ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: Τ142/25
11 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R.L.L
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
M. Μαυρονικόλας (κος) Δικηγόρος για την Αιτήτρια
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: η Αιτήτρια, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 18/02/2025,, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 04/03/2025, με την οποία πληροφορήθηκε περί της απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησής του για διεθνή προστασία, δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Β τετράκις (2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ως αυτός έχει τροποποιηθεί.
Γεγονότα
Τα γεγονότα της υπό εξέτασης υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα, το οποίο συνοδεύει τον διοικητικό φάκελο που αφορά την Αιτήτρια και καταχωρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019. Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 29/10/2021 ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ παρέλαβε βεβαίωση υποβολής του αιτήματός της στις 01/11/2021. Στις 03/11/2021 παραπέμφθηκε σε διαδικασία εκτίμησης της ευαλωτότητάς της, στο πλαίσιο της οποίας κρίθηκε ως άτομο χαμηλού κινδύνου.
Ακολούθως, στις 21/06/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (εφεξής «EUAA»), ο οποίος ετοίμασε, στις 05/07/2023, Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την αίτηση διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός της. Ακολούθως, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε, στις 17/07/2023, την εν λόγω εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας. Στις 29/08/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από την ίδια αυθημερόν.
Στις 07/09/2023, η Αιτήτρια καταχώρισε, διά της δικηγόρου της, την υπ’ αριθμόν 3096/23 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία εν συνεχεία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 08/10/2024.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση στην Υπηρεσία Ασύλου για επανεξέταση του αιτήματός της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στις 12/02/2025. Στις 17/02/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία. Στις 18/02/2025, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενεργώντας εκ μέρους του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εν λόγω Έκθεση-Εισήγηση, η οποία κατέληγε στην εισήγηση όπως η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας κριθεί απαράδεκτη. Στις 26/02/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα της Αιτήτριας, η οποία επιδόθηκε διά χειρός στην ίδια και μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί στις 04/03/2025. Ακολούθως, στις 19/03/2025, η Αιτήτρια καταχώρισε, διά του συνηγόρου της, την υπό εξέταση προσφυγή.
Νομικοί ισχυρισμοί
Η Αιτήτρια, διά του συνηγόρου της, προβάλλει στο εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς, ωστόσο, αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, καθότι, κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, η Αιτήτρια προσκόμισε αυθεντικό απόκομμα ασπρόμαυρης εφημερίδας, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, εσφαλμένα κρίθηκε ότι δεν επαυξάνει τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι το εν λόγω έγγραφο συνιστά νέο στοιχείο, δεδομένου ότι εκδόθηκε σε χρόνο μεταγενέστερο της αρχικής αίτησης ασύλου.
Περαιτέρω, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε ότι, μολονότι το προσκομισθέν έγγραφο χαρακτηρίζεται ως αυθεντικό, ο αρμόδιος λειτουργός καταλήγει εν συνεχεία στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει η γνησιότητά του, γεγονός που, κατά τον ίδιο, εγείρει ζητήματα επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εν λόγω κρίση.
Καταληκτικώς, ο συνήγορος της Αιτήτριας επισήμανε ότι, δεδομένου ότι η προσφυγή που αφορούσε την αρχική αίτηση ασύλου αποσύρθηκε, αιτείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης προς πλήρη εξέταση της ουσίας αυτής.
ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί) και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, συνοδευόμενο και από το σχετικό διοικητικό φάκελο (εφεξής «δ.φ.»). Το παρόν Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της επιφύλαξης στο εν λόγω εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της εκπροσώπου των συνηγόρων του Αιτητή.
Παράλληλα, το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
Το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει την έννοια του όρου «μεταγενέστερη αίτηση» ως ακολούθως: «"μεταγενέστερη αίτηση" σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ·».
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του «πρόσφυγα» και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό τον ορισμό.
Το άρθρο 11(8) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Αιτητή που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο.
Το άρθρο 14 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει διατάξεις σχετικά με τις ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας οι οποίες ανακύπτουν επιτόπου.
Το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας.
Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Απαράδεκτες αιτήσεις
12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
(α) [...]
(β) [...]
(γ) [...]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή
(ε) [...]»
Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης
16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –
(i) μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.
[...]»
Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, προκειμένου δηλαδή να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αρχικής αίτησης. Σημειώνετε ότι σύμφωνα με το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε μια μεταγενέστερη διαδικασία αίτησης ο αιτών έχει το βάρος απόδειξης να υποβάλει συγκεκριμένα νέα στοιχεία που δείχνουν ότι οι σχετικές περιστάσεις υπό το φως της αίτησής του για το καθεστώς πρόσφυγα ή την επικουρική προστασία «αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα» να πληροί τα κριτήρια διεθνούς προστασίας.
Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται, πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση, ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς να υπάρξει εξέταση επί της ουσίας της.
Κατά δεύτερον, εάν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε μόνο προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις:
α) τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή, διεθνούς προστασίας και
β) ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. (βλ. άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου)
Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις διατάξεις του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-921/19, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2021, η διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ορίζεται ως εξής: (Η υπογράμμισή του παρόντος δικαστηρίου)
«Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Περαιτέρω, τόσο η τελευταία περίοδος του άρθρου 40(3), όσο και το άρθρο 40(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προβλέπουν ότι εναπόκειται στα κράτη-μέλη να θέσουν επιπλέον προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, πρόβλεψη της οποίας έκανε χρήση ο εθνικός νομοθέτης με την εισαγωγή της υποπαραγράφου ii) στο άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επομένως, στη βάση της ανάλυσης που ακολούθησε το ΔΕΕ στην ανωτέρω απόφαση, το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τη διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης σε δύο στάδια, ένα προκαταρκτικό επί του παραδεκτού των νέων στοιχείων και, εφόσον γίνει παραδεκτή, ένα επί της ουσίας της αίτησης. Το προκαταρκτικό στάδιο χωρίζεται περαιτέρω σε δύο στάδια κατά τα οποία εξετάζονται τα εξής:
- αρχικά, εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ
- όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη/αρχική αίτηση, η εξέταση του παραδεκτού συνεχίζεται προκειμένου να εξακριβωθεί εάν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εάν ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (υποπαράγραφοι i) και ii) του άρθρου 16Δ(3)(β)).
Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι από τη διατύπωση του άρθρου 16Δ(3)(α) «Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη», προκύπτει ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης, δεν διεξάγεται συνέντευξη. Η προσθήκη αυτή στο συγκεκριμένο άρθρο έγινε με τον νόμο 142(I)/2020 της 13/10/2020 που τροποποίησε τον περί Προσφύγων Νόμο, χωρίς ωστόσο να γίνει αντίστοιχη τροποποίηση στο άρθρο 12Βτετράκις(3) με την προσθήκη επιφύλαξης ως προς την δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης πριν την απόφαση επί του παραδεκτού σε μεταγενέστερες αιτήσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις αν υπάρχει κάποια ασυμφωνία ή σύγκρουση μεταξύ των προνοιών μιας νομοθεσίας και αυτών μιας άλλης τότε υπερισχύουν οι πρόνοιες της μεταγενέστερης από τις δύο νομοθεσίες, γνωστή ως η αρχή lex posterior derogat legi priori (βλ. και Bennion on Statutory interpretation, 5th Edition, p.304-305 Section 87 Implied repeal).
O κανόνας συνίσταται στο ότι, μεταγενέστερος νόμος θεωρείται ότι καταργεί σιωπηρά προηγούμενο, εφ' όσον αυτός διαπιστώνεται ότι είναι αντιφατικός ή ασυμβίβαστος με νεότερο, οπότε είναι αδύνατο να συνυπάρχουν (βλ. MAMTA RANI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18/3/2025 Yπουργός Eσωτερικών της Kυπριακής Δημοκρατίας ν. The Jehovah's Witnesses Congregation (Cyprus) Ltd και άλλος (1995) 3 ΑΑΔ 78, Kυπριακή Δημοκρατία, μέσω Yπουργείου Eσωτερικών και Άλλη ν. Xρίστου Πασιαρδή (1996) 3 ΑΑΔ 34). Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς την ρύθμιση του ζητήματος καθώς προβλέπει τη δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης κατά το προκαταρκτικό στάδιο, ως η πρόβλεψη του άρθρου 16Δ(3)(α). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 42 «Διαδικαστικοί κανόνες»,
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες των οποίων η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 να απολαμβάνουν των εγγυήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία κανόνες για την προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40. Οι κανόνες αυτοί μπορούν μεταξύ άλλων: α) να υποχρεώνουν τον συγκεκριμένο αιτούντα να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία·
β) να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς προσωπική συνέντευξη, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6.
Οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση των αιτούντων σε νέα διαδικασία ούτε να οδηγούν πρακτικώς στη ματαίωση ή στο σοβαρό περιορισμό της πρόσβασης αυτής.»
Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως μεταγενέστερο διάβημα στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, η οποία έχει ήδη κριθεί από το αρμόδιο όργανο. Στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου, το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 16Δ(3)(α), δεν απαιτείται κλήση του αιτητή σε συνέντευξη, εφόσον η αίτηση δεν περνά το φίλτρο παραδεκτού. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης, υποχρεούται να συνεκτιμήσει το σύνολο των προγενέστερων στοιχείων, συγκρίνοντας την αρχική με τη μεταγενέστερη αίτηση, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον τίθενται για πρώτη φορά νέα στοιχεία ή ισχυρισμοί που να απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.
Η δυνατότητα παράλειψης της συνέντευξης στο εν λόγω στάδιο εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 42 παρ. 2(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το οποίο επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η προκαταρκτική εξέταση μεταγενέστερης αίτησης μπορεί να διενεργείται χωρίς προσωπική συνέντευξη, εφόσον τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 12 παρ. 1 και διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης σε νέα διαδικασία.
Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφαση C‑18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, όπου κρίθηκε ότι το άρθρο 14 της Οδηγίας δεν επιβάλλει υποχρέωση χορήγησης συνέντευξης όταν η αρμόδια αρχή περιορίζεται σε προκαταρκτική εξέταση παραδεκτού σύμφωνα με το άρθρο 40 της Οδηγίας, προσθέτοντας ότι η δυνατότητα παράλειψης συνέντευξης συνάδει με το άρθρο 42 παρ. 2(β), εφόσον τηρούνται οι δικονομικές εγγυήσεις» (βλ. σκ. 66–67 σε συνδυασμό με τις σκέψεις 40–42 και και 46–49,).
Κατά συνέπεια, η επιλογή του Προϊσταμένου να μην καλέσει σε συνέντευξη τον Αιτητή, εφόσον από τα προσκομισθέντα δεν διαφαίνεται η ύπαρξη νέων και ουσιωδών στοιχείων, όχι μόνο δεν αντίκειται στον Νόμο, αλλά ανταποκρίνεται απολύτως στο επιτρεπτό ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου παραδεκτού.
Από την ανωτέρω ανάλυση καθίσταται σαφές ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν αποτελεί ένδικο μέσο κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αλλά συνιστά αίτημα για ένα νέο διαδικαστικό διάβημα, η τύχη του οποίου εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ του Νόμου. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τον ελεγκτικό του ρόλο, εξετάζει αποκλειστικά τη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης επί του παραδεκτού, όπως αυτή προσδιορίζεται στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.
Η εν λόγω εξέταση δεν συνεπάγεται την επαναξιολόγηση της αρχικής αίτησης ή τη συνολική αναψηλάφηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έχουν ήδη κριθεί αμετακλήτως. Η μεταγενέστερη αίτηση αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική πράξη, η αποδοχή ή η απόρριψη της οποίας προϋποθέτει την επίκληση και την τεκμηρίωση νέων και ουσιωδών στοιχείων, τα οποία δεν είχαν προβληθεί ή δεν μπορούσαν να προβληθούν κατά την αρχική διαδικασία.
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Εφετείου,[1], στις περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων που προσβάλλονται ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., παγίως γίνεται δεκτό ότι το παρόν Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας των προϋποθέσεων παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης που κρίθηκε απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια τόσο με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-216/22, A. A. κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 08/02/2024, και C-563/22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερ. 13/06/2024.
Συνεπώς, παρά τον ευρύ χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου που ασκείται επί αποφάσεων απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιοδοσία να προχωρήσει πέραν της κρίσης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ούτε δύναται να αποφανθεί το ίδιο επί της ουσίας του αιτήματος για διεθνή προστασία.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Προχωρώντας, εξετάζεται ο ισχυρισμός που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας αναφορικά με την έλλειψη δέουσας και πλήρους έρευνας κατά τη διοικητική επεξεργασία της μεταγενέστερης αίτησης. Ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται με την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης και, ως εκ τούτου, δύναται να εξεταστεί υπό το πρίσμα του ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί της πληρότητας και επάρκειας της κρίσης περί παραδεκτού, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 11(3) του Νόμου 73(Ι)/2018.
Υπό το φως του περιεχομένου του ως άνω ισχυρισμού, υπενθυμίζεται ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, όταν καλείται να επιληφθεί απόφασης με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, περιορίζεται αυστηρά στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της διοικητικής κρίσης περί παραδεκτού. Η αρμοδιότητα αυτή δεν εκτείνεται σε επανεξέταση της ουσίας του αιτήματος για παροχή διεθνούς προστασίας, εκτός και εάν προκύπτει ότι έχουν πληρωθεί οι σωρευτικές προϋποθέσεις που τίθενται στα άρθρα 16Δ και 12Β τετράκις του Νόμου.
Η εν λόγω προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία του Εφετείου, το οποίο στην υπόθεση Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας (αρ. έφεσης 657/2022) έκρινε ρητά ότι:
«Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. [...] Η απόφαση δεν ήταν αντικείμενο της εδώ υπό εξέταση πρωτόδικης προσφυγής και, ως εκ τούτου, δεν ήταν και επίδικο ζήτημα προς κρίση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε και οποιαδήποτε δικαιοδοσία να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, πόσο μάλλον να το κρίνει».
Η πιο πάνω θέση του Εφετείου εδραιώνει την αρχή ότι η καταχώριση μεταγενέστερης αίτησης δεν οδηγεί αυτομάτως σε επανεξέταση της ουσίας του αιτήματος, παρά μόνο εφόσον πληρούνται οι αυστηρά προσδιορισμένες προϋποθέσεις του παραδεκτού, όπως ορίζονται στον νόμο.
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η έκταση, ο τρόπος και η μέθοδος της διοικητικής έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, νοουμένου ότι η έρευνα εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης και επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών και πλήρως τεκμηριωμένων συμπερασμάτων (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών, Α.Ε. 1518/1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371/1999).
Το κριτήριο επάρκειας της έρευνας δεν συνίσταται σε απόλυτη ή μηχανιστική εξάντληση κάθε δυνατής πληροφορίας, αλλά στην αξιολόγηση κατά πόσον η Διοίκηση συλλέγει, αναλύει και συνεκτιμά τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα, αναλόγως της φύσης και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης (βλ. Jamal Karou v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010· Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, αρ. 606/1991, ημερ. 22.9.1992).
Κατά συνέπεια, και υπό το πρίσμα της ανωτέρω νομολογίας περί ορίων της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και των αρχών που διέπουν την έννοια της δέουσας έρευνας, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί περαιτέρω ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν, εντός του πλαισίου της προκαταρκτικής εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 16Δ(3) του Νόμου, το αρμόδιο διοικητικό όργανο προέβη σε επαρκή και κατά νόμον επιβαλλόμενη εξέταση των στοιχείων της μεταγενέστερης αίτησης.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθότι κατηγορήθηκε αδίκως για τη δολοφονία παιδιού συγγενικού της προσώπου, ενώ, όπως ισχυρίστηκε, αποστέλλονταν άτομα με σκοπό να της προκαλέσουν βλάβη.
Κατά το στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στις 12/12/1978 στην Kinshasa, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της (ερ. 51 1x - 48 1x του δ.φ.). Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμη, ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει και ότι διατηρεί έναν μεγαλύτερο αδελφό, ο οποίος διαμένει στην Kinshasa (ερ. 51 1x - 48 2x του δ.φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό και εργασιακό της επίπεδο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ότι εργάστηκε ως φροντίστρια παιδιών (ερ. 48 3x του δ.φ.).
Ως προς το ταξίδι της προς τη Δημοκρατία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της μέσω Αιθιοπίας και Τουρκίας και εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων (ερ. 47 1x του δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εργαζόταν ως φροντίστρια παιδιών και ότι το παιδί το οποίο φρόντιζε απεβίωσε, με αποτέλεσμα η οικογένειά του να την κατηγορήσει για τον θάνατό του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι υπέστη σωματική κακοποίηση από μέλη της οικογένειας του παιδιού και ότι την έριξαν σε μία τρύπα, από την οποία κατάφερε να διαφύγει με τη βοήθεια φρουρού. Ακολούθως, δήλωσε ότι μετέβη στην αστυνομία, όπου πληροφορήθηκε ότι ο θάνατος του παιδιού οφειλόταν σε φυσικά αίτια. Πρόσθεσε, τέλος, ότι άτομο από την εκκλησία κάλυψε τα έξοδά της και τη βοήθησε να αποκρυφθεί και να εγκαταλείψει τη χώρα, καθώς ο πατέρας του αποβιώσαντος παιδιού απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει (ερ. 47 3x - 46 1x του δ.φ.).
Στην Έκθεση-Εισήγηση που ετοιμάστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της EUAA, κατόπιν της προσωπικής συνέντευξης της Αιτήτριας, ο λειτουργός προέβη στον σχηματισμό και την αξιολόγηση δύο (2) ουσιωδών ισχυρισμών που προβλήθηκαν εκ μέρους της Αιτήτριας στο πλαίσιο της αίτησής της για διεθνή προστασία.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, καθώς και τη χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε δεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό, κρίνοντας αφενός ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της είχε θεμελιωθεί και αφετέρου ότι αυτές επιβεβαιώνονταν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τις δηλώσεις της Αιτήτριας ότι κατηγορήθηκε από τους εργοδότες της για τον θάνατο του υιού τους. Ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της δεν ήταν συνεπείς ούτε επαρκώς λεπτομερείς αναφορικά με τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε και τη διαδοχή των γεγονότων. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, έκρινε ότι, παρόλο που εντοπίζονται πηγές πληροφόρησης που αναφέρονται σε παρόμοια περιστατικά, εντούτοις, λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Κατά το στάδιο αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι η Αιτήτρια θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω του προσωπικού της προφίλ ή της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής της. Κατόπιν της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών και της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στη νομική υπαγωγή της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν δύναται να υπαχθεί ούτε στο καθεστώς του πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθότι κατηγορήθηκε ότι σκότωσε το παιδί κάποιου κατά τη διάρκεια της εργασίας της για τη σύζυγο συνταγματάρχη ονόματι King και ότι εξακολουθεί να αναζητείται με σκοπό τη θανάτωσή της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχε απαχθεί στις 31/07/2021, ότι ο αδελφός της έχει ήδη δολοφονηθεί και ότι εξακολουθούν να την αναζητούν μέχρι σήμερα.
Με την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής της, προσκόμισε επίσης απόκομμα ασπρόμαυρης εφημερίδας, συνοδευόμενο από μετάφρασή του, στο οποίο αναφέρεται ότι ο αδελφός της βρέθηκε νεκρός σε περιοχή πλησίον φυλακών, κατά την προσπάθειά του να αποδράσει, ενώ είχε συλληφθεί αντί της Αιτήτριας για την κατηγορία της δολοφονίας ανήλικου τέκνου. Περαιτέρω, στο ίδιο δημοσίευμα αναφέρεται ότι αναζητείται και η ευρύτερη οικογένεια της Αιτήτριας.
Στην Έκθεση-Εισήγηση που ετοιμάστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησης, ο λειτουργός έκρινε ότι τα στοιχεία που προέβαλε η Αιτήτρια δεν συνιστούν νέα στοιχεία ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ως προς το προσκομισθέν έγγραφο, έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ανέφερε πότε αυτό περιήλθε στην κατοχή της, με ποιο τρόπο το παρέλαβε, ούτε πότε και με ποιο τρόπο έλαβε γνώση του περιεχομένου του. Περαιτέρω, ο λειτουργός επισήμανε ότι, κατόπιν διαδικτυακής έρευνας, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός της αναφερόμενης εφημερίδας, ενώ στο έγγραφο δεν αναφέρονται στοιχεία του αρθρογράφου, ώστε να δύναται να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ως προς την αυθεντικότητα ή τη γνησιότητά του.
Ο λειτουργός ανέφερε επίσης ότι η απόσυρση της προσφυγής κατά της απόφασης επί της αρχικής αίτησης υποδηλώνει ότι δεν υφίσταντο λόγοι προσβολής της πρωτοβάθμιας απόφασης. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας όσο και το προσκομισθέν έγγραφο δεν επαυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης.
Υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, το παρόν Δικαστήριο καλείται, σε πρώτο στάδιο, να εξετάσει κατά πόσο τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν εκ μέρους της Αιτήτριας στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής της συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας, ώστε να δικαιολογείται η περαιτέρω ουσιαστική εξέταση της αίτησής της.
Το Δικαστήριο, κατόπιν ενδελεχούς μελέτης του διοικητικού φακέλου, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης περί απαραδέκτου, καθώς και των εγγράφων που προσκομίστηκαν με τ μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας, διαπιστώνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ενήργησαν νομίμως και εντός των ορίων της αρμοδιότητάς τους κατά το προκαταρκτικό στάδιο της εξέτασης, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι, διά της μεταγενέστερης αίτησής της, η Αιτήτρια επανέλαβε, κατ’ ουσίαν, τον ήδη προβληθέντα πυρήνα των ισχυρισμών της, ήτοι ότι κατηγορήθηκε για τον θάνατο παιδιού κατά τη διάρκεια της εργασίας της ως φροντίστριας και ότι αναζητείται προς θανάτωσή της από πρόσωπα συνδεόμενα με την οικογένεια του παιδιού. Οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν ήδη τεθεί και εξεταστεί στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας ασύλου, κατά την οποία αξιολογήθηκαν από την αρμόδια αρχή και απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής της, προέβαλε επιπρόσθετα ότι είχε απαχθεί στις 31/07/2021, ότι ο αδελφός της δολοφονήθηκε και ότι εξακολουθεί να αναζητείται μέχρι σήμερα. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς να πλαισιώνονται από συγκεκριμένες λεπτομέρειες ή επαρκή πραγματικά περιστατικά που να διαφοροποιούν ουσιωδώς την ήδη εξετασθείσα βάση του αιτήματός της.
Συναφώς, από την Έκθεση-Εισήγηση της Υπηρεσίας Ασύλου προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι ως άνω ισχυρισμοί δεν συνιστούν νέα στοιχεία υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν μεταβάλλουν ουσιωδώς τον πραγματικό πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας ούτε κρίθηκαν ικανοί να επαυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, ο λειτουργός επισήμανε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας επαναλαμβάνουν, κατά βάση, όσα ήδη είχαν προβληθεί και αξιολογηθεί στο πλαίσιο της αρχικής αίτησής της, η οποία απορρίφθηκε κατόπιν ουσιαστικής εξέτασης.
Υπό τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι οι προβαλλόμενοι, διά της μεταγενέστερης αίτησης, ισχυρισμοί δεν συνιστούν αφ’ εαυτών νέα ουσιώδη στοιχεία ή πορίσματα δυνάμενα να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια, ώστε να ενεργοποιείται η προβλεπόμενη από το άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου υποχρέωση ουσιαστικής εξέτασης της αίτησής της.
Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην υπόθεση C-18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, διευκρίνισε ότι ως «νέα στοιχεία ή πορίσματα» νοούνται εκείνα τα οποία δεν είχαν γνωστοποιηθεί ούτε ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της προηγούμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, η μεταγενέστερη επανάληψη, συμπλήρωση ή λεπτομερέστερη ανάπτυξη ήδη προβληθέντων ισχυρισμών δεν αρκεί, ελλείψει ουσιωδώς νέων πραγματικών περιστατικών, ώστε να ενεργοποιηθεί εκ νέου πλήρης εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Εν προκειμένω, η Αιτήτρια, διά της μεταγενέστερης αίτησής της, επανέλαβε κατ’ ουσίαν τον ήδη εξετασθέντα πυρήνα των ισχυρισμών της, ήτοι ότι κατηγορήθηκε για τον θάνατο παιδιού κατά τη διάρκεια της εργασίας της ως φροντίστριας και ότι έκτοτε αναζητείται από πρόσωπα συνδεόμενα με την οικογένεια του παιδιού. Οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν ήδη τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής της και είχαν αξιολογηθεί κατ’ ουσίαν από την αρμόδια αρχή.
Οι δε πρόσθετοι ισχυρισμοί περί απαγωγής της στις 31/07/2021, θανάτωσης του αδελφού της και συνέχισης της αναζήτησής της μέχρι σήμερα δεν μεταβάλλουν ουσιωδώς τον πραγματικό πυρήνα της υπόθεσής της, αλλά συνιστούν περαιτέρω ανάπτυξη και ενίσχυση της ήδη προβληθείσας βάσης του αιτήματός της. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εισάγουν νέο πραγματικό υπόβαθρο ικανό να διαφοροποιήσει ουσιωδώς την προηγούμενη αξιολόγηση της αξιοπιστίας και του προβαλλόμενου κινδύνου.
Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επισημάνει, τόσο στην υπόθεση C-18/20 όσο και στην υπόθεση C-216/22, ότι όταν ο αιτητής δεν προσκομίζει νέα στοιχεία ή πορίσματα που να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να κινήσουν νέα πλήρη εξεταστική διαδικασία, αλλά δύνανται να απορρίψουν τη μεταγενέστερη αίτηση στο στάδιο του παραδεκτού.
Παρομοίως, στην υπόθεση Mamta Rani ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. αρ. 149/2023, ημερ. 18/03/2025), κρίθηκε ότι ισχυρισμοί που είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία δεν συνιστούν νέα ουσιώδη στοιχεία υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ η επανάληψη ή περαιτέρω ανάπτυξή τους στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης οδηγεί ορθώς στην απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Υπό το φως των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν διά της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά επανάληψη και περαιτέρω ανάπτυξη ζητημάτων που είχαν ήδη τεθεί ενώπιον της Διοίκησης και εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία ασύλου. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς προχώρησαν σε απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης κατά το στάδιο του παραδεκτού.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι πρόσθετοι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί απαγωγής της στις 31/07/2021, θανάτωσης του αδελφού της και συνέχισης της αναζήτησής της μέχρι σήμερα δύνανται να χαρακτηριστούν ως νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι και πάλιν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για περαιτέρω εξέταση της αίτησης επί της ουσίας.
Ειδικότερα, οι εν λόγω ισχυρισμοί συνδέονται άμεσα με τον ήδη εξετασθέντα πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, ήτοι τον ισχυρισμό ότι κατηγορήθηκε για τον θάνατο παιδιού κατά τη διάρκεια της εργασίας της ως φροντίστριας και ότι έκτοτε καταδιώκεται από πρόσωπα συνδεόμενα με την οικογένεια του παιδιού. Τα προβαλλόμενα περιστατικά ανάγονται, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, σε γεγονότα τα οποία φέρονται να έλαβαν χώρα πριν από την υποβολή της αρχικής αίτησής της για διεθνή προστασία, καθώς και πριν από τη διεξαγωγή της προσωπικής της συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ωστόσο, η Αιτήτρια δεν παρείχε οποιαδήποτε επαρκή, σαφή ή πειστική εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν προέβαλε τους εν λόγω ισχυρισμούς κατά τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας, ούτε αιτιολόγησε γιατί αδυνατούσε, άνευ δικής της υπαιτιότητας, να αναφερθεί εγκαίρως στα εν λόγω περιστατικά ή να τα θέσει ενώπιον της Διοίκησης κατά την εξέταση της αρχικής της αίτησης.
Η δε γενική επίκληση συνεχιζόμενου φόβου ή κινδύνου δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να δικαιολογήσει τη μη προβολή γεγονότων τα οποία, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, αποτελούσαν ήδη γνωστά και ουσιώδη στοιχεία της προσωπικής της αφήγησης ήδη πριν από την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής της. Αντιθέτως, πρόκειται για περιστατικά τα οποία, εφόσον πράγματι είχαν λάβει χώρα, εύλογα θα αναμενόταν να προβληθούν εξαρχής ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ιδίως αφού σχετίζονται άμεσα με τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στις 21/06/2023, η ίδια είχε δηλώσει ότι ο αδελφός της διέμενε στην Kinshasa και ήταν εν ζωή (ερ. 48 του δ.φ.). Εντούτοις, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής της προέβαλε, για πρώτη φορά, ισχυρισμό περί θανάτωσης του αδελφού της, χωρίς να παρέχει οποιαδήποτε σαφή ή επαρκή εξήγηση ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να έλαβε χώρα το εν λόγω περιστατικό, τον χρόνο κατά τον οποίο η ίδια πληροφορήθηκε τον ισχυριζόμενο θάνατό του ή τους λόγους για τους οποίους δεν προέβαλε σχετικό ισχυρισμό σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας.
Η δε έλλειψη συγκεκριμένης και εύλογης αιτιολόγησης ως προς την καθυστερημένη προβολή του εν λόγω ισχυρισμού ενισχύει το συμπέρασμα ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με την οποία ο αιτητής οφείλει να αποδείξει ότι αδυνατούσε, άνευ δικής του υπαιτιότητας, να υποβάλει εγκαίρως τα επίμαχα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Συνάμα, το παρόν Δικαστήριο επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, η Αιτήτρια φέρει το βάρος να υποβάλει εγκαίρως όλα τα στοιχεία και ισχυρισμούς που στηρίζουν το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθώς και να παράσχει επαρκή και πειστική εξήγηση ως προς οποιαδήποτε καθυστερημένη προβολή τους.
Η πιο πάνω αρχή απορρέει τόσο από το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικότερα, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13, A, B και C, το ΔΕΕ έκρινε ότι, μολονότι η καθυστερημένη αποκάλυψη στοιχείων δεν οδηγεί αυτομάτως σε απόρριψη της αξιοπιστίας του αιτητή, εντούτοις η καθυστέρηση αυτή αποτελεί στοιχείο το οποίο δύναται να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, εκτός εάν ο αιτητής παράσχει επαρκή και πειστική εξήγηση λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων.
Συναφώς, στην υπόθεση C-921/19, LH, το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι, ακόμη και στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης, ο αιτητής εξακολουθεί να υπέχει καθήκον συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές και οφείλει να εισφέρει εγκαίρως τα στοιχεία που βρίσκονται στη διάθεσή του ή να αιτιολογήσει επαρκώς την αδυναμία προηγούμενης υποβολής τους. Η δε υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να συνεργαστούν για την αξιολόγηση του αιτήματος προϋποθέτει ότι ο ίδιος ο αιτητής εκπλήρωσε προηγουμένως τη δική του υποχρέωση συνεργασίας.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με το άρθρο 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο απαιτεί, ως σωρευτική προϋπόθεση για περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, να ικανοποιείται ο Προϊστάμενος ότι ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε οποιαδήποτε εύλογη ή επαρκή εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί περί απαγωγής της, θανάτωσης του αδελφού της και συνέχισης της αναζήτησής της δεν είχαν τεθεί ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά την εξέταση της αρχικής της αίτησης, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς της, τα περιστατικά αυτά ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Αντιθέτως, προκύπτει ότι η Αιτήτρια είχε επαρκή ευκαιρία να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς τόσο κατά την αρχική διοικητική διαδικασία όσο και στο πλαίσιο της προσφυγής που ακολούθησε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία, μάλιστα, αποσύρθηκε εκ μέρους της. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(ii) του περί Προσφύγων Νόμου περί αδυναμίας προβολής των εν λόγω στοιχείων άνευ δικής της υπαιτιότητας.
Υπό τα δεδομένα αυτά, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι μεταγενέστεροι ισχυρισμοί της Αιτήτριας συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(ii) του εν λόγω Νόμου, καθότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι αδυνατούσε, άνευ δικής της υπαιτιότητας, να προβάλει τους εν λόγω ισχυρισμούς κατά την προηγούμενη διαδικασία εξέτασης της αίτησής της για διεθνή προστασία. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η Αιτήτρια είχε επαρκή ευκαιρία να αναφέρει τα επίμαχα περιστατικά τόσο κατά την προσωπική της συνέντευξη ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και κατά τη μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία που ακολούθησε.
Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούται ούτε η έτερη σωρευτική προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(i), ήτοι ότι τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια.
Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί περί απαγωγής της, θανάτωσης του αδελφού της και συνέχισης της αναζήτησής της μέχρι σήμερα δεν διαφοροποιούν ουσιωδώς την ήδη εξετασθείσα πραγματική βάση του αιτήματός της, αλλά συνδέονται άμεσα με τον ίδιο αφηγηματικό πυρήνα, ο οποίος είχε ήδη αξιολογηθεί και απορριφθεί κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής της λόγω έλλειψης αξιοπιστίας. Ως εκ τούτου, οι μεταγενέστερες αναφορές της Αιτήτριας δεν εισάγουν νέο πραγματικό υπόβαθρο ικανό να ανατρέψει ή να μεταβάλει ουσιωδώς τα συμπεράσματα της αρχικής αξιολόγησης.
Περαιτέρω, οι εν λόγω ισχυρισμοί προβάλλονται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς να συνοδεύονται από επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρονται να έλαβαν χώρα τα προβαλλόμενα περιστατικά, τον χρόνο κατά τον οποίο η ίδια έλαβε γνώση αυτών ή τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται με επικαιροποιημένο και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επισημάνει, στις υποθέσεις C-18/20 και C-216/22, ότι τα νέα στοιχεία ή πορίσματα πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες αναγνώρισης διεθνούς προστασίας, ενώ η απλή επανάληψη ή ενίσχυση ήδη εξετασθέντων ισχυρισμών δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την επανεκκίνηση πλήρους εξεταστικής διαδικασίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι οι προβαλλόμενοι διά της μεταγενέστερης αίτησης ισχυρισμοί δεν είναι ικανοί να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια και, ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς απέρριψαν την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Ως προς το προσκομισθέν απόκομμα εφημερίδας, το παρόν Δικαστήριο κρίνει καταρχάς ότι η προσέγγιση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την αξιολόγηση του εν λόγω εγγράφου ήταν εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη. Ειδικότερα, ο λειτουργός έλαβε υπόψη ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε οποιεσδήποτε ουσιώδεις πληροφορίες ως προς την προέλευση του εγγράφου, τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο αυτό περιήλθε στην κατοχή της, ούτε ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβε γνώση του περιεχομένου του. Περαιτέρω, ο λειτουργός προέβη σε διαδικτυακή έρευνα αναφορικά με την αναφερόμενη εφημερίδα, χωρίς να καταστεί δυνατή η επιβεβαίωση της αξιοπιστίας ή της αυθεντικότητας του δημοσιεύματος.
Συναφώς, σύμφωνα με τη νομολογία του Εφετείου στην υπόθεση Bolarninwa Emmanuel Johnson ν. Δημοκρατίας (Έφεση αρ. 95/2023), η αξιολόγηση εγγράφων στο πλαίσιο αιτήσεων διεθνούς προστασίας διενεργείται στη βάση των προτύπων του EUAA και εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη συνάφεια των εγγράφων με το αίτημα ασύλου, τη συμβατότητα του περιεχομένου τους με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, την ακρίβεια και λεπτομέρεια του περιεχομένου τους, καθώς και από το κατά πόσον αυτά συνιστούν άμεση και αντικειμενική μαρτυρία ουσιωδών πραγματικών περιστατικών.
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το επίμαχο δημοσίευμα εγείρει σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας και αυθεντικότητας, τα οποία μειώνουν σημαντικά την αποδεικτική του αξία.
Ειδικότερα, ενώ το ανώτερο μέρος της σελίδας της εφημερίδας αναφέρεται σε γνωστά περιστατικά που αφορούν τις φυλακές Makala —γεγονότα τα οποία έτυχαν ευρείας δημοσιότητας και καλύφθηκαν από πλείστα αναγνωρισμένα μέσα ενημέρωσης στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό— δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός οποιασδήποτε ανεξάρτητης ή επιβεβαιωτικής αναφοράς αναφορικά με το πρόσωπο της Αιτήτριας ή τους ισχυρισμούς περί κράτησης, διαφυγής ή αναζήτησής της από τις αρχές. Η πλήρης απουσία οποιασδήποτε εξωτερικής επιβεβαίωσης αναφορικά με ισχυρισμούς τέτοιας σοβαρότητας αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία του επίμαχου δημοσιεύματος.
Περαιτέρω, το περιεχόμενο του άρθρου εμφανίζει χαρακτηριστικά αφηγηματικής δομής που αναπαράγουν, σχεδόν αποκλειστικά, τον ήδη προβληθέντα πυρήνα του αιτήματος ασύλου της Αιτήτριας, ήτοι ισχυρισμούς περί στοχοποίησής της λόγω συγγενικού προσώπου, μυστικής κράτησης, δραματικής διαφυγής και συνεχιζόμενης αναζήτησής της από τις αρχές. Το γεγονός ότι το δημοσίευμα αναπαράγει αυτούς ακριβώς τους ισχυρισμούς, χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε ανεξάρτητη ή αντικειμενική επιβεβαίωση, περιορίζει περαιτέρω την αποδεικτική του αξία.
Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι το επίμαχο άρθρο φέρει μόνο τα αρχικά «BSB», χωρίς πλήρη στοιχεία δημοσιογράφου ή αναφορά σε αναγνωρισμένο ειδησεογραφικό πρακτορείο, γεγονός που δυσχεραίνει την επαλήθευση της πηγής και της δημοσιογραφικής αξιοπιστίας του περιεχομένου του. Επιπροσθέτως, η τοποθέτηση του εν λόγω άρθρου δίπλα σε πραγματικά και ευρέως γνωστά γεγονότα ενδέχεται να δημιουργεί επίφαση αξιοπιστίας διά της σύνδεσής του με αυθεντική ειδησεογραφική ύλη, χωρίς όμως αυτό να αρκεί αφ’ εαυτού για την επιβεβαίωση της γνησιότητας ή της ακρίβειας του περιεχομένου του.
Συναφώς, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι, στο πλαίσιο αξιολόγησης αιτημάτων διεθνούς προστασίας, τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν απαιτείται να αποδεικνύονται με απόλυτη βεβαιότητα ως αυθεντικά, ούτε η αβεβαιότητα ως προς τη γνησιότητα ή την επαληθευσιμότητά τους δύναται, αφ’ εαυτής, να οδηγήσει σε αυτόματη απόρριψή τους (βλ. υπόθεση C-921/19, LH). Εντούτοις, σύμφωνα τόσο με τη νομολογία του ΔΕΕ όσο και με τα πρότυπα αξιολόγησης εγγράφων του EUAA, όπως υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Bolarninwa Emmanuel Johnson ν. Δημοκρατίας (Έφεση αρ. 95/2023), όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις αναξιοπιστίας, ασυνέπειας, αδυναμίας επαλήθευσης ή έλλειψης εξωτερικής επιβεβαίωσης, οι αρμόδιες αρχές και το Δικαστήριο δύνανται να αποδώσουν περιορισμένη αποδεικτική αξία στα εν λόγω έγγραφα, ιδίως όταν αυτά δεν υποστηρίζονται από συνεκτική και αξιόπιστη προσωπική αφήγηση.
Το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη ότι, σύμφωνα με διαθέσιμες διεθνείς πηγές πληροφόρησης και εκθέσεις οργανισμών που παρακολουθούν την ελευθερία του Τύπου στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, έχει καταγραφεί το φαινόμενο δημοσίευσης πληρωμένων ή μη επαληθευμένων δημοσιευμάτων στον έντυπο Τύπο («coupage»)[2][3][4], στο πλαίσιο του οποίου πρόσωπα δύνανται να εξασφαλίζουν τη δημοσίευση προσωπικών αφηγήσεων ή ισχυρισμών χωρίς προηγούμενη ουσιαστική δημοσιογραφική επαλήθευση του περιεχομένου τους. Το γεγονός αυτό δεν οδηγεί, αφ’ εαυτού, σε απόρριψη της γνησιότητας κάθε σχετικού δημοσιεύματος· εντούτοις, αποτελεί στοιχείο το οποίο δύναται να συνεκτιμηθεί κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της αποδεικτικής αξίας του επίμαχου εγγράφου, ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω, δεν κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη επιβεβαίωση του περιεχομένου του από άλλες αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.
Εντούτοις, η πιο πάνω αρχή δεν συνεπάγεται ότι κάθε προσκομιζόμενο έγγραφο διαθέτει αυτοδικαίως αυξημένη αποδεικτική αξία ή ότι αρκεί η απλή προσκόμισή του για να πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(β)(i) του περί Προσφύγων Νόμου. Αντιθέτως, όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις αναξιοπιστίας, αδυναμίας επαλήθευσης, έλλειψης εξωτερικής επιβεβαίωσης ή ασυμβατότητας με τη συνολική αφήγηση του αιτητή, οι αρμόδιες αρχές και το Δικαστήριο δύνανται να αποδώσουν περιορισμένη αποδεικτική αξία στα εν λόγω έγγραφα, κατόπιν συνολικής αξιολόγησης όλων των περιστάσεων της υπόθεσης.
Υπό το φως των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι το προσκομισθέν δημοσίευμα δεν συνιστά αντικειμενική και αξιόπιστη μαρτυρία ικανή να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια, ούτε να ανατρέψει τα συμπεράσματα της αρχικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών της.
Συναφώς, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-921/19, LH, προκειμένου ένα έγγραφο να δύναται να οδηγήσει σε περαιτέρω εξέταση της αίτησης επί της ουσίας, δεν απαιτείται η αρμόδια αρχή να είναι πεπεισμένη ότι αυτό τεκμηριώνει επαρκώς τη μεταγενέστερη αίτηση, αλλά αρκεί το εν λόγω στοιχείο να αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα ο αιτητής να πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω προϋπόθεση δεν πληρούται.
Υπό το φως του συνόλου των ενώπιον του στοιχείων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε επαρκή και δέουσα διερεύνηση της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας, αξιολογώντας τόσο τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς όσο και το προσκομισθέν έγγραφο υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των εφαρμοστέων προτύπων αξιολόγησης του EUAA.
Ειδικότερα, προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε κατά πόσον οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί και το προσκομισθέν δημοσίευμα συνιστούσαν νέα στοιχεία ή πορίσματα ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες παραχώρησης διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια, προβαίνοντας σε αξιολόγηση της συνάφειας, της αξιοπιστίας και της δυνατότητας επαλήθευσής τους. Η δε κρίση της Διοίκησης ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούσαν, κατ’ ουσίαν, επανάληψη και περαιτέρω ανάπτυξη ήδη εξετασθέντων περιστατικών, ενώ το προσκομισθέν έγγραφο δεν διέθετε επαρκή αποδεικτική αξία ώστε να μεταβάλει ουσιωδώς την προηγούμενη αξιολόγηση της υπόθεσης, κρίνεται εύλογη, επαρκώς αιτιολογημένη και συμβατή με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς δεν προχώρησαν σε νέα προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας. Και τούτο διότι, στο στάδιο προκαταρκτικής εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, η υποχρέωση διεξαγωγής προσωπικής συνέντευξης δεν είναι απόλυτη, ιδίως όταν τα προβαλλόμενα στοιχεία δεν κρίνονται ικανά να πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου ούτε να δικαιολογούν περαιτέρω ουσιαστική εξέταση της αίτησης.
Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν επαρκούς έρευνας και νόμιμης αξιολόγησης των ενώπιον της Διοίκησης τεθέντων στοιχείων και ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας ως απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, η παρούσα Προσφυγή απορρίπτεται και επιδικάζονται έξοδα ύψους €600 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Βλ. ενδεικτικά, απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 156/2023, 10 Ιουνίου, 2025, και απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18 Μαρτίου, 2025.
[2] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: Corruption of journalists; the falsification of newspaper articles for the purpose of refugee claims [CMR103998.FE], April 13, 2012
https://www.ecoi.net/en/file/local/1276100/322119_en.html
[3] United Nations- Economic Development Congolese media defend democracy Press freedom and responsibility go hand in hand 15 April 2007 https://africarenewal.un.org/en/magazine/congolese-media-defend-democracy
[4] Reporters without borders- World Press Freedom Index- Democratic Republic of the Congo https://rsf.org/en/country/democratic-republic-congo
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο