Α.F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης, Υπόθ. Αρ.: 904/2025, 5/5/2026
print
Τίτλος:
Α.F. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης, Υπόθ. Αρ.: 904/2025, 5/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 904/2025

05 Μαΐου, 2026

           [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α.F.  από Σομαλία

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Γ. Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Α. Φιλίππου (κος) για Λ. Γιάγκου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής Παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 17/03/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας την 10/01/25 ως ασυνόδευτος ανήλικος, προσκομίζοντας φωτοαντίγραφο διαβατηρίου με ημερομηνία γέννησης 07/10/07 δηλώνοντας ότι το απώλεσε. Ακολούθησε συνέντευξη αξιολόγησης της ηλικίας του στις 23/01/25, κατά τη διάρκεια της οποίας ανέκυψαν αμφιβολίες σχετικά με την ανηλικότητά του. Ο Αιτητής αρνήθηκε να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις προσδιορισμού της ηλικίας του προβάλλοντας αμφιβολίες αναφορικά με την ορθότητα των αποτελεσμάτων τους. Λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της συνέντευξης αξιολόγησης της ηλικίας του Αιτητή, τα έγγραφα που αυτός προσκόμισε και τις πρόνοιες τις νομοθεσίας, οι Καθ΄ ων η αίτηση έκριναν ότι ο Αιτητής αποτελεί ενήλικο πρόσωπο. Στις 04/02/25 πραγματοποιήθηκε προφορική του συνέντευξη από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 13/03/25 συνέταξε έκθεση/εισήγηση, δια της οποίας αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα, αιτιολογία και πλάνη της αρμόδιας αρχής και την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής του Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς ο βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή, ότι δεν εξετάστηκαν εξατομικευμένα όλες οι δηλώσεις και/ή τα στοιχεία που συνδέονται με το αίτημα του και/ή παραθέτοντας ταυτόχρονα παραπομπές σε διαδικτυακούς συνδέσμους (πηγές που όπως αναφέρει ενισχύουν τις δηλώσεις του τελευταίου σε σχέση με την Al Shabbab[1] και το πεδίο δράσης της). Υποδεικνύει ότι, δεν έγινε επαρκής εκτίμηση της ατομικής του κατάστασης, ότι η διάρκεια της συνέντευξης ήτο περιορισμένη και/ή ούτε αξιολογήθηκε επαρκώς κατά πόσο με την επιστροφή του θα αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο στη χώρα καταγωγής παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και διάφορες πηγές πληροφόρησης και/ή δεν έγινε η ορθή αξιολόγηση καθότι με τις υπάρχουσες πληροφορίες (παραπέμποντας σχετικά) θα έπρεπε να του δοθεί συμπληρωματική προστασία, λόγω του υψηλού επιπέδου περιστατικών ασφαλείας και/ή εκτυλίσσεται ένοπλη σύρραξη στα πλαίσια της οποίας παρατηρούνται συνθήκες αδιάκριτης βίας και/ή δεν υπάρχει ασφάλεια στη χώρα του λόγω της εκτεταμένης παρουσίας της Al-Shabaab στην περιοχή διαμονής του. Ενώ γίνεται αποδεκτή ύπαρξη αδιάκριτης βίας στον τόπο συνήθους διαμονής του από τον εξεταστή-λειτουργό αναιτιολόγητα δεν του δόθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ενώ αποτελεί θέση τους ότι δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης. Ούτε αποδείχθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο Αιτητής σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Κρίθηκε ως αναξιόπιστος σε σχέση με τους ισχυρισμούς του και όλη η διαδικασία εξέτασης της αίτησης για παραχώρηση διεθνούς προστασίας ήτο σε πλήρη σύμπνοια με τις πρόνοιες της νομοθεσίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Πρόσθετα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοί και/ή οι παραπομπές στις ιστοσελίδες μέσω Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή οι οποίες υποβάλλονται κατά παράβαση του Κανονισμού 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) όπου ορίζεται ότι «Πληροφορίες για την χώρα καταγωγής του αιτητή (ΠΧΚ) δύνανται να υποβληθούν σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή, με σχετικό υπόμνημα, το οποίο επισυνάπτεται στην αγόρευση του μέρους που επιθυμεί να την υποβάλει. Στο υπόμνημα  περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία: (i) κατάλογος των σχετικών ΠΧΚ, (ii) καταγραφή της πηγής τους (για διαδικτυακές πηγές υποδεικνύεται ο ιστότοπος και παρατίθεται ο σύνδεσμος της σχετικής ιστοσελίδας), (iii) επεξήγηση της συνάφειας της υποβληθείσας μαρτυρίας με συγκεκριμένο ισχυρισμό ή/ και επίδικο ζήτημα, (iv) υπόδειξη του συναφούς αποσπάσματος των ΠΧΚ.». (Βλέπε σχετικά Υποθ. Αρ.1000/23, DGD κ.α ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 09/02/2024). Εξάλλου, το αντικείμενο προς συζήτηση ήτοι η κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής, οι συγκρούσεις που παρατηρούνται από παραστρατιωτικές ένοπλες ομάδες (ειδικά Al-Shabbab), οι προβαλλόμενοι λόγοι δίωξης από τον Αιτητή αποτελούν ζητήματα που αφορούν πυρήνα του αιτήματος ασύλου του όπως θα αναλυθεί κατωτέρω στην έκταση που ενδιαφέρει επί της αξιολόγησης ουσίας του αιτήματος του. Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, ο συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί στην ουσία της υπόθεσης και/ή ειδικά στην μη παραχώρηση σε αυτόν τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, κατά την υποβολή της αίτησής του ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή διέμενε με τη μητριά του, η οποία αφενός με τον κακομεταχειριζόταν και τον βασάνιζε, αφετέρου δε του ζήτησε να ενταχθεί αναγκαστικά στην τρομοκρατική ομάδα Al Shabab. Όταν του ζητήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον των γραφείων της οργάνωσης, εκείνος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Σομαλία (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αναφορικά με τον προσδιορισμό της ηλικίας του, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, την ημερομηνία γέννησής του και σημαντικά γεγονότα της ζωής του, ενώ οι δηλώσεις του γύρω από τα μέλη της οικογένειάς του ήταν ασαφείς και μη συνετικές.  Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, στα πλαίσια της συγκεκριμένης συνέντευξης, δήλωσε επιγραμματικά ότι μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητριά του, την οποία αποκαλούσε «θεία», τον κακομεταχειριζόταν και ήθελε να τον εξαναγκάσει να γίνει μέλος της Al Shabab (ερυθρό 36/9Χ ΔΦ). Όπως απορρέει απο τις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη προσδιορισμού της ηλικίας του αλλά και αυτής που αφορά την ουσία του αιτήματός του, ο Αιτητής γεννήθηκε στην πόλη Mogadishu και σε μικρή ηλικία, λόγω του χωρισμού των γονέων του, εγκαταστάθηκε με τον πατέρα του στην κοινότητα Dac κοντά στην  πόλη Ceel Βuur της περιφέρειας Galguduug, όπου διέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Αναφορικά με την οικογένειά του, δήλωσε ότι αγνοεί την τύχη της μητέρας του και ότι μετά το θάνατο του πατέρα του το 2022, και ενώ εκείνος ήταν 15 χρονών, εξακολούθησε να διαμένει με τη μητριά του και τα ετεροθαλή του αδέρφια. Ο Αιτητής δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Σχετικά με την εθνοτική του καταγωγή και το θρήσκευμά του, δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Murusade, η οποία ανήκει στην ευρύτερη φυλή Hawyie, και ότι είναι Μουσουλμάνος Σουνίτης. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι δε φοίτησε σε επίσημο ίδρυμα εκπαίδευσης στη χώρα καταγωγής του. Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα του, ανέφερε ότι μετά τη δολοφονία του πατέρα του από την Al Shabab το 2022, η εν λόγω οργάνωση ήθελε να τον στρατολογήσει αναγκαστικά, ενώ τον κακομεταχειριζόταν και η μητριά του. Σε σχέση με το θάνατο του πατέρα του, προέβαλε ότι δεν είναι σε θέση να παραθέσει πλήθος σχετικών πληροφοριών λόγω του ότι κατά το χρόνο θανάτου του ήταν παιδί, παραθέτοντας μόνο ότι ο πατέρας του απεβίωσε μετά από μία μάχη που έλαβε μέρος ανάμεσα στη φυλή του και την οργάνωση Al Shabab περί τον 5ο/2022 στην περιοχή Dac. Ο ίδιος αποφάσισε να εγκαταλείψει την περιοχή και τη χώρα τον 12ο/2024. Ερωτηθείς εαν ο πατέρας του ήταν στρατιωτικός, απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι ο πατέρας του ήταν μεσίτης και, εν προκειμένω, ήθελε να βοηθήσει τους συγχωριανούς του. Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει την αντίφαση με τις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη για τον προσδιορισμό της ηλικίας του, όπου δήλωσε ότι η μάχη στην οποία έλαβε ο πατέρας του αφορούσε δύο φυλές της Σομαλίας, απάντησε ότι ο πατέρας του ήταν μέλος μίας φυλής η οποία ήταν εναντίον της Al Shabab. Κληθείς να περιγράψει πως ήταν η ζωή του μετά το θάνατο του πατέρα του, ανέφερε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα με τη μητριά του, καθώς εκείνη τον ανάγκαζε να εκτελεί τις αγγαρείες του σπιτιού και ήθελε να τον εξαναγκάσει να γίνει μέλος της της Al Shabab (ερυθρό 56 ΔΦ). Αναφορικά με το ζήτημα της Al Shabab ανέφερε ότι η μητριά του τον πίεζε να γίνει μέλος της και ισχυρίστηκε ότι τον μετέφερε στα γραφεία της οργάνωσης η μητριά του για να ξεκινήσει την εκπαίδευσή του αλλά εκείνος κατάφερε να δραπετεύσει. Ζητηθείς να περιγράψει λεπτομερώς την άφιξή του εκεί της Al Shabab, δήλωσε ότι κατά τη διαμονή του εκεί τον ανάγκαζαν να διαβάσει Ισλαμικά βιβλία και να λαμβάνει στρατιωτική εκπαίδευση. Kληθείς να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες και/ή στοιχεία, δήλωσε ότι η μητριά του τον πήγε στα γραφεία της Al Shabab στην περιοχή Dac στις 14/12. Περιγράφοντας τις συνθήκες απόδρασής του, περιέγραψε ότι τον βοήθησε ο θείος του, ο οποίος τον πήρε από εκεί με το αυτοκίνητό του (ερυθρό 56/6Χ – 11Χ ΔΦ). Ζητηθείς να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ο θείος του κατάφερε να διευθετήσει την απόδρασή του, δήλωσε ότι ο θείος του επικοινώνησε με τον οδηγό ο οποίος τον μετέφερε στην πόλη Mogadishu. Σχετικά με τον τρόπο δια του οποίου ο θείος του γνώριζε ότι ο ίδιος βρισκόταν στα γραφεία της Al Shabab, πρόβαλε ότι τον ενημέρωσε ο ίδιος τηλεφωνικώς, καθώς είχε καταφέρει να πάρει κρυφά μαζί του το κινητό του τηλέφωνο. Υπέβαλε ότι δραπέτευσε στις 17/12 και μετέβη στην περιοχή Daynile στο Mogadishu. Παρέμεινε εκεί για λίγες ημέρες, όσο ο θείος του οργάνωνε το ταξίδι του. Ερωτηθείς για ποιο λόγο η μητριά του ήθελε να γίνει μέλος της οργάνωσης αφού σκότωσαν τον πατέρα του και σύζυγό της, επέδειξε άγνοια, επικαλούμενος ότι μάλλον τον μισούσε και δεν ήθελε να έχει την ίδια τύχη και τα βιολογικά της τέκνα. Ως προς τη συμπεριφορά της πριν το θάνατο του πατέρα του, δήλωσε ότι αρχικά δεν τον άφηνε να εξέρχεται της οικίας του και μετά το θάνατο του πατέρα του τον ανάγκαζε να εκτελεί όλες τις αγγαρείες του σπιτού. Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους παρέλειψε να αποταθεί στον πατρικό του θείο για βοήθεια, δήλωσε ότι ο τελευταίος του ζητούσε να κάνει υπομονή και ότι θορυβήθηκε μόνο όταν ο Αιτητής του είπε για την Al Shabab (ερυθρό 55/7Χ – 10Χ ΔΦ). Ερωτήθηκε και για τους λόγους που δεν παρέμεινε στην Mogadishu με τον πατρικό του θείο, με τον Αιτητή να απαντά ότι τον αναζητούσαν τα μέλη της Al Shabab, ότι αναγκάστηκε και ο θείος του να διαφύγει, ότι η Al Shabab έστελνε απειλητικά μηνύματα στο θείο του. Ζητηθείς να περιγράψει λεπτομερώς την επίθεση που έλαβε χώρα στην κατοικία του θείου στο Mogadishu, υπέβαλε ότι δύο νεαροί άνδρες επιτέθηκαν στην κατοικία του θείου του. Ερωτηθείς για το πότε έλαβε χώρα το περιστατικό, αρχικά επέδειξε άγνοια, επικαλούμενος αργότερα ότι το περιστατικό έλαβε χώρα δύο εβδομάδες πριν εγκαταλείψει τη Σομαλία και έκτοτε δεν επικοινώνησε με το θείο του (ερυθρό 54/2Χ – 15Χ ΔΦ). Ερωτηθείς εάν θέλει να σχολιάσει το γεγονός ότι το προσκομισθέν διαβατήριο αναφέρει ως έτος γέννησής του το 2007, υπέβαλε ότι η έκδοση του διαβατηρίου του διευθετήθηκε από το θείο του και δε γνωρίζει τίποτα άλλο (ερυθρό 53/6Χ ΔΦ).

 

Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, ο λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε τέσσερις ισχυρισμούς του Αιτητή. Αποδέχτηκε τον ισχυρισμό του ως προς την ταυτότητα, το προφίλ, και τη χώρα καταγωγής του, απέρριψε όμως τους ισχυρισμούς του ότι: (α) ο πατέρας του δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια μίας ένοπλης σύγκρουσης με την Al Shabab, (β) η μητριά του τον κακομεταχειριζόταν και ήθελε να τον στρατολογήσει αναγκαστικά στην Al Shabab, και (γ) ότι ο θείος του εκδιώθηκε από την Al Shabab.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό (α) ανωτέρω κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του επί αυτού του σημείου ήταν ασαφείς, αντιφατικές και στερούμενες ευλογοφάνειας. Οι συνθήκες σε σχέση με τη σύγκρουση που προκάλεσε το θάνατο του πατέρα του ήταν αόριστες και ασαφείς, καθώς εκείνος υπέβαλε ανεπαρκώς ότι οι πληροφορίες που γνωρίζει είναι περιορισμένες λόγω της ηλικίας του τον υπό κρίση χρόνο. Ενδεικτικά, ως προς τον τόπο και το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να έλαβε χώρα η σύγκρουση κατά τη διάρκεια της οποίας φέρεται να έχασε τη ζωή του ο πατέρας του, πρόβαλε γενικόλογα στο τι συνέβη περί τα μέσα του 2022 στην περιοχή που διέμεναν και δεν ήταν σε θέση παραθέσει καμία άλλη πληροφορία, όπως ευλόγως θα αναμενόταν, δεδομένου ότι ο ίδιος δήλωσε ότι κατά τη δολοφονία του πατέρα του ήταν ήδη 15 ετών. Στη συνέχεια αν και του δόθηκε η δυνατότητα να περιγράψει λεπτομερώς την ημέρα που απεβίωσε ο πατέρας του, εκείνος απάντησε αόριστα και ελλειπώς ότι λυπήθηκε πολύ. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει επισταμένως τη συγκεκριμένη ημέρα απάντησε γενικά μόνο ότι ο πατέρας του τραυματίστηκε στο πεδίο της μάχης και απεβίωσε στο σπίτι τους. Αναφορικά με την αντίφαση σχετικά με τα αντίπαλα μέρη της σύγκρουσης η οποία επέφερε το θάνατο του πατέρα του, δήλωσε ότι οι αρχικές του δηλώσεις, περί του ότι η σύγκρουση εξελίχθηκε ανάμεσα σε δύο φυλές, παρερμηνέυτηκαν, εμμένωντας αόριστα ότι η σύγκρουση αφορούσε τη φυλή του και την τρομοκρατική ομάδα Al Shabab. Όταν τέλος του ζητήθηκε να περιγράψει τη ζωή του μετά το θάνατο του πατέρα του, υπέβαλε ασαφώς και χωρίς περιγραφική λεπτομέρεια ότι η μητριά του τον κακομεταχειριζόταν και ήθελε να τον εξαναγκάσει να γίνει μέλος της Al Shabab, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται σε άλλες δυσκολίες τις οποίες αντιμετώπισε λόγω της απώλειας του πατέρα του για τα επόμενα 2,5 χρόνια που παρέμεινε με τη μητριά του. Κρίνοντας ότι δε συντρέχουν λόγοι και στοιχεία περαιτέρω έρευνας, οι Καθ΄ων η αίτηση έκαναν αποδεκτό το σκέλος που αφορά το θάνατο  του πατέρα του Αιτητή, όχι όμως και τις δηλώσεις του περί του ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε το 2022 κατά τη διάρκεια μίας σύγκρουσης μεταξύ της φυλής του και την Al Shabab.

 

Απόρριψης έτυχε και ο (β) ισχυρισμός ανωτέρω καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του αναφορικά με την κακομεταχείριση που δέχτηκε από τη μητριά του ήταν γενικές, στερούμενες συνοχής και μη ικανοποιητικές αφού ο Αιτητής υπέβαλε ότι τον ανάγκαζε να εκτελεί της αγγαρείες του σπιτιού, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται σε κάποιο άλλο είδος κακομεταχείρισης. Ζητηθείς μάλιστα να περιγράψει τις αλλαγές που επέφερε στον τρόπο ζωής του ο θάνατος του πατέρα του, ανέφερε χωρίς νοηματική συνοχή ότι πριν το θάνατο του πατέρα του, η μητριά του του απαγόρευε νε εξέρχεται της οικίας του, μετά δε το θάνατο του πατέρα του τον ανάγκαζε να εκτελεί τις αγγαρείες του σπιτιού. Ως προς τις δηλώσεις του περί του ότι η μητριά του τον ανάγκασε να γίνει μέλος της Al Shabab, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει λεπτομερώς τη ημέρα κατά την οποία η μητριά του φέρεται να τον μετέφερε στα γραφεία της ανωτέρω οργάνωσης, ενώ δεν ήταν και σε θέση να αποσαφηνίσει με ποιο τρόπο τον μετέφερε εκεί και που ακριβώς τον μετέφερε, καθώς και τη διάρκεια της διαμονής του εκεί. Κληθείς να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ικανοποιητικό αριθμό πληροφοριών και/ή στοιχείων, απάντησε ανεπαρκώς ότι κατά το διάστημα παραμονής του διδάχθηκε ισλαμικές σπουδές και έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση. Καταλήγει δε ο λειτουργός-εξεταστής, ότι θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες καθώς η αναγκαστική του στρατολόγηση αποτελεί τον πυρήνα του αιτήματός του. Κληθείς εκ νέου να περιγράψει πότε έλαβε μέρος η μεταφορά του στα γραφεία της Al Shabab και που βρισκόταν αυτά, υποστήριξε αόριστα ότι η μητριά του τον μετέφερε εκεί στις 14/12 και ότι τα γραφεία βρίσκονται στην άκρη της περιοχής Dac. Ζητηθείς ακολούθως να περιγράψει τις συνθήκες που απέδρασε ανέφερε ότι τον βοήθησε ο θείος του, χωρίς ωστόσο να παραθέτει περιγραφικές και σαφείς λεπτομέρειες. Ως μη ευλογοφανείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις του ότι κατάφερε να πάρει μαζί του κρυφά το κινητό του τηλέφωνο και έτσι επικοινώνησε με το θείο του, διευθετώντας έτσι την απόδρασή του. Οι δηλώσεις του περί του ότι απέδρασε και διέφυγε στην πόλη Mogadishu, κρίθηκαν ως περιορισμένης ενισχυτικής αξίας και/ή βρίσκονται σε ουσιαστική και νοηματική αντίφαση με τις δηλώσεις του κατά την ελέυθερη αφήγησή του (δήλωσε ότι μέχρι να διαφύγει στην πόλη Mogadishu, φιλοξενήθηκε από τη μητριά του). Ούτε ήταν σε θέση να παραθέσει μια ευλογοφανή εξήγηση για τους λόγους που η μητριά του ήθελε να τον εντάξει στην Al Shabab (υπεύθυνη για τον θάνατο του συζύγου/ πατέρα). Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία διενεργήθηκε έρευνα εκ της οποίας εντοπίστηκαν πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τη δομή της Σομαλικής οικογένειας και το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας, πλην όμως κρίθηκε ότι η συμπεριφορά που δέχτηκε ο ίδιος, ήτοι ο εξαναγκασμός του να εκτελεί της αγγαρείες του σπιτιού, δεν αποτελεί κακοποίηση. Σχετικά με την αναγκαστική στρατολόγηση παιδιών από την Al Shabab, η έρευνα του λειτουργού ανέδειξε στοιχεία εκ των οποίων απορρέει ότι η ανωτέρω οργάνωση στρατολογεί νεαρούς άνδρες, συνήθως μεταξύ 12 και 14 ετών, των οποίων στρατολόγηση λαμβάνει μεγάλη έκταση στις περιοχές που εξελίσονται ένοπλες συγκρούσεις. Οι αντληθείσες πληροφορίες επιβεβαίωσαν τις δηλώσεις του Αιτητή περί του ότι σε οικογένειες χαμηλού οικονομικού επιπέδου, τα αγόρια ωθούνται στην ένταξή τους στην Al Shabab για λόγους επιβίωσης. Η στρατολόγηση, όμως, γίνεται μέσω των φυλετικών αρχηγών και πραγματοποιείται συνήθως σε περιοχές που συχνάζουν παιδιά, σε χώρους άθλησης και σε τοποθεσίες που συχνάζουν άνεργοι και/ή εσωτερικώς εκτοπισθέντες άνδρες. Ανέκυψε, τέλος, μέσω έρευνας ότι οι περιφέρειες που αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα λόγω της στρατολόγησης από την Al Shabab, είναι οι επαρχίες Bay, Middle Jube και Lower Shabelle και οι δηλώσεις του Αιτητή δεν επιβεβαιώνονται από τις πληροφορίες αυτές, αφού εκείνος δήλωσε ότι τον μετέφερε η μητριά του στα γραφεία της Al Shabab και/ή ουδέποτε αναφέρθηκε σε οικονομικά κίνητρα. Οι δε δηλώσεις του Αιτητή γύρω από τις συνθήκες διαμονής του εκεί έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το σκληρό και άκαμπτο χαρακτήρα της οργάνωσης, ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίθηκε και εξωτερικά ως μη αξιόπιστος σε συνάρτηση και με την εσωτερική κριθείσα αναξιοπιστία των δηλώσεων του.

 

Ο (γ) ισχυρισμός ανωτέρω (ως τέταρτος ισχυρισμός) επίσης απορρίφθηκε. Διαπιστώθηκε ότι ούτε κατά τη συνέντευξη γύρω από την αξιολόγηση της ευαλοτώτητάς του αλλά και της ηλικίας του, υπέβαλε ότι απειλήθηκε ο θείος του. Ερωτηθείς, άλλωστε, για ποιο λόγο δεν επέλεξε να παραμείνει με το θείο του στην πόλη Mogadishu, αλλά αντ’ αυτού επέλεξε να εγκαταλείψει τη Σομαλία, απάντησε χωρίς νοηματική συνοχή ότι ένιωθε ασφάλεια μόνο στην περιοχή συνήθους διαμονής του, δημιουργώντας περαιτέρω αμφιβολίες αναφορικά με τους ισχυρισμούς του γενικότερα. Παράλληλα, οι δηλώσεις του περί του ότι θείος του δέχθηκε απειλές και εν τέλει επίθεση στην οικία του δύο εβδομάδες πριν τη διεξαγωγή της προφορικής του συνέντευξης στις 04/02/25, δεν εξηγούν με σαφήνεια και ευλογοφάνεια το λόγο που εκείνος αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Σομαλία αντί να εγκατασταθεί με το θείο του στην πόλη Mogadishu. Συν τοις άλλοις, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση παραθέσει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με το περιεχόμενο των απειλών που δέχτηκε ο θείος του, πόσες φορές απειλήθηκε και τη συχνότητα με την οποία γινόταν δέκτης απειλών από την Al-Shabab. Παράλληλα, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο υπέπεσε στη γνώση της Al-Shabab ότι είχε διαφύγει στο θείο του στην πόλη Mogadishu, υπέθεσε ανεπαρκώς ότι μάλλον η  Al-Shabab ενημερώθηκε από τη μητριά του. Όταν τέλος του ζητήθηκε να παραθέσει πληροφορίες αναφορικά με την επίθεση που φέρεται να δέχτηκε ο θείος του στην οικία του από την Al-Shabab, απάντησε χωρίς συνοχή και ευλογοφάνεια ότι η μητριά του τον ενημέρωσε ότι εισήλθαν εντός αυτής δύο ένοπλοι άνδρες και άρχισαν να πυροβολούν, με τον θείο του να καταφέρνει να διαφύγει. Σημειώνει επίσης ο λειτουργός-εξεταστής, ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια πότε έλαβε χώρα το εν λόγω περιστατικό, προβάλλοντας γενικόλογα και ασαφώς ότι συνέβη πριν δύο εβδομάδες. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης, ο υπό εξέταση ισχυρισμός κρίθηκε ως εσωτερικά μη αξιόπιστος.  Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, ο λειτουργός προχώρησε σε σχετική έρευνα εκ της οποίας ωστόσο δεν εντοπίστηκαν στοιχεία και/ή πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν την επίθεση της Al Shabab πλησίον του αστυνομικού σταθμού Ifka Xalane μεταξύ 1ου/2ου/2025. Έκρινε δε ότι για ένα περιστατικό που αφορούσε επίθεση της Al Shabab κοντά σε αστυνομικό τμήμα στην πόλη Mogadishu, θα αναμενόταν ευλόγως να ανευρεθούν εξωτερικές πηγές που να το επιβεβαιώνουν. Στη βάση όλων των ανωτέρω, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

 

Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων, διαπιστώνω ότι δε θεμελιώνεται η αξιοπιστία του αφηγήματος περί κακοποιητικής συμπεριφοράς από τη μητριά του, περί εξαναγκασμού του από εκείνη σε στρατολόγηση από την οργάνωση Al-Shabab, καθώς και της φερόμενης εκδίωξης του θείου από την εν λόγω οργάνωση. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Επιπρόσθετα, από τις απαντήσεις του, κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια με τις απαντήσεις του στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια και πληροφορίες (βλέπε σχετικά Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Σε αρκετές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων δεν ήταν ικανός να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες[3] και συνεπώς δεν θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μπορεί να αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής της για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Υπάρχουν δε επί της έκθεσης-εισήγησης εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή ως επίσης και εκτενείς παραπομπές σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με το τί επικρατεί στην χώρα καταγωγής και σε συνάρτηση με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του (ήτοι στρατολόγηση, συνθήκες οικογενειών στη χώρα συμπεριλαμβανομένης ενδοοικογενειακής βίας – πηγές που δεν χρειάζεται να τύχουν επανάληψης αφού καταγράφονται αναλυτικά στην έκθεση-εισήγηση). Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υπέδειξε επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος.

 

Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

 

Είναι βασική θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι εφόσον ο λειτουργός κατέληξε σε σημεία της έκθεσης του ότι «υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι, εάν ο αιτών επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας στην πόλη Ceelbur, περιφέρεια Galmudug» (ερυθρό 117 ΔΦ) θα έπρεπε να του αναγνωριστεί τουλάχιστον το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση όπου εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και των προσωπικών του συνθηκών, κατ’  εγαρμογή της έννοιας της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας,  έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την επιστροφή του (ερυθρό 116 - 112 ΔΦ). Στα πλαίσια των εξουσιών του, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Dac, πλησίον της πόλης Ceelbur της περιφέρειας Galmudug στη Σομαλία. Η έκθεση της EUAA σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία, η οποία δημοσιεύτηκε το Μάιο του 2025, αρχικά επικαλείται την πύλη ACLED, επί της οποίας,  την περίοδο Απριλίου 2023 – Μαρτίου 2025, καταγράφηκαν στη Σομαλία σχεδόν 6.000 περιστατικά ασφαλείας, με αποτέλεσμα σχεδόν 15.000 εκτιμώμενους θανάτους. Τονίστηκε επίσης ότι τα δύο προηγούμενα έτη - με 5.724 περιστατικά ασφαλείας και  11.450 εκτιμώμενες απώλειες – τα στατιστικά περιστατικών ασφαλείας και εκτιμώμενων θανάτων ήταν χαμηλότερα. Περισσότερο από το ένα τρίτο όλων των εκτιμώμενων θανάτων που καταγράφηκαν μεταξύ Απριλίου 2023 και Μαρτίου 2025 - περίπου 5.800 από 15.000 - συνέπεσαν με τις ακόλουθες μεγάλες στρατιωτικές και αστυνομικές επιχειρήσεις[4].Αρχικά η επιχείρηση Μαύρο Λιοντάρι, μια ανανεωμένη κοινή επίθεση κατά της Al-Shabaab, εξαπολύθηκε την περίοδο Αυγούστου - Σεπτεμβρίου 2023, κυρίως στις περιοχές Galgaduud, Μέση Shabelle, Hiraan και Mudug[5]. Ταυτόχρονα με αυτό, άλλες έντονες ένοπλες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στις περιοχές Κάτω Σαμπέλε, Κάτω Τζούμπα και Μπακούλ από Ιούλιο μέχρι το Σεπτέμβριο 2023. Αυτά τα δύο γεγονότα μόνο είχαν ως αποτέλεσμα περισσότερους από 2.800 θανάτους[6]. Δεύτερον, μια ανανεωμένη επίθεση της Αλ-Σαμπάαμπ εναντίον των κυβερνητικών και συμμάχων δυνάμεων, που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 2025 και ήταν ακόμα σε εξέλιξη στο τέλος Μαρτίου 2025, η οποία πραγματοποιήθηκε κυρίως στις περιοχές Χιράαν, Μέση Σαμπέλε και Κάτω Σαμπέλε[7], ενώ παράλληλα με αυτή την επιχείριση, στο Puntland η επιχείρηση Hilaac κατά του ISIS αναπτύχθηκε στα βουνά al-Miskaad στην περιοχή Bari κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2025[8].Σχεδόν άλλοι 2.000 θάνατοι εκτιμάται ότι προκλήθηκαν από την απελευθέρωση αυτών των άλλων δύο συνόλων επιχειρήσεων στην περίοδο Ιανουαρίου - 21 Μαρτίου 2025[9]. Επιπλέον, σύμφωνα με την EUAA, άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και αντιπαραθέσεις κατά της Αλ-Σαμπάμπ, αδιάκριτες και εκτεταμένες μορφές στοχοποίησης σε όλη τη χώρα, αυξανόμενη ένταση των συγκρούσεων μεταξύ φυλών[10] και άλλων επιπέδων σύγκρουσης, έχουν συμβάλει σε συνεχιζόμενες πηγές ανασφάλειας στη χώρα[11]. Aξίζει να σημειωθεί ότι η έκθεση της EUAA αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία το 2025, παρουσιάζει ένα χάρτη της χώρας ο οποίος αποτυπώνει του φορείς που ελέγχουν την κάθε περιοχή και η περιοχή Ceel Buur, επί της οποίας βρίσκεται η περιοχή Dac, βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Al Shabab[12]. H  εν λόγω  πληροφορία επιβεβαιώνεται και από την έκθεση του Ο.Η.Ε.[13], η οποία αναφέρεει ότι εντός την περιφέρειας Galmudug οι περιοχές που βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της Al Shabab είναι οι Budbud, Galcad, Cowsweyne και Ceel Buur[14] καθώς η εν λόγω οργάνωση έχει τον έλεγχο του νότιο-κεντρικού τμήματος της περιφέρειας Galmudug από την ακτή μέχρι την περιοχή βόρεια και βορειοανατολικά της πόλης Ceel Buur[15], ενώ η πρώτη γραμμή των συγκρούσεων παρέμενε «ταλαντευόμενη» μεταξύ δύο στρατηγικά σημαντικών πόλειων, της Budbud και  της πόλης Osweyne[16].

 

Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση   στην περιφέρεια Galmudug, η έκθεση της EUAA αναφέρει ότι σύμφωνα με την πύλη ACLED,  την περίοδο μεταξύ 1 Απριλίου 2023 έως 21 Μαρτίου 2025, καταγράφηκαν 411 περιστατικά ασφαλείας στην περιφέρεια Galgaduud, περιλαμβάνοντας μάχες, εκρήξεις ή άλλες μορφές απομακρυσμένης βίας, και βία κατά αμάχων, προκαλώντας 2.509 θανάτους. Σε επίπεδο επαρχιών, η Ceel Dheer κατέγραψε τον υψηλότερο αριθμό περιστατικών ασφαλείας (187), ακολουθούμενη από την Dhuusamarreeb (78), την Cabudwaaq (66), την Ceel Buur (56) και την Cadaado (24 περιστατικά)[17]. Την ίδια περίοδο, η Αλ-Σαμπάαμπ ενεπλάκη σε 203 περιστατικά ασφαλείας εναντίον των Δυνάμεων της Σομαλίας (Στρατιωτικές Δυνάμεις και Αστυνομικές Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Αστυνομικής Δύναμης της Galmudug), ενώ ενεπλάκη και σε 84 περιστατικά ασφαλείας εναντίον φυλετικών πολιτοφυλακών[18]. Ως προς το εύρος του εσωτερικού εκτοπισμού αμάχων στην περιφέρεια Galmudug, έκθεση της UNHCR το 2025 αναφέρει ότι η Ceel Buur ήταν η πιο επηρεασμένη περιοχή  (4.361 άτομα). Η ίδια περιοχή είναι και η πιο επηρεασμένη από εσωτερικό εκτοπισμό εντός της περιφέρειας, με 2.022 άτομα να φτάνουν από άλλες τοποθεσίες και 1.707 άτομα να φεύγουν για άλλες τοποθεσίες (συμπεριλαμβανομένων των μετακινήσεων εντός της περιοχής)[19].

 

Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους στην περιφέρεια Galmudug, η πύλη ACLED καταγράφει 423 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 576 εκτιμώμενες απώλειες[20]. Στην πόλη Ceel Buur συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους καταγράφηκαν  μόνο 37 περιστατικά και στην περιοχή Dac, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, όπου καταγράφηκε ένα περιστατικό ασφαλείας. Τα εν λόγω περιστατικά επέφεραν 22 απώλειες στην πόλη Ceel Buur και καμία απώλεια δεν επέφερε το περιστατικό στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή[21].  Εξωτερικές πηγές αναφέρουν διαφοροποιημένα τον πληθυσμό της  περιφέρειας Galmudug μεταξύ 812.638 (IPC)[22] και 622.632 (IOM)[23] τον Σεπτέμβριο του 2024. O δε πληθυσμός της πόλης Ceel Buur, πλησίον της οποίας εντοπίζεται η περοχή Dac, ανέρεχεται σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις σε 9.000 κατοίκους[24]. Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[25] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[26] και στην υπόθεση Diakité C-285/12[27]).  Ως προς το στοιχείο της σοβαρής και προσωπικής απειλής, το ΔΕΕ στην απόφαση Elgafaji διευκρίνισε πως «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Θα πρέπει δε να εκτιμάται ότι ο άμαχος/αιτούντας άσυλο ο οποίος θα επιστρέψει στην χώρα του και ακολούθως περιοχή συνήθους διαμονής του ενδεχομένως, λόγω της παρουσίας του και μόνον εκεί θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή. Κατά το Δικαστήριο το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης, στην οποία ο βαθμός κινδύνου είναι τόσο υψηλός, αξιολογείται το κατά πόσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διατρέχει ατομικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακόμη και χωρίς να στοχοποιείται ειδικά. Ακολούθως, διατυπώνεται στην απόφαση ότι η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπου: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας». Η δε «εξατομίκευση» που απαιτείται για να θεωρηθεί η απειλή ως «προσωπική» μπορεί να προκύπτει είτε από παράγοντες ειδικού κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε από παράγοντες «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.[28] Επομένως, η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[29]  όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι «η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο. Προσαρμόζοντας την ανωτέρω νομολογία και δη την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας στην περίπτωση του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για ενήλικο, νεαρό, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, κρίθηκε αναξιόπιστος με τους ισχυρισμούς του και δεν αποτελεί μέρος των ομάδων που συγκρούονται στην περιοχή και κατόπιν συναναξιολόγησης των προσωπικών του περιστάσεων, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή Dac, o  Αιτητής θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή (ερυθρά 116 -112 ΔΦ).

 

Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

                         

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] EUAA, Country Guidance Somalia (August 2023) p.71 - Al-Shabaab is an Islamist Sunni Salafi jihadist armed group based in Somalia. Formed in the early 2000s, the group seeks to establish an Islamic State in the country. Its main unifying idea is the ‘opposition to the Western-backed government’

[2] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09, σκέψη 11

[3] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[5] ACLED, Somalia: The Government and Al-Shabaab Vie for the Support of Clan Militias, 15 September 2023, https://acleddata.com/2023/09/15/somalia-situation-update-september-2023-the-government-and-al-shabaab-vie-over-the-support-of-clan-militias/?cmplz-force-reload=1743681652122, (20/04/2026)

[6] EUAA analysis based on ACLED data. Curated Data Files, Somalia, 21 March 2025, https://acleddata.com/data-export-tool/, (22/04/2026)

[7] Soufan Center (The), Between Islamic State and Al-Shabaab: An Embattled Mogadishu?, 2 April 2025, https://thesoufancenter.org/intelbrief-2025-april-2/, (22/04/2026)

[8] ADF, Puntland Forces Believe They Have ISSOM on the Run, 18 March 2025, https://adf-magazine.com/2025/03/puntland-forces-believe-they-have-issom-on-the-run/,

[9] EUAA analysis based on ACLED data. Curated Data Files, Somalia, 21 March 2025, https://acleddata.com/data-export-tool/, (22/04/2026)

[10] ACAPS, Somalia – Impact of clan conflicts, 19 March 2025, https://www.acaps.org/fileadmin/Data_Product/Main_media/20250319_ACAPS_Crisis_Impact_of_clan_conflicts_in_Somalia.pdf, σελ. 2, (22/04/2026)

[13] UNSC, Report of the Panel of Experts pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, para 16-18, https://docs.un.org/en/S/2024/748, (22/04/2026)

[14] Ibid 13

[16] Ibid 15, σελ. 107

[17] Ibid 15, σελ. 108

[18] Ibid 15, σελ. 109

[20] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Galmuduug, Events / Fatalities,  Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)

[21] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Mogadishu, Zoom Map in Ceel Buur, Events / Fatalities, , Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)

[22] IPC, Somalia Acute food insecurity and acute malnutrition analysis July – December 2024, 23 September 2024, https://www.ipcinfo.org/fileadmin/user_upload/ipcinfo/docs/IPC_Somalia_Acute_Food_Insecurity_Malnutrition_July-dec_2024_Report.pdf, σελ. 3

[23] IOM, DTM Somalia – Baseline Assessment Dataset – Round 3 (February 2024 – September 2024), 3 December  2024, (22/04/2026)https://dtm.iom.int/dtm_download_track/68196?file=1&type=node&id=39721,

[25] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)

[26]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie

[27]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides

[28] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf ,  σελ.36

[29]  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 ,  σκέψεις 30, 31, 32


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο