F.M ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ1062/24, 6/5/2026
print
Τίτλος:
F.M ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ1062/24, 6/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: Τ1062/24

 

06 Μαΐου 2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

F.M

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ραφαήλ Χρυσάνθου (κος) Δικηγόρος για την Αιτήτρια

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η Aίτηση ημερομηνίας 09/09/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 07/10/2024 και με την οποία την πληροφορούν για την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης για διεθνή προστασία άρθρων 16Δ και 12Β τετράκις(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000), όπως αυτός τροποποιήθηκε.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα, το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά την Αιτήτρια και καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί).

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν, συνοπτικά, ως ακολούθως:

Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Σιέρρα Λεόνε και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 02/12/2019. Στις 28/06/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξή της από αρμόδιο λειτουργό του EUAA, ο οποίος ετοίμασε Έκθεση–Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 26/08/2022.

Στη συνέχεια, στις 09/09/2022, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Ακολούθως, στις 10/11/2022, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασης αναφορικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από την ίδια στις 11/11/2022.

Στις 13/01/2023 καταχωρίστηκε η Προσφυγή με αριθμό 133/23 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το οποίο εξέδωσε απορριπτική απόφαση επί της εν λόγω προσφυγής.

Ακολούθως, στις 06/09/2024, η Αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου για επανεξέταση του αιτήματός της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Στις 09/09/2024, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα της Αιτήτριας.

Την ίδια ημερομηνία, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση όπως η εν λόγω μεταγενέστερη αίτηση κριθεί απαράδεκτη. Περαιτέρω, στις 09/09/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασης αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε από την Αιτήτρια στις 07/10/2024.

Ακολούθως, εναντίον της εν λόγω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρίστηκε η παρούσα προσφυγή με αριθμό Τ1062/24 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ

Ακολούθως, δια του συνηγόρου της, η Αιτήτρια προβάλλει, στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας, πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν συνοδεύονται από σαφή και ειδική αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

Με τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της, η οποία καταχωρίστηκε στις 18/12/2024, προωθείται ο ισχυρισμός ότι, κατά την αρχική υποβολή της αίτησης ασύλου και ειδικότερα κατά τη συνέντευξη, η Αιτήτρια προέβαλε ισχυρισμούς περί βιασμού από τον πατέρα της, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, χωρίς, ωστόσο, να αναφερθεί σε ισχυρισμούς περί ακρωτηριασμού των γεννητικών της οργάνων (FGM).

Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η Αιτήτρια, κατά τη συνέντευξη, αναγκάστηκε να αναφερθεί σε ζήτημα ιδιαιτέρως ευαίσθητης φύσεως, γεγονός που την έφερε σε δυσχερή και ευάλωτη θέση. Ως εκ τούτου, δεν προέβη τότε σε αναφορά του ισχυρισμού περί FGM, επικαλούμενη αισθήματα έντονης ντροπής, καθότι επρόκειτο να εκθέσει σχετικό περιστατικό ενώπιον αγνώστου λειτουργού.

Ακολούθως, ο συνήγορος της Αιτήτριας παραπέμπει σε νομολογία αναφορικά με το ζήτημα των μεταγενέστερων αιτήσεων, και δη ως προς την έννοια των νέων στοιχείων και πορισμάτων.

Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στις 22/01/2025, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι ο λόγος εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της συνίστατο στο ότι υπήρξε θύμα βιασμού από τον πατέρα της το έτος 2018. Περαιτέρω, δήλωσε ότι το 2019 αφίχθη στην Κυπριακή Δημοκρατία μαζί με τον σύζυγό της, με τον οποίο είχε τελέσει γάμο το 2015 στη χώρα καταγωγής τους.

Ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε οποιαδήποτε άλλα προβλήματα στη χώρα καταγωγής της, πέραν της σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι υπέστη ακρωτηριασμό των γεννητικών της οργάνων. Κατόπιν επισήμανσης του Δικαστηρίου ότι ουδέποτε είχε προηγουμένως προβάλει τον εν λόγω ισχυρισμό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι παρέλειψε να τον αναφέρει λόγω έντονης ντροπής. Σε απάντηση συναφών ερωτήσεων, διευκρίνισε ότι ο ακρωτηριασμός έλαβε χώρα μετά τη γέννηση του τέκνου της και χωρίς τη συναίνεσή της.

Η Αιτήτρια δήλωσε επίσης ότι, μετά το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της, ενώ κατευθυνόταν προς τη μητέρα της για να της παραδώσει αντικείμενο, ακινητοποιήθηκε από τρίτα πρόσωπα. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο του περιστατικού, αναφέροντας ότι αυτό έλαβε χώρα κατά τα έτη 2017–2018, στην επαρχία όπου διέμενε τότε, όταν η ίδια ήταν ηλικίας 23–24 ετών.

Επανέλαβε ότι δεν είχε προβεί σε αναφορά των ανωτέρω περιστατικών, επικαλούμενη φόβο ότι τυχόν αποκάλυψη θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή της. Δήλωσε ότι παροτρύνθηκε να μιλήσει από φίλο της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι της ελέχθη πως, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα θεωρηθεί υπεύθυνη για τον θάνατο της γιαγιάς της και θα εξαναγκαστεί να αναλάβει τη θέση της. Διευκρίνισε ότι πρόκειται για θέση ευθύνης εντός της κοινότητας «Bundu».

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί) και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, συνοδευόμενο και από το σχετικό διοικητικό φάκελο (εφεξής «δ.φ.»). Το παρόν Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της επιφύλαξης στο εν λόγω εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της εκπροσώπου των συνηγόρων του Αιτητή.

Παράλληλα, το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

Το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει την έννοια του όρου «μεταγενέστερη αίτηση» ως ακολούθως: «"μεταγενέστερη αίτηση" σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ·».

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του «πρόσφυγα» και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό τον ορισμό.

Το άρθρο 11(8) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Αιτητή που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο.

Το άρθρο 14 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει διατάξεις σχετικά με τις ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας οι οποίες ανακύπτουν επιτόπου.

Το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας.

Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«Απαράδεκτες αιτήσεις

12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-

(α) [...]

(β) [...]

(γ) [...]

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή

(ε) [...]»

Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης

16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –

(i) μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

[...]»

 

Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, προκειμένου δηλαδή να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αρχικής αίτησης. Σημειώνετε ότι σύμφωνα με το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε μια μεταγενέστερη διαδικασία αίτησης ο αιτών έχει το βάρος απόδειξης να υποβάλει συγκεκριμένα νέα στοιχεία που δείχνουν ότι οι σχετικές περιστάσεις υπό το φως της αίτησής του για το καθεστώς πρόσφυγα ή την επικουρική προστασία «αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα» να πληροί τα κριτήρια διεθνούς προστασίας. 

Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται, πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση, ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς να υπάρξει εξέταση επί της ουσίας της.

Κατά δεύτερον, εάν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε μόνο προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις:

α) τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή, διεθνούς προστασίας και

β) ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. (βλ. άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου)

Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις διατάξεις του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-921/19, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2021, η διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ορίζεται ως εξής: (Η υπογράμμισή του παρόντος δικαστηρίου)

«Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται

Περαιτέρω, τόσο η τελευταία περίοδος του άρθρου 40(3), όσο και το άρθρο 40(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προβλέπουν ότι εναπόκειται στα κράτη-μέλη να θέσουν επιπλέον προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, πρόβλεψη της οποίας έκανε χρήση ο εθνικός νομοθέτης με την εισαγωγή της υποπαραγράφου ii) στο άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επομένως, στη βάση της ανάλυσης που ακολούθησε το ΔΕΕ στην ανωτέρω απόφαση, το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τη διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης σε δύο στάδια, ένα προκαταρκτικό επί του παραδεκτού των νέων στοιχείων και, εφόσον γίνει παραδεκτή, ένα επί της ουσίας της αίτησης. Το προκαταρκτικό στάδιο χωρίζεται περαιτέρω σε δύο στάδια κατά τα οποία εξετάζονται τα εξής:

- αρχικά, εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ

- όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη/αρχική αίτηση, η εξέταση του παραδεκτού συνεχίζεται προκειμένου να εξακριβωθεί εάν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εάν ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (υποπαράγραφοι i) και ii) του άρθρου 16Δ(3)(β)).

Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι από τη διατύπωση του άρθρου 16Δ(3)(α) «Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη», προκύπτει ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης, δεν διεξάγεται συνέντευξη. Η προσθήκη αυτή στο συγκεκριμένο άρθρο έγινε με τον νόμο 142(I)/2020 της 13/10/2020 που τροποποίησε τον περί Προσφύγων Νόμο, χωρίς ωστόσο να γίνει αντίστοιχη τροποποίηση στο άρθρο 12Βτετράκις(3) με την προσθήκη επιφύλαξης ως προς την δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης πριν την απόφαση επί του παραδεκτού σε μεταγενέστερες αιτήσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις αν υπάρχει κάποια ασυμφωνία ή σύγκρουση μεταξύ των προνοιών μιας νομοθεσίας και αυτών μιας άλλης τότε υπερισχύουν οι πρόνοιες της μεταγενέστερης από τις δύο νομοθεσίες, γνωστή ως η αρχή lex posterior derogat legi priori (βλ. και Bennion on Statutory interpretation, 5th Edition, p.304-305 Section 87 Implied repeal).

O κανόνας συνίσταται στο ότι, μεταγενέστερος νόμος θεωρείται ότι καταργεί σιωπηρά προηγούμενο, εφ' όσον αυτός διαπιστώνεται ότι είναι αντιφατικός ή ασυμβίβαστος με νεότερο, οπότε είναι αδύνατο να συνυπάρχουν (βλ. MAMTA RANI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18/3/2025 Yπουργός Eσωτερικών της Kυπριακής Δημοκρατίας ν. The Jehovah's Witnesses Congregation (Cyprus) Ltd και άλλος (1995) 3 ΑΑΔ 78, Kυπριακή Δημοκρατία, μέσω Yπουργείου Eσωτερικών και Άλλη ν. Xρίστου Πασιαρδή (1996) 3 ΑΑΔ 34). Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς την ρύθμιση του ζητήματος καθώς προβλέπει τη δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης κατά το προκαταρκτικό στάδιο, ως η πρόβλεψη του άρθρου 16Δ(3)(α). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 42 «Διαδικαστικοί κανόνες»,

«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες των οποίων η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 να απολαμβάνουν των εγγυήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία κανόνες για την προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40. Οι κανόνες αυτοί μπορούν μεταξύ άλλων: α) να υποχρεώνουν τον συγκεκριμένο αιτούντα να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία·

β) να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς προσωπική συνέντευξη, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6.

Οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση των αιτούντων σε νέα διαδικασία ούτε να οδηγούν πρακτικώς στη ματαίωση ή στο σοβαρό περιορισμό της πρόσβασης αυτής.»

Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως μεταγενέστερο διάβημα στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, η οποία έχει ήδη κριθεί από το αρμόδιο όργανο. Στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου, το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 16Δ(3)(α), δεν απαιτείται κλήση του αιτητή σε συνέντευξη, εφόσον η αίτηση δεν περνά το φίλτρο παραδεκτού. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης, υποχρεούται να συνεκτιμήσει το σύνολο των προγενέστερων στοιχείων, συγκρίνοντας την αρχική με τη μεταγενέστερη αίτηση, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον τίθενται για πρώτη φορά νέα στοιχεία ή ισχυρισμοί που να απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.

Η δυνατότητα παράλειψης της συνέντευξης στο εν λόγω στάδιο εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 42 παρ. 2(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το οποίο επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η προκαταρκτική εξέταση μεταγενέστερης αίτησης μπορεί να διενεργείται χωρίς προσωπική συνέντευξη, εφόσον τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 12 παρ. 1 και διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης σε νέα διαδικασία.

Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφαση C‑18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, όπου κρίθηκε ότι το  άρθρο 14 της Οδηγίας δεν επιβάλλει υποχρέωση χορήγησης συνέντευξης όταν η αρμόδια αρχή περιορίζεται σε προκαταρκτική εξέταση παραδεκτού σύμφωνα με το άρθρο 40 της Οδηγίας, προσθέτοντας ότι η δυνατότητα παράλειψης συνέντευξης συνάδει με το άρθρο 42 παρ. 2(β), εφόσον τηρούνται οι δικονομικές εγγυήσεις» (βλ. σκ. 66–67 σε συνδυασμό με τις σκέψεις 40–42 και και 46–49,).

Κατά συνέπεια, η επιλογή του Προϊσταμένου να μην καλέσει σε συνέντευξη τον Αιτητή, εφόσον από τα προσκομισθέντα δεν διαφαίνεται η ύπαρξη νέων και ουσιωδών στοιχείων, όχι μόνο δεν αντίκειται στον Νόμο, αλλά ανταποκρίνεται απολύτως στο επιτρεπτό ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου παραδεκτού.

Από την ανωτέρω ανάλυση καθίσταται σαφές ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν αποτελεί ένδικο μέσο κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αλλά συνιστά αίτημα για ένα νέο διαδικαστικό διάβημα, η τύχη του οποίου εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ του Νόμου. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τον ελεγκτικό του ρόλο, εξετάζει αποκλειστικά τη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης επί του παραδεκτού, όπως αυτή προσδιορίζεται στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

Η εν λόγω εξέταση δεν συνεπάγεται την επαναξιολόγηση της αρχικής αίτησης ή τη συνολική αναψηλάφηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έχουν ήδη κριθεί αμετακλήτως. Η μεταγενέστερη αίτηση αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική πράξη, η αποδοχή ή η απόρριψη της οποίας προϋποθέτει την επίκληση και την τεκμηρίωση νέων και ουσιωδών στοιχείων, τα οποία δεν είχαν προβληθεί ή δεν μπορούσαν να προβληθούν κατά την αρχική διαδικασία.

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Εφετείου,[1],  στις περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων που προσβάλλονται ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., παγίως γίνεται δεκτό ότι το παρόν Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας των προϋποθέσεων παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης που κρίθηκε απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια τόσο με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-216/22, A. A. κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 08/02/2024, και C-563/22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερ. 13/06/2024.

Συνεπώς, παρά τον ευρύ χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου που ασκείται επί αποφάσεων απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιοδοσία να προχωρήσει πέραν της κρίσης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ούτε δύναται να αποφανθεί το ίδιο επί της ουσίας του αιτήματος για διεθνή προστασία.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Αρχικώς, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους της Αιτήτριας, τόσο στο εισαγωγικό δικόγραφο όσο και στη γραπτή αγόρευσή της, πάσχουν από ουσιώδη αοριστία. Συγκεκριμένα, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης δεν αναπτύσσονται, δεν εξειδικεύονται και δεν τεκμηριώνονται, ούτε επιχειρείται η αναγκαία υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στα προβαλλόμενα νομικά ζητήματα.

Η εν λόγω παράλειψη συνιστά ευθεία παράβαση του Κανονισμού 7 των περί της Διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962, ο οποίος εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, δυνάμει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019.

Κατά τον εν λόγω Κανονισμό:
«Έκαστος διάδικος δέον, διά των εγγράφων προτάσεών του, να εκθέτει τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως.»

Η πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι σαφής ότι η απλή επίκληση παραβίασης συνταγματικών διατάξεων, νομοθετικών προνοιών ή γενικών αρχών διοικητικού δικαίου, χωρίς συγκεκριμενοποίηση και τεκμηρίωση, δεν επαρκεί για την ενεργοποίηση του δικαστικού ελέγχου (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598). Οι λόγοι ακύρωσης οφείλουν να είναι συγκεκριμένοι και να προσδιορίζουν με σαφήνεια τη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη ή αρχή (Latomia Estates Ltd ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672).

Περαιτέρω, έχει νομολογηθεί ότι τα επίδικα ζητήματα καθορίζονται αποκλειστικώς από τη δικογραφία και όχι από το περιεχόμενο της γραπτής ή προφορικής αγόρευσης, η οποία δεν συνιστά δικόγραφο ούτε αποδεικτικό μέσο (Βασιλείου ν. Δήμου Παραλιμνίου (1995) 4 Α.Α.Δ. 1275). Η απλή παράθεση νομοθετικών διατάξεων, χωρίς σύνδεση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, δεν αρκεί, ενώ τυχόν αοριστία ή ασάφεια οδηγεί στην απόρριψη της προσφυγής (Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598).

Εξάλλου, από τη μελέτη της γραπτής αγόρευσης της Αιτήτριας προκύπτει ότι αυτή δομείται με γενικές ενότητες («Γεγονότα», «Νομικό Πλαίσιο»), χωρίς σαφή αντιστοίχιση με συγκεκριμένους λόγους ακύρωσης και χωρίς διακριτή ανάπτυξη νομικών ισχυρισμών. Η εν λόγω πρακτική έχει χαρακτηριστεί από τη νομολογία του Εφετείου ως δικονομικά αδόκιμη, καθότι δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να διαγνώσει με σαφήνεια τα επίδικα ζητήματα, ούτε να προβεί σε έλεγχο των προβαλλόμενων ισχυρισμών (βλ. C.J.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Έφεση αρ. 49/2024).

Το Δικαστήριο δεν δύναται να υποκαταστήσει τον διάδικο στη διατύπωση ή εξειδίκευση των ισχυρισμών του, ούτε να εικάζει το περιεχόμενο των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης.

Υπό τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας και γενικότητας με την οποία εγείρονται (βλ. Md Moin Uddin ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 27.04.2007· Latomia Estates Ltd κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 391· U.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. 1191/2020· A.M.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. 194/2020).

Προχωρώντας, εξετάζεται ο ισχυρισμός που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας αναφορικά με την έλλειψη δέουσας και πλήρους έρευνας κατά τη διοικητική επεξεργασία της μεταγενέστερης αίτησης. Ο ισχυρισμός αυτός, έστω και αν προβάλλεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, συνδέεται με την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης και, ως εκ τούτου, δύναται να εξεταστεί υπό το πρίσμα του ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί της πληρότητας και επάρκειας της κρίσης περί παραδεκτού, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 11(3) του Νόμου 73(Ι)/2018.

Υπό το φως του περιεχομένου του ως άνω ισχυρισμού, υπενθυμίζεται ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, όταν καλείται να επιληφθεί απόφασης με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, περιορίζεται αυστηρά στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της διοικητικής κρίσης περί παραδεκτού. Η αρμοδιότητα αυτή δεν εκτείνεται σε επανεξέταση της ουσίας του αιτήματος για παροχή διεθνούς προστασίας, εκτός και εάν προκύπτει ότι έχουν πληρωθεί οι σωρευτικές προϋποθέσεις που τίθενται στα άρθρα 16Δ και 12Β τετράκις του Νόμου.

Η εν λόγω προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία του Εφετείου, το οποίο στην υπόθεση Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας (αρ. έφεσης 657/2022) έκρινε ρητά ότι:

«Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. [...] Η απόφαση δεν ήταν αντικείμενο της εδώ υπό εξέταση πρωτόδικης προσφυγής και, ως εκ τούτου, δεν ήταν και επίδικο ζήτημα προς κρίση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε και οποιαδήποτε δικαιοδοσία να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, πόσο μάλλον να το κρίνει».

Η πιο πάνω θέση του Εφετείου εδραιώνει την αρχή ότι η καταχώριση μεταγενέστερης αίτησης δεν οδηγεί αυτομάτως σε επανεξέταση της ουσίας του αιτήματος, παρά μόνο εφόσον πληρούνται οι αυστηρά προσδιορισμένες προϋποθέσεις του παραδεκτού, όπως ορίζονται στον νόμο.

Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η έκταση, ο τρόπος και η μέθοδος της διοικητικής έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, νοουμένου ότι η έρευνα εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης και επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών και πλήρως τεκμηριωμένων συμπερασμάτων (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών, Α.Ε. 1518/1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371/1999).

Το κριτήριο επάρκειας της έρευνας δεν συνίσταται σε απόλυτη ή μηχανιστική εξάντληση κάθε δυνατής πληροφορίας, αλλά στην αξιολόγηση κατά πόσον η Διοίκηση συλλέγει, αναλύει και συνεκτιμά τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα, αναλόγως της φύσης και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης (βλ. Jamal Karou v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010· Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, αρ. 606/1991, ημερ. 22.9.1992).

Κατά συνέπεια, και υπό το πρίσμα της ανωτέρω νομολογίας περί ορίων της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και των αρχών που διέπουν την έννοια της δέουσας έρευνας, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί περαιτέρω ο ισχυρισμός της συνηγόρου της Αιτήτριας, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν, εντός του πλαισίου της προκαταρκτικής εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 16Δ(3) του Νόμου, το αρμόδιο διοικητικό όργανο προέβη σε επαρκή και κατά νόμον επιβαλλόμενη εξέταση των στοιχείων της μεταγενέστερης αίτησης.

Κατά το στάδιο της διοικητικής εξέτασης της αρχικής αίτησης για παροχή διεθνούς προστασίας, προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ότι η Αιτήτρια κατέγραψε ως κύριο λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον πατέρα της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της μαζί με τον σύζυγό της (βλ. ερυθ. 3-1 δ.φ.).

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η Αιτήτρια δήλωσε ως τόπο καταγωγής της την πόλη Freetown της Σιέρρα Λεόνε. Ανέφερε ότι σε ηλικία οκτώ ετών μετοίκησε στην πόλη Lunge και ότι το 2007 επέστρεψε στη Freetown. Στη συνέχεια, το 2011 μετοίκησε στην περιοχή Fadugu για χρονικό διάστημα δύο μηνών και κατόπιν επέστρεψε εκ νέου στη Freetown, ενώ κατά την περίοδο 2018–2019 διέμενε στην περιοχή Fadugu.

Ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, δήλωσε ότι είναι έγγαμη και παντρεμένη με τον Αιτητή 1 κατά τον κρίσιμο χρόνο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι έχει ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο διαμένει στη Σιέρρα Λεόνε υπό τη φροντίδα της αδελφής της. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, δήλωσε ότι η μητέρα της διαμένει στην περιοχή Lunge, ενώ αγνοεί την παρούσα διαμονή του πατέρα της. Επιπλέον, ανέφερε ότι έχει μία αδελφή. Ως προς το μορφωτικό της επίπεδο, δήλωσε ότι φοίτησε για οκτώ έτη στο σχολείο, ενώ επαγγελματικά ασχολήθηκε με την πώληση ενδυμάτων και τροφίμων.

Σε σχέση με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, κατά τη διαμονή της στην πατρική οικία, υπέστη σεξουαλική επίθεση από τον πατέρα της. Μετά το περιστατικό, περιήλθε σε κατάσταση έντονου σοκ, ενώ ο θείος της επιχείρησε αρχικά να αποσιωπήσει το γεγονός. Περαιτέρω, μέλη της κοινότητας πρότειναν την επίλυση του ζητήματος μέσω του αρχηγού της κοινότητας. Τελικώς, η υπόθεση καταγγέλθηκε στην αστυνομία, χωρίς όμως να υπάρξει ουσιαστική διερεύνηση, καθώς οι αρχές επικαλέστηκαν έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων και πρακτικές δυσκολίες εντοπισμού και σύλληψης του δράστη.

Ακολούθως, η Αιτήτρια δήλωσε ότι υπέστη έντονο κοινωνικό στιγματισμό, χλευασμό και περιθωριοποίηση από το περιβάλλον της, γεγονός που επιδείνωσε την ψυχολογική της κατάσταση. Υπό τις συνθήκες αυτές, και κατόπιν πρωτοβουλίας του συζύγου της, αποφασίστηκε η αναχώρησή τους από τη Σιέρρα Λεόνε. Λόγω οικονομικών περιορισμών, το ανήλικο τέκνο τους παρέμεινε στη χώρα καταγωγής, υπό τη φροντίδα συγγενικού προσώπου.

Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προσδιόρισε τρεις (3) ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) τον ισχυρισμό αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την περιοχή διαμονής της Αιτήτριας, (β) τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα βιασμού από τον πατέρα της τον Φεβρουάριο του 2018, και (γ) τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια υπέστη χλευασμό και κοινωνικό στιγματισμό συνεπεία της σεξουαλικής κακοποίησης.

Κατά την αξιολόγηση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τον πρώτο και τον δεύτερο, κρίνοντας ότι αυτοί τεκμηριώνονται επαρκώς τόσο ως προς την εσωτερική όσο και, στον βαθμό που ήταν εφικτό, ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία. Αντιθέτως, ο τρίτος ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι η Αιτήτρια και ο σύζυγός της δεν ήταν σε θέση να παράσχουν επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τη φύση και τον τρόπο εκδήλωσης του φερόμενου χλευασμού.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών και λαμβάνοντας υπόψη την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας, ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί πως, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας και του συζύγου της στη χώρα καταγωγής τους, ήτοι τη Σιέρρα Λεόνε, θα εκτεθούν σε μεταχείριση που να συνιστά δίωξη ή σοβαρή βλάβη.

Προχωρώντας στη νομική αξιολόγηση, κατέληξε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας και του συζύγου της σε κάποιον από τους πέντε λόγους δίωξης που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται καθεστώς πρόσφυγα. Επιπροσθέτως, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής τους στη Σιέρρα Λεόνε, δεν υφίσταται κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά το άρθρο 19(2)(α) του Νόμου, ούτε κίνδυνος υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δυνάμει του άρθρου 19(2)(β).

Ως προς το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν σχετικής έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα στην πόλη Freetown, ότι η Αιτήτρια και ο σύζυγός της δεν διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας, δεδομένου ότι η κατάσταση εκεί δεν χαρακτηρίζεται από συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

Ακολούθως, η Αιτήτρια καταχώρισε προσφυγή με αριθμό 133/23 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, στο πλαίσιο της οποίας προέβαλε ότι υπέστη παρενόχληση από τον πατέρα της και ότι δεν δύναται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της για τον λόγο αυτό, καθότι δεν θα είναι ασφαλής. Η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 21/12/2023 (βλ. ερυθ. 72 δ.φ.).

Στη συνέχεια, ήτοι στις 16/10/2025, η Αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, προβάλλοντας ότι μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία διότι είναι θύμα βιασμού και ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM). Περαιτέρω, ανέφερε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, φοβάται ότι θα υποστεί εκ νέου ανάλογη μεταχείριση (βλ. ερυθ. 86–84 δ.φ.).

Παράλληλα, προσκόμισε το από 22/08/2024 ιατρικό έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Μαιευτήρα–Γυναικολόγο Μ. Ελευθερίου, στο οποίο βεβαιώνεται ότι εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία και έχει υποστεί FGM τύπου Ι (βλ. ερυθ. 82 δ.φ.).

Οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε προκαταρκτική εξέταση του μεταγενέστερου αιτήματος, σύμφωνα με το άρθρο 16Δ(3)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, και κατέληξαν ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 16Δ(3)(δ) και 12Βτετράκις(2)(δ) του Νόμου.

Ειδικότερα, έλαβαν υπόψη το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησης και τα προσκομισθέντα έγγραφα και έκριναν ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν συνιστούν νέα στοιχεία αλλά επανάληψη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών.

Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω βιασμού και ότι φοβάται επιστροφή, ισχυρισμοί οι οποίοι είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί τόσο στο πλαίσιο της αρχικής αίτησης όσο και κατά τη συνέντευξη και την προηγούμενη προσφυγή της, και απορρίφθηκαν κατ’ ουσίαν.

Ως προς τον ισχυρισμό περί ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM), κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν προέβαλε οποιαδήποτε επαρκή αιτιολόγηση για τη μη αναφορά του εν λόγω ισχυρισμού κατά την προηγούμενη διαδικασία, περιλαμβανομένης της συνέντευξης και της δικαστικής προσφυγής. Ως εκ τούτου, διαπιστώθηκε ότι η μη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού οφείλεται σε υπαιτιότητά της.

Περαιτέρω, λήφθηκε υπόψη ότι, μολονότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί προηγουμένως, το προσκομισθέν ιατρικό έγγραφο έχει υποστηρικτικό χαρακτήρα και δεν επαρκεί αφ’ εαυτού να θεμελιώσει νέες ουσιώδεις περιστάσεις ικανές να αυξήσουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.

Καταληκτικά, κρίθηκε ότι από τα υποβληθέντα στοιχεία δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη Σιέρρα Λεόνε, αυτή θα διατρέχει πραγματικό κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Κατά συνέπεια, η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ(3)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ακολούθως, η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

Εξετάζοντας τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης υπό το φως του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επικεντρωθεί στη φύση και το περιεχόμενο του προβαλλόμενου, διά της μεταγενέστερης αίτησης, ισχυρισμού περί ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων (FGM), καθώς και στην αξιολόγηση αυτού από τη Διοίκηση.

Καταρχάς, ως προς το ζήτημα κατά πόσον ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM) συνιστά «νέο στοιχείο» κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός ουδέποτε προβλήθηκε κατά την αρχική διοικητική διαδικασία, τη συνέντευξη ή την προηγούμενη δικαστική προσφυγή.

Ο ισχυρισμός αυτός αφορά αυτοτελές πραγματικό γεγονός, διακριτό από τον ήδη εξετασθέντα ισχυρισμό περί σεξουαλικής κακοποίησης, και εισάγει νέα ουσιώδη διάσταση ως προς την προσωπική κατάσταση, την ευαλωτότητα και το προφίλ κινδύνου της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεωρηθεί ως απλή επανάληψη ήδη εξετασθέντων ισχυρισμών, αλλά συνιστά νέο στοιχείο κατά την έννοια του Νόμου.

Περαιτέρω, το προσκομισθέν ιατρικό έγγραφο, το οποίο βεβαιώνει την ύπαρξη FGM, συνιστά επίσης νέο στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 40 παρ. 2 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (υποθέσεις C-921/19 και C-18/20, σκ. 44), ως «νέα στοιχεία ή πορίσματα» νοούνται όχι μόνο εκείνα που προέκυψαν μετά την έκδοση της τελικής απόφασης, αλλά και στοιχεία τα οποία προϋπήρχαν, πλην όμως δεν είχαν υποβληθεί ούτε είχαν εξεταστεί από την αρμόδια αρχή.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση εσφαλμένα κατέληξαν ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν περιλαμβάνει νέα στοιχεία, συγχέοντας τον ισχυρισμό περί FGM με ήδη εξετασθέντες ισχυρισμούς περί σεξουαλικής κακοποίησης.

Κατά συνέπεια, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του προκαταρκτικού σταδίου ελέγχου παραδεκτού, ήτοι η ύπαρξη νέων στοιχείων ή πορισμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 40 παρ. 2 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, και η αίτηση όφειλε να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο εξέτασης.

Κατά το δεύτερο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, εξετάζεται, μεταξύ άλλων, κατά πόσον ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα προβαλλόμενα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου. Η ουσιαστική εξέταση της αίτησης ενεργοποιείται μόνον εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις παραδεκτού.

Ως προς την εν λόγω προϋπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αιτιολογία της Διοίκησης περί ύπαρξης υπαιτιότητας εκ μέρους της Αιτήτριας δεν είναι επαρκής.

Ειδικότερα, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια απέδωσε τη μη έγκαιρη προβολή του ισχυρισμού περί ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM) σε αισθήματα έντονης ντροπής και ευαλωτότητας, τα οποία συνδέονται με τη φύση του εν λόγω ισχυρισμού. Το Δικαστήριο δεν δύναται να παραγνωρίσει ότι ισχυρισμοί που άπτονται σεξουαλικής βίας ή πρακτικών όπως ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητοι και συχνά δεν αποκαλύπτονται σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, ιδίως όταν η συνέντευξη λαμβάνει χώρα ενώπιον αγνώστου λειτουργού και χωρίς την ανάπτυξη σχέσης εμπιστοσύνης.

Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται και από τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της EUAA (πρώην EASO) [2], σύμφωνα με τις οποίες η καθυστερημένη αποκάλυψη ισχυρισμών που άπτονται πρακτικών όπως ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων (FGM) δύναται να είναι δικαιολογημένη, λαμβανομένων υπόψη παραγόντων όπως το τραύμα, το αίσθημα ντροπής, η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις αρχές και η άγνοια του αιτούντος ως προς τη νομική σημασία των εν λόγω περιστατικών.

Η κατεύθυνση αυτή συνάδει και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία η διστακτικότητα ενός αιτούντος να αποκαλύψει εξ αρχής ιδιαιτέρως ευαίσθητες πτυχές της προσωπικής του ζωής δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να οδηγήσει σε απόρριψη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του. Συναφώς, το ΔΕΕ έχει δεχθεί ότι υφίστανται αντικειμενικοί και υποκειμενικοί λόγοι που δύνανται να δικαιολογήσουν την καθυστερημένη προβολή ισχυρισμών, ιδίως όταν αυτοί αφορούν ζητήματα ιδιαίτερα ευαίσθητης φύσεως, όπως η σεξουαλική βία ή ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων. (βλ. υπόθεση C-148/13, σκ. 69-71).

Περαιτέρω, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επισημάνει ότι η προϋπόθεση της μη υπαιτιότητας, κατά το άρθρο 40 παρ. 4 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, δεν έχει απόλυτο χαρακτήρα, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να διασφαλίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα του δικαιώματος διεθνούς προστασίας (βλ. απόφαση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, σκέψεις 31–44, καθώς και C-216/22, σκ. 39). Οι λόγοι απαραδέκτου συνιστούν εξαιρέσεις από την υποχρέωση εξέτασης της αίτησης επί της ουσίας και, ως εκ τούτου, χρήζουν στενής ερμηνείας.(βλ. σκέψεις 34 και 35 της απόφασης C-216/22)

Υπό τις περιστάσεις αυτές, η απόδοση υπαιτιότητας στην Αιτήτρια για τη μη έγκαιρη προβολή του ισχυρισμού περί FGM δεν προκύπτει επαρκώς αιτιολογημένη, ούτε ερείδεται σε πλήρη και ορθή εκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων συνιστά σοβαρή μορφή βίας λόγω φύλου, η οποία δύναται να θεμελιώσει λόγους δίωξης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ οι γυναίκες που έχουν υποστεί ή διατρέχουν κίνδυνο να υποστούν FGM αναγνωρίζονται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.[3]

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστερημένη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού δεν δύναται, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να αποδοθεί σε υπαιτιότητα της Αιτήτριας, αλλά συνδέεται άρρηκτα με τη φύση και την ευαισθησία του ίδιου του ισχυρισμού.

Τέλος, ως προς την προϋπόθεση κατά πόσον τα προβαλλόμενα στοιχεία αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση δεν προέβη στην απαιτούμενη ουσιαστική αξιολόγηση.

Ειδικότερα, ο ισχυρισμός περί ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM), σε συνδυασμό με την προσκομισθείσα ιατρική βεβαίωση, συνιστά στοιχείο το οποίο, εκ της φύσεώς του, δύναται να επηρεάσει καθοριστικά τόσο την εκτίμηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής όσο και την αξιολόγηση της ιδιότητας της Αιτήτριας ως προσώπου που χρήζει διεθνούς προστασίας. Η απόρριψη του στοιχείου αυτού ως μη ικανού να αυξήσει τις πιθανότητες χορήγησης προστασίας, χωρίς ουσιαστική εξέταση της βαρύτητας και των συνεπειών του, καθιστά την κρίση της Διοίκησης πλημμελώς αιτιολογημένη.

Η μετάβαση από έναν γενικώς διατυπωμένο φόβο σε τεκμηριωμένη διαπίστωση ότι η Αιτήτρια έχει ήδη υποστεί σοβαρή σωματική βλάβη, όπως ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων (FGM), μεταβάλλει ουσιωδώς το προφίλ της υπόθεσης. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια έχει ήδη υποστεί τέτοια μορφή βίας αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, «σοβαρή ένδειξη» βάσιμου φόβου για το μέλλον ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής, λαμβανομένων υπόψη και των συνεπειών για τη σωματική και ψυχική της ακεραιότητα, εκτός εάν συντρέχουν σοβαροί λόγοι που να δικαιολογούν το αντίθετο.

Εν προκειμένω, η φύση του FGM ως διαρκούς και μη αναστρέψιμης σωματικής βλάβης, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο επιδείνωσης της ψυχικής κατάστασης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής, ενισχύει περαιτέρω τη διαπίστωση αυτή. (βλ. και απόφαση C-353/16, MP).

Συναφώς, το προσκομισθέν ιατρικό έγγραφο, το οποίο βεβαιώνει την ύπαρξη FGM τύπου Ι, συνιστά ουσιώδες νέο αποδεικτικό στοιχείο, το οποίο δεν δύναται να παραγνωριστεί στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Η ύπαρξη τέτοιου στοιχείου, ακόμη και αν δεν συνοδεύεται από πλήρη ανάπτυξη της σχετικής αφήγησης στο παρόν στάδιο, αρκεί για να ενεργοποιήσει την υποχρέωση της Διοίκησης για περαιτέρω εξέταση της αίτησης επί της ουσίας.

Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία το κριτήριο της «σημαντικής αύξησης των πιθανοτήτων» δεν προϋποθέτει πλήρη απόδειξη των ισχυρισμών στο στάδιο του παραδεκτού, αλλά αρκεί η διαπίστωση ότι τα νέα στοιχεία είναι ικανά να επηρεάσουν ουσιωδώς την έκβαση της αίτησης (βλ. C-921/19, σκέψεις 52, 53 και 63).

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι πληρούται και η εν λόγω προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(i) του περί Προσφύγων Νόμου και ότι η μεταγενέστερη αίτηση όφειλε να κριθεί παραδεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω επί της ουσίας. Τονίζεται ότι στο στάδιο του παραδεκτού, η αρχή δεν πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αξιολόγηση της αξιοπιστίας. Εφόσον το έγγραφο είναι νέο και, αν αληθεύει, αυξάνει τις πιθανότητες προστασίας, η αίτηση πρέπει να κριθεί παραδεκτή.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ιδίως υποθέσεις C-921/19, C-18/20, C-216/22 και C-563/22), η εξέταση μεταγενέστερης αίτησης στο προκαταρκτικό στάδιο διαρθρώνεται σε δύο διακριτά επίπεδα.

Πρώτον, η αρμόδια αρχή οφείλει να διαπιστώσει κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης. Μόνον εφόσον πληρούται η εν λόγω προϋπόθεση, ενεργοποιείται το δεύτερο επίπεδο ελέγχου.

Δεύτερον, η αρχή εξετάζει κατά πόσον τα εν λόγω νέα στοιχεία είναι ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Ως προς τον βαθμό κρίσης που απαιτείται στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι η προκαταρκτική εξέταση δεν ταυτίζεται με πλήρη αξιολόγηση της ουσίας της αίτησης. Ειδικότερα, η αρμόδια αρχή δεν καλείται να προβεί σε εξαντλητική εκτίμηση της αξιοπιστίας ή της αποδεικτικής αξίας των νέων στοιχείων, καθότι κάτι τέτοιο θα αναιρούσε τη διάκριση μεταξύ του σταδίου παραδεκτού και της ουσιαστικής εξέτασης.

Αντιθέτως, αρκεί η διαπίστωση ότι τα νέα στοιχεία, εκ της φύσεώς τους και ενόψει του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, είναι ικανά να μεταβάλουν ουσιωδώς την εκτίμηση των πιθανοτήτων επιτυχίας της αίτησης. Το κριτήριο είναι, συνεπώς, πιθανολογικό και όχι αποδεικτικό, χωρίς να απαιτείται πλήρης και αδιαμφισβήτητη τεκμηρίωση των ισχυρισμών ήδη στο παρόν στάδιο.

Περαιτέρω, τα νέα στοιχεία εξετάζονται ως προς την αυτοτελή τους συμβολή στην αύξηση των πιθανοτήτων, χωρίς ωστόσο να απομονώνονται πλήρως από το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υπόθεσης, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την προηγούμενη διαδικασία.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Διοίκηση, κατά την εφαρμογή των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ, δεν προέβη σε ισόρροπη και ορθή αξιολόγηση των επιμέρους σταδίων του ελέγχου παραδεκτού.

Ειδικότερα, προκύπτει ότι η Διοίκηση προσέδωσε καθοριστική βαρύτητα στο ζήτημα της υπαιτιότητας της Αιτήτριας για τη μη έγκαιρη προβολή του ισχυρισμού περί ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM), χωρίς να προβεί σε επαρκή και ουσιαστική αξιολόγηση του κατά πόσον τα προβαλλόμενα στοιχεία είναι ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.

Ωστόσο, σύμφωνα με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξέταση των προϋποθέσεων του παραδεκτού απαιτεί διακριτή και αυτοτελή αξιολόγηση κάθε κριτηρίου. Η υπέρμετρη έμφαση σε ένα εξ αυτών, και δη στην υπαιτιότητα, χωρίς ουσιαστική εξέταση της βαρύτητας και της επίδρασης των νέων στοιχείων, οδηγεί σε πλημμελή εφαρμογή του σχετικού τεστ.

Εν προκειμένω, η Διοίκηση δεν αξιολόγησε κατά τρόπο επαρκή τη φύση και τη σημασία του ισχυρισμού περί FGM, ούτε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας ιατρικής βεβαίωσης, ως στοιχείων που, εκ της φύσεώς τους, δύνανται να μεταβάλουν ουσιωδώς την εκτίμηση κινδύνου και να επηρεάσουν καθοριστικά την κρίση περί χορήγησης διεθνούς προστασίας.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση δεν προέβη στην απαιτούμενη στάθμιση των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ, καθότι, αφενός, εσφαλμένα απέδωσε υπαιτιότητα στην Αιτήτρια και, αφετέρου, παρέλειψε να εξετάσει επαρκώς το κατά πόσον τα προβαλλόμενα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Ως προς την κρίση της Διοίκησης ότι η προσκομισθείσα ιατρική βεβαίωση περί ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM) τύπου Ι δεν αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω προσέγγιση παραγνωρίζει τη νομική φύση και βαρύτητα της πράξης αυτής.

Ειδικότερα, ο ακρωτηριασμός γεννητικών οργάνων συνιστά σοβαρή μορφή βίας λόγω φύλου, η οποία, κατά το εφαρμοστέο δίκαιο διεθνούς προστασίας, δύναται να ισοδυναμεί με δίωξη. Η διαπίστωση ότι η Αιτήτρια έχει ήδη υποστεί τέτοια πράξη συνιστά ένδειξη προηγούμενης δίωξης, η οποία, κατά το άρθρο 4(4) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αποτελεί σοβαρή ένδειξη ύπαρξης βάσιμου φόβου μελλοντικής δίωξης, εκτός εάν προκύπτουν επαρκείς λόγοι για το αντίθετο.

Υπό το πρίσμα αυτό, η προσκόμιση ιατρικής βεβαίωσης που επιβεβαιώνει την ύπαρξη FGM δεν συνιστά απλή ενίσχυση ενός γενικώς διατυπωμένου φόβου, αλλά μεταβάλλει ουσιωδώς το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης, καθιστώντας τον προβαλλόμενο φόβο συγκεκριμένο και τεκμηριωμένο.

Κατά συνέπεια, το εν λόγω στοιχείο είναι, εκ της φύσεώς του, ικανό να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, και η αντίθετη κρίση της Διοίκησης δεν ερείδεται σε ορθή νομική αξιολόγηση.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, για σκοπούς πληρότητας της κρίσης του επί του παραδεκτού, να ανατρέξει σε επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.

Η προσέγγιση αυτή ερείδεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία η "πλήρης και ex nunc" εξέταση προϋποθέτει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων για μια επικαιροποιημένη εκτίμηση της περίπτωσης (C-563/22, σκ. 76), ενώ η υποχρέωση λήψης ακριβών και ενημερωμένων στοιχείων για τη χώρα καταγωγής από πηγές όπως ο EUAA και ο HCR (C-563/22, σκ. 77) ισχύει και κατά το στάδιο του παραδεκτού, καθώς τα νέα στοιχεία δεν επιτρέπεται να εκτιμώνται ανεξάρτητα από το αντικειμενικό τους πλαίσιο (C-563/22, σκ. 55). Τούτο επιβάλλει έναν δικαστικό έλεγχο που καλύπτει το σύνολο των ζητημάτων που επιτρέπουν μια εξαντλητική και επικαιροποιημένη κρίση (C-216/22, σκ. 58 και 62).Επιπλέον, η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων σε μια μεταγενέστερη αίτηση δεν πρέπει να διαφέρει μεθοδολογικά από εκείνη μιας αρχικής αίτησης (βλ. υπόθεση LH, C-921/19)

Εντούτοις, η εν λόγω υποχρέωση δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη εξέταση της ουσίας των αναγκών διεθνούς προστασίας. Όπως έχει διευκρινιστεί από τη νομολογία του ΔΕΕ, η πλήρης και ex nunc εξέταση δύναται, αναλόγως του εθνικού δικονομικού πλαισίου, να περιορίζεται στον έλεγχο συγκεκριμένου ζητήματος, όπως το παραδεκτό της αίτησης (βλ. και C-585/16, Alheto). Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η εθνική νομολογία (βλ. Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση αρ. 66/2022).

Συνεπώς, η αναφορά σε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής στην παρούσα υπόθεση αποσκοπεί αποκλειστικά στην εκτίμηση κατά πόσον οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, και ιδίως ο ισχυρισμός περί ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM), είναι ικανοί να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, χωρίς να προδικάζεται η ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης.

Προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσης, παρατίθενται κατωτέρω πληροφορίες από έγκυρες διεθνείς πηγές αναφορικά με την πρακτική του FGM:

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας  έχει ταξινομήσει 4 τύπους ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων:

Τύπος 1 «περιτομή Σούνα»: μερική ή ολική αφαίρεση της κλειτορίδας.
Αυτό που γίνεται συνήθως είναι το κόψιμο της άκρης ή και όλης της κλειτορίδας με ξυράφι.

Τύπος 2: μερική ή ολική αφαίρεση της κλειτορίδας των εσωτερικών (μικρών) χειλέων του αιδοίου, με ή χωρίς παράλληλη εκτομή των μεγάλων αιδοιικών χειλέων.

Τύπος 3 «αγκτηριασμός», «φαραωνική περιτομή» ή « σουδανική περιτομή» : στένωση του στομίου του κόλπου με τομή και επανατοποθέτηση των εσωτερικών(μικρών) ή/και των εξωτερικών (μεγάλων) χειλέων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός επικαλυπτικού ιστού που σφραγίζει τη περιοχή. Έτσι, το μόνο που απομένει, είναι μια μικρή οπή, από την οποία διαφεύγουν τα ούρα και το αίμα κατά την έμμηνο ρύση. Την πρώτη νύχτα του γάμου, ο άνδρας χρειάζεται συχνά να ανοίξει με μαχαίρι την είσοδο του γυναικείου κόλπου, ώστε να είναι εφικτή η διείσδυση.

Τύπος 4: διάφοροι τρόποι διάτρησης, καυτηριασμού ή τραυματισμού της κλειτορίδας, των έσω και έξω γεννητικών οργάνων.[4]

Ανεξαρτήτως τύπου, ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM) δεν έχει καμία ιατρική ωφέλεια. Αντιθέτως, προκαλεί σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, όπως υπερβολική αιμορραγία, λοιμώξεις, προβλήματα ούρησης και χρόνιο πόνο. Οι μακροπρόθεσμες επιπλοκές περιλαμβάνουν επώδυνη σεξουαλική επαφή, στειρότητα, επιπλοκές κατά τον τοκετό και αυξημένα ποσοστά μητρικής και νεογνικής θνησιμότητας. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις—που κυμαίνονται από διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) και άγχος έως κατάθλιψη και βαθύ αίσθημα παραβίασης—αναδεικνύουν περαιτέρω το τραύμα που υφίστανται οι επιζώσες.[5]

Σύμφωνα με πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων είναι ευρέως διαδεδομένος στη Σιέρα Λεόνε και δεν απαγορεύεται από το νόμο[6], παρά τις διεθνείς πιέσεις που δέχθηκε η χώρα τον Φεβρουάριο του 2024 μετά το θάνατο τριών νεαρών κοριτσιών που είχαν υποβληθεί στην πρακτική. Οι Adamsay Sesay, 12 ετών, Salamatu Jalloh, 13 ετών και Kadiatu Bangura, 17 ετών, πέθαναν τον Ιανουάριο του 2024 αφού υποβλήθηκαν σε FGM/C στο πλαίσιο της τελετής μύησης Bondo.[7] Δημοσίευμα του Φεβρουαρίου 2024 από το Βρετανικό Ιατρικό Περιοδικό αναφέρει ότι: «Η Σιέρα Λεόνε, μία από τις πέντε χώρες που επιτρέπουν νομικά τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM), δέχεται αυξανόμενες πιέσεις να ποινικοποιήσει αυτή την πρακτική[.]».[8]

Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας,  η οποία καλύπτει το έτος 2025, ενώ η νέα νομοθεσία παρείχε μεγαλύτερη προστασία στα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών, απέτυχε να ποινικοποιήσει τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων, και ένα νομοσχέδιο για την προστασία της μητρικής υγείας και των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων παρέμεινε εκκρεμές.[9] Στις 8 Ιουλίου, το Δικαστήριο της ECOWAS διέταξε τη Σιέρα Λεόνε να ποινικοποιήσει τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM), αφού εξέτασε την υπόθεση μιας γυναίκας που εξαναγκάστηκε να υποβληθεί στη διαδικασία. Ωστόσο, η αποτυχία της να ποινικοποιήσει το FGM προκάλεσε κριτική από την κοινωνία των πολιτών. Περαιτέρω, η Κυβέρνηση σημείωσε τις συστάσεις σχετικά με τη γυναικεία περιτομή ή τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων κατά την 3η UPR. Αναγνωρίζει ότι ορισμένες παραδοσιακές πρακτικές είναι επιβλαβείς και παραβιάζουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά είναι δομικά δύσκολο να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μέσω νομοθεσίας. Δεδομένης αυτής της δύσκολης κατάστασης, η Κυβέρνηση αναπτύσσει μια Εθνική Στρατηγική για τη Μείωση του FGM, με στόχο τη μείωση κατά 20% του FGM σε παιδιά μέσα σε μια πενταετή περίοδο.[10] 

Τον Φεβρουάριο του 2024, η Guardian ανέφερε ότι: «Το FGM περιλαμβάνει την μερική ή πλήρη αφαίρεση των εξωτερικών γεννητικών οργάνων των γυναικών και θεωρείται παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών [.] Παρά τις εκκλήσεις από ακτιβιστές και υποστηρικτές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για να καταστεί η πρακτική αυτή ποινικό αδίκημα - συμπεριλαμβανομένων των εκκλήσεων από τον ειδικό εισηγητή του ΟΗΕ για τη βία κατά των γυναικών και κοριτσιών - παραμένει νόμιμη στη Σιέρα Λεόνε [.] Η διαδικασία αποτελεί μέρος ενός παραδοσιακού τελετουργικού εισόδου στη γυναικεία ενηλικίωση. Διενεργείται από τις «soweis», ανώτερα μέλη της κοινότητας Bondo, που είναι αποκλειστικά γυναικεία».[11]  Στο ίδιο πλαίσιο, και η οργάνωση 28 Too Many,  κατέδειξε ότι η πρακτική FGM είναι στενά συνδεδεμένη με την μυστική κοινότητα Bondo, κατά την οποία η πρακτική αποτελεί μέρος μιας «τελετής μύησης των γυναικών και κοριτσιών στην κοινότητα».[12]

Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας η οποία καλύπτει το έτος 2024 επιβεβαιώνει ότι ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM) παρέμεινε διαδεδομένος και νόμιμος: το 83% των κοριτσιών και των γυναικών ηλικίας μεταξύ 15 και 49 ετών και τουλάχιστον 1 στα 10 κορίτσια κάτω των 15 ετών είχαν υποβληθεί στη διαδικασία, σύμφωνα με την εθνική Δημογραφική και Υγειονομική Έρευνα του 2019, που επικαλείται ο ανωτέρω φορέας. Τον Ιανουάριο, τρία κορίτσια ηλικίας 12, 13 και 17 ετών πέθαναν μετά από ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων σε τελετές μύησης στη Βορειοδυτική Επαρχία της χώρας.[13]

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Deutsche Welle, επίσης του Φεβρουαρίου του 2024: «Ενώ ο αριθμός των κοριτσιών που υποβάλλονται σε FGM στη Σιέρα Λεόνε μειώνεται, το ποσοστό παραμένει υψηλό.»[14] Το Inter Press Service ανέφερε τον Μάρτιο του 2025 ότι:
«Στη Σιέρα 
Λεόνε, το 83% των γυναικών ηλικίας 15-49 ετών έχει υποβληθεί σε ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων. Η πρακτική συνδέεται στενά με την κοινότητα Bondo - μια γυναικεία μυστική κοινωνία που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής ταυτότητας των γυναικών της Σιέρα Λεόνε, όπου τα κορίτσια προετοιμάζονται για τη γυναικεία τους ενηλικίωση. Η κοινωνία αυτή υπερασπίζεται τον εαυτό της ως ένας ισχυρός χώρος αδελφοσύνης και αλληλεγγύης».[15] Δημοσιογραφικό άρθρο του BBC το 2023 περιέγραψε ότι η Σιέρα Λεόνε έχει από τα υψηλότερα ποσοστά FGM στην Αφρική και ένας από τους βασικούς λόγους για την πρακτική είναι «να τιθασεύσει τη σεξουαλική επιθυμία των γυναικών».[16]

Σύμφωνα με έκθεση της CESCR - UN Committee on Economic, Social and Cultural Rights  του Μαΐου του 2023, «όλες οι εθνοτικές ομάδες στη Σιέρα Λεόνε επιδεικνύουν τις παραδοσιακές πρακτικές τους χωρίς εμπόδια. Για την ενίσχυση αυτής της πρακτικής, η κυβέρνηση έχει ιδρύσει ένα ξεχωριστό υπουργείο που ονομάζεται Υπουργείο Τουρισμού και Πολιτιστικών Υποθέσεων το οποίο είναι αποκλειστικά υπεύθυνο για την προστασία των πολιτιστικών και παραδοσιακών πεποιθήσεων. Ωστόσο, ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων και άλλες επιβλαβείς παραδοσιακές πρακτικές παραμένουν αμφιλεγόμενες. Η Sierra Leone επικύρωσε το Πρωτόκολλο της Αφρικανικής Ένωσης στον Αφρικανικό Χάρτη για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και των Λαών για τα Δικαιώματα των Γυναικών στην Αφρική (Πρωτόκολλο του Μαπούτο) χωρίς επιφύλαξη. Σε εκπλήρωση του άρθρου 5 του πρωτοκόλλου, η κυβέρνηση της Σιέρα Λεόνε μέσω του Υπουργείου για το Φύλο και τις Παιδικές Υποθέσεις και των εταίρων που εργάζονται για την προστασία του φύλου και του παιδιού κάνει σταδιακά βήματα προς την πλήρη εξάλειψη. Αυτά τα βήματα περιλαμβάνουν μέτρα ευαισθητοποίησης που οδήγησαν στην υπογραφή Μνημονίων Συνεργασίας με τις Soweis για να σταματήσει η μύηση στις ανήλικες (0-18 ετών). Το Υπουργείο με οικονομική και τεχνική υποστήριξη από τους εταίρους του, τον Μάρτιο του 2021, πραγματοποίησε περιφερειακές διαβουλεύσεις και περιφερειακές επικυρώσεις, για την αναθεώρηση του νόμου για τα δικαιώματα του παιδιού, του 2007. Μεταξύ των συστάσεων από τη συμβουλευτική διαδικασία, ήταν η απαγόρευση του FGM και η ποινικοποίηση της πρακτικής».[17] Ωστόσο, όπως σημειώνεται σε πλήθος πηγών, οι προσπάθειες αυτές δεν έχουν αποδώσει αποτελέσματα, ούτε έχουν συμβάλλει σημαντικά στην εξάλειψη της πρακτικής.[18]

Ενημερωμένη έκθεση του The Orchid Project (Μαρτίου 2025) αναφέρει ότι: «[.] υπάρχει κάποια διαφοροποίηση μεταξύ των θρησκευτικών ομάδων ως προς την επικράτηση του FGM/C· ωστόσο, τα ποσοστά παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά τόσο στις μουσουλμανικές (87,3%) όσο και στις χριστιανικές κοινότητες (69%). Η επικράτηση του FGM/C διαφέρει επίσης ανάλογα με την εθνοτική ομάδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η εθνοτική ταυτότητα και οι πολιτισμικές παραδόσεις αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση της πρακτικής. Παρ' όλα αυτά, η επικράτηση κυμαίνεται μεταξύ 77% και 89,2% για τη μεγάλη πλειονότητα των εθνοτικών ομάδων στη Σιέρα Λεόνε, με μοναδική σημαντική εξαίρεση τους Κρεόλ, όπου το ποσοστό είναι 19,6%.  Συνεπώς, οι θρησκευτικές διαφοροποιήσεις δεν είναι καθοριστικές, καθώς η πολιτισμική παράδοση υπερτερεί. Σύμφωνα με ανωτέρω αναφερόμενη έρευνα του 2020 από το Υπουργείο Υγείας και Υγειονομικής Περίθαλψης της Σιέρα Λεόνε, που κάλυπτε το έτος 2019, αναφέρεται ότι η επικράτηση του FGM διαφέρει ανά περιφέρεια, με υψηλότερο ποσοστό στην Karene (98%) και χαμηλότερο στην Bo (65%). Στην περιφέρεια Western Area Urban, όπου βρίσκεται η πρωτεύουσα Freetown, το ποσοστό είναι 74%.[19]

Ως προς τις κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από την πρακτική Α.Γ.Γ.Ο. (FGM), αναφέρονται τα κάτωθι σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ως αναφέρθηκε ανωτέρω, ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων στην χώρα συνδέεται στενά με την μύηση στην κοινότητα Bondo Society. Το Orchid Project τον Απρίλιο του 2025 ανέφερε ότι: «Στη Σιέρα Λεόνε, η πρακτική FGM/C συνδέεται με την ένταξη στις κοινότητες Bondo ή Sande. Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την ενηλικίωση και το γάμο, τα κορίτσια μεταφέρονται στην ύπαιθρο, όπου διδάσκονται τις τοπικές παραδόσεις και εκπαιδεύονται σε οικιακές και φροντιστικού τύπου δεξιότητες, όπως η διαχείριση της οικίας και η ανατροφή παιδιών. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, τα κορίτσια υποβάλλονται σε FGM/C και, μετά την ολοκλήρωση της τελετής μύησης, θεωρούνται μέλη της κοινωνίας Bondo ή Sande».[20] Κρίσιμος είναι και ο τρόπος με τον οποίο η Bondo Society αντιμετωπίζει ιδεολογικά την πρακτική του FGM, καθώς η κοινότητα αυτή διαθέτει μεγάλη επιρροή εντός της χώρας και η πρακτική της είναι βαθιά ριζωμένη στον πολιτισμό και τις κοινωνικές δομές.

Ειδικότερα, ως αναφέρεται σε ακαδημαϊκό άρθρο που διερευνά τις κοινωνικό-πολιτιστικές δομές εξουσίας των μυστικών κοινοτήτων Poro και Bondo στη Σιέρα Λεόνε, «η ιδιότητα μέλους μυστικής κοινότητας είναι η προϋπόθεση για την έμφυλη προσωπικότητα και φέρει υψηλή αξία και κοινωνικό κύρος στην τοπική κοινωνικοπολιτική οργάνωση και στην εθνική πολιτική στη Σιέρα Λεόνε».[21] Η είσοδος στην κοινότητα Bondo αποτελεί κοινωνικό κανόνα στη Σιέρα Λεόνε, συνιστά αυτό το οποίο αναμένεται «φυσικά» από τις νέες γυναίκες, ενώ είναι αυτό το οποίο μεταξύ άλλων οι σύζυγοι αναμένουν από αυτές.[22] Βάσει της ίδιας έρευνας, η πίεση προς τις νέες γυναίκες να εισαχθούν στην κοινότητα Bondo πηγάζει από διάφορα μέρη, «τη συνείδηση, την οικογένεια, την κοινότητα ως σύνολο».[23] 

Όπως καταγράφεται σε κοινή έκθεση που υπέβαλαν Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις στην Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, στο πλαίσιο περιοδικής παρακολούθησης της συμμόρφωσης της Σιέρα Λεόνε, σκοπός της κοινότητας Bondo είναι η τελετουργική μετάβαση των κοριτσιών στην ενηλικίωση.[24] Για να γίνει αυτή η μετάβαση πρέπει να υποβληθούν σε τελετές, που περιλαμβάνουν και τον ακρωτηριασμό των γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM). Η κοινότητα ονομάζεται Bondo επειδή η τελετή της ένταξης πραγματοποιείται στον «θάμνο Bondo» ("Bondo bush"), μια ιδιωτική περίφραξη που κατασκευάζεται κοντά στο χωριό τους. Μόλις μια γυναίκα γίνει μέλος της Bondo, μπορεί να πάει στην Bondo χωρίς την άδεια του συζύγου της. Η ηγέτης της Bondo, μια γυναίκα που ονομάζεται Sowei, είναι αυτή που συνήθως εκτελεί το FGM. Η κλειτοριδεκτομή και η εκτομή θεωρούνται οι πιο κοινές μορφές FGM που ασκούνται στη Σιέρα Λεόνε.

Όπως αναφέρεται περαιτέρω στην εν λόγω έκθεση, συνήθως υπάρχει μια «συλλογική αίσθηση κοινωνικής υποχρέωσης και προσδοκίας» που συμβάλλει στη διατήρηση της πρακτικής. Αυτή συντηρείται μέσω της πίεσης προς τις νεότερες γυναίκες ή τις οικογένειες να συνεχίσουν την πρακτική· η άρνηση οδηγεί σε απομόνωση, περιθωριοποίηση και στιγματισμό. Οι ηγέτιδες της κοινότητας και οι υποστηρικτές της πρακτικής, ισχυρίζονται ότι το FGM απαιτείται για την προστασία της τιμής μιας γυναίκας. Δεδομένου ότι η Bondo είναι το μόνο μέρος στο οποίο οι γυναίκες επιτρέπεται να πηγαίνουν χωρίς την άδεια του συζύγου τους, τα μέλη της Βondo έχουν μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης. Επίσης, τα μέλη της Bondo θεωρούνται ότι έχουν υψηλότερη θέση και κύρος από άλλες γυναίκες.[25] Τα άτομα που τελούν τους ακρωτηριασμούς, οι επικεφαλής Soweis, ανήκουν στις κοινωνίες Bondo και τα μέλη τους έχουν μεγάλη επιρροή στους πολιτικούς και στις κοινότητες γενικότερα.[26]

Περαιτέρω, το  Borgen Project περιέγραψε ότι το FGM θεωρείται «σύμβολο κύρους και τιμής για τις οικογένειες, καθιστώντας την πρακτική κοινωνική νόρμα στην οποία τα κορίτσια δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να υπακούσουν».[21]  Με βάση την έρευνα των RodríguezPastor & MolinaFernández (2025, MDPI), εντοπίστηκαν τα εξής αποτελέσματα σχετικά με την πρακτική του FGM στη Σιέρα Λεόνε: υψηλή επικράτηση μεταξύ των εφήβων, συσχέτιση με πρώιμη σεξουαλική δραστηριότητα, εφηβική μητρότητα και γάμο παιδιών.

Σχετικά με τη δυνατότητα άρνησης της πρακτικής του ακρωτηριασμού των γυναικείων γεννητικών οργάνων και τις συνέπειες σε περίπτωση άρνησης, δεν βρέθηκαν αρκετές πληροφορίες, ωστόσο, παρατίθενται τα κάτωθι: Σύμφωνα με ένα δημοσίευμα του 2022 από την Irish Times, το να αρνηθείς την διαδικασία «Bondo», τελετής μύησης για νεαρές γυναίκες που περιλαμβάνει ακρωτηριασμό γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM), «συνοδεύεται από μεγάλο κοινωνικό κόστος». Επιπλέον, η ίδια πηγή ανέφερε ότι οι γυναίκες που δεν έχουν υποβληθεί στη μύηση «δεν επιτρέπεται να παντρευτούν· να εκπροσωπούν τις κοινότητές τους σε θρησκευτικές ή πολιτιστικές εκδηλώσεις· να συμμετέχουν σε γιορτές ή κηδείες· ή να υπηρετούν ως αρχηγοί ή στο κοινοβούλιο». Το άρθρο περιέγραψε μια συγκεκριμένη γυναίκα, η οποία εγκαταλείφθηκε από την οικογένειά της σε ηλικία 18 ετών και αποκόπηκε οικονομικά επειδή αρνήθηκε τη μύηση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει τις σπουδές της ή να παντρευτεί. Το άρθρο τόνιζε επίσης ότι «όλο και περισσότερα κορίτσια και νεαρές γυναίκες» «αρνούνται να συμμετάσχουν στη μύηση, λέγοντας στις μητέρες και τις γιαγιάδες τους ότι δεν θα ενταχθούν στην κοινότητα Bondo».[27]

Άρθρο της οργάνωσης Defense Children International (DCI) παρουσιάζει την ιστορία της 17χρονης Marie από τη Σιέρα Λεόνε, η οποία αρνήθηκε να υποβληθεί σε FGM, με αποτέλεσμα να φύγει από το σπίτι της για να προστατευτεί. Βρήκε υποστήριξη από έναν θείο και συμμετείχε σε πρόγραμμα της οργάνωσης DCI-Sierra Leone, που εκπαιδεύει κορίτσια και κοινότητες σχετικά με τους κινδύνους της πρακτικής.[28] Ένα δημοσίευμα του 2021 από τη Deutsche Welle (DW) ανέφερε ότι μια γυναίκα από τη Σιέρα Λεόνε, η οποία αρνήθηκε την τελετή μύησης «Bondo» λόγω της  πρακτικής του FGM, αντιμετώπισε «τεράστια χλεύη» από τους συμμαθητές της και την κοινότητά της.[29] Έτερο άρθρο της Guardian αναφέρει ότι το δικαστήριο της ECOWAS έκρινε πως ο ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM) στη Σιέρα Λεόνε συνιστά βασανιστήριο και παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ύστερα από προσφυγή της Kadijatu Balaima Allieu, η οποία υπέστη δια της βίας FGM, σε ηλικία 28 ετών, από την κοινότητα Bondo το 2016.[30]

Άρθρο στο Inter Press Service, γραμμένο από μια Αφρικανή ακτιβίστρια, αναφέρεται στη δική της εμπειρία μέσα στην οικογένειά της, εξιστορώντας πως, αν και η μητέρα της ήταν μέλος της κοινότητας Bondo, η ίδια και η αδερφή της δεν υποβλήθηκαν σε ακρωτηριασμό.  Συνεχίζει ότι το θέμα αυτό, ωστόσο, δεν συζητήθηκε ποτέ στο σπίτι, αντικατοπτρίζοντας τη σιωπή που συχνά περιβάλλει και ενισχύει αυτή την πρακτική.[31]

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία τα οποία έχει συλλέξει μέσω της έρευνας Sierra Leone Demographic and Health Survey  του 2019, το Orchid Project καταγράφει  σε ενημερωμένη το 2025 έκθεση του ότι «τα δεδομένα δείχνουν ότι η στάση απέναντι στο FGM/C αλλάζει μεταξύ της νεότερης γενιάς. Ενώ το 72% των γυναικών ηλικίας 45-49 ετών πιστεύει ότι το FGM/C πρέπει να συνεχιστεί, μόνο το 46,9% των κοριτσιών ηλικίας 15-19 ετών συμμερίζεται την ίδια άποψη.  [.]Οι αντιλήψεις των γυναικών σχετικά με το FGM/C διαφέρουν ανάλογα με την περιφέρεια, και οι περιφέρειες με τη μεγαλύτερη υποστήριξη για τη συνέχιση του FGM/C περιλαμβάνουν τις: Kailahun (86,6%), Karene (74,9%), Kambia (73,7%), Kenema (73,3%) και Koinadugu (70,6%). Επιπλέον, η υποστήριξη για τη συνέχιση της πρακτικής σχετίζεται στενά με κοινωνικοοικονομικούς και δημογραφικούς παράγοντες.[32] Συγκεκριμένα, είναι πιο έντονη μεταξύ γυναικών και κοριτσιών χωρίς καμία εκπαίδευση (68,6%), σε σύγκριση με όσες έχουν εκπαιδευτικό επίπεδο ανώτερο της δευτεροβάθμιας (25,8%). Αντίστοιχα, υψηλότερη υποστήριξη παρατηρείται μεταξύ γυναικών της υπαίθρου έναντι εκείνων που ζουν σε αστικές περιοχές, καθώς και μεταξύ γυναικών χαμηλότερης οικονομικής κατάστασης.[33]

Σύμφωνα με όσα συζητήθηκαν σε σχετικό EASO COI Meeting Report τον Οκτώβριο του 2016, σε ερώτηση αναφορικά με τις συνέπειες που υφίσταται κόρη η οποία αρνείται να διαδεχθεί την μητέρα της sowei στην κοινότητα Bondo, εμπειρογνώμονας επί του θέματος απάντησε ωε εξής: «Η διαδικασία διαδοχής υπάρχει και τα κορίτσια εκπαιδεύονται κυρίως από την ηλικία των 5 ετών για να γίνουν διάδοχοι, για να γίνουν «sowei» στις κοινότητές τους. Έτσι, στην ηλικία των 18, υποτίθεται ότι θα αρχίσουν να εξασκούν σταδιακά τον ρόλο τους μέσα στις κοινότητές τους και να ακολουθούν τα βήματα των γονιών τους. Ακόμα, εκπαιδεύονται με τους γονείς τους, πηγαίνουν στους θάμνους με τους γονείς τους, αποκτούν πρακτικές γνώσεις, μαθαίνουν από τις μητέρες τους πώς το κάνουν, πώς γίνεται η διαδικασία και ούτω καθεξής. Αν αποφασίσουν να μην ακολουθήσουν αυτή την πορεία και οι γονείς συμφωνούν, αυτό είναι ήδη κάτι που είναι πολύ δύσκολο για αυτές. Αν η μητέρα είναι επίσης ενάντια, ή αν και η ίδια αναρωτιέται [αν πρέπει να εγκαταλείψει αυτήν την πρακτική], αυτό είναι άλλο στάδιο. [.] Αλλά αν δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση για αυτό από τις προηγούμενες γενιές, από τη μητέρα επίσης, που έχει παραδώσει αυτή την παράδοση στην κόρη της, τότε η γυναίκα αυτή κινδυνεύει. Δεν γίνεται αποδεκτή στην κοινότητα, δεν έχει καμία οικογένεια και αν ζητήσει βοήθεια από την οικογένεια, αυτό σημαίνει ότι δεν έχει καμία κοινωνική, οικονομική, ηθική υποστήριξη από την οικογένεια πια. Όχι μόνο από την οικογένεια, αλλά και από τους συγγενείς. [.]».[34]

Σε σχέση με τη δυνατότητα κρατικής προστασίας, δεν εντοπίστηκε ομοιόμορφος τρόπος δράσης των αρχών της χώρας, βρέθηκαν, ωστόσο, οι κάτωθι πληροφορίες που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το υπό εξέταση ζήτημα. Σύμφωνα με την Orchid Project (Απρίλιος 2025), τα περιστατικά γυναικών που πεθαίνουν μετά από FGM/C δεν είναι νέο φαινόμενο στη Σιέρα Λεόνε. Τρία χρόνια νωρίτερα, η Maseray Sei, 21 ετών, πέθανε από επιπλοκές σχετικές με FGM/C αφού απήχθη από το σπίτι της. Έγινε σύλληψη μετά τον θάνατό της, αλλά οι κατηγορίες απορρίφθηκαν και δεν υπήρξε καταδίκη.  Το Σύνταγμα της Σιέρα Λεόνε είναι περιορισμένο και δεν αναφέρεται συγκεκριμένα στη βία κατά γυναικών και κοριτσιών ούτε στις επιβλαβείς πρακτικές όπως το FGM/C. Ο Νόμος για τα Δικαιώματα του Παιδιού (2007) καθορίζει το νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των ατόμων κάτω των 18 ετών, ορίζοντας στο Άρθρο 2 το FGM/C ως «κόψιμο ή αφαίρεση οποιουδήποτε μέρους των γυναικείων γεννητικών οργάνων». Το Άρθρο 33(1) αναφέρει ότι κανένα παιδί δεν πρέπει να υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή άλλη σκληρή, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση, συμπεριλαμβανομένων πολιτιστικών πρακτικών που βλάπτουν τη σωματική και ψυχική ευημερία του. Ωστόσο, οι αρχηγοί κοινοτήτων που εφαρμόζουν το FGM/C άσκησαν πίεση ώστε να αφαιρεθεί το FGM/C από το Άρθρο 46 του Νόμου, το οποίο αρχικά απαγόρευε και ποινικοποιούσε τη πρακτική σε παιδιά κάτω των 18 ετών».[35] 

Άρθρο στο Sierra Leone Monitor αναφέρει ότι «το Κοινοβούλιο της Σιέρα Λεόνε διέψευσε τις αναφορές ότι ο Νόμος για τα Δικαιώματα του Παιδιού του 2025 περιλαμβάνει πρόστιμο ή ποινή για την πρακτική του FGM».[36] Επεξηγήθηκε μέσω της ανωτέρω ανακοίνωσης του κοινοβουλίου της χώρας ότι ο νέος νόμος δεν ποινικοποιεί το γυναικείο ακρωτηριασμό (FGM).[37]

Από το σύνολο των ανωτέρω πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, προκύπτει ότι ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων (FGM) συνιστά ευρέως διαδεδομένη πρακτική στη Σιέρρα Λεόνε, βαθιά ριζωμένη σε κοινωνικές και πολιτισμικές δομές, ιδίως στο πλαίσιο της κοινότητας Bondo, και συνοδεύεται από έντονες κοινωνικές πιέσεις συμμόρφωσης, καθώς και σοβαρές συνέπειες σε περίπτωση άρνησης.

Περαιτέρω, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι η εν λόγω πρακτική, παρά τις διεθνείς πιέσεις, δεν έχει ποινικοποιηθεί πλήρως, ενώ τα ποσοστά επικράτησής της παραμένουν ιδιαίτερα υψηλά. Τα δεδομένα αυτά καταδεικνύουν ότι πρόκειται για πρακτική που όχι μόνο ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των γυναικών, αλλά και συνδέεται με ευρύτερα φαινόμενα κοινωνικού εξαναγκασμού, περιθωριοποίησης και έλλειψης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί υποβολής της σε ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων, σε συνδυασμό με τα αντικειμενικά δεδομένα που προκύπτουν από τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, συνιστά στοιχείο το οποίο, εκ της φύσεώς του, δύναται να επηρεάσει ουσιωδώς την εκτίμηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής.

Κατά συνέπεια, ο Δικαστήριο κρίνει ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί υποβολής της σε ακρωτηριασμό γεννητικών οργάνων, σε συνδυασμό με την προσκομισθείσα ιατρική βεβαίωση και τα αντικειμενικά δεδομένα της χώρας καταγωγής, συνιστά στοιχείο το οποίο, εκ της φύσεώς του, δύναται να μεταβάλει ουσιωδώς τη νομική αξιολόγηση της υπόθεσης. Τα εν λόγω στοιχεία είναι ικανά, τουλάχιστον σε επίπεδο πιθανολόγησης, να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

Η αντίθετη κρίση της Διοίκησης, η οποία απέρριψε τη σημασία του εν λόγω ισχυρισμού, χωρίς να προβεί σε ουσιαστική και συνδυαστική αξιολόγηση του περιεχομένου του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί ακρωτηριασμού γεννητικών οργάνων (FGM), της προσκομισθείσας ιατρικής βεβαίωσης που επιβεβαιώνει την υποβολή της στην εν λόγω πρακτική, καθώς και της αντικειμενικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της, όπως αυτή προκύπτει από αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης, δεν συνάδει με τις απαιτήσεις του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου.

Ειδικότερα, η Διοίκηση περιορίστηκε σε αποσπασματική αξιολόγηση των στοιχείων, χωρίς να συνεκτιμήσει τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση και τη συνολική τους βαρύτητα, ως στοιχείων που, εκ της φύσεώς τους, δύνανται να μεταβάλουν ουσιωδώς την εκτίμηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας.

Η παράλειψη αυτή καθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση πλημμελώς αιτιολογημένη και ερειδόμενη επί ελλιπούς διερεύνησης των πραγματικών περιστατικών, κατά παράβαση των αρχών που διέπουν τη διοικητική δράση.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Διοίκηση δεν εφάρμοσε ορθώς τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συντρέχουν νέα στοιχεία, ατεκμηρίωτα απέδωσε υπαιτιότητα στην Αιτήτρια και δεν προέβη σε επαρκή αξιολόγηση του κατά πόσον τα προβαλλόμενα στοιχεία αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, με αποτέλεσμα να στοιχειοθετείται έλλειψη δέουσας και επαρκούς έρευνας, καθώς και πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά, η οποία επηρεάζει ουσιωδώς τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

Είναι η θέση μου επομένως πως η παρούσα πρέπει να αναπεμφθεί στην διοίκηση για την διεξαγωγή πλήρους συνέντευξης και κρίσης επί της ουσίας και η προσβαλλόμενη απόφαση να ακυρωθεί δυνάμει του άρθρου 146(4β) του Συντάγματος και του 11(3β) του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Δ.Δ.Δ.Π Νόμου.

Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω διαπιστώσεων, η προσφυγή γίνεται δεκτή, η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται και επιδικάζονται έξοδα ύψους €600 πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.                                                         

Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π



[1] Βλ. ενδεικτικά, απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 156/2023, 10 Ιουνίου, 2025, και απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18 Μαρτίου, 2025.

[2] Βλ. Πρακτικό Οδηγό της EASO (νυν EUAA) για τις μεταγενέστερες αιτήσεις (αγγλική έκδοση), στο Κεφάλαιο 2.1.2 με τίτλο "When can the elements be considered new?" (σελίδα 27) https://www.euaa.europa.eu/publications/practical-guide-subsequent-applications

[3] Βλ. από ΔΕΕ Υπόθεση WS κατά SAR (C-621/21, ΔΕΕ): Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι γυναίκες που εκτίθενται σε σωματική ή ψυχική βία λόγω του φύλου τους (συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας και των εγκλημάτων τιμής) δικαιούνται προσφυγικό καθεστώς. Το σκεπτικό αυτό εφαρμόζεται κατ' αναλογία στο FGM ως πράξη έμφυλης βίας. Βλ επίσης ΕΔΔΑ (Collins κατά Σουηδίας αριθ. Αιτ. 23944/05), ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων συνιστά ακραία μορφή έμφυλης βίας και πράξη δίωξης που προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξισούμενη με βασανιστήρια ή απάνθρωπη μεταχείριση κατά την έννοια του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Ομοίως σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της UNHCR (Guideline No. 2 και FGM Note 2009), η ιδιότητα της γυναίκας που έχει υποστεί FGM πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 10(1)(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ

[4] WHO, Female genital mutilation, last renewed on 31 January 2023, available on: https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/female-genital-mutilation (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[5] The West, Female Genital Mutilation: A Persistent Violation of Rights and Health, February 7 2025, available at: Female Genital Mutilation: A Persistent Violation of Rights and Health - The West Newspaper (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[6]EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Sierra Leone; Information on female genital mutilation (FGM) for married women; possibility to refuse FGM for married women and consequences of refusal; availability of state protection in case of refusal and access to support services in Freetown; [Q58-2023], 10 November 2023
https://www.ecoi.net/en/file/local/2100528/2023_11_EUAA_COI_Query_Response_Q58_Sierra_Leone_Female_Genital_Mutilation.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

 

 

[7] Orchid Project, Data Update: FGM/C in Sierra Leone (March 2025), https://www.fgmcri.org/media/uploads/Country%20Research%20and%20Resources/Sierra%20Leone/Sierra_leone_data_update_report_-_v1_march_2025.pdf, σελ.8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026

[8] British Medical Journal, Sierra Leone comes under pressure to outlaw FGM after three girls die, 13 February 2024, https://www.bmj.com/content/384/bmj.q382 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[9]Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Sierra Leone 2025, 21 April 2026, https://www.ecoi.net/en/document/2139348.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

 

[10] Government of Sierra Leone (author), HRC (ed.): National report submitted pursuant to Human Rights Council resolutions 5/1 and 16/21; Sierra Leone [A/HRC/WG.6/52/SLE/1], 2 March 2026
https://www.ecoi.net/en/file/local/2138752/g2602736.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[11] Guardian (2 February 2024) Three girls die after FGM rituals in Sierra,  https://www.theguardian.com/global-development/2024/feb/02/girls-die-after-fgm-ceremonies-in-sierra-leone, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[12] 28 Too Many, FGM in Sierra Leone: Key Findings, September 2021, https://www.fgmcri.org/media/uploads/Country%20Research%20and%20Resources/Sierra%20Leone/key_findings_sierra_leone_v1_(september_2021).pdf,  σελ.1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

 

 

 

[13] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Sierra Leone 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124673.html, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[14] DW- Deutsche Welle, FGM in Sierra Leone: What can be done to end it?, 6 February 2024, https://www.dw.com/en/fgm-in-sierra-leone-what-can-be-done-to-end-it/a-68176524,  p.1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[15] Inter Press Service (Johannesburg) (March 2025) Our Silence On Female Genital Mutilation in Sierra Leone Will Not Protect Us, https://www.ipsnews.net/2025/03/silence-female-genital-mutilation-sierra-leone-will-not-protect-us/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=silence-female-genital-mutilation-sierra-leone-will-not-protect-us,  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[16] BBC News, FGM in Sierra Leone: I believe my girlfriend died because her genitals were cut, 1 May 2023, https://www.bbc.com/news/world-africa-65423644, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[17] Government of Sierra Leone, published by CESCR - UN Committee on Economic, Social and Cultural Rights: Initial report submitted by Sierra Leone under articles 16 and 17 of the Covenant, due in 1998 [15 March 2023] [E/C.12/SLE/1], 2 May 2023,  https://www.ecoi.net/en/file/local/2093306/G2308701.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[18] Joint submission-Desert Flower Africa, International Human Rights Center, Loyola Law School and Science for Democracy, published by CESCR - UN Committee on Economic, Social and Cultural Rights: Info from Civil Society Organizations (for LOIs), 8 January 2024, https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=INT%2FCESCR%2FICO%2FSLE%2F57033&Lang=en, pp. 4-7; Thomson Reuters Foundation & 28 Too Many, Sierra Leone: The Law and FGM, September 2018,  https://www.fgmcri.org/media/uploads/Law%20Reports/sierra_leone_law_report_v2_(june_2021).pdf,  p. 5 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[19] Sierra Leone, Ministry of Health and Sanitation, Demographic and Health Survey 2019, October 2020, https://dhsprogram.com/pubs/pdf/FR365/FR365.pdf, σελ.330-333 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[20]Orchid Project,  Data Update: FGM/C in Sierra Leone (March 2025), https://www.fgmcri.org/media/uploads/Country%20Research%20and%20Resources/Sierra%20Leone/Sierra_leone_data_update_report_-_v1_march_2025.pdf, σελ.5 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026

[21] Canada: Immigration and Refugee Board of Canada, Sierra Leone: Information on the Poro Society, including rituals and initation; ability to refuse initiation or leadership roles; availability of state protection (2015-July 2017), 18 September 2017, διαθέσιμο σε   https://www.ecoi.net/en/document/1424036.html,  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[22] Forward, "If You Go Into The Bondo Society, They Will Honour And Respect You"-Summary Report, Research On Female Genital Mutilation In Freetown, Sierra Leone, October 2017, https://www.forwarduk.org.uk/wp-content/uploads/2019/06/Forward-Bondo-Report-2017-Updated-Branding-WEB.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[23] Ο.π.

[24] Joint submission-Desert Flower Africa, International Human Rights Center, Loyola Law School and Science for Democracy, published by CESCR - UN Committee on Economic, Social and Cultural Rights: Info from Civil Society Organizations (for LOIs), 8 January 2024, https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=INT%2FCESCR%2FICO%2FSLE%2F57033&Lang=en, paras 10-11 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[25] Ο.π.

[26] Nabateregga, I. in EASO COI Meeting Report, Female Genital Mutilation/ Cutting (FGMC) & COI, 25-26 October 2016, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/FGMMeetingreport25-26October2016.pdf, pp. 49-51; 28 Too Many, Country Profile: FGM in Sierra Leone, June 2014, https://webarchive.archive.unhcr.org/20230518080713/https://www.refworld.org/docid/54bce6334.html,  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[27] African Cities Research Consortium (19 June 2024) Freetown: City report, https://www.african-cities.org/wp-content/uploads/2024/06/ACRC_Working-Paper-16_June-2024.pdf, σελ.62, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[28]Success Stories: DCI-Sierra Leone, Women & Girls Against FGM, 21/02/2019, https://defenceforchildren.org/success-stories-dci-sierra-leone-women-girls-against-fgm/,

[29] DW, The woman fighting Sierra Leone's FGM tradition, 1 March 2021, https://www.dw.com/en/female-genital-mutilation-sierra-leone-bloodless-bondo/a-56017226, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[30] Τhe Guardian org., 'The matter is in his hands alone': president of Sierra Leone urged to ban FGM as court rules it tantamount to torture, 28 July 2025, https://www.theguardian.com/global-development/2025/jul/28/the-matter-is-in-his-hands-alone-president-of-sierra-leone-urged-to-ban-fgm-as-court-rules-it-tantamount-to-torture,  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[31] Inter Press Service (Johannesburg) (March 2025) Our Silence On Female Genital Mutilation in Sierra Leone Will Not Protect Us,  https://www.ipsnews.net/2025/03/silence-female-genital-mutilation-sierra-leone-will-not-protect-us/?utm_source=rss&utm_medium=rss&utm_campaign=silence-female-genital-mutilation-sierra-leone-will-not-protect-us#google_vignette, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[32] Orchid Project,  Data Update: FGM/C in Sierra Leone (March 2025), https://www.fgmcri.org/media/uploads/Country%20Research%20and%20Resources/Sierra%20Leone/Sierra_leone_data_update_report_-_v1_march_2025.pdf, σελ.5-6 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[33] Ο.π.

[34] EASO COI Meeting Report Female Genital Mutilation/ Cutting (FGM/C) & COI, 25-26 October 2016 Malta, https://azil.rs/azil_novi/wp-content/uploads/2018/07/Female-genital-mutilation.2016.EASO_.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

[35] Orchid Project,  Data Update: FGM/C in Sierra Leone (March 2025), https://www.fgmcri.org/media/uploads/Country%20Research%20and%20Resources/Sierra%20Leone/Sierra_leone_data_update_report_-_v1_march_2025.pdf, σελ.8 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)

 

[36] Sierra Leone Monitor,  Sierra Leone Parliament Responds to FGM Fine in New Child Rights Act, Ιούλιος 2025,  https://www.sierraleonemonitor.com/sierra-leone-parliament-fgm-fine-act/

[37] Female Genital Mutilation (FGM) and the ongoing failure of the Child Rights Act Bill, https://we-are-purposeful.medium.com/female-genital-mutilation-fgm-and-the-ongoing-failure-of-the-child-rights-act-bill-818435da52fc (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28/04/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο