Μ.Α.Β. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. Τ238/2025, 28/5/2026
print
Τίτλος:
Μ.Α.Β. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. Τ238/2025, 28/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. Τ238/2025

 

28 Μαΐου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

Μ.Α.Β.

                                                                                                                   Αιτήτριας

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

........................................

 

Η αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

Ζωή Ποντίκη για Αλτάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για την αιτήτρια

Καμία εμφάνιση για τους καθ’ ων η αίτηση

[Παρούσα η κυρία Μυροφόρα Σταυρινίδου – μεταφράστρια για πιστή μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά και αντίστροφα]

  

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 06/05/2025, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή της ως απαράδεκτη.

 

Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά την αιτήτρια και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019. 

 

Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

«3 (α).............

 

(ε) Στις περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση εκδίδεται δυνάμει των ακόλουθων άρθρων του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), ως έχει τροποποιηθεί:

 

(i)   12Βτετράκις(2)(δ),

(ii)  12Βτρις,

 

Υπόμνημα ως το Έντυπο Αρ. 3 καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο από την Υπηρεσία Ασύλου, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο που αφορά την προσφυγή, εντός δέκα ημερών από την επίδοση αυτής:

 

Νοείται ότι, ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται και η υπόθεση ορίζεται απευθείας από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση, χωρίς να απαιτείται η παρουσία των καθ' ων η αίτηση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».

 

Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω Κανονισμό, οι καθ' ων η αίτηση δεν εμφανίζονται σε αυτή τη διαδικασία, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ζητήσει την παρουσία του αρμόδιου οργάνου/ καθ' ων η αίτηση στην ενώπιον του διαδικασία για να έχει τη δυνατότητα να ακουστεί σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο, εφόσον ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να επιλύει τη διαφορά που τίθεται ενώπιον του στα πλαίσια ορθής απονομής τη δικαιοσύνης.

 

Θεωρώ αναγκαίο να καταγραφεί το ιστορικό της αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία ώστε να διαφανεί η εικόνα της από την ημέρα εισόδου της στη Δημοκρατία.  Από τη μελέτη λοιπόν του υπομνήματος αλλά και του διοικητικού φακέλου προκύπτει πως η αιτήτρια είναι υπήκοος της Σιέρα Λεόνε και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 03/11/2020, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.  Η αιτήτρια παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας στις 11/01/2021.

 

Στις 28/02/2022, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό  της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 11/06/2023, ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη της αιτήτριας. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εν λόγω Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και απέρριψε την αίτηση της αιτήτριας στις 16/06/2023.

 

Στις 11/07/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την αιτήτρια στις 24/07/2023. Στη συνέχεια, η αιτήτρια αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου υπέβαλε την προσφυγή υπ' αριθμόν 2828/2023 στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 14/03/2025.

 

Στις 06/05/2025, η αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία με σκοπό το επανάνοιγμα του φακέλου της, σχετικά με το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.  Αυθημερόν, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας. Την ίδια μέρα, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού εξέτασε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, αποφάσισε την απόρριψη της αίτησής της ως απαράδεκτης.

 

Στις 06/05/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση επί της μεταγενέστερης αίτησης, η οποία παραλήφθηκε από την αιτήτρια αυθημερόν.  Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησής της.

 

Στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, κατά τη δικάσιμο που η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας ισχυρίστηκε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα μη δέουσας έρευνας καθώς δεν έγινε επαρκής έρευνα εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου και απέσυρε όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση ακυρώσεως.  Οι ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν από τη συνήγορό της, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Έλαβα υπόψη μου τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η μεταγενέστερη αίτηση.  Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρά στον έλεγχο της απόφασης που εκδόθηκε επί του μεταγενέστερου αιτήματος, χωρίς δυνατότητα επανεξέτασης της προγενέστερης διοικητικής κρίσης.  Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου, όλα όσα προηγήθηκαν της διαδικασίας που ελέγχεται, προκειμένου να εξεταστεί η απόφαση επί του μεταγενέστερου αιτήματος και μόνον και όχι για να επέμβω στην διαδικασία που προηγήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, εφόσον κάτι τέτοιο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του παρόντος Δικαστηρίου.  Είναι χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε  η αιτήτρια σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, ώστε να εξετάσω την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Κατά την υποβολή της αίτησή της για διεθνή προστασία η αιτήτρια κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού.  Συγκεκριμένα, ακολούθως μιας απογοητευτικής σχέσης που είχε με τον πατέρα του παιδιού της, έπαψε να εμπιστεύεται τους άνδρες και άρχισε να αναπτύσσει αισθήματα για τις γυναίκες. Με το που το έμαθαν τα μέλη της οικογένειάς της, άρχισαν τις εναντίον της απειλές και αυτό επειδή η ομοφυλοφιλία ήταν ασύμβατη με το ισλαμικό δόγμα. Καθώς φοβόταν ότι θα τη σκότωναν, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα και να αναζητήσει διεθνή προστασία (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου). 

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια δήλωσε ότι έχει καταγωγή από τη Σιέρα Λεόνε (ερυθρό 26 του διοικητικού φακέλου), προερχόμενη από την πόλη Freetown, η οποία αποτελεί τόσο τον τόπο γέννησής της, όσο και προηγούμενης συνήθους διαμονής της (ερυθρά 24, 5χ και 23, 3χ του διοικητικού φακέλου).  Περαιτέρω, ως προς τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις δήλωσε μουσουλμάνα (ερυθρά 28, 5χ, και 24 του διοικητικού φακέλου) και ως προς την εθνοτική της καταγωγή δήλωσε Themne (ερυθρό 23 του διοικητικού φακέλου). Σχετικά με το μορφωτικό της επίπεδο, ανέφερε πως έλαβε δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην χώρα καταγωγής της (ερυθρό 26, 1χ του διοικητικού φακέλου) και σε σχέση με το επαγγελματικό της προφίλ ανέφερε πως βοηθούσε την μητέρα της στην επιχείρησή της (ερυθρό 24,4χ του διοικητικού φακέλου).

 

Επιπλέον, αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε άγαμη αλλά μητέρα ενός ανήλικου τέκνου γεννημένου εκτός γάμου που ζει με τους παππούδες του στη Freetown, καθότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον πατέρα του παιδιού της λόγω του ότι ο τελευταίος της απέκρυψε ότι ήταν παντρεμένος (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου). Τέλος, η αιτήτρια δήλωσε πως έχει ένα διευρυμένο δίκτυο συγγενών αποτελούμενο από 11 αδέρφια και ξαδέρφια που όλα ζουν στη Σιέρα Λεόνε (ερυθρό 25 , 1χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η αιτήτρια κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, επανέλαβε τα όσα κατέγραψε στην αίτησή της, ότι δηλαδή εγκατέλειψε τη χώρα της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.  Αναλυτικά, ισχυρίστηκε πως ο πατέρας της, την απέρριψε επειδή είχε σχέση με μια άλλη γυναίκα, γεγονός που δεν ήταν αποδεκτό από τη μουσουλμανική θρησκεία αλλά και στην Σιέρα Λεόνε γενικότερα. Μόλις ο πατέρας της το αντιλήφθηκε, την χτύπησε και της ζήτησε να πάρει τον γιό της και να φύγει από το σπίτι. Η ίδια, καθώς δεν είχε που να πάει τον γιό της, τον άφησε τελικά στο σπίτι και εγκατέλειψε το ίδιο βράδυ την πατρική της οικία. Αμέσως, τηλεφώνησε σε ένα φίλο της ο οποίος με τη σειρά του την παρέπεμψε σε μία γυναίκα, που ήταν επίσης ομοφυλόφιλη και προσφέρθηκε να τη βοηθήσει. Η αιτήτρια έμεινε στο σπίτι αυτής της γυναίκας για λίγους μήνες, ώσπου τελικά εξασφάλισε τα ταξιδιωτικά της έγγραφα και στις 04/11/2020 εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα (ερυθρό 22, 1χ του διοικητικού φακέλου). 

 

Ερωτηθείσα αν συνέτρεχαν άλλοι λόγοι για τους οποίους αιτήθηκε διεθνή προστασία, απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε ότι ο πατέρας της την απείλησε ότι αν εμφανιζόταν ποτέ στην οικογένεια ή την έβλεπε κάπου, θα την σκότωνε γιατί αποτελούσε κακό παράδειγμα (ερυθρό 22, 3χ-4χ του διοικητικού φακέλου).  Έπειτα, δόθηκε η ευκαιρία στην αιτήτρια μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της. Λόγω της φύσης του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός ακολούθησε το διερευνητικό μοντέλο «DSSH» (Difference, Shame, StigmaHarm).

 

Σε σχέση με τις ερωτήσεις που της τέθηκαν για την «Διαφορετικότητα» η αιτήτρια ανέφερε κατά τη συνέντευξή της πως ανακάλυψε αλλά και εκδήλωσε «για πρώτη φορά» την σεξουαλική της ταυτότητα (αυτοπροσδιορίζεται ως «ομοφυλόφιλη») όταν στην προσπάθειά της να ξεπεράσει την αποτυχημένη σχέση της με έναν άνδρα που την εγκατέλειψε όσο ήταν έγκυος το παιδί τους, ήρθε σε επαφή με μια παιδική της φίλη που την στήριξε και της συμπαραστάθηκε όσο κανείς. Το διάστημα εκείνο, οι δύο γυναίκες ήρθαν κοντά, στην αρχή φιλικά αλλά στην πορεία λόγω αμοιβαίας έλξης άρχισαν να συμπεριφέρονται «σαν να είναι σε σχέση». Η άλλη γυναίκα εξέφρασε στην αιτήτρια ότι είναι κι αυτή ομοφυλόφιλη και έτσι ξεκίνησαν να βρίσκονται «κρυφά στο σπίτι η μια της άλλης», ώσπου έγιναν αντιληπτές από τον πατέρα της αιτήτριας.  Ερωτηθείσα για το πότε άρχισε να βλέπει την εν λόγω κοπέλα διαφορετικά και μέχρι πότε αμφότερες συμπεριφέρονταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, απάντησε ότι η μεταξύ τους σχέση διήρκησε από το 2018 έως και τις 08/07/2020. 

 

Κληθείσα να περιγράψει το περιστατικό με τον πατέρα της, ανέφερε ότι μία μέρα γύρισε στο σπίτι απροειδοποίητα και τις είδε κατά την «ερωτική στιγμή» επειδή είχαν ξεχάσει την πόρτα του δωματίου ανοιχτή.  Προσπάθησε να την «χτυπήσει» και η αιτήτρια ισχυρίστηκε πως κατάφερε να γλιτώσει. Έκτοτε έχασε επαφή με αυτή την κοπέλα και παρά τις προσπάθειές της να την εντοπίσει δεν κατάφερε να τη βρει. Με τον πατέρα της δεν επικοινώνησε από τότε λόγω του ότι ήταν φοβισμένη. Ερωτηθείσα τι ήταν αυτό που «ένιωσε» γι' αυτή την γυναίκα, απάντησε «όμορφα, οικειότητα και αγάπη». Στην ερώτηση πως ένιωθε ως ομοφυλόφιλο άτομο στη Σιέρα Λεόνε, απάντησε ότι ήταν ένας «φυσιολογικός» άνθρωπος με «φυσιολογική» ενδυμασία.

 

Επιπλέον, τέθηκαν στην αιτήτρια ερωτήσεις σχετικά με την εκδήλωση της σεξουαλικότητάς της στην Κύπρο.  Όπως ανέφερε «δεν ένιωσε διαφορετικά» στην Κύπρο και δήλωσε πως εξακολουθούσε να νιώθει ένα «φυσιολογικό άτομο» που «προσπάθησε να εκδηλώσει» την σεξουαλικότητά της πλην όμως δεν τα κατάφερε.  Ερωτηθείσα τι εννοούσε λέγοντας ότι δεν τα κατάφερε, δεν απάντησε με σαφήνεια.  Περαιτέρω, ισχυρίστηκε πως δεν την απασχόλησε η αναζήτηση άλλης συντρόφου γιατί έψαχνε την φίλη της από την Σιέρα Λεόνε. Επίσης, δεν γνώριζε φορείς προστασίας των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στην Κύπρο ούτε και μέρη συγκέντρωσης.  Δεν γνώριζε κοινωνικά δίκτυα για ΛΟΑΚΤΙ άτομα στη Σιέρα Λεόνε, φορείς προστασίας ή μαγαζιά. (ερυθρά 19-22 του διοικητικού φακέλου).

 

Επίσης, στα πλαίσια των ερωτήσεων για την «Ντροπή» και το «Στίγμα» η αιτήτρια ανέφερε πως ο μόνος άνθρωπος που γνώριζε για τη σεξουαλική της ταυτότητα ήταν ένας φίλος της, μέχρι και την ημέρα που το ανακάλυψε ο πατέρας της, οπότε το έμαθαν οι γονείς της αλλά και τα ανίψια της που ήταν στο σπίτι και άκουσαν τις φωνές του πατέρα της.  Όταν ρωτήθηκε, ποια ήταν η αντίδρασή τους, ανέφερε πως «σοκαρίστηκαν», η δε μητέρα της την ρώτησε «Γιατί; Ποιος είναι ο λόγος;». Ζητηθείσα να περιγράψει την δραστηριότητά της ως ομοφυλόφιλο άτομο στη χώρα της, πρόβαλε ότι έπρεπε να είναι «προσεκτική», «ορισμένες φορές βρισκόταν με την φίλη της στην παραλία», «έκρυβε την ταυτότητά της» και «ήταν δύσκολο να την καταλάβουν». Τέλος, ερωτηθείσα ποια ήταν κατά κανόνα η αντίδραση της κοινότητας όταν κάποιος αναγνωριζόταν ως ομοφυλόφιλο άτομο, απάντησε πως «δεν γνωρίζει» αλλά υποστήριξε πως σίγουρα ήταν κάτι «αντίθετο με το ισλάμ» και «δεν γνωρίζει» αν επιτρεπόταν σε άλλες θρησκείες (ερυθρό 18-19 του διοικητικού φακέλου). 

 

Ακολούθως, στα πλαίσια των ερωτήσεων που της υποβλήθηκαν για να διαπιστωθεί η «Βλάβη» που πιθανόν είχε υποστεί, δήλωσε πως δεν είχε «ποτέ συλληφθεί ή κακομεταχειριστεί» στην χώρα καταγωγής της λόγω του σεξουαλικού προσανατολισμού της. Το «μόνο περιστατικό βίας» σε βάρος της ήταν όταν προσπάθησε να την χτυπήσει ο πατέρας της. Διευκρίνισε ότι η ομοφυλοφιλία ήταν «παράνομη» στη Σιέρα Λεόνε αλλά «δεν γνωρίζει» πως θα αντιδρούσαν οι αρχές απέναντι σε ένα τέτοιο άτομο γιατί «ουδέποτε είχε υποπέσει στην αντίληψή της κάποιο περιστατικό» (ερυθρό 18, του διοικητικού φακέλου). 

 

Ερωτηθείσα για το ενδεχόμενο επιστροφής της, ανέφερε ότι επιθυμούσε με κάποιο τρόπο να παραμείνει στη Δημοκρατία έχοντας και το γιο της και δήλωσε πως δεν μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα της γιατί η ομοφυλοφιλία θεωρείτο παράνομη.  Η εγκατάστασή της σε άλλο σημείο της χώρας, όπως ανέφερε δεν ήταν εφικτή γιατί φοβόταν ότι ο πατέρας της «θα την κυνηγήσει» (ερυθρό 17, του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση-Εισήγησή του σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προέκυπταν από τις δηλώσεις της αιτήτριας ως κατωτέρω: (1) Τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της αιτήτριας και (2) Ο ισχυρισμός περί του φόβου δίωξης από τον πατέρα της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.  Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς της αιτήτριας ως προς τα προσωπικά της στοιχεία καθώς οι δηλώσεις της κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Σε σχέση με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό όπως αυτός έχει προκύψει από την αφήγηση της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε ότι οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονταν στο σύνολό τους από γενικότητα και αοριστία ενώ η ίδια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες.  Η αιτήτρια δεν προέβη σε συγκεκριμένους και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς κατά το αφήγημά της προκειμένου να στηρίξει το φόβο δίωξής της και να στοιχειοθετήσει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό της.   Στην αιτήτρια τέθηκαν επαρκείς ερωτήσεις και κατά συνέπεια, είχε τη δυνατότητα να τεκμηριώσει τον πυρήνα του αιτήματός της.  Σε ό,τι αφορά το θέμα του σεξουαλικού της προσανατολισμού, ο ισχυρισμός δεν κρίθηκε εσωτερικά αξιόπιστος, εφόσον τα όσα ανέφερε και εξέφρασε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, δεν ήταν αρκετά για να τεκμηριώσουν το σεξουαλικό της προσανατολισμό αλλά και το φόβο δίωξής της εξαιτίας τούτου.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ανέφερε ότι ο νόμος ποινικοποιούσε τη σεξουαλική δραστηριότητα ατόμων του ίδιου φύλου, αλλά μόνο μεταξύ ανδρών. Δεν υπήρχε νομική απαγόρευση της σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ γυναικών. Ο νόμος δεν προσέφερε προστασία από διακρίσεις λόγω ταυτότητας φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού.  Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών LGBTQI+ ισχυρίστηκαν ότι επειδή ο νόμος απαγόρευε τη σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ανδρών, περιόριζε τα άτομα LGBTQI+ από την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης και της ειρηνικής συνέλευσης. Ο νόμος, ωστόσο, δεν περιόριζε τα δικαιώματα των ατόμων να μιλούν ανοιχτά για τα ανθρώπινα δικαιώματα των LGBTQI+.

 

Κανένας νόμος για τα εγκλήματα μίσους δεν κάλυπτε τη βία που προκαλείτο από μεροληψία εναντίον ατόμων LGBTQI+. Λίγες οργανώσεις συμπεριλαμβανομένου του Dignity Association και του HRCSL, υποστήριξαν άτομα LGBTQI+ και ασχολήθηκαν με ακτιβιστές, αλλά διατήρησαν χαμηλό προφίλ για να προστατεύσουν την ασφάλεια τους και τις ταυτότητές τους. Αν και οι ομάδες υπεράσπισης LGBTQI+ σημείωσαν ότι οι διακρίσεις από την Αστυνομία δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά διευκρίνισαν ότι η Αστυνομία αντιμετώπιζε ολοένα και περισσότερο τα άτομα LGBTQI+ με κατανόηση.  Επίσης, άλλες πηγές πληροφόρησης ανέφεραν ότι η  σεξουαλική δραστηριότητα ομοφυλόφιλων απαγορευόταν βάσει του νόμου περί αδικημάτων κατά του ατόμου πράξη 1861, ο οποίος ποινικοποιούσε τις πράξεις «πρωκτικής επαφής». Η διάταξη αυτή επέφερε μέγιστη ποινή ισόβιας κάθειρξης και υποδείκνυε πως μόνο οι άνδρες ποινικοποιούνταν βάσει αυτού του νόμου.

 

Υπήρχαν περιορισμένα στοιχεία για την εφαρμογή του νόμου τα τελευταία χρόνια, με τα LGBT άτομα να υπόκεινται περιστασιακά σε συλλήψεις και αυθαίρετες κρατήσεις, εντούτοις φαινόταν να μην υπήρχαν διώξεις, επιτυχείς ή μη, βάσει του νόμου. Υπήρχαν συνεχείς αναφορές διακρίσεων και βίας που διαπράττονταν κατά των LGBT ατόμων τα τελευταία χρόνια, συμπεριλαμβανομένων των επιθέσεων, των απειλών, της παρενόχλησης, του εκβιασμού, της οικογενειακής απόρριψης και της άρνησης βασικών δικαιωμάτων και υπηρεσιών.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω πηγές πληροφόρησης όπου ανέφεραν ότι δεν υπήρχε νομική απαγόρευση της σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ γυναικών, αλλά και το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για να υποστηρίξει την αυθεντικότητα της ταυτότητας της ως ομοφυλόφιλη και το ότι δεν ανέφερε οποιοδήποτε περιστατικό που να συνέβη στην ίδια λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού, πέραν από το περιστατικό με τον πατέρα της, δεν έκανε αποδεκτό τον προαναφερόμενο ισχυρισμό.

 

 

Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας και αξιολογώντας ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της την πόλη Freetown της Σιέρα Λεόνε, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής της αιτήτριας, ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Freetown, δεν υπήρχε εύλογη πιθανότητα να κινδύνευε με σοβαρή βλάβη. Ειδικότερα, όπως σημείωσε, η αιτήτρια επρόκειτο για υγιή, ενήλικη, η οποία είχε λάβει στοιχειώδη μόρφωση στη χώρα καταγωγής της και δεν παρουσίαζε στοιχεία ευαλωτότητας, ενώ ως προς τη γενική κατάσταση στην περιοχή καταγωγής και διαμονής της (πόλη Freetown), πληροφορίες καταδείκνυαν ότι δεν υφίσταντο συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτήτριας σε έναν από τους λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου, κατέληξε πως δεν δικαιούτο προσφυγικό καθεστώς.  Αναφορικά με το άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, του Ν. 6 (Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την στη Freetown της Σιέρα Λεόνε κατάσταση ασφαλείας, εκ της οποίας προέκυψε ότι δεν υφίσταντο ουσιώδεις λόγοι να θεωρείτο ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, η αιτήτρια θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η αιτήτρια δεν δύνατο να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Κατά συνέπεια, το αίτημα της αιτήτριας, δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του.

 

Στη συνέχεια, η αιτήτρια αμφισβήτησε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρώντας την προσφυγή με αριθμό 2828/23 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 14/03/2025.  Στα πλαίσια της προσφυγής υπ' αριθμόν 2828/23, η οποία και εκκρεμούσε ενώπιον μου, επικύρωσα την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού πρώτα διεξήγαγα έρευνα σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης και αξιολόγησα κατ' ουσίαν το αίτημα της αιτήτριας.  Συγκεκριμένα στην απόφαση της προσφυγής υπ' αριθμόν 2828/23 ημερομηνίας 14/03/2025, που αφορά την αιτήτρια, ανέφερα τα εξής (υπογράμμιση δική μου):

 

« […] Όπως προκύπτει από την έρευνα που διεξήγαγα, ο νόμος ποινικοποιούσε τη σεξουαλική δραστηριότητα του ίδιου φύλου μεταξύ ανδρών, αλλά ο νόμος δεν εφαρμόστηκε και δεν προκύπτει να υπήρχε νομική απαγόρευση της σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ γυναικών.

 

Η αστυνομία γενικά δεν υποκινούσε, δεν διέπραξε ή δεν συγχώρεσε τη βία ή την παρενόχληση εναντίον λεσβιών, ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων, τρανσέξουαλ, queer ή ιντερσεξ (LGBTQI+). Οι υποστηρικτές της LGBTQI+ ανέφεραν βία και εκβιασμό εναντίον ατόμων LGBTQI+. Η αστυνομία γενικά δεν κακοποίησε ούτε παρενόχλησε όσους κατήγγειλαν τέτοια κακοποίηση, αλλά δεν ήταν πρόθυμη να ενεργήσει με βάση τέτοιες αναφορές. Δεν υπήρξαν αναφορές για ενέργειες από τις κυβερνητικές αρχές για τη διερεύνηση ή την τιμωρία κρατικών ή μη φορέων που ήταν συνένοχοι σε βία ή κακοποίηση ατόμων LGBTQI+.

 

Ο νόμος δεν απαγόρευε τις διακρίσεις από κρατικούς ή μη φορείς με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή έκφραση φύλου ή τα χαρακτηριστικά του φύλου. Τα άτομα LGBTQI+ αντιμετώπισαν εκτεταμένες διακρίσεις στην υγειονομική περίθαλψη, τη στέγαση, την εκπαίδευση, την απασχόληση, την οικογενειακή ζωή και την αστυνόμευση, αν και οι άνδρες δεν φοβήθηκαν τη σύλληψη και η αποδοχή από την αστυνομία των δραστηριοτήτων LGBTQI+ αυξήθηκε. Η κυβέρνηση κατέβαλε περιορισμένες προσπάθειες για την αντιμετώπιση των διακρίσεων και των μεροληψιών κατά των LGBTQI+ ατόμων.

[…]

 

Ο νόμος δεν περιόριζε τα δικαιώματα των ατόμων να μιλούν ανοιχτά για τα ανθρώπινα δικαιώματα LGBTQI+. Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών LGBTQI+ υποστήριξαν, ωστόσο, ότι επειδή ο νόμος απαγόρευε τη σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ανδρών, περιόριζε τα άτομα LGBTQI+ από την άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης και του ειρηνικού συνέρχεσθε.

 

Στο ερώτημα αν οι νόμοι, οι πολιτικές και οι πρακτικές εγγυώνται την ίση μεταχείριση διαφόρων τμημάτων του πληθυσμού στη Σιέρρα Λεόνε, η Ετήσια Έκθεση του «Freedom House» για τα πολιτικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες το 2023[5], αναφέρει τα ακόλουθα: Τα άτομα LGBT+ αντιμετωπίζουν διακρίσεις στην απασχόληση και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και είναι ευάλωτα στη βία.  Η σεξουαλική επαφή μεταξύ ανδρών ποινικοποιείται βάσει νόμου από την εποχής της αποικιοκρατίας.

 

Οι γυναίκες βιώνουν διακρίσεις στην απασχόληση, την εκπαίδευση και την πρόσβαση σε πιστώσεις. Ο νόμος GEWE του 2022 περιλαμβάνει διατάξεις που επιβάλλουν την ίση αμοιβή και την παράταση της διάρκειας της άδειας μητρότητας μετ' αποδοχών για τις γυναίκες, αν και η συμμόρφωση δεν έχει ακόμη ελεγχθεί αποτελεσματικά.  Τις πιο πάνω πληροφορίες επιβεβαιώνει και η πλατφόρμα Equaldex[6], όπου αναφέρεται πως η ομοφυλοφιλία των ανδρών τιμωρείται τεχνικά με ισόβια κάθειρξη, αλλά σπάνια επιβάλλεται. Αντιθέτως, οι ομοφυλικές σχέσεις μεταξύ γυναικών είναι νόμιμες.  Ο γάμος ομοφυλόφιλων δεν είναι νόμιμος και στη Σιέρρα Λεόνε, δεν υπάρχουν νόμοι που να περιορίζουν τη συζήτηση ή την προώθηση θεμάτων LGBTQ+.  Οι διακρίσεις LGBT στη Σιέρρα Λεόνε είναι παράνομες σε ορισμένα πλαίσια.  Ο νόμος για την απασχόληση του 2023 απαγορεύει τις διακρίσεις λόγω "σεξουαλικότητας" και την άδικη απόλυση με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό ενός εργαζομένου.

[…]

 

Από τις πιο πάνω πληροφορίες συμπεραίνεται πως τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη Σιέρρα Λεόνε αντιμετωπίζουν διακρίσεις, περιορισμούς και δυσκολίες, παρόλο που οι αρχές διαφαίνεται πως αντιμετωπίζουν τα άτομα αυτά με κατανόηση.  Επιπρόσθετα, από την έρευνα διαπιστώθηκε πως δεν υπάρχει νόμος που να ποινικοποιεί τη σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ των γυναικών.  Από την αξιολόγηση της εσωτερικής και της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της αιτήτριας διαφαίνεται πως δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό της περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού και του φόβου δίωξής της επί τούτου από τον πατέρα της, αφ' ης στιγμής η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της, σε ένα τόσο προσωπικό ισχυρισμό δεν έχει θεμελιωθεί.

[…]

 

Λαμβάνοντας υπόψιν και τις προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, ότι πρόκειται για μία νέα, υγιή και ενήλικη γυναίκα, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, ικανή προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.  Παρά τις κάποιες δυσκολίες που ενδεχομένως αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της, εύκολα θα ενσωματωθεί στη κοινωνία της χώρας της στην οποία γεννήθηκε και έζησε με την οικογένεια της.  Επομένως, δεν προκύπτει πως γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο και αυτού του προφίλ κατά την επιστροφή τους στη χώρα τους θα αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε κίνδυνο.

 

Στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η αίτητρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951».

 

Από την πιο πάνω απόφαση διαφαίνεται ότι έγινε αξιολόγηση του αιτήματος της αιτήτριας, καθώς και παραπομπή σε πηγές πληροφόρησης για τα LGBTQI+ άτομα στη Σιέρα Λεόνε και όλα αυτά λήφθηκαν υπόψη σε συνδυασμό με το προσωπικό προφίλ της αιτήτριας, όπως αυτό προκύπτει και από το πιο πάνω απόσπασμα.  Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας αξιολογήθηκαν κατ’ουσίαν και επιβεβαιώθηκε η προσέγγιση της Υπηρεσίας Ασύλου και σε δεύτερο βαθμό.

 

Στη συνέχεια, στις 06/05/2025, η αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση μέσω της οποίας κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη Σιέρα Λεόνε λόγω των σοβαρών και επαναλαμβανόμενων διώξεων που υφίστατο από την οικογένειά της, την κοινότητα και τις αρχές επιβολής του Νόμου και αυτό εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού.  Η εκεί επιστροφή της, θα σήμαινε την επιστροφή σε μια ζωή γεμάτη φόβο, βία και κίνδυνο θανάτου. Πλέον, αν της δινόταν διεθνής προστασία, θα ένιωθε ασφάλεια και θα είχε το δικαίωμα να εκφράσει το ποια είναι ελεύθερα. (ερυθρό 106 του διοικητικού φακέλου).  Η αιτήτρια με τη μεταγενέστερη αίτησή της προσκόμισε 3 αντίγραφα εγγράφων.  Συγκεκριμένα, πρόκειται για έγγραφο ημερομηνίας 10/07/2020, με θέμα «requesting for the extraction and arrest of a certain person named M.A.B. case of homosexuality which is against the law of the Country (σε μετάφραση: αίτημα για την παράδοση και τη σύλληψη της Μ.Α.Β., στο πλαίσιο υπόθεσης ομοφυλοφιλίας που παραβιάζει τη νομοθεσία της χώρας)» από τον επικεφαλής του τμήματος εγκληματολογικών ερευνών προς την αιτήτρια, έγγραφο ημερομηνίας 05/08/2020 με θέμα «hospital reports for M.A.B. 24yrs (σε μετάφραση: νοσοκομειακές εκθέσεις για την 24χρονη M.A.B)», από τον Dr. Mohamed Elgabry του Life Care Hospital και έγγραφο με θέμα επιβεβαίωση μέλους οργάνωσης Accept- ΛΟΑΤΙ Κύπρου (ερυθρά 100-102 του διοικητικού φακέλου).

 

Στις 06/05/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας.  Στην έκθεση του αρμόδιου λειτουργού διαφαίνεται πως λαμβάνονται υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε η αιτήτρια και αναφέρονται επί τούτου τα πιο κάτω (υπογράμμιση δική μου):

 

« Το έγγραφο με ερυθρό 102 αναφέρεται σε ένταλμα σύλληψης της αλλοδαπής λόγω ομοφυλοφιλίας.  Διαπιστώνεται πως το έγγραφο αυτό έχει ημερομηνία 10/07/2020, δηλαδή ημερομηνία προ αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της στις 11/01/2021, και είναι έγγραφο το οποίο ουδέποτε υποβλήθηκε νωρίτερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του φυσικού φακέλου, λόγω δικής της υπαιτιότητας.  Επιπρόσθετα, το ότι το έγγραφο αυτό εκδόθηκε πριν τη νόμιμη αναχώρηση της από την χώρα καταγωγής της με το διαβατήριο της και τη φοιτητική βίζα από τη Sierra Leone,  υποδηλώνει έλλειψη ευλογοφάνειας, αφού δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και αρκούντως ικανοποιητικά πως ήταν σε θέση να αναχωρήσει αεροπορικώς χωρίς πρόβλημα σύλληψης ή κράτησης από τις αρχές της Sierra Leone.  Συνεπώς το έγγραφο αυτό δεν αυξάνει την πιθανότητα χορήγησής της με καθεστώς διεθνούς προστασίας. 

 

Το έγγραφο με ερυθρό 101 αναφέρεται σε λήψη πρώτων βοηθειών της αλλοδαπής από νοσοκομείο της Sierra Leone εξαιτίας εσωτερικής πληγής.  Διαπιστώνεται πως το συγκεκριμένο έγγραφο έχει επίσης ημερομηνία προ της αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της στις 11/01/2021, και είναι έγγραφο το οποίο ουδέποτε υποβλήθηκε νωρίτερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, λόγω δικής της υπαιτιότητας.  Επιπρόσθετα, το συγκεκριμένο έγγραφο δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει συγκεκριμένο και βάσιμο φόβο δίωξης, αφού το περιεχόμενό του δεν επαρκεί για να συνδεθεί με τις αναφορές της για τα γεγονότα που σχετίζονται με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής της.  Τέλος, διαπιστώνεται πως το έγγραφο έχει ορθογραφικά λάθη, όπως πχ έλλειψη τελείας μεταξύ των λέξεων «facility» και “After στην πρώτη παράγραφο, λάθη τα οποία δεν αναμένονται για επίσημο έγγραφο νοσοκομείου.  Επιπρόσθετα, δεν αναμένεται επίσημο έγγραφο να τελειώνει με ανεπίσημη γλώσσα, δηλαδή να περιέχει λέξεις όπως “THANKS που διαπιστώνεται στο κάτω μέρος της έγγραφης επιστολής.  Συνεπώς το έγγραφο αυτό δεν αυξάνει την πιθανότητα χορήγησης της με καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Το έγγραφο με ερυθρό 100 είναι έγγραφο υποστηρικτικού χαρακτήρα, εφόσον ο πυρήνας του αιτήματος της αλλοδαπής περί ομοφυλοφιλικού λεσβιακού προσανατολισμού εξετάστηκε κατ’ ουσίαν και απορρίφθηκε από επίσημο κρατικό φορέα όπως η Υπηρεσία Ασύλου μέσω της εσωτερικής αξιοπιστίας και το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας.  Συνεπώς και το έγγραφο αυτό δεν αυξάνει την πιθανότητα χορήγησής της με καθεστώς διεθνούς προστασίας ».

 

Στις 06/05/2025, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αφού εξέτασε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας αποφάσισε ότι η μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν υπέβαλε οποιαδήποτε νέα στοιχεία, ικανά ώστε να της χορηγηθεί καθεστώς.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή όλα τα στοιχεία που βρίσκονται στον διοικητικό φάκελο, το μεταγενέστερο αίτημα της αιτήτριας και τα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα.  Με τη μεταγενέστερη αίτησή της, η αιτήτρια δεν υποβάλλει νέα στοιχεία τα οποία να αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησής της με καθεστώς διεθνούς προστασίας, εφόσον προωθεί τους ίδιους ισχυρισμούς που είχε προβάλει και κατά την αρχική της αίτηση, δηλαδή την κατ’ ισχυρισμόν δίωξη της από την οικογένειά της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού.  

 

Στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής της, προβάλλει επιπρόσθετους ισχυρισμούς βέβαια περί δίωξής της από την κοινότητα αλλά και τις αρχές της χώρας της.  Οι εν λόγω ισχυρισμοί, προβάλλονται κατά γενικό και αόριστο τρόπο και ως τέτοιοι δεν θα μπορούσαν να αυξάνουν τις πιθανότητες με χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Αναφορικά με τα έγγραφα που προσκόμισε με το μεταγενέστερο αίτημά της, θα πρέπει να αναφερθεί πως στην παράγραφο 10 του εντύπου της μεταγενέστερης αίτησης (ερυθρό 106, του διοικητικού φακέλου) καταγράφει πως σε περίπτωση που υποβληθούν αποδεικτικά στοιχεία/έγγραφα θα πρέπει να διευκρινιστεί από την αιτήτρια πότε περιήλθαν στην κατοχή της τα έγγραφα αυτά, πως περιήλθαν στην κατοχή της και γιατί δεν υποβλήθηκαν τα έγγραφα αυτά στην προηγούμενη διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.  Καμία εξήγηση δεν δόθηκε για τα ζητήματα αυτά ούτε κατά την συμπλήρωση του μεταγενέστερου αιτήματος, ούτε στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, πράγμα που ήταν αναγκαίο λαμβάνοντας υπόψη πως προηγήθηκε μάλιστα και δικαστική διαδικασία ως έχω παραθέσει προηγουμένως και ούτε στην προηγούμενη δικαστική διαδικασία προσκομίστηκαν τα έγγραφα αυτά.  Στην ενώπιον μου διαδικασία και πάλι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τα ζητήματα αυτά από δική της υπαιτιότητα.

 

Παρόλα τα ζητήματα που παρέθεσα προηγουμένως προχωρώ να εξετάσω τα έγγραφα αυτά.  Σχετικά με το αντίγραφο εγγράφου με θέμα requesting for the extraction and arrest of a certain person named M.A.B. case of homosexuality which is against the law of the Country (ερυθρό 102 του διοικητικού φακέλου), συντάσσομαι με τη θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι η αιτήτρια από δική της υπαιτιότητα δεν το προσκόμισε προηγουμένως για λόγο που δεν εξήγησε.  Η αιτήτρια αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της στις 05/11/2020, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα και δεν εξήγησε πως κατάφερε να εγκαταλείψει τη Σιέρα Λεόνε ενώ εκκρεμούσε εναντίον της ένταλμα σύλληψης.  Συγκεκριμένα, το έγγραφο αναφέρει ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον της αιτήτριας για το αδίκημα της ομοφυλοφιλίας, ωστόσο και σύμφωνα με πηγές πληροφόρησης που παρατέθηκαν πιο πάνω και αφορούν την απόφαση 2828/23, στη Σιέρα Λεόνε δεν προκύπτει να υπάρχει νομική απαγόρευση της σεξουαλικής δραστηριότητας μεταξύ γυναικών.  Ως εκ τούτου, στερείται κάθε λογικής η έκδοση εντάλματος σύλληψης για συμπεριφορά μη ποινικά κολάσιμη.

 

Σε σχέση με το αντίγραφο εγγράφου με θέμα hospital reports for M.A.B. 24yrs (ερυθρό 101 του διοικητικού φακέλου), ως εντοπίστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση, η αιτήτρια από δική της υπαιτιότητα δεν το προσκόμισε προηγουμένως για λόγο που δεν εξήγησε.  Επιπλέον, συμφωνώ και με τις διαπιστώσεις τους για τις παραλείψεις και την ανεπίσημη γλώσσα που χρησιμοποιείται σε αυτό.  Επίσης, το έγγραφο αναφέρει ότι μετά από εξέταση, διαπιστώθηκε τραύμα στον αυχένα της και της συστήθηκε η λήψη φαρμακευτικής αγωγής.  Δεν υπάρχει η όποια αναφορά που να συνδέει το τραύμα με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής της και γι’αυτό το λόγο δεν θα μπορούσε να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό.

 

To αντίγραφο της επιβεβαίωσης μέλους οργάνωσης (ερυθρό 100 του διοικητικού φακέλου) - αποτελεί βεβαίωση μέλους στην accept - ΛΟΑΤΙ Κύπρου και στην Αφρικανική ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα στην Κύπρο - δεν ενισχύει το αίτημα της αιτήτριας.  Το έγγραφο αυτό από μόνο του δεν μπορεί να αποδείξει τον σεξουαλικό προσανατολισμό οποιουδήποτε ατόμου, εφόσον στην οργάνωση αυτή μπορούν να ενταχθούν άτομα που επιθυμούν να είναι μέλη της οργάνωσης αυτής.  Ούτως ή άλλως ο πυρήνας του αιτήματός της περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού και του φόβου δίωξής της εξαιτίας τούτου, δεν έχει γίνει αποδεκτός και η προαναφερθείσα βεβαίωση δεν αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης στην αιτήτρια καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η δυνατότητα εγγραφής σε τέτοιες οργανώσεις δεν εξαρτάται από διακριβωμένη ταυτότητα φύλου ή σεξουαλικό προσανατολισμό, ενώ η εν λόγω βεβαίωση δεν θεραπεύει τα ήδη διαπιστωθέντα προβλήματα αξιοπιστίας που αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της.

 

Καταλήγω στο ότι τα έγγραφα (ερυθρά 102-101), λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν τα προσκόμισε προηγουμένως και ούτως ή άλλως δεν ενισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον πυρήνα του αιτήματός της και με τον τρόπο που τέθηκαν ενώπιον μου δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επανάνοιγμα του φακέλου της.  Συνεπώς, όπως τα έγγραφα αυτά τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της απόφασης αλλά και από το γεγονός ότι η αιτήτρια διέφυγε από τη χώρα της χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, δεν ενισχύουν με οποιονδήποτε τρόπο τον πυρήνα του αιτήματος της αιτήτριας. 

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των πιο πάνω, κρίνω ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν συνιστούν νέα κρίσιμα στοιχεία ούτε αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες αναγνώρισης της αιτήτριας ως πρόσφυγα ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Τα στοιχεία αυτά είτε στερούνται αποδεικτικής αξίας είτε δεν συνδέονται άμεσα και επαρκώς με τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης, ενώ δεν δύνανται να ανατρέψουν τα ευρήματα περί έλλειψης αξιοπιστίας που αποτέλεσαν τον πυρήνα της διοικητικής κρίσης. Ως εκ τούτου, ορθώς κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις επανεξέτασης ή επανανοίγματος του φακέλου της αιτήτριας, ούτε προέκυψαν στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια της κείμενης νομοθεσίας περί διεθνούς προστασίας.

 

Η αιτήτρια είχε την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου ενώπιον της και μπορούσε να διευκρινίσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα ζητήματα που προέκυψαν.  Παρόλα αυτά η συνήγορός της περιορίστηκε στην έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου και δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ο λόγος της καθυστέρησης της προσκόμισης των εγγράφων, αλλά και ο τρόπος και ο χρόνος με τον οποίο περιήλθαν στην κατοχή της τα έγγραφα.  Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και διαπιστώνω πως η αιτήτρια δεν προβάλλει στοιχεία που να ενισχύει τον πυρήνα του αιτήματός της ή οτιδήποτε που να είναι αρκετό για να υποχρεώσει τους καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν σε επανάνοιγμα του φακέλου της, λαμβάνοντας υπόψη πως ο πυρήνας του αιτήματός της εξετάστηκε τόσο από την Υπηρεσία Ασύλου, όσο και από το Δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής 2828/2023 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε απόφαση,

 

Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, όπως συνέβη και στην υπό εξέταση περίπτωση.  Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης.

 

Προκύπτει, ακόμα, από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο.  Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης (βλ. ΔΕΕ, ΧΥ κατά Bundesamtfur Fremdenwesen undAsyl (C-18/20, XY κατά Bundesamt fur Fremdenwesen und Asyl, ημερομηνίας 15/4/2021).

 

Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω την παράγραφο 55 της απόφασης στην υπόθεση του ΔΕΕ C 563-22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/6/2024, σύμφωνα με την οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

 

"55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ' εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C‑921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη."

 

Δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημα της αιτήτριας είναι απαράδεκτο, καθότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο, αλλά αντιθέτως υπέβαλε εκ νέου τους ίδιους ισχυρισμούς, τους οποίους είχε κάθε ευκαιρία να προωθήσει και να εξειδικεύσει σε προηγούμενα στάδια της εξέτασης της αίτησής της.  Κατόπιν προσεκτικής αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, η οποία δεν υπέβαλε νέα στοιχεία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία να αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος  διεθνούς προστασίας, κρίνω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια από το αρμόδιο όργανο.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε η αιτήτρια , προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό πλήρως αιτιολογημένη απόφαση.  Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι το αρμόδιο όργανο διενήργησε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα και αποφάσισε εντός των πλαισίων του Νόμου. Κατά συνέπεια, ο μοναδικός προβαλλόμενος ισχυρισμός της συνηγόρου της αιτήτριας, περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολο του. 

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση.  Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψής της ως απαράδεκτης, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο