ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.917/24
14 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G. J. S.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Χρ. Ματθαίου, δικηγόρος για τον αιτητή
Κα Ε. Ιωάννου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.22/02/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 12/11/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 16/11/21 (ερ.1-3, 13-15, 41).
Στις 08/02/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.31-41). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση-Εισήγηση και στις 14/02/24 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.68-78).
Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 22/02/24 και μεταφράστηκε την μητρική του γλώσσα (ερ.79, 14).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών κατά της ζωής του, δεν ήθελε να πουλήσει το σπίτι του πατέρα του, ενώ οι θείοι του ήθελαν, και γι’ αυτό «[ήρθε] για προστασία».
Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, όπου μένουν οι γονείς του, τα 5 από τα 7 αδέλφια, η σύζυγος και τα 2 του παιδιά, άπαντες των οποίων είναι καλά στην υγεία τους, ο ίδιος τελείωσε το λύκειο το 2014 και εργάστηκε ως ασφάλεια. αλλά και σε κατάστημα.
Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι ο λόγος που έφυγε από τη χώρα καταγωγής είναι λόγω του ότι το 2018 έγινε μέλος στο (κίνημα) APARECO, που ιδρύθηκε από τον κ. Honaore Ngwanda και, εφόσον η χώρα του βρίσκεται σε πόλεμο, άρχισαν συναντήσεις για την απελευθέρωση της, όμως γι’ αυτούς, ως ανέφερε, ήταν δύσκολο να έχουν συναντήσεις, λόγω του ότι οι Αρχές ήταν εναντίον τέτοιων συναντήσεων και έτσι τις έκαναν κρυφά και στις 05/09/21 αποφάσισε να φύγει από τη ΛΔΚ επειδή η αστυνομία πήγε σπίτι του για να τον αναζητήσει, προκειμένου να τον σκοτώσει. Ο ίδιος, ως ανέφερε, δεν ήταν σπίτι, όμως ένας γείτονας του το είπε και τότε ο πατέρας του αποφάσισε να τον στείλει πρώτα στο Bascongo, όπου κρυβόταν για 3 βδομάδες, μέχρι που ο φίλος του πατέρα του, ως ο ίδιος ανέφερε, διευθέτησε όλα τα απαραίτητα έγγραφα για να φύγει ο αιτητής από τη ΛΔΚ.
Ερωτώμενος για το APARECO ο αιτητής ανέφερε ότι ιδρύθηκε το 2005, από τον Honaore Ngwanda, ο οποίος πήγε στο Παρίσι το 1997, μετά στο Μαρόκο, απεβίωσε στις 21/03/21 και τώρα του κινήματος ηγείται ο Ebamba Djoko. Ερωτώμενος για τον ρόλο του ιδίου στο κίνημα ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν να επικοινωνεί με τον κόσμο στη γειτονιά του. Ως στο επίδικο πρακτικό καταγράφεται (ερ.36), ο αιτητής φαίνεται να διάβαζε τα ως άνω από το κινητό του τηλέφωνο, το οποίο του ζητήθηκε να απενεργοποιήσει. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι τα αρχικά του κινήματος σημαίνουν Mouvance Politique de la liberte du Congo και κεντρικό του όραμα είναι η συμμαχία όλων των κομμάτων για επανάσταση στη ΛΔΚ, μάχεται ενάντια στους διεφθαρμένους πολιτικούς, μεταξύ των οποίων, ως είπε, ο Kabila και ο νέος πρόεδρος της ΛΔΚ, και για την υπεράσπιση της χώρας στο ανατολικό της τμήμα αυτής και ότι μαθαίνουν στα μέλη να μάχονται ενάντια στους πολιτικούς που ηγούνται της χώρας, επειδή «δεν καταφέρνουν να κρατήσουν τη χώρα σε ειρήνη». Όταν ρωτήθηκε ο αιτητής ποιοι είναι οι ξένοι εισβολής για τους οποίους το κίνημα πρέπει να ενημερώσει τον κόσμο ο αιτητής ανέφερε ότι ο ηγέτης τους είπε ότι ο Kabila είναι μαζί με τον στρατό της Ρουάντας και «πουλά τη χώρα» σ’ αυτούς, σημειώνοντας ότι το κίνημα είναι στη Γαλλία και έχει ιστοσελίδα, όπου μπορείς να εγγραφείς, και ότι δεν μπορούν να συναντηθούν στη ΛΔΚ.
Ερωτώμενος αν υπήρξε άλλο περιστατικό, πέραν αυτού που είχε αναφέρει, όπου μέλη της αστυνομίας πήγαν σπίτι του και τον αναζητούσαν να τον σκοτώσουν ο αιτητής είπε πως όχι. Ερωτώμενος σχετικά – ανέφερε πως αυτό έλαβε χώρα στις 05/09/21 και, σε ακόλουθη ερώτηση, ανέφερε πως δεν έλαβαν παρόμοιες απειλές άλλα μέλη του εν λόγω κινήματος, ενώ αμέσως μετά ανέφερε πως πολλοί απ’ αυτούς δέχθηκαν απειλές και, σε ακόλουθη ερώτηση γιατί, εφόσον ενεγράφη το 2018, αντιμετώπισε πρόβλημα το 2021, ο αιτητής ανέφερε ότι ήταν συναντιόντουσαν σε μυστική τοποθεσία, αλλά το 2021 «άτομα τους κατάγγειλαν στην αστυνομία και έτσι η αστυνομία άρχισε να αναζητά τον ίδιο και άλλους».
Ερωτώμενος γιατί ανέφερε ότι το κίνημα άρχισε το 1997 και αμέσως μετά ότι ήταν το 2005 ο αιτητής ανέφερε ότι το «1997 άρχισε αλλά το 2005 το κίνημα ιδρύθηκε». Ερωτώμενος αν έχει στην κατοχή του έγγραφα που αποδεικνύουν τη συμμετοχή του στο κίνημα είπε ότι τα έχασε όταν πήγαν σπίτι του και «τα κατέστρεψαν όλα» και ούτε μηνύματα έχει στο κινητό του, όμως είχε όταν ήταν στην Κινσάσα. Ερωτώμενος πόσα μέλη έχει το κίνημα ο αιτητής ανέφερε «είναι τόσα πολλά μέλη» και, σε ακόλουθη ερώτηση τι έχει πετύχει το κίνημα μέχρι τότε απάντησε «είμαστε τόσοι πολλοί, όμως στην Ευρώπη και τη [ΛΔΚ] δεν τους συμπαθούν». Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι σε περίπτωση που επιστρέψει στη ΛΔΚ φοβάται ότι θα τον σκοτώσουν γιατί, ως ανέφερε, «ξέρει πως λειτουργεί η [ΛΔΚ]» και, τέλος, ερωτώμενος γιατί δεν κατέγραψε κάτι περί συμμετοχής του στο κίνημα στην επίδικη αίτηση ο αιτητής ανέφερε ότι του είπαν να μην γράψει κάτι για πολιτικές δράσεις.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ισχυριζόμενος φόβος του αιτητή για απειλές που δέχεται από τις Αρχές [της ΛΔΚ], όντας μέλος πολιτικού κόμματος (sic)
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ως αναξιόπιστο.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού εντοπίστηκε κατ’ αρχή ότι τα λεγόμενα του αιτητή κατά τη συνέντευξη έρχονταν σε αντίφαση με τα όσα είχε καταγράψει στην επίδικη αίτηση, όπου είχε αναφέρει για απειλές και ότι δεν ήθελε να πουλήσει το σπίτι του πατέρα του, οι δε εξηγήσεις που έδωσε κρίθηκαν μη ικανοποιητικές. Επί του αφηγήματος του κρίθηκε ότι αυτό στερούνταν σε πολλά σημεία λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, αφού, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενα στοιχεία για την ιστορία και δράση του κινήματος στο οποίο κατ’ ισχυρισμό εντάχθηκε το 2018, το όνομα του και τα αρχικά του, αλλά ούτε να δώσει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες για τον ρόλο που ο ίδιος επιτελούσε, τις συναντήσεις που έκαναν, τους σκοπούς και τη σύνθεση του κινήματος αλλά και την κατ’ ισχυρισμό αναζήτηση του από την αστυνομία.
Επί της εξωτερικής συνοχής του ως άνω ισχυρισμού εντοπίστηκαν πληροφορίες (ΠΧΚ) εκ των οποίων προέκυψε ότι τα όσα ο αιτητής ανέφερε για τον τρόπο εγγραφής μέλους στο κίνημα αλλά και το ποιος είναι ο επικεφαλής του κινήματος σήμερα (στη συνέντευξη) δεν συνάδουν με διαθέσιμες σχετικά πληροφορίες.
Δεδομένων των ως άνω κρίθηκε ότι ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή στερείται τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής συνοχής και απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητώς όλους τους ισχυρισμούς που προωθούνται δια της αγορεύσεως της, πλην του ισχυρισμού για μη δέουσα έρευνα στα πλαίσια της επίδικης αίτησης.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξέτασης, επαρκώς αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά τη λήψη αυτής. Σχετικά με τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή, ανατρέχοντας στη συνέντευξη, υπεραμύνονται του εύλογου και της ορθότητας τους και λέγουν ότι ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται στην επίδικη αίτηση και διαδικασία εξέτασης της και ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και απολύτως αιτιολογημένη.
Δεδομένου ότι ο μόνος προωθούμενος από τον αιτητή ισχυρισμός συμπλέκεται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της, προχωρώ με επί της ουσίας εξέταση της επίδικης απόφασης, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρονται σχετικώς τα εξής:
«Εάν ένας αιτών ισχυριστεί ότι συνελήφθη σε διαδήλωση για πρώτη φορά στη ζωή του, θα προξενούσε έκπληξη η αδυναμία του να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το πότε, πού και με ποιον τρόπο έλαβε χώρα η σύλληψή του, παρότι στην περίπτωση αυτή τίθεται το ζήτημα του βαθμού λεπτομέρειας που μπορεί εύλογα να αναμένεται. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Επιστρέφοντας στα ενώπιον μου στοιχεία, διερχόμενος του πρακτικού της συνέντευξης, θα συμφωνήσω με τα επιμέρους ευρήματα και τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.71-74), σημειώνοντας επιγραμματικά τα εξής. Εν προκειμένω ο αιτητής ερωτήθηκε επισταμένα επί όλων των όσων ανέφερε σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό συμμετοχή του στο κίνημα APARECO, τον τρόπο που εγγράφονται τα μέλη αυτού, πότε ιδρύθηκε, ποιος ήταν κατά τον χρόνο της συνέντευξης ο επικεφαλής του, ποιοι οι σκοποί και η δράση του εν λόγω κινήματος, ποιος ο ρόλος και η δράση του ιδίου στο κίνημα, πότε και πως τον αναζήτησαν οι Αρχές, για ποιο λόγο, πως ανακάλυψαν την κατ’ ισχυρισμό δράση του. Επ’ ουδενός των ως άνω σημείων δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή εύλογα αναμενόμενη λεπτομέρεια η βιωματικό στοιχείο, πλην όσων, ως προκύπτει από το ερ.36 – 3Χ, διάβαζε από το κινητό του τηλέφωνο κατά τη συνέντευξη. Προσθέτω εδώ, σημείο επί του οποίου δεν αναφέρθηκαν οι καθ’ ων η αίτηση, ότι δεν εξηγεί τελικά πως κατάφερε να φύγει από τη ΛΔΚ νομίμως, δι’ αεροδρομίου, ενόσω καταζητείτο από τις Αρχές.
Σημειώνω εδώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση, ως και ανωτέρω αναφέρω, παρότι έκαναν έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά (ΠΧΚ), αυτό – δεδομένων των καταφανών ελλείψεων που εντοπίζονται στους ισχυρισμούς του αιτητή – δεν απαιτούνταν και εκ του περισσού έγινε εν προκειμένω. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι, πέραν των όσων επί τούτου αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση (ερ.72), διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) επιβεβαιώνουν ότι υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος εγγραφής μελών στο κίνημα[1], ο οποίος διαφέρει ουσιωδώς απ’ όσα ο αιτητής ανέφερε, και, σε κάθε περίπτωση, τα μέλη του κινήματος, πλην σημαντικών και προβεβλημένων μελών, δεν αντιμετωπίζουν κίνδυνο δίωξης[2].
Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι οιαδήποτε άλλη κατάληξη επί των λεγομένων του αιτητή θα συνιστούσε αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ενός αφηγήματος στερούμενου παντελώς και σε όλη του την έκταση του παραμικρού ψήγματος συνοχής, ευλογοφάνειας, επαρκών λεπτομερειών, βιωματικών στοιχείων αλλά και χρονικής συνέπειας.
Ενόψει της ως άνω κατάληξης μου απομένει εδώ μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα), σε επικαιροποιημένη βάση.
Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[3]
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[4]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [5]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω [6] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, περί των 36 ετών σήμερα, έχει ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διατηρεί ισχυρό οικογενειακό δίκτυο (γονείς, αδέλφια, σύζυγο, παιδιά) στην Κινσάσα, εκ των οποίων και αναμένεται ευλόγως να μπορέσει να λάβει στήριξη μέχρι να βιοποριστεί και εξασφαλίσει τα προς το ζην, παρά τις όποιες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει.
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» αλλά και ότι δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να δεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.
Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Immigration and Refugee Board of Canada - Democratic Republic of the Congo: The Alliance of Patriots for the Refoundation of the Congo (Alliance des patriotes pour la refondation du Congo, APARECO) in Kinshasa, including its structure, objectives and activities; the membership card; treatment of party members and recruiters by the authorities (2012-May 2013) https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2014/08/04/COD104407.FE.pdf
[2] Home Office (UK) Country Policy and Information Note DRC: Opposition to the government https://www.ecoi.net/en/file/local/2100648/COD%20CPIN%20Opposition%20to%20the%20Government.pdf
[3] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).
[5] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[6] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο