Ε. K. Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ57/26, 19/5/2026
print
Τίτλος:
Ε. K. Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.Τ57/26, 19/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                                   Υπόθεση αρ.Τ57/26

19 Μαΐου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Ε. K. Μ.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτήτρια

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.06/02/26, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση του Δικαστηρίου η οποία να ακυρώνει την επίδικη απόφαση και/ή «να ζητείται επανεξέταση της […] αίτησης […] μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού βάση της σημερινής κατάστασης της χώρας [καταγωγής]» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου, η αιτήτρια κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 29/12/21 και υπέβαλε 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 24/01/22 (ερ.3-6, 32-33, 61).

Στις 04/02/25 έγινε συνέντευξη στην αιτήτρια από τους καθ’ ων η αίτηση, προς εξέταση της αιτήσεως ασύλου, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.55-61). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 27/02/25 η 1η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε η αιτήτρια απορρίφθηκε (ερ.91-100). Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της δόθηκε δια χειρός στις 07/03/25 και μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.102, 5).

Κατά της ων άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο την υπ. αρ.600/25, η οποία αποσύρθηκε στις 03/06/25 (ερ.108-123).

Στις 22/12/25 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη 2η μεταγενέστερη αίτηση, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη στις 21/01/26, στη βάση των αρ.16 (Δ) και 12Β Τετράκις του Νόμου (ερ.134-138, 146-148, 159-166). Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας, που της δόθηκε δια χειρός στις 06/02/26 και της μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.167, 5).

Επί του περιεχομένου των ως άνω αιτήσεων σημειώνω τα εξής.

Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της λόγω του ότι ένιωθε ανασφάλεια, καθώς βιάσθηκε από τον σύζυγο της μητέρας της και καταδιωκόταν από τον θάνατο.

Στη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη της τη ζωή στην Κινσάσα, οι γονείς της χώρισαν, ο πατέρας της ζει στην περιφέρεια Mbuji Mayi αλλά δεν επικοινωνεί μαζί του, η δε μητέρα της μένει με τον νέο της σύζυγο και τα 8 αδέλφια της αιτήτριας στην Κινσάσα, η ίδια έχει φίλους στην Κινσάσα, τ’ αδέλφια της πάνε σχολείο, εκτός από τον μεγαλύτερο αδελφό της, που φοιτά στον πανεπιστήμιο (ιατρική), η αιτήτρια βοηθούσε την μητέρα της να πωλεί φαγητό στην αγορά και η ίδια αρώματα. Σχετικά με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ η αιτήτρια ανέφερε ότι το έπραξε για να σπουδάσει και να εργαστεί στο εξωτερικό, για να έχει «μια καλύτερη ζωή», δεν θέλει να επιστρέψει στη ΛΔΚ γιατί η «ζωή είναι δύσκολη εκεί» και γι’ αυτό επιθυμεί να μείνει στη Δημοκρατία, να συνεχίσει να εργάζεται και να ζει «μια φυσιολογική ζωή», ως ανέφερε. Ερωτώμενη για τα όσα κατέγραψε στην αίτηση της η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν είναι αληθή, απλά την είχαν συμβουλεύσει να γράψει «κάτι σοβαρό, αλλιώς δεν θα [της] επιτρεπόταν να [μείνει] εδώ» και πως η αλήθεια είναι ότι ήρθε να σπουδάσει και να εργαστεί.

Άπαντες οι ισχυρισμοί της αιτήτριας κατά τη συνέντευξη έγιναν αποδεκτοί, δεδομένου ότι η ίδια αναίρεσε οικειοθελώς, όταν ρωτήθηκε σχετικώς, όσα είχε καταγράψει στην αίτηση της περί βιασμού από τον πατριό της.

Ενόψει των ως άνω, ανατρέχοντας σε αξιόπιστες πηγές και αξιολογώντας το προφίλ της αιτήτριας σε συνάρτηση με πληροφορίες (ΠΧΚ) για την κατάσταση ασφαλείας τον τόπο καταγωγής της (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι αυτή δεν υφίσταται κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, απέρριψαν την 1η αίτηση ασύλου ως αβάσιμη και εξέδωσαν απόφαση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής.

Η προσφυγή κατά της ως άνω απόφασης επί της 1ης αιτήσεως ασύλου αποσύρθηκε.

Στα πλαίσια της επίδικης 2ης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη ΛΔΚ γιατί δεν ήταν ασφαλής, έχει βιασθεί από τον σύζυγο της μητέρας της, ο οποίος δεν είναι ο βιολογικός της πατέρας και οποίος της υποσχέθηκε ότι θα τη σκοτώσει αν πει την αλήθεια και γι’ αυτό δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα της γιατί θα πεθάνει και θα υποστεί «διαβολικές εθιμικές τελετές».

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη 2η μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας, ως στη σχετική έκθεση αναφέρεται, κατέληξαν ότι τα όσα αυτή αναφέρει δεν αποτελούν νέα στοιχεία. Αναφορικά με τα προσκομισθέντα στα πλαίσια της επίδικης αιτήσεως έγγραφα (ερ.124-133, 139-145), μετά από αξιολόγηση τους, κατέληξαν ότι, ενόψει των σοβαρών ελλείψεων τυπικών γνωρισμάτων γνησιότητας που εντοπίζονται επί εκάστου εξ αυτών, αυτά είναι προϊόντα χάλκευσης από την ίδια και γι’ αυτό, ως αναφέρουν στην επίδικη εδώ έκθεση, αυτά στερούνται αξιοπιστίας και (για τον ίδιο λόγο) δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας.

Στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης ο συνήγορος της αιτήτριας, κατόπιν παράθεσης του οικείου νομοθετικού πλαισίου επί μεταγενέστερων αιτημάτων διεθνούς προστασίας, αναφέρει ότι δεν έγινε εν προκειμένω δέουσα έρευνα, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη εδώ απόφαση να είναι προϊόν πλάνης, και δεν αιτιολογείται επαρκώς. Τούτο γιατί, ως η συνήγορος της εξηγεί, η αιτήτρια προσκόμισε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης έγγραφα, τα οποία αποτελούν νέα στοιχεία, τα οποία συνδέονται με τον πυρήνα του αιτήματος της, και τα οποία θα έπρεπε να «αξιολογηθούν ουσιαστικά και όχι να απορριφθούν συνοπτικά στο στάδιο του παραδεκτού» (σελ.5 αγόρευσης). Περαιτέρω, ως εισηγείται, δεδομένου ότι η αιτήτρια χαρακτηρίστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση ως ευάλωτο άτομο (βλ. ερ.16), θα έπρεπε η ψυχολογική της κατάσταση να ληφθεί υπόψη ως προς το γιατί δεν είχε φέρει τα έγγραφα αυτά προηγουμένως, σε σχέση με υπαιτιότητα της ως προς τούτο.

Επιπροσθέτως των ως άνω, ως προς την αξιολόγηση των προσκομισθέντων εγγράφων από τους καθ’ ων η αίτηση, αναφέρει ότι αυτή έγινε σε λανθασμένη βάση, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι «αιτητές διεθνούς προστασίας σπάνια έχουν τη δυνατότητα να προσκομίσουν πρωτότυπα δημόσια έγγραφα» (σελ.7 αγόρευσης), στη βάση πλημμελών ευρημάτων επί των (ισχυριζόμενων από τους καθ’ ων η αίτηση) ελλείψεων τυπικών γνωρισμάτων και δεν αντιπαρέβαλαν τα ευρήματα τους με διαθέσιμες πληροφορίες για τα γνωρίσματα τέτοιων εγγράφων, τις οποίες ουδόλως αναζήτησαν.

Τέλος, ως αναφέρει, δεν έγινε ενδελεχής έρευνα ως προς το κατά πόσο τυχόν επιστροφή της αιτήτριας στη ΛΔΚ, υπό το φως του προφίλ της, ως αυτό έγινε αποδεκτό, θα είναι σε παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, ως κατοχυρώνεται στο αρ.3 της ΕΣΔΑ.

Για τους πιο πάνω λόγους η αιτήτρια ζητά την ακύρωση της επίδικης απόφασης και την επανεξέταση της επίδικης αίτησης από τη διοίκηση.

Κατά τις διευκρινήσεις η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας αρκέστηκε να υιοθετήσει την ομολογουμένως εμπεριστατωμένη αγόρευσης της.

Προέχει η καταγραφή του νομικού πλαισίου επί μεταγενέστερων αιτήσεων.

Στη βάση της οικείας νομοθεσίας, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης  ερευνάται κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, εξετάζεται κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και κατά πόσο «ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i) του Νόμου και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].

Στην απόφαση στην υπ. C-921/19, LH ν. Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημ.10/06/21, του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) λέχθηκαν τα εξής:

«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. C-18/20, XY v. Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημ.09/09/21, λέχθηκαν τα εξής:

«52. Όπως δε αναφέρει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 68 των προτάσεών του, η πρώτη από τις ως άνω προϋποθέσεις αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, κατά την οποία τα νέα στοιχεία ή πορίσματα πρέπει να «αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95 , ενώ η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 69 του AVG αντιστοιχεί στη δυνατότητα που παρέχεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 40, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής «να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του […] άρθρου [40] κατά την προηγούμενη διαδικασία». »

Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει του οποίου, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της ως άνω απόφασης γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».

Σκοπός λοιπόν της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία συνίσταται σε δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το αν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, είναι η εξέταση του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.

Πέραν των ως άνω θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι στο αρ.16Δ (2) & (3) (α), στο οποίο ρυθμίζεται ειδικώς η διαδικασία προκαταρτικής εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, αναφέρεται ρητώς ότι «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και, περαιτέρω, ότι, «[…] σε περίπτωση που […] ο αιτητής  δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.». Στο δε αμέσως επόμενο εδάφιο [αρ.16Δ (3) (β)] αναφέρεται ότι ο Προϊστάμενος «προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή [των νέων στοιχείων], αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον» ικανοποιηθεί ότι, πέραν της διαπίστωσης ότι δια της εκάστοτε υπό κρίση μεταγενέστερης αιτήσεως προσκομίζονται νέα στοιχεία ή έγγραφα ή ισχυρισμοί, πληρούνται – σωρευτικά πάντοτε - και οι προϋποθέσεις που εξετάζονται στα πλαίσια του 2ου σταδίου της προκαταρτικής εξέτασης, ως αμέσως πιο πάνω αναλύεται.

Από τα ενώπιον μου στοιχειά, ως ανωτέρω αναφέρονται, θα συμφωνήσω με την επί της επίδικης μεταγενέστερης αιτήσεως κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του παραδεκτού, ως αυτή καταγράφεται στην επίδικη έκθεση, για εν μέρει διαφορετικούς όμως λόγους, ως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.

Αφενός, όσον αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι πανομοιότυπους μ’ αυτούς είχε καταγράψει στην 1η αίτηση ασύλου που υπέβαλε (ερ.32), τους οποίους απέσυρε ρητά και οικειοθελώς κατά τη συνέντευξη, όταν ρωτήθηκε σχετικώς και αφότου ουδέν περί τούτου είχε αναφέρει η αιτήτρια (ερ.56-57). Σημειώνω ότι, παρότι γίνονται αναφορές στην αγόρευση της περί του ότι αυτή είχε κριθεί ως ευάλωτο άτομο και ότι «είναι ευρέως αναγνωρισμένο ότι τα θύματα σεξουαλικής βίας συχνά δυσκολεύονται να αποκαλύψουν ή να περιγράψουν περιστατικά που έχουν βιώσει, ιδιαίτερα σε περιβάλλον συνέντευξης με άγνωστα άτομα» (σελ.6 της αγόρευσης της), εντούτοις ουδέν καταγράφεται από την ίδια την αιτήτρια στην επίδικη εδώ αίτηση και ουδέν προσκομίσθηκε που να μαρτυρεί τούτο από την ίδια, στα πλαίσια της παρούσης. Συνεπώς οι όποιοι επί τούτου ισχυρισμοί παραμένουν θεωρητικοί, αίολοι, στερούμενοι απαραίτητης τεκμηρίωσης και δεν μπορούν βεβαίως να εξεταστούν σ’ αυτή τη βάση. Άλλωστε η αιτήτρια είχε κάθε ευκαιρία να αναφέρει ότι επιθυμούσε σχετικά με τη συνέντευξη στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου στην προσφυγή που άσκησε κατά της απόφασης επί της αιτήσεως εκείνης, αντ’ αυτού όμως απέσυρε την προσφυγή της και συνεπώς δεν μπορεί να επικαλείται στα πλαίσια της αγόρευσης της τα όσα αναφέρει, εν όψει και του ότι ουδέν στοιχείο τέθηκε ενώπιον μου που να δεικνύει ότι η ρητή αναίρεση των ισχυρισμών αυτών στα πλαίσια της συνέντευξης (1ης αίτησης) δεν ήταν αποτέλεσμα ιδίας βουλήσεως της αιτήτριας.

Ενόψει λοιπόν των όσων αναφέρω πιο πάνω, θα συμφωνήσω με τους καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με το ότι οι ισχυρισμοί που καταγράφονται στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση της αιτήτριας (ερ.147, σημείο 7) είναι πανομοιότυποι μ’ αυτούς που είχαν αναφερθεί στα πλαίσια της 1ης αίτησης που αυτή υπέβαλε και συνεπώς – ανεξαρτήτως του αν αυτοί είχαν ρητώς αναιρεθεί από την ίδια στη συνέντευξη (και εξαιτίας τούτου δεν εξετάστηκαν κατά την 1η αίτηση) – δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσης, καθότι, εφόσον ουδέν αναφέρεται από την ίδια που να αιτιολογεί κατ’ ελάχιστο το γιατί τους είχε αναιρέσει τότε (κατά τρόπο δε που η αναίρεση τους να μην ανάγεται σε υπαιτιότητα της ίδιας, αφού τότε θα τίθετο ζήτημα επί αυτής της βάσης), δεν συνιστούν βεβαίως νέα στοιχεία.

Αφετέρου, σχετικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα, προτού αυτά εξεταστούν ως προς το περιεχόμενο τους, θεωρώ ότι εν προκειμένω θα έπρεπε να γίνει εξέταση του κατά πόσο αυτά δεν προσκομίστηκαν προηγουμένως (κατά την 1η αίτηση ή την προσφυγής κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως) εξ υπαιτιότητας της αιτήτριας και μόνο εφόσον οι καθ’ ων η αίτηση κατέληγαν ότι δεν υφίσταται εδώ υπαιτιότητα της προς τούτο θα έπρεπε να εξεταστούν επί του περιεχομένου τους.

Παρεμβάλλω, προτού προχωρήσω ότι, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη σχετική νομολογία επί του ζητήματος, «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», και να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».

Κατ’ εφαρμογή των ως άνω νομολογηθέντων, προβαίνοντας σε δική μου αξιολόγηση επί των ενώπιον μου στοιχείων που αφορούν την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διαπιστώνω ότι η αιτήτρια ουδέν ανέφερε, στα πλαίσια της επίδικης αιτήσεως ή της παρούσης, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν προσκόμισε τα έγγραφα (ερ.124-130, 139-145) κατά την 1η αίτηση ή στα πλαίσια της προσφυγής κατά της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως, με δεδομένου ότι άπαντα φέρουν ημερομηνία σύνταξης προηγούμενη τόσο της απόφασης επί της 1ης αιτήσεως (07/03/25) και της στα πλαίσια της αιτήσεως εκείνης συνέντευξης που έγινε με την αιτήτρια (04/02/25), όσο και της καταχώρησης (14/03/25) και απόσυρσης της προσφυγής αρ.600/25 (03/06/25). Σημειώνω σχετικά ότι τα ερ.126-130 καταγράφουν ως φερόμενο χρόνο σύνταξης τους τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2021, προγενέστερα της φυγής της αιτήτριας από τη ΛΔΚ (Οκτώβριος 2021, ερ.4, 61), τα δε ερ.124-125 έχουν φερόμενη ημερομηνία σύνταξης τον Αύγουστο 2024. Ανατρέχοντας στην επίδικη αίτηση, σημείο 10 (ερ.134, 146), όπου καλείται η αιτήτρια να παραθέσει το πως τα έγγραφα που προσκομίζει περιήλθαν στην κατοχή της, πότε και γιατί αυτά δεν προσκομίστηκαν σε προηγούμενη διαδικασία, ουδέν καταγράφεται και – περαιτέρω – ουδέν περί τούτου έχει αναφερθεί στα πλαίσια της παρούσης. Συνεπώς δεν θεωρώ ότι ικανοποιούνται εδώ οι ρητές πρόνοιες και η αίτηση θα έπρεπε να είχε ήδη απορριφθεί στο σημείο αυτό, χωρίς να καθίστατο αναγκαία η ενασχόληση με το περιεχόμενο των εγγράφων, αφού, εφόσον ουδέν επί τούτου αναφέρεται, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η αιτήτρια εδώ, «άνευ δικής [της] υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία […] κατά την προηγούμενη διαδικασία», που αποτελεί μια εκ των προϋποθέσεων παραδεκτού μιας μεταγενέστερης αιτήσεως. Για να καταστεί λοιπόν αναγκαία η εξέταση των προσκομισθέντων εγγράφων επί της ουσίας και του περιεχομένου τους, ως έπραξαν εδώ οι καθ’ ων η αίτηση (έστω και στα πλαίσια του επόμενου σταδίου εξέτασης επί του παραδεκτού μιας μεταγενέστερης αιτήσεως, όπου εξετάζεται κατά πόσο τα νέα στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες να χορηγηθεί διεθνής προστασία) θα έπρεπε πρώτα να εξεταστεί αν πληρούται η ως άνω προϋπόθεση που αφορά την ύπαρξη υπαιτιότητας για την μη προηγούμενη προσκόμιση τους.

Παρά την ως άνω κατάληξη μου ότι η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση έπρεπε να είχε κριθεί απαράδεκτη και να απορριφθεί ήδη από προηγούμενη στάδιο εξέτασης του παραδεκτού, θα πρέπει να σημειωθεί ότι συμφωνώ – σε κάθε περίπτωση – και με τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί του περιεχομένου των προσκομισθέντων εγγράφων, αφού, πέραν του ότι ελλείπουν εδώ ορισμένα τυπικά γνωρίσματα εξ αυτών, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σ’ αυτά, ενόψει του ότι προσκομίζονται προς τεκμηρίωση ισχυρισμών τους οποίους η αιτήτρια είχε ρητώς αποσύρει στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως της και επί των οποίων επανέρχεται – όλως γενικώς, χωρίς καμία λεπτομέρεια επί τούτου και χωρίς, ως και πιο πάνω αναφέρω, να εξηγεί το γιατί αυτοί είχαν προηγουμένως ρητώς αναιρεθεί κατά τη συνέντευξη – στην εδώ επίδικη αίτηση.

Σημειώνω ότι στο εγχειρίδιο της EUAA «Πρακτικός οδηγός σχετικά με την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και την εκτίμηση κινδύνου» (Ιανουάριος 2024), σελ.23 αναφέρονται τα εξής:

«Σύμφωνα με το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), το καθήκον υποβολής αποδεικτικών στοιχείων εκτείνεται μόνο στα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του ο αιτών. Έγγραφα και άλλα αποδεικτικά στοιχεία θεωρείται ότι είναι στη διάθεση του αιτούντος μόνο όταν μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι ο αιτών είναι σε θέση να τα εξασφαλίσει (41). […]

Ο αιτών πρέπει να καταβάλει πραγματική προσπάθεια (42) να τεκμηριώσει την αίτησή του μέσω των δηλώσεών του και όλων των εγγράφων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή του. Το εύρος αυτής της υποχρέωσης εξαρτάται από την εκάστοτε υπόθεση. Θα πρέπει να εξετάζεται ποια μέσα είναι διαθέσιμα για τη λήψη αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και υπό ποιες περιστάσεις εγκατέλειψε ο αιτών τη χώρα καταγωγής του, αλλά και η γενική κατάσταση που επικρατεί εκεί. Άλλοι παράγοντες που θα μπορούσαν επίσης να εμποδίζουν τον αιτούντα να παράσχει όλα τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία μπορεί να απορρέουν από την προσωπική του κατάσταση και να συνδέονται, για παράδειγμα, με τη σωματική/ ψυχική του υγεία, το μορφωτικό του επίπεδο ή τους οικογενειακούς του δεσμούς. Οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης είναι πάντοτε σημαντικές όταν αξιολογείται ο βαθμός στον οποίο ο αιτών ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του.»

Σύμφωνα δε με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Ενόψει λοιπόν και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών αλλά και δεδομένου ότι ουδέν αναφέρει η αιτήτρια που να αιτιολογεί την προηγούμενη ρητή αναίρεση των ισχυρισμών επί των οποίων στα πλαίσια της παρούσης επανέρχεται, ενόψει της συνολικής εκτίμησης των ενώπιον τους στοιχείων, ορθώς κρίθηκε, παρότι εκ του περισσού, ως πιο πάνω επί τούτου εξηγώ, ότι τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν αρκούν και συνεπώς δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας. Αντίθετη δε προσέγγιση επί τούτου θα επέτρεπε να προσκομίζονται κατά το δοκούν έγγραφα σε κάθε μεταγενέστερη αίτηση, χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένους και σαφείς ισχυρισμούς ενός αιτητή που να συναρτώνται με τα έγγραφα αυτά και χωρίς να ικανοποιούνται οι εκ της οικείας νομοθεσίας προϋποθέσεις παραδεκτού, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιβεβλημένη, ως η συνήγορος της αιτήτριας εισηγείται, η εξέταση της εκάστοτε αιτήσεως επί της ουσίας, κατά παράβαση του γράμματος και του πνεύματος του αρ.16Δ του Νόμου, προκειμένου να ερωτηθεί ο αιτητής επί των όσων προσκομίζει και να του δοθεί – εκ των υστέρων – η ευκαιρία να παραθέσει στοιχεία που καθιστούν την μεταγενέστερη αίτηση του παραδεκτή, η κρίση επί του οποίου φυσικά προηγείται.

Ορθώς λοιπόν θεωρώ ότι απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση ως απαράδεκτη, στη βάση της οικείας νομοθεσίας ως και πιο πάνω καταγράφεται. Μάλιστα, ως πιο πάνω εξηγείται, εκ του περισσού έγινε εδώ ενασχόληση με το περιεχόμενο των προσκομισθέντων εγγράφων και – σε κάθε περίπτωση – ορθή είναι και η επί τούτου κρίση των καθ’ ων η αίτηση.

Ουδέν λοιπόν ετέθη ενώπιον μου που να καθιστά τρωτή την επίδικη απόφαση.

Απομένει μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο καταγωγής της αιτήτριας (Κινσάσα) σε επικαιροποιημένη βάση.

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[1]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [2] 

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις, δεδομένης της απόρριψης των ισχυρισμών της ήδη από την 1η αίτηση που είχε υποβάλει και την απόρριψη ως απαράδεκτης της επίδικης εδώ 2ης μεταγενέστερης αίτησης της, που να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[3] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Δεδομένης λοιπόν της προ πολλού απόρριψης του αφηγήματος της αιτήτριας περί του βιασμού της και των όσων αναφέρω για τους στα πλαίσια της παρούσης ισχυρισμούς και στοιχεία που προσκόμισε δεν θεωρώ ότι ετέθη ενώπιον μου στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η επιστροφή της αιτήτριας στη ΛΔΚ συνιστά επαναπροώθηση, δεδομένου και του ότι, σύμφωνα με όσα η ίδια ισχυρίστηκε στα πλαίσια της 1ης αίτησης, αυτή διατηρεί εκτεταμένο οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής της (μητέρα/αδέλφια), είναι 28 ετών σήμερα, έχει ικανοποιητική μόρφωση και είναι υγιής (ερ.58-59).

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).

[2] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο