ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. T508/25
28 Μαΐου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Q.G.
Αιτήτριας
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.........................................................
Η αιτήτρια παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ζωή Ποντίκη για Αλ Ταχέρ Μπενέτης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, Δικηγόρος για την αιτήτρια
Καμία εμφάνιση, για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 15/06/2025, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας ως απαράδεκτη.
Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά την αιτήτρια και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«3 (α).............
(ε) Στις περιπτώσεις όπου η προσβαλλόμενη απόφαση εκδίδεται δυνάμει των ακόλουθων άρθρων του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(I)/2000), ως έχει τροποποιηθεί:
(i) 12Βτετράκις(2)(δ),
(ii) 12Βτρις,
Υπόμνημα ως το Έντυπο Αρ. 3 καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο από την Υπηρεσία Ασύλου, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο που αφορά την προσφυγή, εντός δέκα ημερών από την επίδοση αυτής:
Νοείται ότι, ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται και η υπόθεση ορίζεται απευθείας από το Πρωτοκολλητείο για ακρόαση, χωρίς να απαιτείται η παρουσία των καθ' ων η αίτηση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».
Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω Κανονισμό, οι καθ' ων η αίτηση δεν εμφανίζονται σε αυτή τη διαδικασία, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Συνεπώς, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να ζητήσει την παρουσία του αρμόδιου οργάνου/ καθ' ων η αίτηση στην ενώπιον του διαδικασία για να έχει τη δυνατότητα να ακουστεί σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο, εφόσον ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να επιλύει τη διαφορά που τίθεται ενώπιον του στα πλαίσια ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Στην παρούσα διαδικασία ήταν αρκετή η παρουσία της αιτήτριας και της συνηγόρου της.
Όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο και το υπόμνημα της Υπηρεσίας Ασύλου, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Η αιτήτρια είναι υπήκοος του Μπουρούντι και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 19/09/2023. Η Υπηρεσία Ασύλου στις 22/01/2025 εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης, την οποία παρέλαβε ιδιοχείρως η αιτήτρια στις 23/01/2025.
Στις 04/06/2025 η αιτήτρια υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η Υπηρεσία Ασύλου εξέτασε όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της και έκρινε στις 15/06/2025 πως η μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια, είναι απαράδεκτη. Η Υπηρεσία Ασύλου ενημέρωσε την αιτήτρια με σχετική επιστολή στις 2/10/2025. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επί του μεταγενέστερου αιτήματος της αιτήτριας.
Στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, κατά τη δικάσιμο που η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας δήλωσε πως προωθεί τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου και απέσυρε όλους τους υπόλοιπους νομικούς ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αίτηση ακυρώσεως. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Έλαβα υπόψη μου τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζεται η μεταγενέστερη αίτηση. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται αυστηρά στη νομιμότητα της απόφασης που εκδόθηκε επί του μεταγενέστερου αιτήματος, χωρίς δυνατότητα επανεξέτασης της προγενέστερης διοικητικής κρίσης. Λαμβάνω βεβαίως υπόψη μου, όλα όσα προηγήθηκαν της διαδικασίας που ελέγχεται, προκειμένου να εξεταστεί η απόφαση επί του μεταγενέστερου αιτήματος και μόνον και όχι για να επέμβω στην διαδικασία που προηγήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο, εφόσον κάτι τέτοιο είναι εκτός των αρμοδιοτήτων του παρόντος Δικαστηρίου. Είναι χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η αιτήτρια σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.
Η αιτήτρια κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή οι γονείς της προέρχονταν από δύο διαφορετικές φυλές, η μητέρα της ήταν Uchu και ο πατέρας της Tutsi, γεγονός που δημιούργησε μεγάλη ένταση μεταξύ των δύο οικογενειών. Ο πατέρας της το έτος 2021 παντρεύτηκε άλλη γυναίκα από τη δική του φυλή και όταν απεβίωσε αυτός, η μητέρα της επέστρεψε στην οικογένειά της, επειδή η οικογένεια του συζύγου της την παρενοχλούσε, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε δικαίωμα στην κληρονομιά του. Όπως κατέγραψε, και οι δύο οικογένειες δεν ήθελαν την αιτήτρια και εξαιτίας των συγκρούσεων, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα (ερυθρό 1, του διοικητικού φακέλου). Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος του Μπουρούντι, γεννήθηκε στην πόλη Nyarushanga της περιφέρειας Bujumbura του Μπουρούντι, η οποία αποτέλεσε την μόνη και τελευταία περιοχή διαμονής της πριν την αναχώρηση της από την χώρα καταγωγής της. Είναι άγαμη και δεν έχει τέκνα.
Ως προς την πατρική της οικογένεια, οι γονείς της έχουν αποβιώσει, ενώ δεν έχει αδέλφια. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ομιλεί την Γαλλική γλώσσα και την διάλεκτο Kirundi, ενώ ως προς την επαγγελματική της δραστηριότητα, όσο βρισκόταν στην χώρα καταγωγής της δεν εργαζόταν. Αναχώρησε από την χώρα καταγωγής της στις 31/08/2023, με αεροπορική πτήση με προορισμό την Τουρκία και ενδιάμεσο σταθμό την Κένυα. Την επόμενη ημέρα αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές από την Τουρκία και στις 06/09/2023 πέρασε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι οι γονείς της προέρχονταν από διαφορετικές φυλετικές ομάδες, γεγονός που οδήγησε σε διαφυλετική βία μεταξύ των οικογενειών τους με αποτέλεσμα τη δολοφονία και των δύο γονέων της. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε πως μετά το θάνατο των γονέων της, οι δύο οικογένειες την απέρριψαν αναγκάζοντάς την να ζητήσει προστασία από τις αρχές. Όπως δήλωσε, αντί να της παρασχεθεί προστασία, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον της λόγω της φυλετικής της καταγωγής.
Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, o αρμόδιoς λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση-Εισήγησή του κατέγραψε τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις της αιτήτριας ως κατωτέρω: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ της αιτήτριας, (2) Οι γονείς της δολοφονήθηκαν στο πλαίσιο διαφυλετικής διαμάχης και (3) Καταζητείται από τις αρχές λόγω της φυλετικής καταγωγής του πατέρα της. Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, αυτός έγινε αποδεκτός σε σχέση με τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ της αιτήτριας. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για τους γονείς της και το θάνατό τους, ο αρμόδιος λειτουργός τους εξέτασε στα πλαίσια του δεύτερου και του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού.
Όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν πως η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσφέρει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες, ακρίβεια, συνοχή, συνέπεια και ευλογοφάνεια. Συγκεκριμένα, όπως σημειώνουν οι καθ’ ων η αίτηση, η αιτήτρια, ερωτηθείσα σχετικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι γονείς της κατά τη διάρκεια του γάμου τους λόγω των διαφορετικών φυλετικών τους καταβολών, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, στοιχείο που υποδηλώνει έλλειψη επαρκούς γνώσης ως προς κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η μητέρα της δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από την οικογένεια του πατέρα της, ανέφερε ότι ασκείτο βία από τον πατέρα της και τον παππού της προς τη μητέρα της, χωρίς όμως να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά, γεγονός που υπονομεύει την ακρίβεια και την εξειδίκευση των ισχυρισμών της.
Επιπλέον, η αιτήτρια ανέφερε ότι η άσκηση βίας από τον πατέρα της ξεκίνησε μετά την κακομεταχείριση της μητέρας της από τους γονείς του και αφού εκείνος συνειδητοποίησε, κατά τους ισχυρισμούς της, την «λανθασμένη επιλογή» του να συνάψει γάμο με γυναίκα διαφορετικής φυλετικής καταγωγής. Ωστόσο, όταν της ζητήθηκε να διευκρινίσει πότε διαμορφώθηκε η εν λόγω συνειδητοποίηση, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Η έλλειψη συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου κρίθηκε πως υπονομεύει την ακρίβεια και τη συνοχή του αφηγήματός της.
Επίσης, όπως επισημαίνουν οι καθ’ ων η αίτηση, η αιτήτρια, ερωτηθείσα να εξηγήσει τις περιστάσεις που οδήγησαν στην απόφαση της οικογένειας της μητέρας της να σκοτώσει τον πατέρα της, απάντησε ότι υποθέτει πως η εν λόγω απόφαση συνδέεται με το γεγονός ότι η μητέρα της δεν περνούσε καλά. Η χρήση της λέξης «υποθέτω», σε συνδυασμό με την έλλειψη συγκεκριμένων κινήτρων και την απουσία σαφών και εξειδικευμένων πληροφοριών, κρίθηκε πως αποδυναμώνει την ακρίβεια και τη συνοχή των ισχυρισμών της.
Ενόψει του αφηγήματος της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί της δεν ήταν λεπτομερείς, ακριβείς, συνεπείς και ευλογοφανείς, με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της, όπως υπογραμμίζουν οι καθ’ ων η αίτηση, αν και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν την ύπαρξη εγκληματικών περιστατικών στη χώρα καταγωγής της, τα όσα ανέφερε η αιτήτρια αποτελούν το κύριο τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και οι γενικές αναφορές περί ύπαρξης εγκληματικότητας στις εν λόγω πηγές δεν δύνανται να υπερκεράσουν την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της. Ως εκ τούτου, δεδομένων των πιο πάνω ευρημάτων και της διαπιστωθείσας έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι το μέρος αυτό του αιτήματος της αιτήτριας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.
Ομοίως ούτε ο τρίτος ισχυρισμός έτυχε αποδοχής. Ειδικότερα, όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό, οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ο ισχυρισμός συνδέεται άρρηκτα με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τη γενεσιουργό αιτία της ανάγκης της να ζητήσει προστασία από τις αρχές και επιπλέον το αφήγημα της, παρουσιάζει ελλείψεις. Όταν η Αιτήτρια κλήθηκε να επεξηγήσει την απόρριψη της από τις οικογένειες των γονέων της, περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές, δηλώνοντας ότι δεν γινόταν αποδεκτή και δεν λάμβανε βοήθεια, γεγονός που αποδυναμώνει την λεπτομέρεια και την ακρίβεια του αφηγήματος της.
Όταν ερωτήθηκε για το χρονικό σημείο κατά το οποίο επισκέφτηκε τις αρχές δήλωσε ότι δεν θυμάται, ενώ όταν ζητήθηκε να διευκρινίσει την ακριβή τοποθεσία του Γραφείου Αλληλεγγύης στο οποίο προσέφυγε, στην πόλη Bujumbura, δήλωσε ότι δεν θυμάται την ακριβή τοποθεσία αλλά θυμάται ότι είναι εντός πόλης. Όταν ερωτήθηκε τι ζήτησε από τις αρχές, ανέφερε ότι ζήτησε προστασία, γιατί οι οικογένειες της και από τις δύο πλευρές επιθυμούσαν να την σκοτώσουν. Ωστόσο η δήλωση αυτή δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένα γεγονότα ή περιστατικά που να καταδεικνύουν άμεση απειλή κατά της ζωής της. Όταν ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί επέλεξε να μεταβεί στο Γραφείο Αλληλεγγύης αντί για την αστυνομία, ανέφερε ότι επέλεξε το γραφείο λόγω του ότι θα παρακολουθούσε την υπόθεση της. Η ασάφεια στην εξήγηση της και η έλλειψη λογικής σύνδεσης κρίθηκε πως αποδυναμώνουν την συνοχή και ευλογοφάνεια του αφηγήματος της.
Σχετικά με το ένταλμα σύλληψης, ερωτηθείσα για τον τρόπο με τον οποίο το έλαβε, η αιτήτρια ανέφερε ότι της αποστάλθηκε από «γραφείο αλληλεγγύης» μέσω τρίτου προσώπου και ότι διατηρεί φωτογραφία του εντάλματος στο κινητό της, την οποία και προσκόμισε. Περαιτέρω, ερωτηθείσα πώς κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα νομίμως, παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται ότι καταζητείται, απάντησε ότι οι αρμόδιες αρχές δεν γνώριζαν την αναχώρησή της, γεγονός που αποδυναμώνει τη συνοχή του ισχυρισμού της.
Ενόψει του αφηγήματος της αιτήτριας, στα πλαίσια του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί της δεν ήταν λεπτομερείς, ακριβείς, συνεπείς και ευλογοφανείς, με αποτέλεσμα να καταλήξει ότι η εσωτερική αξιοπιστία του ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της, όπως υπογραμμίζουν οι καθ' ων η αίτηση, τα όσα ανέφερε η αιτήτρια κατά την συνέντευξη αποτελούν το μόνο τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Η αιτήτρια παρέδωσε στην Υπηρεσία Ασύλου, αντίγραφο εντάλματος σύλληψης, ημερομηνία έκδοσης την 27/07/2023, με αρχή που το εξέδωσε το Υπουργείο Εσωτερικών του Μπουρούντι, στο οποίο δεν αναγράφεται ο λόγος που οι αρχές την αναζητούν. Επιπλέον, σημειώνεται ότι όσον αφορά το εν λόγω έγγραφο, αποτελεί φωτοαντίγραφο, συμπληρώθηκε χειρόγραφα και δεν προκύπτει πουθενά η αυθεντικότητα και η γνησιότητα του. Ενόψει του ότι ούτε η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της τεκμηριώθηκε ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών της αιτήτριας και αξιολογώντας ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της το Μπουρούντι και συγκεκριμένα την περιφέρεια Bujumbura, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, ότι η αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να κινδυνεύσει με σοβαρή βλάβη. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της αιτήτριας σε έναν από τους λόγους που εξαντλητικά προβλέπονται από το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και ως εκ τούτου, κατέληξε πως δεν δικαιούται προσφυγικό καθεστώς.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια των παραγράφων (α) και (β). Αξιολογώντας τις προϋποθέσεις της παραγράφου (γ) του ίδιου άρθρου, ο αρμόδιος λειτουργός, παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της, το Μπουρούντι, εκ των οποίων προέκυψε ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην επαρχία Bujumbura, στην οποία αναμένεται να επιστρέψει. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η αιτήτρια δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς το αίτημα της απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση η οποία υποβλήθηκε στις 04/06/2025, η αιτήτρια δήλωσε ότι διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία του φόβου της ότι θα τη σκοτώσουν λόγω εθνοτικών και πολιτικών ζητημάτων. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, επισυνάπτει στη μεταγενέστερη αίτησή της έγγραφο από συμβολαιογραφικό γραφείο της χώρας καταγωγής της, ενώ παράλληλα ισχυρίζεται ότι είχε ήδη καταθέσει τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία προς εξέταση κατά τη συνέντευξή της.
Προχωρώντας στην προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της αίτησης, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως τα στοιχεία που πρόβαλε η αιτήτρια δεν υποβλήθηκαν νωρίτερα λόγω δικής της υπαιτιότητας. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός που εξέτασε το αίτημα της, στην έκθεση εισήγησή του ανέφερε τα πιο κάτω (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«2. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει: Με την μεταγενέστερη αίτηση δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους ίδιους. Ειδικότερα η αλλοδαπή κατά την μεταγενέστερη αίτηση της ισχυρίστηκε πως φοβάται να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής λόγω του ότι φοβάται πως θα την σκοτώσουν εξαιτίας εθνικών και πολιτικών προβλημάτων, πως έχει επίσης και αποδείξεις. Κατά τη διάρκεια της αρχικής αίτησης και προηγούμενης συνέντευξης της ανέφερε τα προβλήματα λόγω διαφορετικής εθνικότητας του πατέρα και της μητέρας της καθώς και το ότι ζήτησε βοήθεια από τις αρχές ωστόσο εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον της. Οι ισχυρισμοί της εξετάστηκαν κατ’ ουσίαν και απορρίφθηκαν. Επομένως τα στοιχεία που υπέβαλε η αλλοδαπή με την μεταγενέστερη αίτηση της δεν αποτελούν νέα στοιχεία.
Τα στοιχεία που υπέβαλε η αλλοδαπή με την μεταγενέστερη αίτηση της δεν αποτελούν νέα στοιχεία τα οποία να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, η αλλοδαπή ανέφερε πως έχει επίσης και αποδείξεις και ως προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η αλλοδαπή επισυνάπτει με την μεταγενέστερη αίτηση της έγγραφο από συμβολαιογραφικό γραφείο της χώρας καταγωγής. Ισχυρίζεται επίσης πως ήδη κατέθεσε τα αποδεικτικά στοιχεία προς εξέταση κατά τη συνέντευξη της.
Οι λόγοι αυτοί που επικαλείται είναι ως επι της ουσίας λόγοι που δεν συνδέονται με τις προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου 2000 για χορήγηση διεθνούς προστασίας βάση των παρακάτω:
Το έγγραφο με ερυθρά 83 είναι έγγραφο που προέρχεται από μη επίσημη κρατική αρχή του Μπουρούντι, δηλαδή τρίτο πρόσωπο και επομένως δεν αποτελεί τεκμήριο βάσιμου λόγου δίωξης ή τεκμηριωμένη μαρτυρία, πάρα μόνο προσωπικές αναφορές της αλλοδαπής.
Στο παραπάνω έγγραφο περιγράφονται τα εθνοτικά προβλήματα των γονέων και πως επηρεάστηκε η αλλοδαπή από αυτά, ωστόσο αποτελούν στοιχεία που εξετάστηκαν κατ’ ουσία και απορρίφθηκαν στην προηγούμενη συνέντευξη.
Στο έγγραφο αναφέρεται η ισχυριζόμενη δίωξη από τους θείους της λόγω πολιτικών αντιθέσεων και κομμάτων από πλευράς μητέρα και πατέρα της, κάτι που ουδέποτε ανέφερε στην κατ’ ουσία εξέταση του αρχικού της αιτήματος, λόγω δικής της υπαιτιότητας.
Παρά τους ισχυρισμούς στην μεταγενέστερη αίτηση, εντούτοις η αλλοδαπή δεν προώθησε την προσφυγή που υπέβαλε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, ενώ είχε την ευκαιρία να αναφέρει και να τεκμηριώσει οτιδήποτε. Επομένως λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν υποβλήθηκαν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα.
3. Επιπλέον, δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αλλοδαπής στο Μπουρούντι, θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή και της αρχής της μη επαναπροώθησης».
Από τα άρθρα 16Δ και 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, όπως συνέβη και στην υπό εξέταση περίπτωση. Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από την αιτήτρια, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης.
Από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου συνάγεται πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο. Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης τη αιτήτριας, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.
Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω την παράγραφο 55 της απόφασης στην υπόθεση του ΔΕΕ C 563-22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερομηνίας 13/6/2024, σύμφωνα με την οποία αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«55. Πράγματι, η αρμόδια αποφαινόμενη αρχή πρέπει να περιορίζεται να ελέγχει, αφενός, αν υφίστανται, προς στήριξη της ως άνω αιτήσεως, στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της απρόσβλητης πλέον αποφάσεως επί της προηγούμενης αιτήσεως και, αφετέρου, αν τα νέα αυτά στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν αφ' εαυτών ουσιωδώς την πιθανότητα υπαγωγής του αιτούντος σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, μόνον κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού της μεταγενέστερης αιτήσεως [πρβλ. απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C 921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 50]. Κατά τα λοιπά, ακόμη και κατά το στάδιο εξετάσεως του παραδεκτού μεταγενέστερης αιτήσεως, τα νέα στοιχεία ή πορίσματα δεν πρέπει να εκτιμώνται κατά τρόπο εντελώς ανεξάρτητο από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται, περιλαμβανομένης και της περιπτώσεως κατά την οποία το εν λόγω πλαίσιο δεν μεταβλήθηκε κατόπιν της απορρίψεως της προηγούμενης αιτήσεως με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη.».
Η αιτήτρια από δική της υπαιτιότητα δεν παρέθεσε στη διαδικασία που προηγήθηκε τους λόγους που θεωρεί ότι θα τεθεί σε κίνδυνο η ζωή της σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ούτε στη μεταγενέστερη αίτηση πρόβαλε στοιχεία που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στο επανάνοιγμα του φακέλου της. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιήσουν την απόφαση η οποία λήφθηκε στη βάση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διοικητικό φάκελο, που είναι και τα μόνα που εξετάζονται, λαμβάνοντας υπόψη ότι η αιτήτρια πρόβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς τους οποίους δεν συγκεκριμενοποίησε και είναι ξεκάθαρο πως λόγω δικής της υπαιτιότητας δεν πρόβαλε προηγουμένως. Ούτως ή άλλως η αιήτρια επαναλαμβάνει και τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην αρχική της αίτηση και εξετάστηκαν από την Υπηρεσία Ασύλου.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, στο επισυνημμένο στη μεταγενέστερη αίτηση έγγραφο, αναφέρεται η ισχυριζόμενη δίωξη από τους θείους της λόγω πολιτικών αντιθέσεων και κομμάτων από πλευράς μητέρα και πατέρα της, κάτι που ουδέποτε ανέφερε στην κατ’ ουσίαν εξέταση του αρχικού της αιτήματος, λόγω δικής της υπαιτιότητας. Επιπλέον, παρά τους ισχυρισμούς στην μεταγενέστερη αίτηση, εντούτοις η αλλοδαπή δεν προώθησε την προσφυγή που υπέβαλε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, επί της αρχικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ είχε την ευκαιρία να αναφέρει και να τεκμηριώσει οτιδήποτε η ίδια επιθυμούσε. Κατά συνέπεια, δεν διαφαίνεται ότι θα μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να αποφασίσει κάτι άλλο πέραν από το ότι το μεταγενέστερο αίτημά της, είναι απαράδεκτο.
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης της αιτήτριας να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο η αιτήτρια έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Η αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει τέτοιο προφίλ από το οποίο να συνάγεται πως θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, το Μπουρούντι. Ούτως ή άλλως από την σελίδα 80 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων, του Ύπατου αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, αναφέρεται πως: "Το να έχει κάποιος πολιτικές απόψεις διαφορετικές από εκείνες της κυβέρνησης δεν συνιστά από μόνο του λόγο για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα και ο αιτών πρέπει να αποδείξει ότι εξαιτίας αυτών των απόψεων έχει φόβο δίωξης". Ο ισχυρισμός της για πολιτικές αντιθέσεις με τους θείους της είναι γενικός και αόριστος και δεν έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε συγκεκριμένο που να ήταν ικανό για να επιτευχθεί το επανάνοιγμα του φακέλου της.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα της αιτήτριας εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού σχετικά με τη μεταγενέστερη αίτηση που υπέβαλε η αιτήτρια και στην οποία αναφέρονται οι λόγοι της απόρριψής της ως απαράδεκτης, αποκαλύπτουν ότι η απόφασή της ήταν απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τη νομοθεσία.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της αιτήτριας.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο