D.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ12/26, 29/5/2026
print
Τίτλος:
D.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ12/26, 29/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: Τ12/26

 

29 Μαΐου 2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D.M.

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

 

Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπρόσωπος

(Μ. Σταύρου  (κα), διερμηνέας για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα.)

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση ημερομηνίας 09/12/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 13/01/2026, και με την οποία αυτός πληροφορήθηκε για την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησής του για διεθνή προστασία.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα, το οποίο συνοδεύει τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και καταχωρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί). Τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας στις 13/03/2021, παραλαμβάνοντας αυθημερόν τη σχετική βεβαίωση υποβολής αιτήματος. Στις 30/06/2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την εξακρίβωση της ηλικίας του.

Στις 27/07/2023, ο Αιτητής προσήλθε στην Υπηρεσία Ασύλου και προέβη σε οικειοθελή απόσυρση του αιτήματός του για διεθνή προστασία, εκφράζοντας την επιθυμία να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του προκειμένου να επανενωθεί με την οικογένειά του, υπογράφοντας προς τούτο το σχετικό έντυπο εθελούσιας επιστροφής.

Ακολούθως, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε, στις 27/07/2023, Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το αίτημα απόσυρσης του Αιτητή. Στη συνέχεια, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε, κατά την ίδια ημερομηνία, την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Μεταγενέστερα, ο Αιτητής υπέβαλε στις 25/08/2023 μεταγενέστερη αίτηση προς την Υπηρεσία Ασύλου για επανεξέταση του αιτήματός του περί παραχώρησης διεθνούς προστασίας. Στις 26/08/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή. Ακολούθως, στις 12/09/2023, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση όπως η εν λόγω μεταγενέστερη αίτηση γίνει αποδεκτή.

Στις 09/10/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος, ακολούθως, ετοίμασε στις 06/11/2023 Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τα όσα προέκυψαν κατά τη συνέντευξη του Αιτητή. Στη συνέχεια, στις 08/11/2023, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Ακολούθως, στις 14/11/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο αυθημερόν.

Μεταγενέστερα, ο Αιτητής υπέβαλε στις 30/10/2025 νέα μεταγενέστερη αίτηση προς την Υπηρεσία Ασύλου για επανεξέταση του αιτήματός του περί παραχώρησης διεθνούς προστασίας. Στις 09/12/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το εν λόγω μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή. Κατά την ίδια ημερομηνία, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση όπως η εν λόγω μεταγενέστερη αίτηση κριθεί απαράδεκτη.

Περαιτέρω, στις 09/12/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασής της αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 13/01/2026.

Ακολούθως, καταχωρίστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό εξέταση Προσφυγή υπ’ αριθμόν Τ12/26, με την οποία προσβάλλεται η ως άνω απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

Νομικοί Ισχυρισμοί

Ο Αιτητής δεν υποδεικνύει, διά του εισαγωγικού δικογράφου της παρούσας διαδικασίας, οποιαδήποτε νομική πλημμέλεια της επίδικης απόφασης. Το μόνο που αναφέρει, χειρόγραφα, είναι ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ήτοι στην Κινσάσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται περί ιδιαίτερα επικίνδυνης περιοχής.

Περαιτέρω, ο Αιτητής προβάλλει ότι ο αδελφός του δέχεται, κατά τον παρόντα χρόνο, απειλές, ενώ, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, άγνωστα πρόσωπα ανάρτησαν φωτογραφία της μητέρας του στο Facebook και προβαίνουν σε απειλές εναντίον ολόκληρης της οικογένειάς του. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο και θα απειλείται η ασφάλειά του.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί) και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, συνοδευόμενο και από το σχετικό διοικητικό φάκελο (εφεξής «δ.φ.»). Το παρόν Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της επιφύλαξης στο εν λόγω εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της εκπροσώπου των συνηγόρων του Αιτητή.

Παράλληλα, το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

Το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει την έννοια του όρου «μεταγενέστερη αίτηση» ως ακολούθως: «"μεταγενέστερη αίτηση" σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ·».

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του «πρόσφυγα» και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό τον ορισμό.

Το άρθρο 11(8) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Αιτητή που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο.

Το άρθρο 14 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει διατάξεις σχετικά με τις ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας οι οποίες ανακύπτουν επιτόπου.

Το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας.

Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«Απαράδεκτες αιτήσεις

12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-

(α) [...]

(β) [...]

(γ) [...]

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή

(ε) [...]»

Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης

16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –

(i) μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

[...]»

 

Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, προκειμένου δηλαδή να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αρχικής αίτησης. Σημειώνετε ότι σύμφωνα με το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε μια μεταγενέστερη διαδικασία αίτησης ο αιτών έχει το βάρος απόδειξης να υποβάλει συγκεκριμένα νέα στοιχεία που δείχνουν ότι οι σχετικές περιστάσεις υπό το φως της αίτησής του για το καθεστώς πρόσφυγα ή την επικουρική προστασία «αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα» να πληροί τα κριτήρια διεθνούς προστασίας. 

Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται, πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση, ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς να υπάρξει εξέταση επί της ουσίας της.

Κατά δεύτερον, εάν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε μόνο προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις:

α) τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή, διεθνούς προστασίας και

β) ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. (βλ. άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου)

Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις διατάξεις του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-921/19, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2021, η διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ορίζεται ως εξής: (Η υπογράμμισή του παρόντος δικαστηρίου)

«Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται

Περαιτέρω, τόσο η τελευταία περίοδος του άρθρου 40(3), όσο και το άρθρο 40(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προβλέπουν ότι εναπόκειται στα κράτη-μέλη να θέσουν επιπλέον προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, πρόβλεψη της οποίας έκανε χρήση ο εθνικός νομοθέτης με την εισαγωγή της υποπαραγράφου ii) στο άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επομένως, στη βάση της ανάλυσης που ακολούθησε το ΔΕΕ στην ανωτέρω απόφαση, το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τη διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης σε δύο στάδια, ένα προκαταρκτικό επί του παραδεκτού των νέων στοιχείων και, εφόσον γίνει παραδεκτή, ένα επί της ουσίας της αίτησης. Το προκαταρκτικό στάδιο χωρίζεται περαιτέρω σε δύο στάδια κατά τα οποία εξετάζονται τα εξής:

- αρχικά, εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ

- όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη/αρχική αίτηση, η εξέταση του παραδεκτού συνεχίζεται προκειμένου να εξακριβωθεί εάν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εάν ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (υποπαράγραφοι i) και ii) του άρθρου 16Δ(3)(β)).

Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι από τη διατύπωση του άρθρου 16Δ(3)(α) «Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη», προκύπτει ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης, δεν διεξάγεται συνέντευξη. Η προσθήκη αυτή στο συγκεκριμένο άρθρο έγινε με τον νόμο 142(I)/2020 της 13/10/2020 που τροποποίησε τον περί Προσφύγων Νόμο, χωρίς ωστόσο να γίνει αντίστοιχη τροποποίηση στο άρθρο 12Βτετράκις(3) με την προσθήκη επιφύλαξης ως προς την δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης πριν την απόφαση επί του παραδεκτού σε μεταγενέστερες αιτήσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις αν υπάρχει κάποια ασυμφωνία ή σύγκρουση μεταξύ των προνοιών μιας νομοθεσίας και αυτών μιας άλλης τότε υπερισχύουν οι πρόνοιες της μεταγενέστερης από τις δύο νομοθεσίες, γνωστή ως η αρχή lex posterior derogat legi priori (βλ. και Bennion on Statutory interpretation, 5th Edition, p.304-305 Section 87 Implied repeal).

O κανόνας συνίσταται στο ότι, μεταγενέστερος νόμος θεωρείται ότι καταργεί σιωπηρά προηγούμενο, εφ' όσον αυτός διαπιστώνεται ότι είναι αντιφατικός ή ασυμβίβαστος με νεότερο, οπότε είναι αδύνατο να συνυπάρχουν (βλ. MAMTA RANI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18/3/2025 Yπουργός Eσωτερικών της Kυπριακής Δημοκρατίας ν. The Jehovah's Witnesses Congregation (Cyprus) Ltd και άλλος (1995) 3 ΑΑΔ 78, Kυπριακή Δημοκρατία, μέσω Yπουργείου Eσωτερικών και Άλλη ν. Xρίστου Πασιαρδή (1996) 3 ΑΑΔ 34). Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς την ρύθμιση του ζητήματος καθώς προβλέπει τη δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης κατά το προκαταρκτικό στάδιο, ως η πρόβλεψη του άρθρου 16Δ(3)(α). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 42 «Διαδικαστικοί κανόνες»,

«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες των οποίων η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 να απολαμβάνουν των εγγυήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία κανόνες για την προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40. Οι κανόνες αυτοί μπορούν μεταξύ άλλων: α) να υποχρεώνουν τον συγκεκριμένο αιτούντα να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία·

β) να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς προσωπική συνέντευξη, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6.

Οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση των αιτούντων σε νέα διαδικασία ούτε να οδηγούν πρακτικώς στη ματαίωση ή στο σοβαρό περιορισμό της πρόσβασης αυτής.»

Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως μεταγενέστερο διάβημα στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, η οποία έχει ήδη κριθεί από το αρμόδιο όργανο. Στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου, το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 16Δ(3)(α), δεν απαιτείται κλήση του αιτητή σε συνέντευξη, εφόσον η αίτηση δεν περνά το φίλτρο παραδεκτού. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης, υποχρεούται να συνεκτιμήσει το σύνολο των προγενέστερων στοιχείων, συγκρίνοντας την αρχική με τη μεταγενέστερη αίτηση, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον τίθενται για πρώτη φορά νέα στοιχεία ή ισχυρισμοί που να απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.

Η δυνατότητα παράλειψης της συνέντευξης στο εν λόγω στάδιο εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 42 παρ. 2(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το οποίο επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η προκαταρκτική εξέταση μεταγενέστερης αίτησης μπορεί να διενεργείται χωρίς προσωπική συνέντευξη, εφόσον τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 12 παρ. 1 και διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης σε νέα διαδικασία.

Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφαση C‑18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, όπου κρίθηκε ότι το  άρθρο 14 της Οδηγίας δεν επιβάλλει υποχρέωση χορήγησης συνέντευξης όταν η αρμόδια αρχή περιορίζεται σε προκαταρκτική εξέταση παραδεκτού σύμφωνα με το άρθρο 40 της Οδηγίας, προσθέτοντας ότι η δυνατότητα παράλειψης συνέντευξης συνάδει με το άρθρο 42 παρ. 2(β), εφόσον τηρούνται οι δικονομικές εγγυήσεις» (βλ. σκ. 66–67 σε συνδυασμό με τις σκέψεις 40–42 και και 46–49,).

Κατά συνέπεια, η επιλογή του Προϊσταμένου να μην καλέσει σε συνέντευξη τον Αιτητή, εφόσον από τα προσκομισθέντα δεν διαφαίνεται η ύπαρξη νέων και ουσιωδών στοιχείων, όχι μόνο δεν αντίκειται στον Νόμο, αλλά ανταποκρίνεται απολύτως στο επιτρεπτό ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου παραδεκτού.

Από την ανωτέρω ανάλυση καθίσταται σαφές ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν αποτελεί ένδικο μέσο κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αλλά συνιστά αίτημα για ένα νέο διαδικαστικό διάβημα, η τύχη του οποίου εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ του Νόμου. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τον ελεγκτικό του ρόλο, εξετάζει αποκλειστικά τη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης επί του παραδεκτού, όπως αυτή προσδιορίζεται στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

Η εν λόγω εξέταση δεν συνεπάγεται την επαναξιολόγηση της αρχικής αίτησης ή τη συνολική αναψηλάφηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έχουν ήδη κριθεί αμετακλήτως. Η μεταγενέστερη αίτηση αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική πράξη, η αποδοχή ή η απόρριψη της οποίας προϋποθέτει την επίκληση και την τεκμηρίωση νέων και ουσιωδών στοιχείων, τα οποία δεν είχαν προβληθεί ή δεν μπορούσαν να προβληθούν κατά την αρχική διαδικασία.

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Εφετείου,[1],  στις περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων που προσβάλλονται ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., παγίως γίνεται δεκτό ότι το παρόν Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας των προϋποθέσεων παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης που κρίθηκε απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια τόσο με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-216/22, A. A. κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 08/02/2024, και C-563/22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερ. 13/06/2024.

Συνεπώς, παρά τον ευρύ χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου που ασκείται επί αποφάσεων απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιοδοσία να προχωρήσει πέραν της κρίσης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ούτε δύναται να αποφανθεί το ίδιο επί της ουσίας του αιτήματος για διεθνή προστασία.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Εν προκειμένω αυτό που εξετάζεται επί της παρούσας είναι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή, η οποία αποτελεί απόφαση που έχει εκδοθεί δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ (Ταχύρρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων) και 13 (Κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων), εφόσον «η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας».

Κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιονδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του [βλ. ερυθ. 15 δ.φ.].

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι η οικονομική του κατάσταση ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και ότι βίωνε συνθήκες φτώχειας. Ανέφερε ότι υπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες η οικογένειά του δεν διέθετε επαρκή τροφή και ότι η καθημερινή διαβίωση ήταν εξαιρετικά δύσκολη, λόγω της έλλειψης ευκαιριών εργασίας. Περαιτέρω, δήλωσε ότι πολλοί νέοι, ακόμη και μορφωμένα άτομα, εντάσσονταν σε ομάδες δρόμου, τις οποίες αποκάλεσε «Kulunas», και προέβαιναν σε ληστείες και επιθέσεις με σκοπό την εξασφάλιση χρημάτων, εξαιτίας της ανεργίας, ενώ παράλληλα κατέφευγαν και στη χρήση ναρκωτικών ουσιών για την αντιμετώπιση του άγχους.

Επιπροσθέτως, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεχόταν πίεση να ενταχθεί και ο ίδιος στις εν λόγω ομάδες, καθότι δεν είχε άλλη απασχόληση. Ωστόσο, όπως δήλωσε, ως μορφωμένος νέος επιθυμούσε ένα καλύτερο μέλλον. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, προκειμένου να διαφύγει από την κατάσταση αυτή, όταν η μητέρα του εξασφάλισε κάποιο χρηματικό ποσό, της ζήτησε να το χρησιμοποιήσει ώστε να μεταβεί στο εξωτερικό με σκοπό την εξασφάλιση καλύτερης ζωής και τη δυνατότητα οικονομικής στήριξης της οικογένειάς του. Δήλωσε δε ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του.

Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προσδιόρισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ του Αιτητή, ο δεύτερος το γεγονός ότι ο Αιτητής αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό να σπουδάσει, να εργαστεί και να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του, και ο τρίτος τον προβαλλόμενο φόβο του έναντι της συμμορίας «Kuluna».

Κατά την αξιολόγηση των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών, ο πρώτος και ο δεύτερος ισχυρισμός έγιναν αποδεκτοί, καθότι κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία τους, στον βαθμό που αυτό ήταν δυνατό.

Ωστόσο, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό, καθότι κρίθηκε ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή στερούνταν της απαιτούμενης επάρκειας και λεπτομέρειας, με αποτέλεσμα να θεωρηθούν ανακριβείς και μη αξιόπιστοι.

Στη συνέχεια, ήτοι στις 30/10/2025, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση, προβάλλοντας ότι αδυνατεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθότι, ήδη από την άφιξή του στην Κυπριακή Δημοκρατία, αισθανόταν φόβο και έντονη ανησυχία ως προς το ενδεχόμενο επιστροφής του, ισχυριζόμενος ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι, λόγω του φόβου και της πίεσης που βίωνε, ακολούθησε συμβουλές τρίτων και υπέβαλε αρχικώς αναληθή στοιχεία προς υποστήριξη της υπόθεσής του. Εν συνεχεία, όπως δήλωσε, κατόπιν προσωπικής αλλαγής την οποία αποδίδει στη χριστιανική του πίστη, αποφάσισε να επανέλθει και να αναφέρει την αλήθεια, αναγνωρίζοντας ότι, ως χριστιανός, δεν μπορούσε να συνεχίσει να λέγει ψεύδη.

Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, υφίσταται σοβαρό ενδεχόμενο να χάσει τη ζωή του. Περιέγραψε δε ότι μεγάλωσε σε οικογένεια η οποία ήταν σε θέση να αυτοσυντηρείται και ότι η μητέρα του κατέβαλλε προσπάθειες για την ανατροφή του. Επιπλέον, ανέφερε ότι η κατάσταση στη χώρα καταγωγής του ήταν και παραμένει ιδιαίτερα κακή και επικίνδυνη, χαρακτηριζόμενη από γενικευμένη ανασφάλεια και αστάθεια, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, έχει οδηγήσει στη θανάτωση νέων ανθρώπων.

Τέλος, δήλωσε ότι, εξαιτίας της ανασφάλειας και της αστάθειας που επικρατούν στη χώρα του, η μητέρα του και λοιπά μέλη της οικογένειάς του εγκατέλειψαν τη χώρα, με την ελπίδα να διαβιώσουν υπό συνθήκες ασφάλειας και να εξασφαλίσουν καλύτερο μέλλον και προοπτικές [βλ. ερ. 175-173 δ.φ.].

Οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση, κρίνοντας ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε νέους ουσιώδεις ισχυρισμούς και ότι τα στοιχεία που υπέβαλε δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι λόγοι που επικαλείται ο Αιτητής είναι, κατ’ ουσίαν, οικονομικής φύσεως και δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 για την παραχώρηση διεθνούς προστασίας [βλ. ερ. 175-168 και 174-173 δ.φ.].

Επιπροσθέτως, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι οι αναφορές του Αιτητή περί επιδείνωσης της κατάστασης στη χώρα καταγωγής του, παρότι παραπέμπουν σε υποτιθέμενο νέο στοιχείο, διατυπώνονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο και δεν στοιχειοθετούν επαρκώς προσωπικό και εξατομικευμένο φόβο δίωξης, ούτε αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.

Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η ζωή του κινδυνεύει και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ενδέχεται να χάσει τη ζωή του, επικαλούμενος τη δυσχερή και επικίνδυνη κατάσταση που επικρατεί εκεί. Υποστήριξε δε ότι, για τον λόγο αυτό, η μητέρα του και η οικογένειά του εγκατέλειψαν τη χώρα, επιδιώκοντας να διαβιώσουν υπό ασφαλέστερες συνθήκες. Ωστόσο, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν είχε προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης, της συνέντευξής του ή της πρώτης μεταγενέστερης αίτησής του. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι δεν είχε ασκήσει οποιαδήποτε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, παρά το γεγονός ότι είχε τη δυνατότητα να προβάλει και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα δεν υποβλήθηκαν λόγω δικής του υπαιτιότητας.

Καταληκτικώς, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτουν ενδείξεις από τα υποβληθέντα στοιχεία ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, αυτός θα διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.

Ως εκ τούτου, η εν λόγω μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κρίθηκε απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ(3)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ενήργησαν νομίμως και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης, καθότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησης προκύπτει ότι ο Αιτητής επαναλαμβάνει, κατ’ ουσίαν, ήδη προβληθέντες ισχυρισμούς περί επικινδυνότητας της κατάστασης στη χώρα καταγωγής του, γενικευμένης ανασφάλειας, φτώχειας και φόβου επιστροφής, χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε ουσιωδώς νέα πραγματικά περιστατικά ή νέα εξατομικευμένα δεδομένα που να μην είχαν τεθεί ή μπορούσαν να τεθούν ενώπιον της αρμόδιας αρχής κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης. Πρόκειται, συνεπώς, για στοιχεία και ισχυρισμούς οι οποίοι εξετάστηκαν, αξιολογήθηκαν και κρίθηκαν ήδη κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης διεθνούς προστασίας.

Οι δε αναφορές του περί κινδύνου για τη ζωή του, επιδείνωσης της κατάστασης στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και αποχώρησης της οικογένειάς του από τη χώρα, διατυπώνονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς επαρκή εξατομίκευση ή τεκμηρίωση, ώστε να δύνανται να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

Συναφώς, ορθώς οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι τα προβαλλόμενα στοιχεία δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια της σχετικής νομοθεσίας, αλλά αποτελούν επανάληψη ή περαιτέρω ανάπτυξη ήδη εξετασθέντων ισχυρισμών. Η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις C-18/20, X.Y. ν. Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, και C-216/22, σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη μέλη δύνανται να απορρίπτουν μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη όταν δεν προβάλλονται νέα στοιχεία ή πορίσματα ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.

Ομοίως, στην υπόθεση Mamta Rani ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. αρ. 149/2023, ημερ. 18/03/2025), κρίθηκε ότι η επανάληψη ή περαιτέρω ανάπτυξη ήδη εξετασθέντων ισχυρισμών δεν συνιστά νέο ουσιώδες στοιχείο υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, δικαιολογεί την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης.

Κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα ή περί τον νόμο, ούτε οποιαδήποτε πλημμέλεια ως προς την αιτιολογία της επίδικης απόφασης, η οποία κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη και εύλογα επιτρεπτή υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς δεν προχώρησαν σε νέα προσωπική συνέντευξη του Αιτητή. Και τούτο διότι, στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, η υποχρέωση διεξαγωγής προσωπικής συνέντευξης δεν είναι απόλυτη, ιδίως όταν τα προβαλλόμενα στοιχεία δεν κρίνονται ικανά να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου ούτε να δικαιολογούν περαιτέρω ουσιαστική εξέταση της αίτησης.

Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν επαρκούς έρευνας και νόμιμης αξιολόγησης των ενώπιον της Διοίκησης τεθέντων στοιχείων και ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.

Ως εκ τούτου, η παρούσα Προσφυγή απορρίπτεται, με €600 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 





[1] Βλ. ενδεικτικά, απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 156/2023, 10 Ιουνίου, 2025, και απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18 Μαρτίου, 2025.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο