ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. T557/25
7 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. K. D. S.
2. G. K.
Αιτητές
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Αιτητές εμφανίζονται αυτοπροσώπως
Κος Ρ. Ευαγγέλου - μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα
Κα. M.L Upelele - μεταφράστρια για πιστή μετάφραση από Lingala σε Αγγλικά και αντίστροφα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή οι αιτητές, αιτούνται την ακύρωση της επίδικης απόφασης ημ.21/10/25, η οποία δόθηκε δια χειρός στην αιτήτρια 1 στις 06/11/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη μεταγενέστερη αίτησή διεθνούς προστασίας.
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας, η αιτήτρια 1 (στο εξής η αιτήτρια) κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 12/05/21 και υπέβαλε 1η αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας στις 19/06/21 (ερ.1-3, 12-13, 51). Ο υιός της αιτήτριας (αιτητής 2) γεννήθηκε στις 29/08/22 στη Δημοκρατία (ερ.47).
Στις 09/07/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός του για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία στην αιτήτρια, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.32-51). Μετά το πέρας της συνέντευξης, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 31/07/24 η 1η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε (ερ.71-83).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία της επιδόθηκε διά χειρός στις 06/09/24 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.84, 13).
Κατά της ως άνω απόφασης η αιτήτρια 1 καταχώρησε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.3723/24, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε στις 26/06/25 (ερ.102-142).
Στις 13/10/25 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση, που απορρίφθηκε στις 15/10/25 ως απαράδεκτη στη βάση του αρ.16 (Δ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000-2019 (ερ.145-156, 170-179) Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την επίδικη απόφαση, η οποία της δόθηκε δια χειρός στις 06/11/25 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.181, 13).
Η αίτηση αποτελείται από χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ. 1 επί του οποίου δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και χωρίς έκθεση γεγονότων. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι η αιτήτρια έφυγε από τη ΛΔΚ καθώς την «ανάγκασε η οικογένεια του πατέρα [της] να [παντρευτεί] τον θείο [της], σύμφωνα με τα ήθη και τις παραδόσεις της φυλής [τους]».
Το ιστορικό των ισχυρισμών της αιτήτριας έχει ως εξής.
Στα πλαίσια της 1ης αίτησης ασύλου η αιτήτρια κατέγραψε ότι έφυγε από τη ΛΔΚ λόγω του ότι εξαναγκάσθηκε σε γάμο παρά τη θέληση της με ένα μέλος της οικογένειας της, ο οποίος ήταν θείος της και είναι 65 ετών, καθώς, ως αναφέρει, σύμφωνα με τα έθιμα της οικογένειας του πατέρα της, νεαρά κορίτσια εξαναγκάζονται να παντρευτούν μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας τους, το οποίο δεν αποδέχεται, και γι’ αυτό η μητέρα της αποφάσισε να τη βοηθήσει να φύγει από τη ΛΔΚ και έτσι η αιτήτρια έφυγε γι’ αυτόν τον λόγο.
Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε πως γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα, έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, εργαζόταν ως βοηθός της μητέρας της σε περίπτερο που διατηρούσε η τελευταία, μέχρι το 2020, όταν αρρώστησε ο πατέρας της, ο οποίος απεβίωσε το 2023, η μητέρα ο αδελφός και η αδελφή της μένουν στην Κινσάσα και εργάζονται και η αιτήτρια έχει γεννήσει τον αιτητή 2 στη Δημοκρατία, με πατέρα ομοεθνή της, αιτητή ασύλου, του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε, με τον οποίο δεν διαμένουν μαζί από τον καιρό που η αιτήτρια εργάζεται στο Παραλίμνι.
Ερωτώμενη σχετικά με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ η αιτήτρια επανέλαβε τα όσα είχε καταγράψει στην αίτηση περί πιέσεων που δεχόταν από την οικογένεια του πατέρα της να παντρευτεί τον θείο της, σύμφωνα με το έθιμο Kintudi, της οικογένειας της. Ως επί τούτου ανέφερε ο πατέρας της αρνήθηκε γιατί, ως ανέφερε η αιτήτρια, ήταν χριστιανός και θεωρούσε τα έθιμα αυτά «διαβολικά» και έκτοτε είχε προβλήματα με την οικογένεια του, η οποία επανήλθε όταν η αιτήτρια τελείωσε το σχολείο και οι απειλές προς αυτήν και τον πατέρα της άρχισαν να γίνονται μεγαλύτερες. Τότε ένας γείτονας τους συμβούλευσε τον πατέρα της αιτήτριας να πωλήσει το μισό του σπίτι και να στείλει την αιτήτρια στα κατεχόμενα, όπερ και εγένετο, όμως – όταν ο πατέρας της δεν μπορούσε να πληρώνει τα δίδακτρα της αιτήτριας, αυτή ήρθε στις ελεύθερες περιοχές.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι αν επιστρέψει θα την «βρουν στον δρόμο και θα [την] βλάψουν ή θα [την] καταραστούν», εννοώντας, ως εξήγησε, την οικογένεια του πατέρα της, και θα σκοτώσουν το ανήλικο παιδί της (αιτητή 2), αφού, σύμφωνα με τις παραδόσεις τους, δεν μπορεί να έχει παιδί γεννημένο εκτός γάμου. Ερωτώμενη ανέφερε ότι δεν μπορεί να υποδείξει κάποιο συγκεκριμένο άτομο αλλά, ως ανέφερε, η πλειοψηφία της οικογένειας είναι υπέρ του εθίμου.
Ερωτώμενη πότε άρχισε το πρόβλημα της ανέφερε ότι στις 25/12/19, η οικογένεια του πατέρα της την κάλεσε να πάει στο χωρίο Kimpese τα Χριστούγεννα, στην κεντρική περιφέρεια (Congo Central), της έδειξαν τον μέλλοντα σύζυγο της και η αιτήτρια, καθώς δεν το ανέμενε, έφυγε την ίδια μέρα με λεωφορείο. Ερωτώμενη σχετικά δεν ανέφερε κάτι περαιτέρω, λέγοντας ότι ήταν τρείς θείες της όταν της ανακοίνωσαν ότι θα παντρευτεί τον θείο της, ήταν ήρεμη η ίδια, αρνήθηκε και έφυγε, χωρίς να ειπωθεί κάτι άλλο. Σε ερώτηση αν υπέστη κάτι η ίδια μετά τη συνάντηση αυτή η αιτήτρια ανέφερε ότι αρρώστησε και νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο περί τους δύο μήνες, «πολύ μετά τα Χριστούγεννα 2019», όταν τα «πόδια [της] έγιναν μεγαλύτερα», όπου ο γιατρός – ως ανέφερε – της είπε ότι το πρόβλημα της «δεν είναι ιατρικό πλέον» και την έστειλε σπίτι. Με προσευχές έμαθαν από ένα πάστορα με τον οποίον διατηρούσαν καλές σχέσεις ότι για το πρόβλημα της αυτό ευθύνονταν οι θείες της (που ήθελαν να παντρευτεί τον θείο της). Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι η μοναδική συνάντηση που είχε με την οικογένεια του πατέρα της σχετικά με τον κατ’ ισχυρισμό εξαναγκασμό της σε γάμο ήταν τα Χριστούγεννα 2019, λίγο μετά ο θείος της την πήρε τηλέφωνο και φώναζε, τον Ιανουάριο 2020 μια θεία της πήγε στο σπίτι της και λογομάχησε με τον πατέρα της. Ερωτώμενη η αιτήτρια αν άκουσε το περιεχόμενο της συνομιλίας τους απάντησε αρνητικά. Σε επόμενη ερώτηση ανέφερε ότι έφυγε δύο χρόνια μετά το περιστατικό από τη ΛΔΚ γιατί ο πατέρας της προσπαθούσε να βρει χρήματα για το ταξίδι της.
Καλούμενη να εξηγήσει γιατί ανέφερε αρχικά ότι οι συγγενείς ανέφεραν στον πατέρα της για τον γάμο της αιτήτρια ενώ ακολούθως είπε ότι το ανέφεραν στην ίδια, όταν πήγε στο χωριό τους, η αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της το γνώριζε αλλά το κρατούσε μυστικό και, σε ακόλουθη ερώτηση, της υποβλήθηκε ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, η πρόταση έγινε όταν τελείωσε το σχολείο, που ήταν το 2016, ενώ αργότερα η ίδια ανέφερε ότι έγινε το 2019, η αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της γνώριζε αλλά δεν ανέφερε κάτι γι’ αυτό. Σε ακόλουθη ερώτηση η αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι μετά το 2019 δεν την προσέγγισε κανένας σχετικά με τον κατ’ ισχυρισμό εξαναγκαστικό γάμο, όμως, ως πρόσθεσε, μετά που η ίδια έφυγε από τη ΛΔΚ, το 2022, η οικογένεια της δεχόταν τηλεφωνικές απειλές και έδειραν τον πατέρα της. Ερωτώμενη σχετικά με το περιστατικό του κατ’ ισχυρισμό ξυλοδαρμού του πατέρα της η αιτήτρια ανέφερε ότι νοσηλεύτηκε, μετά που ξυλοφορτώθηκε από τους αδελφούς του θείου της, ο οποίος ονομάζεται Μάριος. Ερωτώμενη σχετικά με τον θείο της (τον οποίο κατ’ ισχυρισμό θα παντρευόταν) η αιτήτρια ανέφερε ότι αρραβωνιάστηκε και έχει παιδί. Σε ερώτηση αν η αρραβωνιαστικιά του θείου της είναι μέλος της οικογένειας η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και σε ερώτηση αν μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του και να δει τι πλάνα έχει (σ.σ. εννοεί αν σκοπεύει ακόμα να την παντρευτεί) η αιτήτρια ανέφερε ότι έχασε επαφή μαζί τους. Ερωτώμενη σχετικά με το έθιμο Kuntudi η αιτήτρια ανέφερε ότι τα ξαδέλφια παντρεύονται μεταξύ τους και τα κορίτσια παντρεύονται τους θείους τους. Καλούμενη να εξηγήσει γιατί εφαρμόζεται το έθιμο Kintudi στην οικογένεια της, το οποίο συνδέεται με τη φυλή Yansi, αφού, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, ουδείς εκ των γονέων της ανήκει σ’ αυτή τη φυλή, η αιτήτρια ανέφερε ότι «ο πατέρας του πατέρα [της] είναι Yansi». Ακολούθως υποβλήθηκε στην αιτήτρια ότι, σύμφωνα με το έθιμο αυτό, η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας παντρεύεται τον θείο της από την μητρική πλευρά, ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, θα παντρευόταν τον θείο της από την πατρική πλευρά, επί του οποίου η αιτήτρια ανέφερε ότι το έθιμο άλλαξε πολύ. Υποβλήθηκε επίσης στην αιτήτρια ότι, σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες, σε περίπτωση άρνησης μπορεί να καταβληθεί ένα ποσό στον συγγενή που θα παντρευόταν ενώ η ίδια ανέφερε ότι δεν υπάρχει τρόπος να αρνηθεί η γυναίκα, επί του οποίου η αιτήτρια ανέφερε ότι εξαρτάται από την οικογένεια. Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι κατάγγειλαν τις απειλές στην αστυνομία τον Ιανουάριο 2020, όμως αυτοί «απλά πήραν τα ονόματα τους». Τέλος, ερωτώμενη για την εκπαίδευση του παιδιού της και την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική φροντίδα στη ΛΔΚ η αιτήτρια είπε ότι υπάρχουν σχολεία και νοσοκομεία όμως πρέπει να έχεις οικονομικά μέσα. Ερωτώμενη γιατί στην αίτηση της είχε γράψει ότι ο θείος της ήταν 65 ετών ενώ στη συνέντευξη ανέφερε ότι ήταν 17 χρόνια μεγαλύτερος της ανέφερε ότι πιθανόν να έκανε λάθος.
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας που αφορούν τον τόπο διαμονής, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της, απέρριψαν όμως τους ισχυρισμούς περί εξαναγκαστικού γάμου με τον θείο της. Επί του απορριφθέντος ισχυρισμού, ως κρίθηκε, εντοπίστηκαν κενά, αντιφάσεις, έλλειψη λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων αλλά και το ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας, η αιτήτρια δεν δέχθηκε καμία ενόχληση ήδη από τον Ιανουάριο του 2020, μέχρι και που έφυγε από τη χώρα περί τον 1 ½ χρόνο μετά, τον Μάιο 2021. Επί της εξωτερικής συνοχής του εν λόγω ισχυρισμού εντοπίστηκαν ΠΧΚ οι οποίες δεν συνάδουν με τα λεγόμενα της αιτήτριας (βλ. και πιο πάνω, καταγραφή της επίδικης συνέντευξης) και εν τέλει ο λεγόμενος 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, στερούμενος τόσο εσωτερικής όσο και εξωτερικής συνοχής.
Ενόψει των ως άνω, κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του προφίλ της αιτήτριας, κατόπιν επισκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της (Κινσάσα), της πρόσβασης σε εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική φροντίδα (αναφορικά με το ανήλικο τέκνο της – αιτητή 2), λαμβανομένης υπόψη και της ύπαρξης οικογενειακού δικτύου (την μητέρα και τα αδέλφια της αιτήτριας), με τους οποίους διατηρεί επαφή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης και ότι η επιστροφή των αιτητών στην Κινσάσα (ΛΔΚ) δεν συνιστά επαναπροώθηση και είναι περαιτέρω συμβατή με τα βέλτιστα συμφέροντα του αιτητή 2.
Για τους πιο πάνω λόγους η 1η αίτηση ασύλου της αιτήτριας απορρίφθηκε και κατά των αιτητών εκδόθηκε απόφαση επιστροφής στη ΛΔΚ.
Ως και πιο πάνω αναφέρω, κατά της ως άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε προσφυγή, την οποία ακολούθως απέσυρε.
Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια καταγράφει κατ’ ουσία τους ίδιους ισχυρισμούς που είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως της, προσθέτοντας ότι η μητέρα της μένει πλέον σε εκκλησία καθώς, ως αναφέρει, η οικογένεια του πατέρα της «κατάσχεσε όλα τα υπάρχοντα της» και αν επιστρέψει η αιτήτρια θα την «σκοτώσουν σωματικά και πνευματικά».
Οι καθ’ ων η αίτηση, παραπέμποντας στο ιστορικό της προηγούμενης αίτησης και τα όσα στα πλαίσια αυτής ανέφερε, κατέληξαν ότι τα όσα καταγράφονται στην επίδικη αίτηση δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Κατόπιν τούτου προέβησαν σε ενδελεχή εξέταση της ασφάλειας, ευημερίας και της πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας (αιτητή 2), παραθέτοντας διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εκ της οποίας και κατέληξαν ότι η επιστροφή των αιτητών, δεδομένης της ύπαρξης οικογενειακού δικτύου αλλά και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ της αιτήτριας 1, δεν βλάπτει το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου και απέρριψαν την επίδικη αίτηση ως απαράδεκτη.
Στα πλαίσια της παρούσας, καλούμενη να τοποθετηθεί κατά την ακρόαση, η αιτήτρια είπε ότι τα όσα αναφέρει είναι αλήθεια και ότι επιθυμεί να της δοθεί προστασία.
Παρεμβάλλω εδώ επί του νομικού πλαισίου τα ακόλουθα, προτού προχωρήσω.
Στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης αυτό που ερευνάται είναι, πρώτα, το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000]) και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, εξετάζεται το αν «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης […] διεθνούς προστασίας» και «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i) και (ii)].
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Στα αρ.16Δ (2) & (3) (α) του Νόμου προνοείται ρητώς ότι «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και περαιτέρω, «[…] σε περίπτωση που […] ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου […]».
Επανερχόμενος τώρα στα ενώπιον μου στοιχεία που αφορούν την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση καταλήγω ότι ορθώς αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ενόψει του ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση ορθά παρατήρησαν και κατέγραψαν στην επίδικη έκθεση, όσα η αιτήτρια ανέφερε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης αποτελούν ταυτόσημους ισχυρισμούς με τα όσα είχε στην 1η αίτηση ασύλου αναφέρει, τα οποία εξετάστηκαν ενδελεχώς και έτυχαν απόρριψης, η δε προσφυγή που καταχώρησε κατά της απόφασης εκείνης αποσύρθηκε από την ίδια. Συμφωνώ περαιτέρω και με τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος του αιτητή 2 (βλ. ερ.171-174), όπου, ίσως και εκ του περισσού, δεδομένου ότι σχετική εξέταση, αν και ομολογουμένως πιο σύντομη και ρηχή, έγινε και στα πλαίσια της 1ης αίτησης ασύλου (βλ. ερ.73-75), γίνεται μια ιδιαίτερα ενδελεχής εξέταση των παραμέτρων που άπτονται την εκπαίδευση, υπηρεσίες υγείας και γενικές περιστάσεις του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας.
Ουδεμία λοιπόν πλημμέλεια ή άλλη παρατυπία μπορώ να διαπιστώσω στη διαδικασία εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης της αιτήτριας στη βάση της οικείας νομοθεσίας ως ανωτέρω καταγράφεται.
Οι καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν δεόντως τους ισχυρισμούς της αιτήτριας στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης και την απέρριψαν ως απαράδεκτη δυνάμει των όσων προνοεί η νομοθεσία που ανωτέρω αναφέρεται.
Προσθέτω στο σημείο αυτό ότι δεν θεωρώ ότι τυχόν επιστροφή του αιτητή 2, μαζί με την μητέρα του (αιτήτρια 1), είναι ασύμβατη με τα βέλτιστα συμφέροντα του αναφορικά και με την πτυχή που αφορά τον πατέρα του ανηλίκου, λαμβανομένου υπόψη του ότι ο πατέρας του παιδιού (ομοεθνής της αιτήτριας 1, του οποίου η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε) δεν διαμένει μαζί με τους αιτητές (βλ. ερ.48), και συνεπώς δεν μπορεί εδώ να γίνει λόγος για οικογενειακούς δεσμούς. [1] Σε περίπτωση δε που απορριφθεί η προσφυγή που ο πατέρας του αιτητή 2 καταχώρησε κατά της απόφασης δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου που υπέβαλε, θα επιστρέψει κι’ αυτός στη ΛΔΚ. Αξίζει δε σχετικώς να σημειωθεί ότι η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος ενός τέκνου, σε περιπτώσεις όπου ουδείς των εμπλεκομένων (γονέων) διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, δεν μπορεί να αφορά συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου ενδεχομένως θα απομακρυνθεί και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, πιθανόν – στις πλείστες περιπτώσεις - θα προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και πολύ, ουσιωδώς καλύτερες. Σημειώνω δε ότι ουδέν αναφέρθηκε στα πλαίσια της παρούσης σε σχέση με το ανήλικο τέκνο της από την αιτήτρια.
Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση ασφαλείας στη Κινσάσα εντοπίζω τα εξής.
Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον […] ένοπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση […] ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[2]
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[3]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [4]
Στη βάση των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα οι αιτητές να αντιμετωπίσουν με την επιστροφή τους κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή Κινσάσα δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να γίνει δεκτό ότι διατρέχουν κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας τους στην περιοχή. Δεν εντοπίζω δε ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τους αιτητές, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [5] (ΔΕΕ, C-901/19 CF and DN ημ.10/06/21). Σημειώνω ότι η αιτήτρια 1 είναι σήμερα περί των 29 ετών, υγιής, με επαρκή μόρφωση, εργασιακή εμπειρία, διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στην Κινσάσα, έχει δε ζήσει εκεί όλη της τη ζωή.
Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C‑484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25
[2] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (17/12/2025).
[4] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο