ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: Τ122/25
08 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.B.S.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Τζοναθαν Μπετίτο (κος) για Πιερίδης και Πιερίδης (κοι) Δικηγόροι για τον Αιτητή
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 22/12/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 12/01/2024, με την οποία πληροφορήθηκε περί της απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησής του για διεθνή προστασία, δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Β τετράκις (2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ως αυτός έχει τροποποιηθεί.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύει τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και καταχωρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στις 06/01/2021, ενώ παρέλαβε τη σχετική βεβαίωση υποβολής αιτήματος στις 04/03/2021. Στις 04/12/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο Λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος ετοίμασε σχετική Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 12/12/2023.
Ακολούθως, στις 22/12/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Στις 29/12/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασης, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή στις 12/01/2024.
Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, ο Αιτητής καταχώρισε στις 30/01/2024 την Προσφυγή υπ’ αριθμόν 294/24 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/07/2024 (βλ. ερυθρό 68 του διοικητικού φακέλου).
Μεταγενέστερα, στις 10/12/2024, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου, αιτούμενος επανεξέταση του αιτήματός του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Στις 17/02/2025, αρμόδιος Λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σχετικό Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή.
Την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 17/02/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί ως απαράδεκτη. Αυθημερόν, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασης, η οποία παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 26/02/2025.
Εναντίον της εν λόγω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρίστηκε η παρούσα Προσφυγή υπ’ αριθμόν Τ122/25 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Ακολούθως, στις 23/05/2025, ο Αιτητής διόρισε δικηγόρο προς εκπροσώπησή του στην παρούσα διαδικασία και, κατόπιν σχετικού διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 26/05/2025, καταχωρίστηκε τροποποιημένη προσφυγή στις 04/06/2025.
Νομικοί Ισχυρισμοί
Ο Αιτητής δεν εξειδικεύει, στο εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας διαδικασίας, οποιαδήποτε συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια της επίδικης απόφασης. Το μόνο που αναφέρεται χειρόγραφα είναι ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθότι εκκρεμούν εναντίον του ποινικές κατηγορίες ενώπιον στρατοδικείου και φοβάται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα συλληφθεί και θα υποστεί βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση.
Ακολούθως, διά του συνηγόρου του, ο Αιτητής προβάλλει στο εισαγωγικό δικόγραφο πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν συνοδεύονται από επαρκή εξειδίκευση, σαφή αιτιολόγηση ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής προωθεί, ειδικότερα, ως λόγους ακύρωσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση στερείται της δέουσας αιτιολογίας, αποτελεί προϊόν πλάνης και/ή πραγματικής πλάνης και λήφθηκε χωρίς τη διεξαγωγή της απαιτούμενης έρευνας και της ορθής αξιολόγησης όλων των ουσιωδών γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης, κατά παράβαση, ως ισχυρίζεται, του δικαιώματος ακρόασής του.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τον κίνδυνο που, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του, περιλαμβανομένου του κινδύνου σύλληψης, βασανιστηρίων ή άλλης απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, και προχώρησαν στην απόρριψη του αιτήματός του χωρίς τη δέουσα εξέταση των σχετικών ισχυρισμών του.
Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν έλαβαν υπόψη το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησής του για επανεξέταση του φακέλου του, στο πλαίσιο της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, υποβλήθηκαν νέα ουσιώδη στοιχεία.
Τέλος, υποστηρίζεται ότι η Υπηρεσία Ασύλου αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να παράσχει στον Αιτητή τη δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του και απέρριψε το μεταγενέστερο αίτημά του χωρίς τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης αναφορικά με το παραδεκτό της αίτησης, κατά παράβαση του άρθρου 12Β τετράκις του περί Προσφύγων Νόμου καθώς και του άρθρου 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.
ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί) και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, συνοδευόμενο και από το σχετικό διοικητικό φάκελο (εφεξής «δ.φ.»). Το παρόν Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της επιφύλαξης στο εν λόγω εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της εκπροσώπου των συνηγόρων του Αιτητή.
Παράλληλα, το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
Το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει την έννοια του όρου «μεταγενέστερη αίτηση» ως ακολούθως: «"μεταγενέστερη αίτηση" σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ·».
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του «πρόσφυγα» και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό τον ορισμό.
Το άρθρο 11(8) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Αιτητή που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο.
Το άρθρο 14 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει διατάξεις σχετικά με τις ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας οι οποίες ανακύπτουν επιτόπου.
Το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας.
Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Απαράδεκτες αιτήσεις
12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
(α) [...]
(β) [...]
(γ) [...]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή
(ε) [...]»
Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης
16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –
(i) μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.
[...]»
Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, προκειμένου δηλαδή να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αρχικής αίτησης. Σημειώνετε ότι σύμφωνα με το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε μια μεταγενέστερη διαδικασία αίτησης ο αιτών έχει το βάρος απόδειξης να υποβάλει συγκεκριμένα νέα στοιχεία που δείχνουν ότι οι σχετικές περιστάσεις υπό το φως της αίτησής του για το καθεστώς πρόσφυγα ή την επικουρική προστασία «αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα» να πληροί τα κριτήρια διεθνούς προστασίας.
Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται, πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση, ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς να υπάρξει εξέταση επί της ουσίας της.
Κατά δεύτερον, εάν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε μόνο προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις:
α) τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή, διεθνούς προστασίας και
β) ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. (βλ. άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου)
Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις διατάξεις του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-921/19, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2021, η διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ορίζεται ως εξής: (Η υπογράμμισή του παρόντος δικαστηρίου)
«Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Περαιτέρω, τόσο η τελευταία περίοδος του άρθρου 40(3), όσο και το άρθρο 40(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προβλέπουν ότι εναπόκειται στα κράτη-μέλη να θέσουν επιπλέον προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, πρόβλεψη της οποίας έκανε χρήση ο εθνικός νομοθέτης με την εισαγωγή της υποπαραγράφου ii) στο άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επομένως, στη βάση της ανάλυσης που ακολούθησε το ΔΕΕ στην ανωτέρω απόφαση, το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τη διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης σε δύο στάδια, ένα προκαταρκτικό επί του παραδεκτού των νέων στοιχείων και, εφόσον γίνει παραδεκτή, ένα επί της ουσίας της αίτησης. Το προκαταρκτικό στάδιο χωρίζεται περαιτέρω σε δύο στάδια κατά τα οποία εξετάζονται τα εξής:
- αρχικά, εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ
- όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη/αρχική αίτηση, η εξέταση του παραδεκτού συνεχίζεται προκειμένου να εξακριβωθεί εάν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εάν ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (υποπαράγραφοι i) και ii) του άρθρου 16Δ(3)(β)).
Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι από τη διατύπωση του άρθρου 16Δ(3)(α) «Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη», προκύπτει ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης, δεν διεξάγεται συνέντευξη. Η προσθήκη αυτή στο συγκεκριμένο άρθρο έγινε με τον νόμο 142(I)/2020 της 13/10/2020 που τροποποίησε τον περί Προσφύγων Νόμο, χωρίς ωστόσο να γίνει αντίστοιχη τροποποίηση στο άρθρο 12Βτετράκις(3) με την προσθήκη επιφύλαξης ως προς την δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης πριν την απόφαση επί του παραδεκτού σε μεταγενέστερες αιτήσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις αν υπάρχει κάποια ασυμφωνία ή σύγκρουση μεταξύ των προνοιών μιας νομοθεσίας και αυτών μιας άλλης τότε υπερισχύουν οι πρόνοιες της μεταγενέστερης από τις δύο νομοθεσίες, γνωστή ως η αρχή lex posterior derogat legi priori (βλ. και Bennion on Statutory interpretation, 5th Edition, p.304-305 Section 87 Implied repeal).
O κανόνας συνίσταται στο ότι, μεταγενέστερος νόμος θεωρείται ότι καταργεί σιωπηρά προηγούμενο, εφ' όσον αυτός διαπιστώνεται ότι είναι αντιφατικός ή ασυμβίβαστος με νεότερο, οπότε είναι αδύνατο να συνυπάρχουν (βλ. MAMTA RANI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18/3/2025 Yπουργός Eσωτερικών της Kυπριακής Δημοκρατίας ν. The Jehovah's Witnesses Congregation (Cyprus) Ltd και άλλος (1995) 3 ΑΑΔ 78, Kυπριακή Δημοκρατία, μέσω Yπουργείου Eσωτερικών και Άλλη ν. Xρίστου Πασιαρδή (1996) 3 ΑΑΔ 34). Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς την ρύθμιση του ζητήματος καθώς προβλέπει τη δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης κατά το προκαταρκτικό στάδιο, ως η πρόβλεψη του άρθρου 16Δ(3)(α). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 42 «Διαδικαστικοί κανόνες»,
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες των οποίων η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 να απολαμβάνουν των εγγυήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία κανόνες για την προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40. Οι κανόνες αυτοί μπορούν μεταξύ άλλων: α) να υποχρεώνουν τον συγκεκριμένο αιτούντα να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία·
β) να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς προσωπική συνέντευξη, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6.
Οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση των αιτούντων σε νέα διαδικασία ούτε να οδηγούν πρακτικώς στη ματαίωση ή στο σοβαρό περιορισμό της πρόσβασης αυτής.»
Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως μεταγενέστερο διάβημα στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, η οποία έχει ήδη κριθεί από το αρμόδιο όργανο. Στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου, το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 16Δ(3)(α), δεν απαιτείται κλήση του αιτητή σε συνέντευξη, εφόσον η αίτηση δεν περνά το φίλτρο παραδεκτού. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης, υποχρεούται να συνεκτιμήσει το σύνολο των προγενέστερων στοιχείων, συγκρίνοντας την αρχική με τη μεταγενέστερη αίτηση, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον τίθενται για πρώτη φορά νέα στοιχεία ή ισχυρισμοί που να απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.
Η δυνατότητα παράλειψης της συνέντευξης στο εν λόγω στάδιο εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 42 παρ. 2(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το οποίο επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η προκαταρκτική εξέταση μεταγενέστερης αίτησης μπορεί να διενεργείται χωρίς προσωπική συνέντευξη, εφόσον τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 12 παρ. 1 και διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης σε νέα διαδικασία.
Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφαση C‑18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, όπου κρίθηκε ότι το άρθρο 14 της Οδηγίας δεν επιβάλλει υποχρέωση χορήγησης συνέντευξης όταν η αρμόδια αρχή περιορίζεται σε προκαταρκτική εξέταση παραδεκτού σύμφωνα με το άρθρο 40 της Οδηγίας, προσθέτοντας ότι η δυνατότητα παράλειψης συνέντευξης συνάδει με το άρθρο 42 παρ. 2(β), εφόσον τηρούνται οι δικονομικές εγγυήσεις» (βλ. σκ. 66–67 σε συνδυασμό με τις σκέψεις 40–42 και και 46–49,).
Κατά συνέπεια, η επιλογή του Προϊσταμένου να μην καλέσει σε συνέντευξη τον Αιτητή, εφόσον από τα προσκομισθέντα δεν διαφαίνεται η ύπαρξη νέων και ουσιωδών στοιχείων, όχι μόνο δεν αντίκειται στον Νόμο, αλλά ανταποκρίνεται απολύτως στο επιτρεπτό ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου παραδεκτού.
Από την ανωτέρω ανάλυση καθίσταται σαφές ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν αποτελεί ένδικο μέσο κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αλλά συνιστά αίτημα για ένα νέο διαδικαστικό διάβημα, η τύχη του οποίου εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ του Νόμου. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τον ελεγκτικό του ρόλο, εξετάζει αποκλειστικά τη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης επί του παραδεκτού, όπως αυτή προσδιορίζεται στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.
Η εν λόγω εξέταση δεν συνεπάγεται την επαναξιολόγηση της αρχικής αίτησης ή τη συνολική αναψηλάφηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έχουν ήδη κριθεί αμετακλήτως. Η μεταγενέστερη αίτηση αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική πράξη, η αποδοχή ή η απόρριψη της οποίας προϋποθέτει την επίκληση και την τεκμηρίωση νέων και ουσιωδών στοιχείων, τα οποία δεν είχαν προβληθεί ή δεν μπορούσαν να προβληθούν κατά την αρχική διαδικασία.
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Εφετείου,[1], στις περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων που προσβάλλονται ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., παγίως γίνεται δεκτό ότι το παρόν Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας των προϋποθέσεων παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης που κρίθηκε απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια τόσο με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-216/22, A. A. κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 08/02/2024, και C-563/22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερ. 13/06/2024.
Συνεπώς, παρά τον ευρύ χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου που ασκείται επί αποφάσεων απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιοδοσία να προχωρήσει πέραν της κρίσης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ούτε δύναται να αποφανθεί το ίδιο επί της ουσίας του αιτήματος για διεθνή προστασία.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Προχωρώντας, εξετάζεται ο ισχυρισμός που προβάλλει ο συνήγορος τoυ Αιτητή αναφορικά με την έλλειψη δέουσας και πλήρους έρευνας κατά τη διοικητική επεξεργασία της μεταγενέστερης αίτησης. Ο ισχυρισμός αυτός, , συνδέεται με την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης και, ως εκ τούτου, δύναται να εξεταστεί υπό το πρίσμα του ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί της πληρότητας και επάρκειας της κρίσης περί παραδεκτού, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 11(3) του Νόμου 73(Ι)/2018.
Υπό το φως του περιεχομένου του ως άνω ισχυρισμού, υπενθυμίζεται ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, όταν καλείται να επιληφθεί απόφασης με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, περιορίζεται αυστηρά στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της διοικητικής κρίσης περί παραδεκτού. Η αρμοδιότητα αυτή δεν εκτείνεται σε επανεξέταση της ουσίας του αιτήματος για παροχή διεθνούς προστασίας, εκτός και εάν προκύπτει ότι έχουν πληρωθεί οι σωρευτικές προϋποθέσεις που τίθενται στα άρθρα 16Δ και 12Β τετράκις του Νόμου.
Η εν λόγω προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία του Εφετείου, το οποίο στην υπόθεση Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας (αρ. έφεσης 657/2022) έκρινε ρητά ότι:
«Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. [...] Η απόφαση δεν ήταν αντικείμενο της εδώ υπό εξέταση πρωτόδικης προσφυγής και, ως εκ τούτου, δεν ήταν και επίδικο ζήτημα προς κρίση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε και οποιαδήποτε δικαιοδοσία να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, πόσο μάλλον να το κρίνει».
Η πιο πάνω θέση του Εφετείου εδραιώνει την αρχή ότι η καταχώριση μεταγενέστερης αίτησης δεν οδηγεί αυτομάτως σε επανεξέταση της ουσίας του αιτήματος, παρά μόνο εφόσον πληρούνται οι αυστηρά προσδιορισμένες προϋποθέσεις του παραδεκτού, όπως ορίζονται στον νόμο.
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η έκταση, ο τρόπος και η μέθοδος της διοικητικής έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, νοουμένου ότι η έρευνα εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης και επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών και πλήρως τεκμηριωμένων συμπερασμάτων (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών, Α.Ε. 1518/1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371/1999).
Το κριτήριο επάρκειας της έρευνας δεν συνίσταται σε απόλυτη ή μηχανιστική εξάντληση κάθε δυνατής πληροφορίας, αλλά στην αξιολόγηση κατά πόσον η Διοίκηση συλλέγει, αναλύει και συνεκτιμά τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα, αναλόγως της φύσης και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης (βλ. Jamal Karou v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010· Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, αρ. 606/1991, ημερ. 22.9.1992).
Κατά συνέπεια, και υπό το πρίσμα της ανωτέρω νομολογίας περί ορίων της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και των αρχών που διέπουν την έννοια της δέουσας έρευνας, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί περαιτέρω ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν, εντός του πλαισίου της προκαταρκτικής εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 16Δ(3) του Νόμου, το αρμόδιο διοικητικό όργανο προέβη σε επαρκή και κατά νόμον επιβαλλόμενη εξέταση των στοιχείων της μεταγενέστερης αίτησης.
Κατά το στάδιο της διοικητικής εξέτασης της αρχικής αίτησης διεθνούς προστασίας, προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ότι ο Αιτητής δήλωσε πως ο κύριος λόγος εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του ήταν η συνεχιζόμενη κρίση στο Καμερούν, γνωστή ως «Αγγλόφωνη Κρίση», η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, διαρκεί εδώ και αρκετά έτη. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η εν λόγω κρίση επηρέασε αρνητικά την προσωπική, εκπαιδευτική και επαγγελματική του ζωή, καθώς και την ψυχολογική του κατάσταση. Ειδικότερα, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του στην εταιρεία MTN εξαναγκαζόταν να προβαίνει σε παράνομες συναλλαγές.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, εξαιτίας των ανωτέρω περιστάσεων, τόσο η δική του ζωή όσο και η ζωή της οικογένειάς του τέθηκαν σε κίνδυνο, με αποτέλεσμα να μην έχει άλλη επιλογή από το να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του. Δήλωσε επίσης ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στο Καμερούν, καθότι φοβάται ότι ενδέχεται να σκοτωθεί, και ως εκ τούτου αιτήθηκε την παραχώρηση διεθνούς προστασίας. [βλ. ερυθρό 3-1 δ.φ.]
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής επανέλαβε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω της πολιτικής κρίσης μεταξύ των αγγλόφωνων και γαλλόφωνων πληθυσμών, την οποία προσδιόρισε ως την κύρια αιτία αναχώρησής του. Ανέφερε ότι η κρίση αυτή τον επηρέασε τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, ιδίως σε εκπαιδευτικό, ψυχολογικό και επαγγελματικό επίπεδο.
Ειδικότερα, δήλωσε ότι, μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του, επιθυμούσε να συνεχίσει σε μεταπτυχιακό επίπεδο, πλην όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό λόγω των επιπτώσεων της κρίσης στη λειτουργία των σχολείων και του εκπαιδευτικού συστήματος στην περιοχή του.
Σε σχέση με την επαγγελματική του δραστηριότητα, ανέφερε ότι εργαζόταν στην εταιρεία MTN, στο τμήμα mobile money. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αυτονομιστές από την αγγλόφωνη περιοχή γνώριζαν την εργοδότησή του στην εν λόγω εταιρεία και διατηρούσαν εχθρική στάση απέναντί της, θεωρώντας ότι παρείχε πληροφορίες στις κρατικές στρατιωτικές δυνάμεις για τον εντοπισμό τους. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι γνώριζε πως το τμήμα στο οποίο εργαζόταν παρείχε πληροφορίες στον στρατό αναφορικά με την τοποθεσία των αυτονομιστών.
Στη βάση των ανωτέρω, ανέφερε ότι οι αυτονομιστές του ασκούσαν πιέσεις να παραιτηθεί από την εργασία του, διαφορετικά θα του προκαλούσαν βλάβη. Τελικώς, δήλωσε ότι παραιτήθηκε από την εργασία του περί τον Ιούνιο του 2019 και ακολούθως άρχισε να αναζητά τρόπους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του.
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον Αιτητή κατά τη διοικητική διαδικασία εξέτασης της αρχικής του αίτησης, προσδιόρισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, ενώ ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής δεχόταν πιέσεις και απειλές από τους αποκαλούμενους «Ambazonians» προκειμένου να παραιτηθεί από την εργασία του στην εταιρεία MTN.
Κατά την αξιολόγηση των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών, ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρουσίασε συνεκτική και αξιόπιστη αφήγηση αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ενώ τα σχετικά δεδομένα επιβεβαιώνονταν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, με αποτέλεσμα να τεκμηριώνεται τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, παρά τις σχετικές ερωτήσεις και την ευκαιρία που δόθηκε στον Αιτητή να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες, οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από ασάφεια και έλλειψη επαρκών συγκεκριμένων πληροφοριών, γεγονός που επηρέασε αρνητικά την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.
Ακολούθως, εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής καταχώρισε στις 30/01/2024 την Προσφυγή υπ’ αριθμόν 294/24 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16/07/2024.
Στη συνέχεια, ήτοι στις 10/12/2024, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση δυνάμει του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, προβάλλοντας ότι αδυνατεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθότι εκκρεμούν εναντίον του ποινικές κατηγορίες ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου από το έτος 2019. Υποστήριξε δε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, διατρέχει κίνδυνο άμεσης σύλληψης, βασανιστηρίων ή ακόμη και θανάτωσης, και για τον λόγο αυτό αιτείται την παραχώρηση διεθνούς προστασίας. [βλ. ερυθρό 82 δ.φ.]
Στο πλαίσιο της εν λόγω μεταγενέστερης αίτησης, ο Αιτητής προσκόμισε δύο έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. [βλ. ερυθρά 77–75 και 74–72 δ.φ.]
Το πρώτο έγγραφο αφορά ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους του Αιτητή. Στο περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης αναφέρεται ότι, μετά την αποφοίτησή του, ο Αιτητής εργοδοτήθηκε ως λογιστής στην εταιρεία MTN και τοποθετήθηκε στην πόλη Kumbo, περιοχή στην οποία δραστηριοποιούνταν ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες. Σύμφωνα με το έγγραφο, κατά τη διάρκεια επαγγελματικών αποστολών πωλήσεων, η ομάδα του Αιτητή δεχόταν συχνά απειλές από αυτονομιστές.
Περαιτέρω αναφέρεται ότι, τον Μάιο του 2019, η ομάδα του δέχθηκε ένοπλη επίθεση, κατά την οποία αφαιρέθηκαν χρήματα που σχετίζονταν με τις πωλήσεις. Κατόπιν του περιστατικού αυτού, οι αρχές φέρονται να κατηγόρησαν τον Αιτητή ότι παρείχε βοήθεια προς τους αυτονομιστές και κινήθηκε διαδικασία εναντίον του ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου. Παράλληλα, σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, ο Αιτητής δεχόταν πιέσεις, απειλές και απαγωγές από αυτονομιστές, οι οποίοι απαιτούσαν χρηματικά ποσά από αυτόν.
Επιπλέον, αναφέρεται ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε το Καμερούν και αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 04/10/2019. Σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, οι αρχές συνέχισαν να τον αναζητούν μετά την αναχώρησή του, συνελήφθη συγγενικό του πρόσωπο και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εις βάρος του από Στρατιωτικό Δικαστήριο για κατηγορίες σχετιζόμενες με αποσχιστικές δραστηριότητες.
Το δεύτερο έγγραφο συνίσταται σε έγγραφη δήλωση του ίδιου του Αιτητή, μέσω της οποίας αιτείται διεθνή προστασία, επικαλούμενος φόβο δίωξης και απειλές κατά της ζωής του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Ειδικότερα, ο Αιτητής αναφέρει ότι εργαζόταν στην εταιρεία MTN ως υπεύθυνος οικονομικών και λογιστικής και συμμετείχε σε αποστολές εγκατάστασης υπηρεσιών και προώθησης καρτών SIM στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, όπου μαίνεται σύγκρουση μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστών. Κατά τους ισχυρισμούς του, οι αυτονομιστές θεωρούσαν τους εργαζομένους στον τομέα των τηλεπικοινωνιών ως συνεργάτες της κυβέρνησης και, ως εκ τούτου, επιτίθεντο στις ομάδες εργασίας τους.
Περαιτέρω, αναφέρει ότι τον Μάιο του 2019, κατά τη διάρκεια αποστολής στην περιοχή Bui, η ομάδα του δέχθηκε επίθεση από αυτονομιστές σε ξενοδοχείο, κατά την οποία αφαιρέθηκαν εξοπλισμός και χρήματα που σχετίζονταν με τις πωλήσεις. Μετά το περιστατικό αυτό, σύμφωνα με την αφήγησή του, ανακρίθηκε από τη χωροφυλακή και κατηγορήθηκε ότι παρείχε οικονομική στήριξη στους αυτονομιστές. Δήλωσε ότι κρατήθηκε για περίοδο δύο εβδομάδων και ακολούθως αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους εγγύησης, ενώ η υπόθεση εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου.
Ο Αιτητής ισχυρίζεται επίσης ότι, μετά την αποφυλάκισή του, τοποθετήθηκε εκ νέου στην περιοχή Kumbo, όπου στοχοποιήθηκε από αυτονομιστές, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του, τον απήγαγαν, τον κακοποίησαν και τον απείλησαν απαιτώντας χρήματα.
Τέλος, αναφέρει ότι συγγενικό του πρόσωπο και συγκεκριμένα θείος του συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου για υποθέσεις σχετιζόμενες με όπλα, ενώ η οικογένειά του εξακολουθεί να δέχεται απειλές και παρενοχλήσεις. Ο ίδιος δηλώνει ότι εγκατέλειψε το Καμερούν και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 04/10/2019 για λόγους ασφαλείας και ότι, από το έτος 2022, εκκρεμούν εναντίον του ποινικές κατηγορίες ενώπιον του Στρατιωτικού Δικαστηρίου της Bamenda. Υποστηρίζει δε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, φοβάται ότι θα συλληφθεί, θα υποστεί βασανιστήρια ή άλλη σοβαρή βλάβη.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή, κρίνοντας ότι ο ίδιος δεν προέβαλε νέους ουσιώδεις ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε κατ’ ουσίαν τους ήδη προβληθέντες ισχυρισμούς της αρχικής του αίτησης. Ως εκ τούτου, έκριναν ότι τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, αναφορικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα, κρίθηκε ότι τόσο η ένορκη δήλωση όσο και το έγγραφο με τις προσωπικές σημειώσεις και αναφορές του Αιτητή έχουν καθαρά υποστηρικτικό χαρακτήρα και περιλαμβάνουν στοιχεία και ισχυρισμούς που συνδέονται άρρηκτα με τον πυρήνα του αρχικού αιτήματος διεθνούς προστασίας, το οποίο είχε ήδη εξεταστεί κατ’ ουσίαν και απορριφθεί τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και στο πλαίσιο της προηγούμενης προσφυγής του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Ειδικότερα, σε σχέση με τα έγγραφα στα ερυθρά 78–72 του διοικητικού φακέλου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η ένορκη δήλωση βασίζεται σε αναφορές και πληροφορίες νομικού εκπροσώπου, οι οποίες, αφ’ εαυτών, δεν συνιστούν άμεση και τεκμηριωμένη μαρτυρία αυτόπτη μάρτυρα. Παράλληλα, το έγγραφο με τις προσωπικές αναφορές του Αιτητή θεωρήθηκε επίσης υποστηρικτικού χαρακτήρα και κρίθηκε ότι δεν αυξάνει ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Ως προς τους ισχυρισμούς περί δίωξης από αυτονομιστές μαχητές («Ambazonians»), διαπιστώθηκε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν ήδη εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του και είχαν απορριφθεί τόσο στο πλαίσιο της προσωπικής του συνέντευξης όσο και στο πλαίσιο της προσφυγής που ακολούθησε. Συνεπώς, κρίθηκε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν συνιστούν νέα στοιχεία ικανά να διαφοροποιήσουν την προηγούμενη κρίση των αρμοδίων αρχών ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του περί Προσφύγων Νόμου για χορήγηση διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση σημείωσαν ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, πως εκκρεμούν εις βάρος του ποινικές κατηγορίες ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου ήδη από το έτος 2019 και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, διατρέχει κίνδυνο άμεσης σύλληψης, βασανιστηρίων ή ακόμη σοβαρότερης βλάβης. Ωστόσο, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε οποιαδήποτε επαρκή αιτιολόγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν είχε προβάλει τα εν λόγω στοιχεία και ισχυρισμούς κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, κατά τη συνέντευξή του ή στο πλαίσιο της προηγούμενης προσφυγής του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου στα ερυθρά 77–75, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, μετά την αποφυλάκισή του με εγγύηση, κλήθηκε να αποδείξει στις αρχές ότι δεν συνεργαζόταν με αποσχιστές, ενώ ανέφερε επίσης ότι οι απειλές εις βάρος του ιδίου και της οικογένειάς του κλιμακώθηκαν όταν ο θείος του προσεγγίστηκε και κρατήθηκε από αποσχιστές. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, όταν επέστρεψε στην περιοχή Bafoussam, συνελήφθη από τον στρατό και τις αρχές με κατηγορίες σχετιζόμενες με εμπορία όπλων.
Αντίστοιχα, στο έγγραφο στα ερυθρά 74–72, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, μετά την κατάσχεση χρημάτων και υλικού από αυτονομιστές, κατηγορήθηκε από τις αρχές του Καμερούν ότι συνεργαζόταν με αποσχιστές, με αποτέλεσμα να κρατηθεί για δύο εβδομάδες πριν αφεθεί ελεύθερος υπό όρους εγγύησης εν αναμονή της δίκης του.
Ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής, λόγω δικής του υπαιτιότητας, δεν είχε υποβάλει τα πιο πάνω στοιχεία ή πορίσματα σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, ενώ παράλληλα δεν αιτιολόγησε επαρκώς και πειστικά για ποιο λόγο δεν μπορούσε να τα προσκομίσει νωρίτερα.
Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε το Καμερούν αεροπορικώς, κάνοντας χρήση του διαβατηρίου του και φοιτητικής άδειας, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε σύλληψη ή παρεμπόδιση από τις αρχές της χώρας του. Σημειώθηκε επίσης ότι, κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, δεν είχε αναφέρει οποιαδήποτε δίωξη ή σοβαρή βλάβη εις βάρος συγγενικών του προσώπων που εξακολουθούν να διαμένουν στην περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του.
Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η Αίτηση έκριναν ότι, βάσει των στοιχείων που υποβλήθηκαν, δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν, αυτός θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ(3)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον Αιτητή στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της αρχικής διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία, το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι πυρηνικοί ισχυρισμοί του Αιτητή παραμένουν ουσιαστικά οι ίδιοι και εδράζονται στο ίδιο πραγματικό υπόβαθρο το οποίο είχε ήδη τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την εξέταση της αρχικής του αίτησης.
Ειδικότερα, ήδη από το στάδιο της αρχικής διαδικασίας, ο Αιτητής είχε προβάλει ως βασικό λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του την πολιτική και ένοπλη κρίση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και κυβερνητικών δυνάμεων στο Καμερούν, καθώς και τα προβλήματα που, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιμετώπισε λόγω της εργασίας του στην εταιρεία MTN. Είχε επίσης αναφερθεί σε πιέσεις και απειλές που δεχόταν από αυτονομιστές, επειδή θεωρείτο ότι συνεργαζόταν με τις κρατικές αρχές μέσω της εργασίας του.
Οι μεταγενέστεροι ισχυρισμοί του Αιτητή περί ποινικής δίωξης, σύλληψης, κράτησης, εκκρεμούσας διαδικασίας ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου και φόβου βασανιστηρίων σε περίπτωση επιστροφής του, δεν αποσυνδέονται από τον ήδη εξετασθέντα πυρήνα του αρχικού του αιτήματος, αλλά αποτελούν περαιτέρω ανάπτυξη και ενίσχυση της ίδιας αφήγησης περί στοχοποίησής του λόγω της εργασίας του στην MTN και της σύνδεσής του με το πλαίσιο της «Αγγλόφωνης Κρίσης».
Πράγματι, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εισάγουν ένα νέο πραγματικό γεγονός διαφορετικής φύσεως ή μια μεταγενέστερη εξέλιξη ανεξάρτητη από τα ήδη προβληθέντα περιστατικά, αλλά συνδέονται άμεσα και οργανικά με όσα ο ίδιος είχε ήδη επικαλεστεί κατά την αρχική διαδικασία, ήτοι την ύπαρξη απειλών από αυτονομιστές, την υποτιθέμενη συνεργασία της εταιρείας MTN με τις κρατικές αρχές και τον φόβο βλάβης λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι ισχυρισμοί περί κράτησης, κατηγοριών ή εκκρεμούς διαδικασίας ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου ανάγονται, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, σε γεγονότα τα οποία φέρονται να έλαβαν χώρα ήδη από το έτος 2019, δηλαδή προ της αναχώρησής του από το Καμερούν και σαφώς πριν από την εξέταση της αρχικής του αίτησης και της επακολουθήσασας προσφυγής του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης δεν συνιστούν, κατ’ αρχήν, νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά αποτελούν επαναδιατύπωση, εμπλουτισμό ή περαιτέρω εξειδίκευση ισχυρισμών που είχαν ήδη τεθεί ενώπιον των αρμοδίων αρχών κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του. Ειδικότερα οι νέες αναφορές του Αιτητή δεν μεταβάλλουν τον ουσιώδη πυρήνα του ήδη εξετασθέντος αιτήματός του για διεθνή προστασία. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης συνδέονται άμεσα με την ήδη εξετασθείσα αφήγησή του περί της εργασίας του στην εταιρεία MTN, της πολιτικής κρίσης στο Καμερούν και της φερόμενης στοχοποίησής του από αυτονομιστές και κρατικές αρχές, ζητήματα τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο αξιολόγησης κατά την αρχική διοικητική διαδικασία και κρίθηκαν επί της ουσίας.
Το γεγονός ότι ο Αιτητής, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης, προσέθεσε επιπρόσθετες λεπτομέρειες ή προέβη σε εκτενέστερη ανάπτυξη της ήδη προβληθείσας αφήγησής του, δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να προσδώσει στους ισχυρισμούς του τον χαρακτήρα «νέων στοιχείων ή πορισμάτων» κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, διευκρίνισε ότι «νέα στοιχεία ή πορίσματα» είναι εκείνα τα οποία δεν είχαν γνωστοποιηθεί και ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της προηγούμενης απόφασης. Επομένως, η μεταγενέστερη επαναδιατύπωση, συμπλήρωση ή λεπτομερέστερη ανάπτυξη ήδη γνωστών ισχυρισμών δεν αρκεί, χωρίς την ύπαρξη ουσιωδώς νέων πραγματικών περιστατικών ή αποδεικτικών στοιχείων, για να ενεργοποιήσει εκ νέου ουσιαστική εξέταση της αίτησης.
Εν προκειμένω, οι μεταγενέστεροι ισχυρισμοί του Αιτητή συνιστούν κατ’ ουσίαν περαιτέρω ανάπτυξη του ήδη εξετασθέντος αφηγηματικού πυρήνα, χωρίς να εισάγουν νέο πραγματικό υπόβαθρο ικανό να διαφοροποιήσει ουσιωδώς την προηγούμενη αξιολόγηση της υπόθεσης.
Στις περιπτώσεις όπου μια μεταγενέστερη αίτηση αποτελεί απλή επανάληψη ή περαιτέρω ανάπτυξη ισχυρισμών που είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία, χωρίς την προβολή πραγματικά νέων στοιχείων που να διαφοροποιούν ουσιωδώς την προηγούμενη αξιολόγηση, η αίτηση απορρίπτεται ορθώς ως απαράδεκτη. Η προσέγγιση αυτή συνάδει τόσο με το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου όσο και με το άρθρο 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, όπως αυτά ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Όπως επισημάνθηκε στη νομολογία του ΔΕΕ, και ειδικότερα στις υποθέσεις C-18/20 και C-216/22, όταν ο αιτητής δεν προσκομίζει νέα στοιχεία ή πορίσματα που να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να κινήσουν νέα πλήρη εξεταστική διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται στο στάδιο του παραδεκτού, στη βάση της αρχής του δεδικασμένου, καθότι η ουσία του αιτήματος έχει ήδη εξεταστεί και κριθεί.
Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Εφετείο. Ειδικότερα, στην υπόθεση Mamta Rani ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. αρ. 149/2023, ημερ. 18/03/2025), κρίθηκε ότι ισχυρισμοί οι οποίοι είχαν ήδη προβληθεί στην αρχική αίτηση και είχαν εξεταστεί κατά τη συνέντευξη δεν συνιστούν νέα και ουσιώδη στοιχεία, ενώ η επανάληψή τους στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης οδηγεί ορθώς στην απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Παρομοίως, στην υπόθεση Deepak Kumar (Έφεση αρ. 66/2022), επιβεβαιώθηκε ότι όταν ο αιτητής είχε ήδη τη δυνατότητα να προβάλει τους σχετικούς ισχυρισμούς κατά τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας —ήτοι κατά την αρχική αίτηση, τη συνέντευξη και την προσφυγή— η μεταγενέστερη επίκληση γεγονότων που προϋπήρχαν της αρχικής διαδικασίας δεν δικαιολογεί την επανεκκίνηση της εξέτασης της υπόθεσης.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρακτική καθοδήγηση της EUAA (πρώην EASO)[2], σύμφωνα με την οποία, όταν ένας αιτητής επαναλαμβάνει ήδη εξετασθέντες ισχυρισμούς και προσκομίζει στοιχεία που απλώς υποστηρίζουν ή ενισχύουν γεγονότα τα οποία είχαν ήδη τεθεί υπόψη της Διοίκησης, χωρίς να μεταβάλλουν ουσιωδώς την αξιολόγηση του κινδύνου ή τις πιθανότητες αναγνώρισης διεθνούς προστασίας, η μεταγενέστερη αίτηση παραμένει απαράδεκτη.
Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς κατέληξαν ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά επανάληψη και περαιτέρω ανάπτυξη ζητημάτων που είχαν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Ως εκ τούτου, η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση απορρίφθηκε ορθώς ως απαράδεκτη στο στάδιο του παραδεκτού.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ορισμένες από τις αναφορές που προβάλλονται στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης δύνανται να χαρακτηριστούν ως νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι και πάλιν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για περαιτέρω εξέταση της αίτησης επί της ουσίας.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησης προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί περί σύλληψης, κράτησης, ποινικών κατηγοριών ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου, αποφυλάκισης με εγγύηση, καθώς και περί στοχοποίησής του από κρατικές αρχές και αυτονομιστές, ανάγονται, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς του Αιτητή, σε γεγονότα τα οποία φέρονται να έλαβαν χώρα ήδη από το έτος 2019, ήτοι πριν από την αναχώρησή του από το Καμερούν και, κατ’ επέκταση, πριν από την υποβολή της αρχικής αίτησής του για διεθνή προστασία, την προσωπική του συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, καθώς και την εκδίκαση της προηγούμενης προσφυγής του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Ωστόσο, ο Αιτητής δεν παρείχε οποιαδήποτε επαρκή, σαφή ή πειστική εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν προέβαλε τους εν λόγω ισχυρισμούς κατά τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, ούτε αιτιολόγησε γιατί αδυνατούσε, χωρίς δική του υπαιτιότητα, να προσκομίσει τα σχετικά στοιχεία ή να αναφερθεί στα εν λόγω περιστατικά εγκαίρως (βλ. Deepak Kumar v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 66/2022, Mamta Rani v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 149/2023, και Bolarninwa Emmanuel Johnson v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 95/2023)
Η δε γενική επίκληση φόβου ή κινδύνου δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να δικαιολογήσει τη μη προβολή γεγονότων τα οποία, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς του, αποτελούσαν ήδη γνωστά και ουσιώδη στοιχεία της προσωπικής του αφήγησης ήδη από το 2019. Αντιθέτως, πρόκειται για περιστατικά τα οποία, εφόσον πράγματι είχαν λάβει χώρα, εύλογα θα αναμενόταν να προβληθούν εξαρχής κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του, ιδίως αφού σχετίζονται άμεσα με τον πυρήνα του ισχυριζόμενου φόβου δίωξης.
Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, ο Αιτητής φέρει το βάρος να υποβάλει εγκαίρως όλα τα στοιχεία που στηρίζουν το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθώς και να παράσχει επαρκή και πειστική εξήγηση ως προς οποιαδήποτε καθυστερημένη προβολή ισχυρισμών ή προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων.
Η πιο πάνω αρχή απορρέει τόσο από το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13, A, B και C, το ΔΕΕ έκρινε ότι, μολονότι η καθυστερημένη αποκάλυψη ευαίσθητων στοιχείων δεν οδηγεί αυτομάτως σε απόρριψη της αξιοπιστίας του αιτητή, εντούτοις η καθυστέρηση αυτή αποτελεί στοιχείο το οποίο δύναται να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, εκτός εάν ο αιτητής παράσχει επαρκή και πειστική εξήγηση λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων.
Συναφώς, στην υπόθεση C-921/19, LH, το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι, ακόμη και στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης, ο αιτητής εξακολουθεί να υπέχει καθήκον συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές και οφείλει να εισφέρει εγκαίρως τα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή του ή να αιτιολογήσει επαρκώς την αδυναμία προηγούμενης υποβολής τους. Η δε υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργαστούν για την αξιολόγηση του αιτήματος προϋποθέτει ότι ο ίδιος ο αιτητής εκπλήρωσε προηγουμένως τη δική του υποχρέωση συνεργασίας.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με το άρθρο 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο απαιτεί όπως ο Αιτητής αποδείξει ότι, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα επίμαχα στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής δεν παρείχε οποιαδήποτε επαρκή ή εύλογη εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο τα προβαλλόμενα στοιχεία και ισχυρισμοί δεν είχαν τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ή του Δικαστηρίου κατά την προηγούμενη διαδικασία, παρά το γεγονός ότι αφορούν περιστατικά τα οποία, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς του, ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της αρχικής απόφασης.
Συναφώς, το άρθρο 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου απαιτεί, ως σωρευτική προϋπόθεση για περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, να ικανοποιείται ο Προϊστάμενος ότι ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου.
Στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο δεν τεκμηριώνεται τέτοια αδυναμία, αλλά αντιθέτως προκύπτει ότι ο Αιτητής είχε επαρκείς ευκαιρίες να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς τόσο κατά την αρχική διοικητική διαδικασία όσο και κατά την προηγούμενη δικαστική διαδικασία που ακολούθησε.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι μεταγενέστερες αναφορές του Αιτητή συνιστούν νέα στοιχεία, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι αδυνατούσε, χωρίς δική του υπαιτιότητα, να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς κατά την προηγούμενη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του.
Περαιτέρω και επικουρικώς, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί και αναφορές του Αιτητή συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα και ότι πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι και πάλιν δεν ικανοποιείται η δεύτερη σωρευτική προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(i), ήτοι ότι τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στον Αιτητή.
Ειδικότερα, οι μεταγενέστερες αναφορές του Αιτητή εξακολουθούν να εδράζονται στο ίδιο πραγματικό υπόβαθρο που είχε ήδη αξιολογηθεί κατά την αρχική διαδικασία, ήτοι στους ισχυρισμούς περί στοχοποίησής του λόγω της εργασίας του στην εταιρεία MTN και της φερόμενης σύνδεσής του με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστών στο Καμερούν.
Οι δε πρόσθετες αναφορές περί κράτησης, εκκρεμών κατηγοριών ή διαδικασίας ενώπιον Στρατιωτικού Δικαστηρίου δεν συνοδεύονται από αντικειμενικά, ανεξάρτητα και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία ικανά να μεταβάλουν ουσιωδώς την ήδη διαμορφωθείσα αξιολόγηση κινδύνου ή να διαφοροποιήσουν την προηγούμενη κρίση των αρμοδίων αρχών ως προς την αξιοπιστία και τη βασιμότητα του αιτήματός του.
Αντιθέτως, οι εν λόγω αναφορές συνιστούν, κατ’ ουσίαν, περαιτέρω ανάπτυξη της ήδη εξετασθείσας αφήγησης του Αιτητή και δεν δύνανται να θεωρηθούν ως στοιχεία τέτοιας βαρύτητας ή αποδεικτικής αξίας που να αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Συναφώς, το κριτήριο του άρθρου 16Δ(3)(β)(i) δεν ικανοποιείται με την απλή επανάληψη ή ενίσχυση ήδη απορριφθέντων ισχυρισμών, αλλά απαιτεί την προβολή στοιχείων ικανών να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς την αξιολόγηση της υπόθεσης και να δημιουργήσουν πραγματική και ουσιαστική πιθανότητα διαφορετικής έκβασης της αίτησης διεθνούς προστασίας. Τέτοια στοιχεία δεν προκύπτουν στην παρούσα περίπτωση.
Ως προς την ανάλυση των εγγράφων που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση, ήτοι της ένορκης δήλωσης μέσω δικηγορικού γραφείου στο Καμερούν και των προσωπικών αναφορών του Αιτητή, ο Λειτουργός διαπίστωσε ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν εισάγουν ουσιωδώς νέο πραγματικό πυρήνα, αλλά επαναλαμβάνουν ισχυρισμούς ήδη γνωστούς και εξετασθέντες κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Ειδικότερα, ο Λειτουργός εντόπισε χρονικές και ουσιαστικές ασυνέπειες στα προσκομισθέντα στοιχεία. Συγκεκριμένα, καταγράφηκε ότι στο έγγραφο με ερυθρά 77–75 αναφερόταν πως ο Αιτητής εγκατέλειψε τη γενέτειρά του στις 04/10/2019, ενώ κατά την αρχική διαδικασία είχε δηλώσει ότι εγκατέλειψε το Καμερούν στις 05/10/2019, στοιχείο το οποίο αξιολογήθηκε ως χρονική ανακολουθία. Παράλληλα, επισημάνθηκε αντίφαση ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, εκκρεμούσαν στρατιωτικές κατηγορίες εναντίον του, αφού σε διαφορετικά έγγραφα γινόταν αναφορά τόσο στο έτος 2019 όσο και στο 2022.
Επιπλέον, ο Λειτουργός έκρινε ότι τα έγγραφα που υποβλήθηκαν είχαν κυρίως υποστηρικτικό χαρακτήρα και βασίζονταν σε αναφορές και ισχυρισμούς του ίδιου του Αιτητή ή του νομικού του εκπροσώπου στο Καμερούν, χωρίς να συνιστούν αυτοτελή, ανεξάρτητα ή αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία ικανά να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς την ήδη κριθείσα υπόθεση.
Συναφώς, ο Λειτουργός κατέληξε ότι τα εν λόγω στοιχεία:
(α) δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου,
(β) δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισης του Αιτητή ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, και
(γ) δεν δικαιολογούν περαιτέρω ουσιαστική εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν απέρριψε συνοπτικά ή άνευ εξέτασης τη μεταγενέστερη αίτηση, αλλά προέβη σε προκαταρκτική αξιολόγηση των υποβληθέντων στοιχείων υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του άρθρου 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου. Ο Λειτουργός αξιολόγησε το περιεχόμενο των νέων εγγράφων σε συνάρτηση με τον ήδη υφιστάμενο διοικητικό φάκελο, εξετάζοντας τόσο τη φύση όσο και την αποδεικτική τους αξία, καθώς και το κατά πόσον αυτά διαφοροποιούν ουσιωδώς την προηγούμενη κρίση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Υπό το φως των πιο πάνω, δεν διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως έλλειψη δέουσας έρευνας ή παντελής απουσία αιτιολογίας εκ μέρους της Διοίκησης. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση φαίνεται να εδράζεται στην κρίση ότι τα προσκομισθέντα στοιχεία επαναλαμβάνουν ήδη εξετασθέντες ισχυρισμούς και δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να δικαιολογείται περαιτέρω εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης επί της ουσίας.
Το παρόν Δικαστήριο, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως την αποδεικτική αξία των εγγράφων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης, διαπιστώνει ότι τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν περιορισμένη αποδεικτική βαρύτητα και δεν δύνανται να θεωρηθούν ως νέα ουσιώδη στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Εφετείου στην υπόθεση Bolarninwa Emmanuel Johnson (95/2023), η αξιολόγηση εγγράφων στο πλαίσιο αιτήσεων διεθνούς προστασίας διενεργείται στη βάση των προτύπων του EUAA και εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη συνάφεια των εγγράφων με το αίτημα ασύλου, τη συμβατότητα του περιεχομένου τους με τους ισχυρισμούς του αιτητή και τις πληροφορίες της χώρας καταγωγής, την ακρίβεια και λεπτομέρεια των εγγράφων, καθώς και από το κατά πόσον αυτά συνιστούν άμεση και αντικειμενική μαρτυρία ουσιωδών πραγματικών περιστατικών.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν συνοδεύονται από επαρκή αντικειμενικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη γνησιότητα και αξιοπιστία τους, ενώ το περιεχόμενό τους περιορίζεται κατ’ ουσίαν στην επανάληψη ή υποστήριξη ισχυρισμών του ίδιου του Αιτητή, οι οποίοι είχαν ήδη προβληθεί και αξιολογηθεί κατά την αρχική διαδικασία. Περαιτέρω, οι ουσιώδεις ασυνέπειες που παρατηρούνται μεταξύ του περιεχομένου των εγγράφων και των προηγούμενων δηλώσεων του Αιτητή επηρεάζουν αρνητικά την αποδεικτική τους αξία.
Ειδικότερα, η ένορκη δήλωση που προέρχεται από δικηγορικό γραφείο στο Καμερούν (ερυθρά 77–75) δεν συνιστά πρωτογενές αποδεικτικό μέσο προερχόμενο από αρμόδια κρατική ή ανεξάρτητη αρχή, αλλά βασίζεται κατά κύριο λόγο σε αφηγήσεις και ισχυρισμούς του ίδιου του Αιτητή ή προσώπων που συνδέονται με αυτόν. Το περιεχόμενό της δεν συνοδεύεται από επίσημα έγγραφα, όπως ένταλμα σύλληψης, δικαστική κλήση, απόφαση στρατοδικείου ή άλλο αντικειμενικό τεκμήριο, ικανό να επαληθεύσει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί εκκρεμών ποινικών κατηγοριών ή πραγματικού κινδύνου δίωξης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων παρουσιάζει ουσιώδεις ασυνέπειες σε σχέση με τις προηγούμενες δηλώσεις του Αιτητή, ιδίως αναφορικά με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων και τον χρόνο αναχώρησής του από το Καμερούν. Οι αντιφάσεις αυτές επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία των προβαλλόμενων ισχυρισμών και μειώνουν αισθητά την αποδεικτική αξία των σχετικών στοιχείων.
Ομοίως, τα λοιπά έγγραφα και προσωπικές αναφορές του Αιτητή (ερυθρά 74–72) έχουν εμφανώς υποστηρικτικό χαρακτήρα και δεν προέρχονται από ανεξάρτητες, αντικειμενικές ή επίσημες πηγές. Τα στοιχεία αυτά περιορίζονται κυρίως στην επανάληψη ισχυρισμών που είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία ασύλου και στο πλαίσιο της προηγούμενης προσφυγής του Αιτητή, χωρίς να εισάγουν νέο πραγματικό πυρήνα ή ουσιώδη διαφοροποίηση των ήδη αξιολογηθέντων περιστατικών.
Το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν τεκμηριώνουν με επαρκή και αντικειμενικό τρόπο ότι ο Αιτητής αποτελεί πρόσωπο ειδικού ενδιαφέροντος για τις αρχές του Καμερούν ή ότι υφίσταται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος δίωξης, βασανιστηρίων ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα επίμαχα στοιχεία δεν διαθέτουν τέτοια αποδεικτική ισχύ ώστε να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στον Αιτητή, ούτε διαφοροποιούν ουσιωδώς την ήδη διαμορφωθείσα κρίση της Διοίκησης επί του αιτήματός του. Ως εκ τούτου, η εκτίμηση της Υπηρεσίας Ασύλου περί περιορισμένης αποδεικτικής αξίας των εν λόγω εγγράφων κρίνεται εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη.
Σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται διά της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης δύνανται να κλονίσουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας αιτιολογίας δεν ευσταθεί. Από το περιεχόμενο της Έκθεσης/Εισήγησης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει με επάρκεια η συλλογιστική της Διοίκησης, καθώς καταγράφονται τα στοιχεία που υποβλήθηκαν, αξιολογείται το περιεχόμενό τους σε συνάρτηση με τον ήδη υφιστάμενο διοικητικό φάκελο και εξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους κρίθηκε ότι αυτά δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου. Η αιτιολογία της απόφασης είναι σαφής, επαρκής και επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει αποτελεσματικά τον ακυρωτικό του έλεγχο.
Ούτε διαπιστώνεται πλάνη ή πραγματική πλάνη εκ μέρους της Διοίκησης. Αντιθέτως, η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε συγκριτική αξιολόγηση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν κατά την αρχική διαδικασία και εκείνων που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης και κατέληξε, κατόπιν εύλογης εκτίμησης, ότι οι μεταγενέστεροι ισχυρισμοί δεν διαφοροποιούν ουσιωδώς τον ήδη εξετασθέντα πραγματικό πυρήνα της υπόθεσης. Το γεγονός ότι ο Αιτητής διαφωνεί με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να καταδείξει πλάνη της Διοίκησης.
Περαιτέρω, απορριπτέος κρίνεται και ο ισχυρισμός περί ανεπαρκούς έρευνας. Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο αρμόδιος Λειτουργός εξέτασε τα έγγραφα και τις αναφορές που προσκομίστηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση, τα συνέκρινε με τα δεδομένα της αρχικής διαδικασίας και αξιολόγησε τόσο τη φύση όσο και την αποδεικτική τους αξία. Η Διοίκηση δεν είχε υποχρέωση να επαναλάβει πλήρη ουσιαστική εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας, εφόσον στο προκαταρκτικό στάδιο κρίθηκε ότι δεν υποβλήθηκαν νέα ουσιώδη στοιχεία τα οποία να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3)(β) του Νόμου.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο κίνδυνος που φέρεται να αντιμετωπίζει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί περί σύλληψης, βασανιστηρίων, δίωξης λόγω σχέσεων με αποσχιστές και εκκρεμών κατηγοριών ενώπιον στρατοδικείου είχαν ήδη τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την αρχική διαδικασία και αποτέλεσαν αντικείμενο αξιολόγησης τόσο από τη Διοίκηση όσο και από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στην προσφυγή υπ’ αριθμόν 294/24. Η μεταγενέστερη αίτηση δεν εισήγαγε νέα αντικειμενικά ή ανεξάρτητα στοιχεία ικανά να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς την προηγούμενη κρίση.
Ως προς τον ισχυρισμό ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε να επιτρέψει στον Αιτητή να εκθέσει τις απόψεις του λόγω μη διεξαγωγής προσωπικής συνέντευξης, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αντίκειται στο σαφές γράμμα του άρθρου 16Δ(2) και 16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο ρητώς προβλέπει ότι κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη τα υποβληθέντα στοιχεία χωρίς τη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης. Η εν λόγω ρύθμιση εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 42(2)(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, καθώς και με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε παραβίαση του δικαιώματος ακρόασης του Αιτητή ή ουσιώδη πλημμέλεια της διοικητικής διαδικασίας. Οι αιτιάσεις που προβάλλονται διά της γραπτής αγόρευσης περιορίζονται, κατ’ ουσίαν, σε διαφωνία με την αξιολογική κρίση της Διοίκησης και σε επανάληψη ισχυρισμών που είχαν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας ασύλου.
Υπό το φως του συνόλου των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση εφάρμοσε ορθώς τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου κατά την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή και προέβη σε νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη κρίση ως προς το απαράδεκτο αυτής.
Ειδικότερα, η Υπηρεσία Ασύλου προέβη στη δέουσα προκαταρκτική εξέταση των στοιχείων που υποβλήθηκαν με τη μεταγενέστερη αίτηση, αξιολόγησε το περιεχόμενό τους σε συνάρτηση με τα ήδη υπάρχοντα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και κατέληξε, εντός των ορίων της επιτρεπτής διοικητικής εκτίμησης, ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν συνιστούν νέα ουσιώδη στοιχεία ή πορίσματα, ούτε αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στον Αιτητή.
Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε έλλειψη δέουσας έρευνας, πλάνη περί τα πράγματα, ανεπαρκή αιτιολογία ή παραβίαση των δικονομικών δικαιωμάτων του Αιτητή. Αντιθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση ερείδεται σε σαφή και επαρκή αιτιολογία, η οποία προκύπτει τόσο από την Έκθεση/Εισήγηση όσο και από το σύνολο του διοικητικού φακέλου.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη διεξαγωγή προσωπικής συνέντευξης κατά το στάδιο εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης ήταν απολύτως σύμφωνη με τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου και το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο.
Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε νομίμως και εντός του πλαισίου της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε ακυρωτική πλημμέλεια.
Ως εκ τούτου, η παρούσα Προσφυγή απορρίπτεται και επιδικάζονται έξοδα ύψους €700 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Βλ. ενδεικτικά, απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 156/2023, 10 Ιουνίου, 2025, και απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18 Μαρτίου, 2025.
[2] EASO Practical Guide on Subsequent Applications EASO Practical Guide Series December 2021 https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/practical-guide-subsequent-applications.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο