών (United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs), η ανασφάλεια στις περιοχές του Νοτιοδυτικού και του Βορειοδυτικού τμήματος της χώρας, συνεχίζει επίσης να επιδεινώνει την ήδη περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας[16].
Σε άλλη δημοσίευση που βρίσκεται δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών, αναφέρεται πως περισσότερες από 210 εγκαταστάσεις υγείας στις περιοχές του Νοτιοδυτικού και του Βορειοδυτικού τμήματος της χώρας δεν είναι πλέον λειτουργικές, είτε επειδή έχουν καταστραφεί, είτε επειδή έχουν εγκαταλειφθεί από το υγειονομικό προσωπικό[17]. Εντούτοις, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, στις περιοχές όπου πλήττονται από την κρίση, στις περιοχές του Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, έχουν αναπτυχθεί κινητές κλινικές για την παροχή βασικών υπηρεσιών υγείας σε πληθυσμούς που αντιμετωπίζουν εμπόδια σε πρόσβαση σε ιατρική περίθαλψη[18]. Σε έκθεση του Γραφείου Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων των Ηνωμένων Εθνών για το Νοέμβριο του 2024, καταγράφεται για το Νοτιοδυτικό και Βορειοδυτικό Καμερούν, πως 2.682 άτομα προσέγγισαν υπηρεσίες υγείας μέσω κινητών κλινικών[19].
Από τις ανωτέρω παρατεθείσες πληροφορίες, προκύπτει ότι παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει γενικότερα το σύστημα υγείας του Καμερούν εξαιτίας και της αγγλόφωνης κρίσης, υφίσταται πρόγραμμα για τη διαχείριση του HIV, παρέχοντας εδώ και πολλά χρόνια πρόσβαση σε δωρεάν φαρμακευτική αγωγή σε οροθετικά άτομα. Αξιοσημείωτη κρίνεται άλλωστε και η πολύ πρόσφατη δέσμευση του Υπουργείου Υγείας της χώρας σε σχέση με τη συνέχιση της παροχής δωρεάν αγωγής και θεραπείας για τον HIV. Συνεπώς, ως η ανωτέρω καταγραφή, στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, είναι προσβάσιμη και διαθέσιμη η ιατρική περίθαλψη σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του, παρόλες τις δυσκολίες που υπάρχουν.
Σε σχέση με την κοινωνική μεταχείριση όσων νοσούν από HIV/AIDS, έκθεση του USDOS για την χώρα που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024 και η οποία καλύπτει το έτος 2023, αναφέρει πως τα άτομα με HIV συχνά υπέφεραν κοινωνικές διακρίσεις και απομόνωση από τις οικογένειές και την κοινωνία, εν μέρει λόγω έλλειψης εκπαίδευσης σχετικά με την ασθένεια[20]. Όπως και το προηγούμενο έτος (2022), ενώ δεν βρέθηκαν διαθέσιμες αναφορές/καταγγελίες για διακριτική μεταχείριση στην εργασία, αναφορές που δεν έχουν εκδοθεί και τις οποίες επικαλείται η ανωτέρω έκθεση, έδειξαν ότι σημειώθηκαν κάποιες διακρίσεις στο τομέα της εργασίας όσον αφορά την κατάσταση του HIV, ειδικά στον ιδιωτικό τομέα[21]. Άλλη πηγή αναφέρει πως το στίγμα τείνει να είναι ισχυρότερο στις αγροτικές κοινότητες, όπου οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν επίσης περιορισμένη πρόσβαση σε εξετάσεις/tests[22]. Μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2023, διαπίστωσε ότι «οι κοινωνικές ανησυχίες που σχετίζονται με κουτσομπολιά ή απώλεια φίλων ήταν, η μεγαλύτερη ανησυχία μεταξύ των ατόμων που ζουν με HIV»[23]. Ομοίως, σε άρθρο του WHO και σε έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung για την χώρα, που εκδόθηκε το 2024 και η οποία καλύπτει το έτος 2023, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη κοινωνικού στίγματος κατά ατόμων με HIV[24].
Ο κοινωνικός στιγματισμός και οι διακρίσεις που υφίστανται οι φορείς ΗΙV όπως προκύπτουν από τις ανωτέρω πηγές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανέρχεται σε επίπεδο σοβαρότητας το οποίο να δικαιολογεί τον χαρακτηρισμό δίωξης ή απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης, συνδυαστικά με το προφίλ του Αιτητή. Πρόκειται για ενήλικο άνδρα (γεννηθείς το έτος 1986), με ικανοποιητικό μορφωτικό υπόβαθρο, ο οποίος παρουσιάζεται ως ανεξάρτητο άτομο που εργαζόταν πολλά χρόνια προτού εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και που έχει επίσης τη δυνατότητα να εργαστεί σε περίπτωση επιστροφής του, διαθέτει δε υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, το θείο του αλλά και την αδελφή του με την οποία διαμένουν τα παιδιά του.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί του ήδη κρίθηκαν αναξιόπιστοι, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος του Αιτητή που απορρέει από το σύνολο των δηλώσεών του κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.
Ως εκ τούτου, από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτός δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της κ. Κουπαρή, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν και δη στην πόλη Bamenda, τόπο συνήθους διαμονής, o Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι η πόλη Bamenda.
Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[25]
H Έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect του Νοεμβρίου του 2025, αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές δολοφονίες και εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν κάψει αγγλόφωνα χωριά και έχουν υποβάλει άτομα με ύποπτους αυτονομιστικούς δεσμούς σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση. Ένοπλοι αυτονομιστές έχουν επίσης σκοτώσει, απαγάγει και τρομοκρατήσει πληθυσμούς, ενώ παράλληλα διατηρούν σταθερά τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων των αγγλόφωνων περιοχών. Οι αυτονομιστές και οι κυβερνητικές δυνάμεις έχουν διαπράξει στοχευμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας και εργαζόμενους σε ανθρωπιστικές οργανώσεις, περιορίζοντας την παροχή και την πρόσβαση σε ζωτικής σημασίας βοήθεια και αναγκάζοντας διάφορους διεθνείς ανθρωπιστικούς οργανισμούς να αναστείλουν τις δραστηριότητές τους. Οι αυτονομιστές έχουν επίσης απαγορεύσει την κρατική εκπαίδευση και συχνά επιτίθενται, απειλούν και απαγάγουν μαθητές και εκπαιδευτικούς, καθώς και καίνε, καταστρέφουν και λεηλατούν σχολεία.[26]
Η ανωτέρω έκθεση αναφέρει επίσης ότι στις 12 Οκτωβρίου 2025 πραγματοποιήθηκαν προεδρικές εκλογές στο Καμερούν, στις οποίες ανακηρύχθηκε νικητής ο Paul Biya, εξασφαλίζοντας την όγδοη θητεία. Η αντιπολίτευση και οι αυτονομιστικές ομάδες απέρριψαν το αποτέλεσμα, καταγγέλλοντας έλλειψη διαφάνειας και πολιτικές ελευθερίες υπό περιορισμό. Πριν από τις εκλογές, αυτονομιστές στις αγγλόφωνες περιοχές επέβαλαν πολύμηνο lockdown, κλείνοντας επιχειρήσεις και σχολεία και περιορίζοντας την κυκλοφορία σε πόλεις όπως η Buea και η Limbe. Μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ξέσπασαν εκτεταμένες διαδηλώσεις με καταγγελίες για νοθεία. Οι δυνάμεις ασφαλείας φέρονται να σκότωσαν τουλάχιστον 48 πολίτες και να προχώρησαν σε πάνω από 100 συλλήψεις. Οι συγκρούσεις συνεχίζονται μεταξύ των κρατικών κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστικών ομάδων και επηρεάζουν τους πολίτες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν απειλές, όπως αδέσποτες σφαίρες, αυθαίρετες κρατήσεις, στοχευμένες επιθέσεις, απαγωγές για λύτρα, παράνομη φορολογία, οδοφράγματα, εκβιασμούς και περιορισμούς στην κυκλοφορία.[27]
Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[28]
Σύμφωνα με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 του Global Protection Cluster[29], κατά το πρώτο τρίμηνο του 2025, «η ασφάλεια και η απόλαυση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές διαταράχθηκε από την αυξημένη χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs), καθώς και από παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, και κλοπές ή καταστροφή προσωπικής περιουσίας».[30]
Επιβεβαιώνεται ότι η δυναμική της σύγκρουσης στις Αγγλόφωνες περιοχές έχει αλλάξει, καθώς η κρίση έχει καταστεί ολοένα και πιο επικερδής οικονομικά, με τις αυτονομιστικές ομάδες να έχουν επεκτείνει τις πηγές εσόδων τους μέσω απαγωγών και εκβιασμών.[31]
Σύμφωνα επίσης με το Protection Monitoring Update για το πρώτο τρίμηνο (Ιανουάριος-Μάρτιος) του 2025 «ειδικοί σε θέματα ασφάλειας προβλέπουν ότι, καθώς οι Κυβερνητικές Δυνάμεις Ασφαλείας (GDSF) συνεχίζουν να εκδιώκουν τις Μη Κρατικές Ένοπλες Ομάδες (NSAGs) από τις βάσεις τους σε αγροτικές περιοχές, η εισροή των NSAGs σε αστικές περιοχές, όπως η Buea και η Bamenda, θα οδηγήσει σε μετατόπιση του πεδίου επιχειρήσεων από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι NSAGs μπορούν να διεισδύουν στον άμαχο πληθυσμό και να συνεχίζουν τη δράση τους χωρίς να εντοπίζονται. Οι Δυνάμεις Ασφαλείας (SSF) χρησιμοποιούν αυτό το στοιχείο ως δικαιολογία για τις επιχειρήσεις “έρευνας και αποκλεισμού” (search and condon), κατά τη διάρκεια των οποίων προβαίνουν σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις αμάχων».[32]
Παρόλο που η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, δεν είναι επαρκής για να αποτρέψει περιστατικά ασφάλειας.[33] Αναφορικά με τη σύγκριση, μεταξύ Northwest και Southwest περιοχών, η πηγή κατέγραψε ότι η βία ήταν πιο έντονη στη Northwest περιοχή παρά στη Southwest περιοχή.[34] Συγκρίνοντας πιο συγκεκριμένα τις πόλεις Buea και Bamenda, η πηγή κατέγραψε ότι αν και σοβαρά βίαια περιστατικά είναι σπάνια στη Buea, οι μαζικές συλλήψεις και οι αυθαίρετες κρατήσεις είναι συχνές, ενώ αντιθέτως στη Bamenda, η βία συνεχίζει να μαστίζει την πόλη, με εκρήξεις, επιθέσεις αντιποίνων και απαγωγές να συμβαίνουν τακτικά.[35] Σημείωσε ωστόσο, ως κοινό σημείο ότι η εγκληματικότητα αυξάνεται και στις δύο περιοχές.[36]
Πέραν των ποιοτικών δεδομένων, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα σχετικά με τα ποσοτικά δεδομένα της σύγκρουσης, από όπου προκύπτει από την βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 27.3.2026) στην Βορειοδυτική περιφέρεια (Nord - Ouest) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 1916 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 596 θάνατοι. Ειδικότερα στην πόλη Bamenda, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή καταγράφηκαν 39 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως συνέπεια την απώλεια 46 ανθρώπινων ζωών.[37] Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας εκτιμάται στους 2,428,200 κατοίκους (με εκτίμηση του 2025).[38]
Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω (ενήλικας άνδρας, ικανός προς εργασία, έχοντας ικανοποιητική μόρφωση, με δυνατότητα να λάβει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για το θέμα υγείας που αντιμετωπίζει και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του), διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι αυτός, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο καταλήγει, αντίθετα στη θέση της κ. Κουπαρή, ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα και λόγω της μη διεξαγωγής έρευνας από τους Καθ’ ων η αίτηση σχετικά με την κατάσταση της υγείας του Αιτητή, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν μειωμένα έξοδα στο ποσό των €500 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή Αιτήτριας. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ελεύθερη μετάφραση λόγω δυσανάγνωστου γραφικού χαρακτήρα
[2] Δεν προσκόμισε σχετικό πιστοποιητικό γέννησης του κατ’ ισχυρισμό παιδιού του
[3] World Health Organization - WHO, ‘Cameroon making progress in the fight against HIV’ (04 December 2023) διαθέσιμο σε https://www.afro.who.int/countries/cameroon/news/cameroon-making-progress-fight-against-hiv; World Health Organization - WHO, published by ReliefWeb, ‘Cameroon: Public Health Situation Analysis (PHSA) (06 February 2025)’ (6 February 2025) διαθέσιμο σε
https://reliefweb.int/attachments/c0e1aab8-6713-497f-8287-b6d97dc8ded6/PHSA%20Cameroon%20060225.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[4] World Health Organization - WHO, ‘Cameroon making progress in the fight against HIV’ (04 December 2023) διαθέσιμο σε https://www.afro.who.int/countries/cameroon/news/cameroon-making-progress-fight-against-hiv (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[5] Ό.π.
[6] World Health Organization - WHO, published by ReliefWeb: ‘Cameroon: Public Health Situation Analysis (PHSA) (06 February 2025)’ (6 February 2025) διαθέσιμο σεhttps://reliefweb.int/attachments/c0e1aab8-6713-497f-8287-b6d97dc8ded6/PHSA%20Cameroon%20060225.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/202625)
[7]United Nations General Assembly - Human Rights Council: Working Group on the Universal Periodic Review, Forty-fourth session (6-17 November 2023), National report submitted pursuant to Human Rights Council resolutions 5/1 and 16/21 - Cameroon (4 September 2023) διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2099180/G2318007.pdf (βλ. ενότητες IV. Promotion and protection of human rights - B. Economic, social and cultural rights - 2. Right to health - (a) Promotion of the Health Sector / (b) Equal access to healthcare and combating discrimination against persons living with HIV-AIDS' -σελ. 8-9) (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[8] Ό.π. σελ.9
[9] UNHCR - UN High Commissioner for Refugees: Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee, (July 2024) σελ. 10 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2114940/Factsheet+-+UNHCR+CMR+July+2024.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[10] UNAIDS, ‘Government mitigation measures in Cameroon’ (09 February 2025) διαθέσιμο σε https://www.unaids.org/en/resources/presscentre/featurestories/2025/february/20250209_pepfar-impact-Cameroon (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[11] Ό.π.
[12] EUAA MedCOI, ‘Question & Answer ACC 8121, 27 March 2025’ (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[13] Βλ. σχετικά EUAA, MedCOI Guide for Users, Φεβρουάριος 2023, https://medcoi.euaa.europa.eu/cms/images/dynamic/euromedcoi/Methodology%20and%20documentation/Guide%20for%20users/MedCOI_guide_for_users_2023.pdf
[14] UNICEF, ‘Humanitarian Situation Report No. 2 - Reporting Period 1 January to 30 June 2023’ (22 August 2023) σελ. 3 διαθέσιμο σε https://www.unicef.org/media/144176/file/Cameroon-Humanitarian-SitRepMid-Year-2023.pdf; Insecurity Insight, published by ReliefWeb, ‘Cameroon: Violence Against Health Care in Conflict 2023’ (5 September 2024) σελ. 4 διαθέσιμο σε https://reliefweb.int/attachments/a1da45d1-ef5a-46c1-873e-1b3ff4f81bac/2023-SHCC-Cameroon.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[15] UNSC, ‘Protection of civilians in armed conflict, Report of the Secretary-General’ (12 May 2023) σελ. 5 διαθέσιμο σεhttps://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/SG%20report.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[16] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs – UN OCHA, ‘HUMANITARIAN NEEDS OVERVIEW - CAMEROON’ (April 2024) σελ. 21 διαθέσιμο σεhttps://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-humanitarian-needs-overview-2024-february-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[17] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs – UN OCHA, ‘Cameroon: Crisis causes health-care challenges’ (1 April 2024) διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/news/cameroon-crisis-causes-health-care-challenges-0 (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[18] Omam LA et al., ‘Mobile clinics in conflict-affected communities of North West and South West regions of Cameroon: an alternative option for differentiated delivery service for internally displaced persons during COVID-19’ (14 December 2021) διαθέσιμο σε https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC8669421/; United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs – UN OCHA, ‘Cameroon: Crisis causes health-care challenges’ (1 April 2024) διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/news/cameroon-crisis-causes-health-care-challenges-0 (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[19] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs – UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 71 (November 2024)’ διαθέσιμο σε https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no-71-november-2024 (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[20] USDOS - US Department of State, ‘2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon’ (23 April 2024) σελ. 49 διαθέσιμο σεhttps://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/ (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[21] Ο.π.
[22] TheBodyPro, ‘Overcoming Barriers to HIV Testing in Rural Cameroon’ (21 June 2023) διαθέσιμο σε https://www.thebodypro.com/article/overcoming-barriers-hiv-testing-rural-cameroon (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[23] Parcesepe, A. M. et al., ‘HIV-Related Stigma, Social Support, and Symptoms of Mental Health Disorders Among People with HIV Initiating HIV Care in Cameroon’ (March 2023) διαθέσιμο σε National Library of Medicine, https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC10024262/ (ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026)
[24] World Health Organization - WHO, ‘Cameroon making progress in the fight against HIV’ (04 December 2023) διαθέσιμο σε https://www.afro.who.int/countries/cameroon/news/cameroon-making-progress-fight-against-hiv; Bertelsmann Stiftung, ‘BTI 2024 Country Report Cameroon’ (19 March 2024) σελ. 23
διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2105824/country_report_2024_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/05/2026)
[25] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon https://www.acaps.org/en/countries/cameroon#
[26] Global Center with the Responsibility to Protect, Cameroon, November 2025
[27] Ό. π.
[28] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025
https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract
[29] To Global Protection Cluster είναι ένα δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων (ΜΚΟ), διεθνών οργανισμών και υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της προστασίας σε ανθρωπιστικές κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων ένοπλων συγκρούσεων και φυσικών καταστροφών. https://globalprotectioncluster.org/about, (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/05/2026).
[30] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 1, (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/05/2026).
[31] GCRP (Global Center for the Responsibility to Protect), Cameroon-Populations at Risk, 14 Νοεμβρίου 2025, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ , (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/05/2026).
[32] GPC (Global Protection Cluster), Protection Monitoring Update; January - March 2025, 15/05/ 2025, https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-05/pm_quarterly_update_jan-mar_2025.pdf, σελ. 2, (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/05/2026).
[33] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 , (Ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 10/05/2026).
[34] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 , ημερομηνία πρόσβασης 10/05/2026.
[35] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[36] CGRS-CEDOCA (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (Belgium), COI unit), Cameroun; Régions anglophones : situation sécuritaire, 11 June 2025, https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 4 , ημερομηνία πρόσβασης 9.4.2026.
[37] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Northwest (Nord-Ouest – Bamenda) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 6.4.2026).
[38] City Population, Cameroon, North West (Nord-Ouest) Region https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο