ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: T189/25
20 Μαΐου, 2026
[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1.V. K.
2. T.C.R.K
3. J.G.K.
Αιτητές
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Οι Αιτητές εμφανίζονται αυτοπροσώπως
Κ. Ιμανίμης (κ), Δικηγόρος για Καθ’ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την παρούσα προσφυγή, οι Αιτητές προσβάλλουν την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31/01/25, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση τους για διεθνή προστασία, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 12Βτετράκις, 16Δ(3) (δ), 16Δ(4) (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο Διοικητικός Φάκελος έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο μαζί με υπόμνημα της Υπηρεσίας Ασύλου.
Οι Αιτήτρια 1, που εκπροσωπεί και τα ανήλικα τέκνα της (Αιτητές 2 και 3) προσήλθε στο Δικαστήριο για την ακρόαση της υπόθεσης της και μετά από ερωτήσεις του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι στην προσφυγή που είχε καταχωρήσει κατά της αρχικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου είχε εκδοθεί απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Το Δικαστήριο διέταξε την παρουσία των Καθ’ων η Αίτηση με βάση τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα ώστε να τοποθετηθούν επί της μη συμπερίληψης της απόφασης στην προσφυγή 8395/21 στον διοικητικό φάκελο και/ή να προσκομίσουν αντίγραφο της απόφασης αν υπήρχε.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση προσήλθε στο Δικαστήριο προσκομίζοντας αντίγραφο απόφασης του Δικαστηρίου, απόφαση η οποία εκδόθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2022, στην οποία μάλιστα εξετάστηκε κατ’ ουσίαν το αίτημα της Αιτήτριας 1 και τροποποιήθηκε η αρχική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου. Μάλιστα, ο αδελφός Δικαστής κ. Χριστοφόρου, επεσήμανε στο τέλος της απόφασής του ότι «Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν αναφορικά με την εξέταση της αιτήσεως και την αιτιολογία της δια της παρούσες προσβαλλόμενης απόφασης, ως ανωτέρω καταγράφονται, δεν επιδικάζονται έξοδα.».
Κατά την ακρόαση της υπόθεσης στις 20/11/25, ο συνήγορος των Καθ’ων η Αίτηση υποστήριξε πως η απόφαση λήφθηκε από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ότι είχε γίνει αναφορά στην εισηγητική έκθεση για την προηγούμενη απόφαση που καταχωρήθηκε από την Αιτήτρια 1 στο Δικαστήριο. Μάλιστα η θέση του συνηγόρου των Καθ’ων η Αίτηση ήταν ότι η απλή αναφορά της υπόθεσης, χωρίς να υπάρχει αντίγραφο της απόφασης στο διοικητικό φάκελο και χωρίς να φαίνεται ότι εξετάστηκε επί της ουσίας η απόφαση αυτή, θεραπεύει την έλλειψη αυτή.
Η δε Αιτήτρια κατά την ακρόαση, τόνισε ότι είχε προσκομίσει νέα στοιχεία και ότι αυτά δεν είχαν προσκομιστεί προηγουμένως γιατί τα γεγονότα που είχε αναφέρει δεν είχαν ακόμη συμβεί.
Εξετάζοντας τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι κατά την εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης και όπως καταγράφεται στην έκθεση-εισήγηση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε τα βασικά στοιχεία της διαδικασίας, αναφέροντας και την προσφυγή που υπέβαλε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου επί της αρχικής αίτησης της Αιτήτριας για διεθνή προστασία με αρ. 8395/21. Καταγράφηκαν επίσης τα επιπρόσθετα έγγραφα που κατατέθηκαν από την Αιτήτρια προς υποστήριξη της μεταγενέστερης αίτησης της. Ο αρμόδιος λειτουργός καταγράφει τους αρχικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της και κρίνει ότι τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει, ως καταγράφει και ο αρμόδιος λειτουργός, ότι τα μέλη της οικογένειας της που παρέμειναν στη χώρα της και τα οποία αποτελούν υποστηρικτικό της δίκτυο σε περίπτωση επιστροφής της, έχουν αποβιώσει και αναφέρει ότι αυτά δεν εξετάστηκαν λόγω δικής της υπαιτιότητας αφού δεν είχαν υποβληθεί με την αίτησή της. Σημειωτέο ότι τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε η Αιτήτρια δεν φέρουν κάποια ημερομηνία, οπότε είναι αδύνατον να συναχθεί αν πράγματι αυτά ήταν μεταγενέστερα της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 21 Νοεμβρίου 2022.
Εν κατακλείδι, ο λειτουργός αναφέρει ότι, λόγω της απόσυρσης της προσφυγής της Αιτήτριας, η Αιτήτρια δεν τα υπέβαλε λόγω δικής της υπαιτιότητας και εισηγείται ότι η μεταγενέστερη αίτηση της Αιτήτριας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Σημειώνεται ότι η εξέταση μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια: το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.[1]
Ως προβλέπεται στο άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ), η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το στάδιο του παραδεκτού, ορίζεται περαιτέρω, από τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στα εδάφια (3) (α) και (β) του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου:
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον: -
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Εξετάζοντας λοιπόν τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης σύμφωνα με το Νόμο, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ων η Αίτηση δεν προέβηκαν σε δέουσα εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας και η αιτιολόγηση τους είναι πλημμελής και πεπλανημένη. Αρχικά, αναφέρω ότι δεν φαίνεται να παρατέθηκε κανένα στοιχείο της απόφασης του Δικαστηρίου, το οποίο εξέτασε επί της ουσίας το αίτημα της Αιτήτριας κατά την εξέταση της προσφυγής της και δεν μπορεί να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι τα στοιχεία που παρέθεσε η Αιτήτρια δεν ήταν νέα ή ότι δεν υποβλήθηκαν λόγω δικής της υπαιτιότητας. Υπήρξε παράλειψη ουσιώδους εκτίμησης της αίτησης της Αιτήτριας από τους Καθ’ων η Αίτηση η οποία δεν εξέτασε την απόφαση του Δικαστηρίου η οποία τροποποίησε πραγματικά δεδομένα και στοιχεία αναφορικά με την αξιολόγηση των Καθ’ων η Αίτηση. Η έκδοση απόφασης Δικαστηρίου αφορά ουσιώδες στοιχείο του φακέλου το οποίο η διοίκηση όφειλε να συνεκτιμήσει.
Κατά δεύτερον, υπό πλάνη οι Καθ’ων η Αίτηση καταγράφουν ότι η προσφυγή αποσύρθηκε, αφού όπως διαφαίνεται και από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου αλλά και από τις θέσεις που προτάθηκαν από το συνήγορο των Καθ’ων η Αίτηση, όχι μόνο η προσφυγή δεν αποσύρθηκε αλλά εξετάστηκε από το Δικαστήριο και εκδόθηκε απόφαση στην οποία υποδείχθηκαν πλημμέλειες κατά την εξέταση της αρχικής αίτησης από την Υπηρεσία Ασύλου.
Κατά προέκταση, οι πιο πάνω επισημάνσεις θέτουν, εκ των πραγμάτων, εν αμφιβόλω και κατά πόσο η επίδικη απόφαση λήφθηκε υπό δέουσα έρευνα και, εν πάση περιπτώσει, δημιουργούν εύλογη πιθανότητα πλάνης.
Όσον αφορά την έκταση ελέγχου επί προσφυγών κατά απορριπτικής απόφασης μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτης, παραπέμπω σε σχετικές αποφάσεις του Εφετείου και συγκεκριμένα στην απόφαση ημερομηνίας 30 Οκτωβρίου 2024, αρ. 66/22 Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου και απόφαση ημερομηνίας 18 Μαρτίου 2025,αρ. 149/23 Mamta Rani v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, στις οποίες κρίθηκε ότι το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν έχει δικαιοδοσία για εξέταση ουσίας σε προσφυγή κατά απόφασης με την οποία κρίνεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Στη βάση των όσων ανέλυσα ανωτέρω, κρίνω πως η προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση κηρύσσεται άκυρη και στερημένη οιουδήποτε αποτελέσματος δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18). Επιδικάζονται €300 έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.
Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:62019CJ0921&from=NL
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο