ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: Τ312/25
15 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.H
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Χρ. Παφίτη για Γεώργιος Βασιλόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τον Αιτητή
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 16/06/2025, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 02/07/2025, διά της οποίας πληροφορήθηκε περί της απόρριψης της μεταγενέστερης αίτησής του για διεθνή προστασία, δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Β τετράκις (2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ως εκάστοτε τροποποιείται
Γεγονότα
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα που συνοδεύει τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή, ο οποίος καταχωρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, και έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Αφγανιστάν και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 11/10/2023 ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, παραλαμβάνοντας αυθημερόν βεβαίωση υποβολής του αιτήματός του. Στις 12/10/2023 παραπέμφθηκε σε διαδικασία εκτίμησης της ευαλωτότητάς του και κρίθηκε ως ευάλωτο πρόσωπο, και δη ως ασυνόδευτος ανήλικος, ενώ κρίθηκε σκόπιμη τόσο η προτεραιοποίηση της συνέντευξής του όσο και η παροχή κατάλληλης στέγασης.
Στις 25/10/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη αξιολόγησης της ηλικίας του, παρουσία κηδεμόνα, και, λόγω αμφιβολιών ως προς τη δηλωθείσα ημερομηνία γέννησής του, κρίθηκε σκόπιμη η παραπομπή του σε ιατρικές εξετάσεις. Κατόπιν διενέργειας πανοραμικής ακτινογραφίας και ακτινογραφίας άκρας χειρός, το Τμήμα Οδοντιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής είναι ενήλικος. Ακολούθως, στις 05/12/2023, αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε τελική έκθεση αξιολόγησης για τον προσδιορισμό της ηλικίας του Αιτητή, η οποία εγκρίθηκε αυθημερόν από αρμοδίως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στις 06/12/2023, ο Αιτητής ενημερώθηκε για το πόρισμα της διαδικασίας προσδιορισμού της ηλικίας του και η καταγεγραμμένη ημερομηνία γέννησής του μεταβλήθηκε σε 01/05/2004.
Ακολούθως, στις 13/12/2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (εφεξής «ο αρμόδιος λειτουργός»), ο οποίος, στις 29/12/2023, ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός του. Στη συνέχεια, στις 30/12/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση. Ακολούθως, στις 08/01/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της απόφασής της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο αυθημερόν.
Μεταγενέστερα, στις 12/06/2025, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ζητώντας την επανεξέταση του αιτήματός του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας. Στις 16/06/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή. Την ίδια ημέρα, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενεργώντας για τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε την εν λόγω Έκθεση - Εισήγηση, η οποία κατέληγε σε εισήγηση όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί απαράδεκτη.
Στις 02/07/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή, η οποία επιδόθηκε διά χειρός στον ίδιο και μεταφράστηκε αυθημερόν σε γλώσσα την οποία κατανοεί. Ακολούθως, στις 09/07/2025, ο Αιτητής καταχώρισε, διά του συνηγόρου του, την υπό εξέταση προσφυγή
Νομικοί ισχυρισμοί
Ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, προβάλλει, μέσω του εισαγωγικού δικογράφου της παρούσας διαδικασίας, πλείονες λόγους ακύρωσης, χωρίς, ωστόσο, αυτοί να συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ή παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Με τη γραπτή αγόρευσή του, ο Αιτητής, διά του συνηγόρου του, ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν οι αρχές που διέπουν τη λειτουργία της Υπηρεσίας Ασύλου και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθότι το προσκομισθέν έγγραφο δεν αξιολογήθηκε εξαιτίας της έλλειψης μετάφρασής του, ως, κατά τον ισχυρισμό του, όφειλε να πράξει η Διοίκηση.
Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ο συνήγορος του Αιτητή επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αξιολογήθηκαν, λόγω του ότι δεν μεταφράστηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση
ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί) και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, συνοδευόμενο και από το σχετικό διοικητικό φάκελο (εφεξής «δ.φ.»). Το παρόν Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της επιφύλαξης στο εν λόγω εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της εκπροσώπου των συνηγόρων του Αιτητή.
Παράλληλα, το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
Το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει την έννοια του όρου «μεταγενέστερη αίτηση» ως ακολούθως: «"μεταγενέστερη αίτηση" σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ·».
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του «πρόσφυγα» και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό τον ορισμό.
Το άρθρο 11(8) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Αιτητή που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο.
Το άρθρο 14 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει διατάξεις σχετικά με τις ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας οι οποίες ανακύπτουν επιτόπου.
Το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας.
Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Απαράδεκτες αιτήσεις
12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
(α) [...]
(β) [...]
(γ) [...]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή
(ε) [...]»
Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης
16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –
(i) μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.
[...]»
Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, προκειμένου δηλαδή να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αρχικής αίτησης. Σημειώνετε ότι σύμφωνα με το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε μια μεταγενέστερη διαδικασία αίτησης ο αιτών έχει το βάρος απόδειξης να υποβάλει συγκεκριμένα νέα στοιχεία που δείχνουν ότι οι σχετικές περιστάσεις υπό το φως της αίτησής του για το καθεστώς πρόσφυγα ή την επικουρική προστασία «αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα» να πληροί τα κριτήρια διεθνούς προστασίας.
Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται, πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση, ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς να υπάρξει εξέταση επί της ουσίας της.
Κατά δεύτερον, εάν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε μόνο προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις:
α) τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή, διεθνούς προστασίας και
β) ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. (βλ. άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου)
Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις διατάξεις του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-921/19, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2021, η διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ορίζεται ως εξής: (Η υπογράμμισή του παρόντος δικαστηρίου)
«Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Περαιτέρω, τόσο η τελευταία περίοδος του άρθρου 40(3), όσο και το άρθρο 40(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προβλέπουν ότι εναπόκειται στα κράτη-μέλη να θέσουν επιπλέον προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, πρόβλεψη της οποίας έκανε χρήση ο εθνικός νομοθέτης με την εισαγωγή της υποπαραγράφου ii) στο άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επομένως, στη βάση της ανάλυσης που ακολούθησε το ΔΕΕ στην ανωτέρω απόφαση, το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τη διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης σε δύο στάδια, ένα προκαταρκτικό επί του παραδεκτού των νέων στοιχείων και, εφόσον γίνει παραδεκτή, ένα επί της ουσίας της αίτησης. Το προκαταρκτικό στάδιο χωρίζεται περαιτέρω σε δύο στάδια κατά τα οποία εξετάζονται τα εξής:
- αρχικά, εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ
- όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη/αρχική αίτηση, η εξέταση του παραδεκτού συνεχίζεται προκειμένου να εξακριβωθεί εάν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εάν ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (υποπαράγραφοι i) και ii) του άρθρου 16Δ(3)(β)).
Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι από τη διατύπωση του άρθρου 16Δ(3)(α) «Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη», προκύπτει ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης, δεν διεξάγεται συνέντευξη. Η προσθήκη αυτή στο συγκεκριμένο άρθρο έγινε με τον νόμο 142(I)/2020 της 13/10/2020 που τροποποίησε τον περί Προσφύγων Νόμο, χωρίς ωστόσο να γίνει αντίστοιχη τροποποίηση στο άρθρο 12Βτετράκις(3) με την προσθήκη επιφύλαξης ως προς την δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης πριν την απόφαση επί του παραδεκτού σε μεταγενέστερες αιτήσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις αν υπάρχει κάποια ασυμφωνία ή σύγκρουση μεταξύ των προνοιών μιας νομοθεσίας και αυτών μιας άλλης τότε υπερισχύουν οι πρόνοιες της μεταγενέστερης από τις δύο νομοθεσίες, γνωστή ως η αρχή lex posterior derogat legi priori (βλ. και Bennion on Statutory interpretation, 5th Edition, p.304-305 Section 87 Implied repeal).
O κανόνας συνίσταται στο ότι, μεταγενέστερος νόμος θεωρείται ότι καταργεί σιωπηρά προηγούμενο, εφ' όσον αυτός διαπιστώνεται ότι είναι αντιφατικός ή ασυμβίβαστος με νεότερο, οπότε είναι αδύνατο να συνυπάρχουν (βλ. MAMTA RANI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18/3/2025 Yπουργός Eσωτερικών της Kυπριακής Δημοκρατίας ν. The Jehovah's Witnesses Congregation (Cyprus) Ltd και άλλος (1995) 3 ΑΑΔ 78, Kυπριακή Δημοκρατία, μέσω Yπουργείου Eσωτερικών και Άλλη ν. Xρίστου Πασιαρδή (1996) 3 ΑΑΔ 34). Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς την ρύθμιση του ζητήματος καθώς προβλέπει τη δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης κατά το προκαταρκτικό στάδιο, ως η πρόβλεψη του άρθρου 16Δ(3)(α). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 42 «Διαδικαστικοί κανόνες»,
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες των οποίων η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 να απολαμβάνουν των εγγυήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία κανόνες για την προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40. Οι κανόνες αυτοί μπορούν μεταξύ άλλων: α) να υποχρεώνουν τον συγκεκριμένο αιτούντα να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία·
β) να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς προσωπική συνέντευξη, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6.
Οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση των αιτούντων σε νέα διαδικασία ούτε να οδηγούν πρακτικώς στη ματαίωση ή στο σοβαρό περιορισμό της πρόσβασης αυτής.»
Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως μεταγενέστερο διάβημα στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, η οποία έχει ήδη κριθεί από το αρμόδιο όργανο. Στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου, το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 16Δ(3)(α), δεν απαιτείται κλήση του αιτητή σε συνέντευξη, εφόσον η αίτηση δεν περνά το φίλτρο παραδεκτού. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης, υποχρεούται να συνεκτιμήσει το σύνολο των προγενέστερων στοιχείων, συγκρίνοντας την αρχική με τη μεταγενέστερη αίτηση, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον τίθενται για πρώτη φορά νέα στοιχεία ή ισχυρισμοί που να απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.
Η δυνατότητα παράλειψης της συνέντευξης στο εν λόγω στάδιο εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 42 παρ. 2(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το οποίο επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η προκαταρκτική εξέταση μεταγενέστερης αίτησης μπορεί να διενεργείται χωρίς προσωπική συνέντευξη, εφόσον τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 12 παρ. 1 και διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης σε νέα διαδικασία.
Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφαση C‑18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, όπου κρίθηκε ότι το άρθρο 14 της Οδηγίας δεν επιβάλλει υποχρέωση χορήγησης συνέντευξης όταν η αρμόδια αρχή περιορίζεται σε προκαταρκτική εξέταση παραδεκτού σύμφωνα με το άρθρο 40 της Οδηγίας, προσθέτοντας ότι η δυνατότητα παράλειψης συνέντευξης συνάδει με το άρθρο 42 παρ. 2(β), εφόσον τηρούνται οι δικονομικές εγγυήσεις» (βλ. σκ. 66–67 σε συνδυασμό με τις σκέψεις 40–42 και και 46–49,).
Κατά συνέπεια, η επιλογή του Προϊσταμένου να μην καλέσει σε συνέντευξη τον Αιτητή, εφόσον από τα προσκομισθέντα δεν διαφαίνεται η ύπαρξη νέων και ουσιωδών στοιχείων, όχι μόνο δεν αντίκειται στον Νόμο, αλλά ανταποκρίνεται απολύτως στο επιτρεπτό ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου παραδεκτού.
Από την ανωτέρω ανάλυση καθίσταται σαφές ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν αποτελεί ένδικο μέσο κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αλλά συνιστά αίτημα για ένα νέο διαδικαστικό διάβημα, η τύχη του οποίου εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ του Νόμου. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τον ελεγκτικό του ρόλο, εξετάζει αποκλειστικά τη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης επί του παραδεκτού, όπως αυτή προσδιορίζεται στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.
Η εν λόγω εξέταση δεν συνεπάγεται την επαναξιολόγηση της αρχικής αίτησης ή τη συνολική αναψηλάφηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έχουν ήδη κριθεί αμετακλήτως. Η μεταγενέστερη αίτηση αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική πράξη, η αποδοχή ή η απόρριψη της οποίας προϋποθέτει την επίκληση και την τεκμηρίωση νέων και ουσιωδών στοιχείων, τα οποία δεν είχαν προβληθεί ή δεν μπορούσαν να προβληθούν κατά την αρχική διαδικασία.
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Εφετείου,[1], στις περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων που προσβάλλονται ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., παγίως γίνεται δεκτό ότι το παρόν Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας των προϋποθέσεων παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης που κρίθηκε απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια τόσο με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-216/22, A. A. κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 08/02/2024, και C-563/22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερ. 13/06/2024.
Συνεπώς, παρά τον ευρύ χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου που ασκείται επί αποφάσεων απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιοδοσία να προχωρήσει πέραν της κρίσης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ούτε δύναται να αποφανθεί το ίδιο επί της ουσίας του αιτήματος για διεθνή προστασία.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Προχωρώντας, εξετάζεται ο ισχυρισμός που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή αναφορικά με την έλλειψη δέουσας και πλήρους έρευνας κατά τη διοικητική επεξεργασία της μεταγενέστερης αίτησης. Ο ισχυρισμός αυτός συνδέεται με την ουσιαστική νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης και, ως εκ τούτου, δύναται να εξεταστεί υπό το πρίσμα του ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο επί της πληρότητας και επάρκειας της κρίσης περί παραδεκτού, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου και στο άρθρο 11(3) του Νόμου 73(Ι)/2018.
Υπό το φως του περιεχομένου του ως άνω ισχυρισμού, υπενθυμίζεται ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, όταν καλείται να επιληφθεί απόφασης με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, περιορίζεται αυστηρά στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας της διοικητικής κρίσης περί παραδεκτού. Η αρμοδιότητα αυτή δεν εκτείνεται σε επανεξέταση της ουσίας του αιτήματος για παροχή διεθνούς προστασίας, εκτός και εάν προκύπτει ότι έχουν πληρωθεί οι σωρευτικές προϋποθέσεις που τίθενται στα άρθρα 16Δ και 12Β τετράκις του Νόμου.
Η εν λόγω προσέγγιση επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία του Εφετείου, το οποίο στην υπόθεση Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας (αρ. έφεσης 657/2022) έκρινε ρητά ότι:
«Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. [...] Η απόφαση δεν ήταν αντικείμενο της εδώ υπό εξέταση πρωτόδικης προσφυγής και, ως εκ τούτου, δεν ήταν και επίδικο ζήτημα προς κρίση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε και οποιαδήποτε δικαιοδοσία να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, πόσο μάλλον να το κρίνει».
Η πιο πάνω θέση του Εφετείου εδραιώνει την αρχή ότι η καταχώριση μεταγενέστερης αίτησης δεν οδηγεί αυτομάτως σε επανεξέταση της ουσίας του αιτήματος, παρά μόνο εφόσον πληρούνται οι αυστηρά προσδιορισμένες προϋποθέσεις του παραδεκτού, όπως ορίζονται στον νόμο.
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η έκταση, ο τρόπος και η μέθοδος της διοικητικής έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, νοουμένου ότι η έρευνα εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης και επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών και πλήρως τεκμηριωμένων συμπερασμάτων (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών, Α.Ε. 1518/1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371/1999).
Το κριτήριο επάρκειας της έρευνας δεν συνίσταται σε απόλυτη ή μηχανιστική εξάντληση κάθε δυνατής πληροφορίας, αλλά στην αξιολόγηση κατά πόσον η Διοίκηση συλλέγει, αναλύει και συνεκτιμά τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα, αναλόγως της φύσης και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης (βλ. Jamal Karou v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010· Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, αρ. 606/1991, ημερ. 22.9.1992).
Κατά συνέπεια, και υπό το πρίσμα της ανωτέρω νομολογίας περί ορίων της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και των αρχών που διέπουν την έννοια της δέουσας έρευνας, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί περαιτέρω ο ισχυρισμός του συνηγόρου του Αιτητή, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν, εντός του πλαισίου της προκαταρκτικής εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 16Δ(3) του Νόμου, το αρμόδιο διοικητικό όργανο προέβη σε επαρκή και κατά νόμον επιβαλλόμενη εξέταση των στοιχείων της μεταγενέστερης αίτησης.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της ανεργίας και της παρουσίας των Ταλιμπάν, καθώς αντιλήφθηκε ότι δεν είχε μέλλον εκεί.
Κατά το στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Αφγανιστάν, γεννηθείς στις 01/05/2004 στην επαρχία Kunar, ενώ κατά τα τελευταία εννέα έτη διέμενε με την οικογένειά του στο Πακιστάν και επέστρεψε στο Αφγανιστάν για ορισμένες ημέρες πριν από την αναχώρησή του (ερ. 57, 54, 8x, 53, 1x του δ.φ.).
Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος και ότι οι γονείς του διαβιούν στην επαρχία Kunar μαζί με τη μία αδελφή του, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός του απήχθη από τους Ταλιμπάν πριν από δέκα περίπου έτη και έκτοτε αγνοείται η τύχη του (ερ. 26, 1x, 5x, 6x του δ.φ.).
Ως προς το μορφωτικό και εργασιακό του επίπεδο, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν έχει φοιτήσει σε σχολείο και ότι εργάστηκε σε φάρμες (ερ. 27, 5x, 26, 8x του δ.φ.).
Όσον αφορά το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία, ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του μέσω Ιράν και Τουρκίας και εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, όπου εργάστηκε για χρονικό διάστημα πέντε μηνών (ερ. 55, 25, 1x του δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν δύναται να ζήσει στο Αφγανιστάν, καθότι δεν υπάρχει εργασία για εκείνον (ερ. 54, 1x του δ.φ.). Περαιτέρω, ανέφερε ότι, εξαιτίας του επιθέτου του, οι Ταλιμπάν ενδέχεται να τον θεωρήσουν Σιίτη, ενώ πριν από δέκα περίπου έτη ο αδελφός του συνελήφθη από τους Ταλιμπάν και έκτοτε αγνοείται η τύχη του (ερ. 54, 3x, 4x, 7x του δ.φ.
Στην Έκθεση - Εισήγηση που ετοιμάστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου κατόπιν της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή, ο λειτουργός προέβη στον σχηματισμό και την αξιολόγηση δύο ουσιωδών ισχυρισμών που προβλήθηκαν εκ μέρους του Αιτητή στο πλαίσιο της αίτησής του για διεθνή προστασία.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, καθώς και τη χώρα καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον εν λόγω ισχυρισμό, κρίνοντας αφενός ότι θεμελιωνόταν η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του και αφετέρου ότι αυτές επιβεβαιώνονταν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό του Αιτητή περί αδυναμίας εξεύρεσης ικανοποιητικά αμειβόμενης εργασίας στο Αφγανιστάν. Και ο ισχυρισμός αυτός έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι πληρούνταν η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή, ενώ οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονταν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Κατά το στάδιο της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι ο Αιτητής θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω του προσωπικού του προφίλ, των οικονομικών δυσχερειών ή της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του.
Κατόπιν της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών και της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στη νομική υπαγωγή της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε στο καθεστώς του πρόσφυγα ούτε στο καθεστώς του δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αντιμετωπίζει πρόβλημα με τους Ταλιμπάν και ότι επιθυμεί να διαμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ μέρος των δηλώσεών του, όπως αυτές καταγράφηκαν, ήταν μη αναγνώσιμο. Κατά την υποβολή της αίτησης, προσκόμισε έγγραφο, το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, συνιστά την ταυτότητά του, εκδοθείσα το 2024, και το οποίο έλαβε, υπό μορφή εικόνας στο κινητό του τηλέφωνο, είκοσι ημέρες προηγουμένως.
Στην Έκθεση - Εισήγηση που ετοιμάστηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου επί της μεταγενέστερης αίτησης, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν προβλήθηκαν νέοι ισχυρισμοί δυνάμενοι να συνιστούν νέα στοιχεία, καθότι οι σχετικοί ισχυρισμοί είχαν ήδη εξεταστεί κατ’ ουσίαν στο πλαίσιο της αρχικής αίτησης και είχαν απορριφθεί.
Περαιτέρω, αναφορικά με το προσκομισθέν έγγραφο, το οποίο ο Αιτητής δήλωσε ότι αποτελεί την ταυτότητά του και ότι εκδόθηκε το 2024, ο λειτουργός έκρινε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν επαυξάνει αφ’ εαυτού τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο οι προβληθέντες ισχυρισμοί όσο και το προσκομισθέν έγγραφο δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας και εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης.
Υπό το φως του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου και των στοιχείων που περιλαμβάνονται στον διοικητικό φάκελο, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η Υπηρεσία Ασύλου ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, προβαίνοντας σε προκαταρκτική εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή.
Ειδικότερα, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από εκείνους που είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία. Ο Αιτητής επανέλαβε, κατ’ ουσίαν, τον ισχυρισμό περί φόβου έναντι των Ταλιμπάν, καθώς και τις αναφορές του ως προς τις συνθήκες διαβίωσης και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στη χώρα καταγωγής του, ζητήματα τα οποία είχαν ήδη αξιολογηθεί από την Υπηρεσία Ασύλου στο πλαίσιο της αρχικής αίτησής του.
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν ήδη τύχει ουσιαστικής αξιολόγησης κατά την προηγούμενη διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας ο αρμόδιος λειτουργός είχε εξετάσει τόσο το προσωπικό προφίλ του Αιτητή όσο και τον προβαλλόμενο φόβο έναντι των Ταλιμπάν και είχε καταλήξει ότι δεν στοιχειοθετείται εύλογη πιθανότητα δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στο Αφγανιστάν.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, το προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσον υποβλήθηκαν ή προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα που δεν είχαν τεθεί υπόψη της Διοίκησης κατά την έκδοση της προηγούμενης απόφασης. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν υποβάλλονται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ουσιαστική εξέταση του αιτήματος.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ήταν ευλόγως ανοικτή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επαναλαμβανόμενοι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν συνιστούσαν νέα στοιχεία υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του Νόμου, αλλά επανάληψη ήδη εξετασθέντων πραγματικών περιστατικών και φόβων, οι οποίοι είχαν αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης κατά την αρχική διαδικασία.
Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επισημάνει, τόσο στην υπόθεση C-18/20 όσο και στην υπόθεση C-216/22, ότι όταν ο αιτητής δεν προσκομίζει νέα στοιχεία ή πορίσματα που να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να κινήσουν νέα πλήρη εξεταστική διαδικασία, αλλά δύνανται να απορρίψουν τη μεταγενέστερη αίτηση στο στάδιο του παραδεκτού.
Παρομοίως, στην υπόθεση Mamta Rani ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση κατά Απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. αρ. 149/2023, ημερ. 18/03/2025), κρίθηκε ότι ισχυρισμοί που είχαν ήδη προβληθεί και εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία δεν συνιστούν νέα ουσιώδη στοιχεία υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ η επανάληψη ή περαιτέρω ανάπτυξή τους στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης οδηγεί ορθώς στην απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Υπό το φως των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν διά της μεταγενέστερης αίτησης της Αιτήτριας δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά επανάληψη και περαιτέρω ανάπτυξη ζητημάτων που είχαν ήδη τεθεί ενώπιον της Διοίκησης και εξεταστεί κατά την αρχική διαδικασία ασύλου. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η Αίτηση ορθώς προχώρησαν σε απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης κατά το στάδιο του παραδεκτού.
Κατά συνέπεια, και ανεξαρτήτως της περαιτέρω αξιολόγησης του εγγράφου που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησης, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η Υπηρεσία Ασύλου ορθώς προέβη σε εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης στη βάση του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και ευλόγως κατέληξε ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί δεν συνιστούσαν νέα στοιχεία ή πορίσματα δυνάμενα να δικαιολογήσουν την περαιτέρω εξέταση της αίτησης επί της ουσίας.
Αναφορικά με το προσκομισθέν έγγραφο, το οποίο ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι συνιστά την ταυτότητά του εκδοθείσα το 2024, το παρόν Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Διοίκηση έλαβε γνώση της ύπαρξής του και προέβη σε αξιολόγησή του στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης.
Ειδικότερα, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ρητώς την υποβολή του εν λόγω εγγράφου, καθώς και τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι αυτό αφορά την ταυτότητά του και ότι του είχε αποσταλεί υπό μορφή φωτογραφίας στο κινητό του τηλέφωνο. Περαιτέρω, προκύπτει ότι το επίμαχο έγγραφο καταχωρίστηκε στον διοικητικό φάκελο ως σχετικό τεκμήριο.
Το Δικαστήριο παρατηρεί, ωστόσο, ότι το εν λόγω έγγραφο είναι ιδιαιτέρως δυσανάγνωστο, ενώ ούτε από το περιεχόμενό του ούτε από οποιοδήποτε συνοδευτικό στοιχείο καθίσταται δυνατό να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς τη φύση, την προέλευση ή την αποδεικτική του αξία. Σημειώνεται δε ότι στον διοικητικό φάκελο περιλαμβάνεται σχετική αναφορά μεταφραστή, σύμφωνα με την οποία το έγγραφο κρίθηκε δυσανάγνωστο. (Βλ. ερ.104 δ.φ.)
Περαιτέρω, το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου, ακόμη και υπό την εκδοχή του Αιτητή, αφορά ζήτημα ταυτοτικών στοιχείων και όχι περιστατικά ή γεγονότα συνδεόμενα με τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Συναφώς, το παρόν Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο ίδιος ο Αιτητής, σε χειρόγραφη δήλωση που συνοδεύει το έγγραφο, ανέφερε ότι το έγγραφο με ερυθρό 104 αποτελεί την ταυτότητά του («ID card»), χωρίς να προβάλλει οποιονδήποτε πρόσθετο ισχυρισμό αναφορικά με γεγονότα δίωξης ή νέα περιστατικά που να άπτονται των προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας.
Υπό τις περιστάσεις, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ήταν ευλόγως ανοικτή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το προσκομισθέν έγγραφο δεν συνιστούσε νέο στοιχείο ή πόρισμα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμενο αφ’ εαυτού να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στον Αιτητή.
Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται πλημμέλεια ως προς τη διενεργηθείσα προκαταρκτική εξέταση ούτε προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας λόγω της μη μετάφρασης ή μη περαιτέρω αξιολόγησης του εν λόγω εγγράφου.
Συναφώς, σύμφωνα με τη νομολογία του Εφετείου στην υπόθεση Bolarninwa Emmanuel Johnson ν. Δημοκρατίας (Έφεση αρ. 95/2023), η αξιολόγηση εγγράφων στο πλαίσιο αιτήσεων διεθνούς προστασίας διενεργείται στη βάση των προτύπων του EUAA και εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη συνάφεια των εγγράφων με το αίτημα ασύλου, τη συμβατότητα του περιεχομένου τους με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, την ακρίβεια και λεπτομέρεια του περιεχομένου τους, καθώς και από το κατά πόσον αυτά συνιστούν άμεση και αντικειμενική μαρτυρία ουσιωδών πραγματικών περιστατικών.
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα υπόθεση, το παρόν Δικαστήριο παρατηρεί ότι το προσκομισθέν έγγραφο δεν παρουσιάζει επαρκή αποδεικτική αξία ώστε να δύναται να θεωρηθεί νέο στοιχείο ή πόρισμα υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, το εν λόγω έγγραφο είναι σε μεγάλο βαθμό δυσανάγνωστο, γεγονός το οποίο καταγράφηκε και από τον μεταφραστή του διοικητικού φακέλου, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η ασφαλής εξακρίβωση του περιεχομένου, της φύσης ή της αυθεντικότητάς του. Περαιτέρω, το έγγραφο δεν συνοδευόταν από οποιαδήποτε επίσημη μετάφραση ή άλλο υποστηρικτικό στοιχείο δυνάμενο να αποσαφηνίσει το περιεχόμενό του ή να ενισχύσει την αποδεικτική του αξία.
Επιπρόσθετα, ακόμη και υπό την εκδοχή του ίδιου του Αιτητή, το έγγραφο αφορά αποκλειστικά ζήτημα ταυτοτικών στοιχείων, καθότι ο ίδιος, σε χειρόγραφη δήλωση που συνοδεύει το έγγραφο, αναφέρει ότι το έγγραφο με ερυθρό 104 αποτελεί την ταυτότητά του («ID card»). Ως εκ τούτου, το εν λόγω έγγραφο δεν συνδέεται άμεσα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς περί φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης ούτε συνιστά αντικειμενική μαρτυρία ουσιωδών πραγματικών περιστατικών σχετικών με τις προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας.
Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η ύπαρξη ενός εγγράφου το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, αφορά την ταυτότητά του, χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική σύνδεση με τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας του, δεν δύναται αφ’ εαυτού να αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, ως απαιτείται δυνάμει του άρθρου 16Δ(3)(β)(i) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σύμφωνα με το Άρθρο 40(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και την αντίστοιχη εθνική διάταξη του Άρθρου 16Δ(3)(β)(i), η εξέταση μιας μεταγενέστερης αίτησης προϋποθέτει την προσκόμιση νέων στοιχείων που αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το παρόν Δικαστήριο, ακολουθώντας τη μεθοδολογία της EUAA (Δικαστική Ανάλυση 2023, σελ. 20[2]), κρίνει ότι η αξιολόγηση πρέπει να εστιάζει στα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά (material facts) που συγκροτούν τον πυρήνα του ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, η υποβολή εγγράφου ταυτότητας, το οποίο δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης ούτε αναιρεί τις διαπιστωθείσες αδυναμίες αξιοπιστίας της προηγούμενης διαδικασίας, στερείται του απαιτούμενου "σημαντικού βάρους". (βλ. R.B.A.B. και Λοιποί κατά Κάτω Χωρών (2016) αριθ. Αιτ. 50852/13). Κατά πάγια νομολογία (βλ. C-921/19, LH), η υποχρέωση συνεργασίας των αρχών αφορά την αξιολόγηση στοιχείων που είναι πράγματι κρίσιμα για την υπόθεση και δεν επιβάλλει την εκ νέου εξέταση αιτημάτων βάσει στοιχείων που παραμένουν περιφερειακά και αλυσιτελή για την κρίση περί του μελλοντικού κινδύνου
Έτι περαιτέρω, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επισημάνει, στις υποθέσεις C-18/20 και C-216/22, ότι τα νέα στοιχεία ή πορίσματα που προβάλλονται στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.
Στην παρούσα υπόθεση, ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι το προσκομισθέν έγγραφο δύναται να ληφθεί υπόψη ως νέο στοιχείο υπό την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, εντούτοις το περιεχόμενό του, όπως αυτό προβάλλεται από τον ίδιο τον Αιτητή, δεν συνδέεται με τον πυρήνα των προβαλλόμενων λόγων διεθνούς προστασίας ούτε δύναται να μεταβάλει ουσιωδώς την αξιολόγηση του αιτήματός του.
Ειδικότερα, το εν λόγω έγγραφο, ακόμη και υπό την εκδοχή του Αιτητή ότι αφορά την ταυτότητά του, δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο δίωξης, απειλής, στοχοποίησης ή ύπαρξης πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ούτε προκύπτει από το περιεχόμενό του οποιαδήποτε πληροφορία δυνάμενη να διαφοροποιήσει τα πραγματικά δεδομένα επί των οποίων στηρίχθηκε η αρχική απορριπτική απόφαση.
Κατά συνέπεια, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ήταν ευλόγως ανοικτή να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το προσκομισθέν έγγραφο δεν αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στον Αιτητή, ως απαιτεί το άρθρο 16Δ(3)(β)(i) του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για περαιτέρω εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης επί της ουσίας.
Το παρόν Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο αιτητής διεθνούς προστασίας φέρει το βάρος υποβολής, το συντομότερο δυνατό, όλων των στοιχείων που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση της αίτησής του, περιλαμβανομένων των στοιχείων που αφορούν την ταυτότητά του, τους ισχυρισμούς δίωξης, καθώς και οποιωνδήποτε εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών μέσων στηρίζουν το αίτημά του.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης, ο αιτητής υποχρεούται να προβάλει «νέα στοιχεία ή πορίσματα» σχετικά με την εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας, τα οποία να μην είχαν τεθεί υπόψη της Διοίκησης κατά την προηγούμενη διαδικασία και τα οποία να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες αναγνώρισής του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 40(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. επίσης EUAA Practical Guide on Subsequent Applications).
Παρά το γεγονός ότι η αποφαινόμενη αρχή οφείλει να αξιολογεί τα σχετικά στοιχεία σε συνεργασία με τον αιτητή, η εν λόγω υποχρέωση δεν απαλλάσσει τον ίδιο από το καθήκον να προσκομίσει ευκρινή, επαρκή και ουσιώδη στοιχεία προς υποστήριξη της μεταγενέστερης αίτησής του. Στην παρούσα υπόθεση, ο Αιτητής περιορίστηκε στην υποβολή ενός δυσανάγνωστου εγγράφου, χωρίς επίσημη μετάφραση ή οποιοδήποτε συνοδευτικό επεξηγηματικό υλικό, ενώ ούτε κατά τη διοικητική διαδικασία ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προέβη σε συγκεκριμενοποίηση του τρόπου με τον οποίο το εν λόγω έγγραφο διαφοροποιεί ουσιωδώς τα δεδομένα της υπόθεσής του ή ενισχύει τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης.
Συναφώς, από τη νομολογία του Εφετείου όπως στις υποθέσεις Deepak Kumar ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (66/2022) και C.E.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (113/2024), προκύπτει ότι όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης παραμένουν γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι, δεν δύνανται να οδηγήσουν σε επανάνοιγμα του φακέλου ή σε περαιτέρω εξέταση της αίτησης επί της ουσίας.
Περαιτέρω, η απλή επίκληση εκ μέρους του Αιτητή περί «έλλειψης δέουσας έρευνας», χωρίς συγκεκριμένη υπόδειξη των φερόμενων πλημμελειών της Διοίκησης ή εξήγηση ως προς τη σημασία των προβαλλόμενων νέων στοιχείων, δεν αρκεί προς στοιχειοθέτηση λόγου ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Εξάλλου, ακόμη και υπό το πρίσμα του ex nunc ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο, μέχρι το στάδιο του παραδεκτού, ο Αιτητής δεν προσκόμισε ενώπιόν του οποιαδήποτε πρόσθετα στοιχεία ή επαρκή τεκμηρίωση δυνάμενη να κλονίσει τις διαπιστώσεις της Υπηρεσίας Ασύλου ή να δημιουργήσει εύλογη αμφιβολία ως προς την ορθότητα της κρίσης της επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης.
Υπό τις περιστάσεις, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμένει τόσο νομικά όσο και πραγματικά επαρκώς αιτιολογημένη και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμέλεια δυνάμενη να δικαιολογήσει την ακύρωσή της.
Η μεταγενέστερη αίτηση ορθά κρίθηκε ως απαράδεκτη δυνάμει του Άρθρου 16Δ(3), καθώς ο Αιτητής απέτυχε να προσκομίσει νέα και ουσιώδη στοιχεία που να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς προστασίας. Οι ισχυρισμοί περί έλλειψης έρευνας παρέμειναν στο επίπεδο της γενικολογίας, ενώ η Διοίκηση δεν υπείχε υποχρέωση κλήσης σε νέα συνέντευξη για τον έλεγχο του παραδεκτού. Εφόσον ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης προσκομίζοντας συγκεκριμένη μαρτυρία, τα διοικητικά ευρήματα παραμένουν ισχυρά. (βλ. MAMTA RANI Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023).
Ως εκ τούτου, η παρούσα Προσφυγή απορρίπτεται και επιδικάζονται έξοδα ύψους €600 υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Βλ. ενδεικτικά, απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 156/2023, 10 Ιουνίου, 2025, και απόφαση του Εφετείου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία), Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18 Μαρτίου, 2025.
[2] EUAA- Judicial analysis on evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Second edition 2023 https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο