G.M.M ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ622/25, 29/5/2026
print
Τίτλος:
G.M.M ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ622/25, 29/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ.: Τ622/25

 

 29 Μαΐου, 2026

 

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

G.M.M

Αιτητής

 

ΚΑΙ

 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

  

Καθ' ων η αίτηση

 ........

 

Ν. Χαραλαμπίδου (κα), για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή

 

Αιτητής παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 04/12/2025, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο κατά την ίδια ημερομηνία, και με την οποία ενημερώθηκε για την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησής του για διεθνή προστασία, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ») και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 20/10/2021. Στις 14/02/2023 πραγματοποιήθηκε προσωπική συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού Ασύλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «EUAA»), ο οποίος, στις 20/02/2023, ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με την αίτηση του Αιτητή. Ακολούθως, στις 22/02/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή.

Στις 14/03/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασης αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο κατά την ίδια ημερομηνία.

Στις 03/04/2023, ο Αιτητής καταχώρισε ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας την προσφυγή υπ’ αριθμόν 993/23, η οποία απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης στις 14/01/2025.

Ακολούθως, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου για επανεξέταση του αιτήματός του περί παραχώρησης διεθνούς προστασίας στις 04/12/2025. Την ίδια ημερομηνία, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή. Αυθημερόν, εξουσιοδοτημένος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενεργώντας δυνάμει εξουσιοδότησης του Υπουργού Εσωτερικών, ενέκρινε την εν λόγω Εισήγηση, με την οποία προτεινόταν όπως η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κριθεί ως απαράδεκτη.

Στις 04/12/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή αναφορικά με το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή, η οποία επιδόθηκε διά χειρός στον ίδιο κατά την ίδια ημερομηνία. Εναντίον της εν λόγω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρίστηκε η υπό εξέταση προσφυγή.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής παραθέτει, στο εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας διαδικασίας, πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, η συνήγορος του Αιτητή προώθησε τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης.

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί) και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπει το εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, συνοδευόμενο και από το σχετικό διοικητικό φάκελο (εφεξής «δ.φ.»). Το παρόν Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της επιφύλαξης στο εν λόγω εδάφιο (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η Αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία της εκπροσώπου των συνηγόρων του Αιτητή.

Παράλληλα, το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

Το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει την έννοια του όρου «μεταγενέστερη αίτηση» ως ακολούθως: «"μεταγενέστερη αίτηση" σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ·».

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του «πρόσφυγα» και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό τον ορισμό.

Το άρθρο 11(8) του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Αιτητή που προβλέπονται στον εν λόγω Νόμο.

Το άρθρο 14 του περί Προσφύγων Νόμου αναφέρει διατάξεις σχετικά με τις ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας οι οποίες ανακύπτουν επιτόπου.

Το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις αρχές που διέπουν τις διαδικασίες ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και άλλων αρχών της Δημοκρατίας.

Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«Απαράδεκτες αιτήσεις

12Βτετράκις.-(1) Χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες μια αίτηση δεν εξετάζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 604/2013, σε περίπτωση που αίτηση θεωρείται απαράδεκτη δυνάμει του εδαφίου (2), ο Προϊστάμενος κλείνει το φάκελο και διακόπτει τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης με απόφασή του την οποία λαμβάνει και καταχωρίζει στον φάκελο χωρίς να εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 12Δ και 13 και επί της οποίας απόφασης εφαρμόζονται οι διατάξεις των εδαφίων (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-

(α) [...]

(β) [...]

(γ) [...]

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ή

(ε) [...]»

Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):

«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης

16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο –

(i) μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:

Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.

(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

[...]»

 

Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, προκειμένου δηλαδή να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή, νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αρχικής αίτησης. Σημειώνετε ότι σύμφωνα με το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε μια μεταγενέστερη διαδικασία αίτησης ο αιτών έχει το βάρος απόδειξης να υποβάλει συγκεκριμένα νέα στοιχεία που δείχνουν ότι οι σχετικές περιστάσεις υπό το φως της αίτησής του για το καθεστώς πρόσφυγα ή την επικουρική προστασία «αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα» να πληροί τα κριτήρια διεθνούς προστασίας. 

Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται, πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση, ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ο Προϊστάμενος διαπιστώσει στα πλαίσια του μεταγενέστερου αυτού αιτήματος πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη χωρίς να υπάρξει εξέταση επί της ουσίας της.

Κατά δεύτερον, εάν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε μόνο προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις:

α) τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή, διεθνούς προστασίας και

β) ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. (βλ. άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου)

Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, ενσωματώνει στην εθνική νομοθεσία τις διατάξεις του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-921/19, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2021, η διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ορίζεται ως εξής: (Η υπογράμμισή του παρόντος δικαστηρίου)

«Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται

Περαιτέρω, τόσο η τελευταία περίοδος του άρθρου 40(3), όσο και το άρθρο 40(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, προβλέπουν ότι εναπόκειται στα κράτη-μέλη να θέσουν επιπλέον προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης, πρόβλεψη της οποίας έκανε χρήση ο εθνικός νομοθέτης με την εισαγωγή της υποπαραγράφου ii) στο άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου. Επομένως, στη βάση της ανάλυσης που ακολούθησε το ΔΕΕ στην ανωτέρω απόφαση, το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τη διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης σε δύο στάδια, ένα προκαταρκτικό επί του παραδεκτού των νέων στοιχείων και, εφόσον γίνει παραδεκτή, ένα επί της ουσίας της αίτησης. Το προκαταρκτικό στάδιο χωρίζεται περαιτέρω σε δύο στάδια κατά τα οποία εξετάζονται τα εξής:

- αρχικά, εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ

- όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη/αρχική αίτηση, η εξέταση του παραδεκτού συνεχίζεται προκειμένου να εξακριβωθεί εάν τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και εάν ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (υποπαράγραφοι i) και ii) του άρθρου 16Δ(3)(β)).

Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι από τη διατύπωση του άρθρου 16Δ(3)(α) «Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη», προκύπτει ότι κατά την προκαταρκτική εξέταση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης, δεν διεξάγεται συνέντευξη. Η προσθήκη αυτή στο συγκεκριμένο άρθρο έγινε με τον νόμο 142(I)/2020 της 13/10/2020 που τροποποίησε τον περί Προσφύγων Νόμο, χωρίς ωστόσο να γίνει αντίστοιχη τροποποίηση στο άρθρο 12Βτετράκις(3) με την προσθήκη επιφύλαξης ως προς την δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης πριν την απόφαση επί του παραδεκτού σε μεταγενέστερες αιτήσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις αν υπάρχει κάποια ασυμφωνία ή σύγκρουση μεταξύ των προνοιών μιας νομοθεσίας και αυτών μιας άλλης τότε υπερισχύουν οι πρόνοιες της μεταγενέστερης από τις δύο νομοθεσίες, γνωστή ως η αρχή lex posterior derogat legi priori (βλ. και Bennion on Statutory interpretation, 5th Edition, p.304-305 Section 87 Implied repeal).

O κανόνας συνίσταται στο ότι, μεταγενέστερος νόμος θεωρείται ότι καταργεί σιωπηρά προηγούμενο, εφ' όσον αυτός διαπιστώνεται ότι είναι αντιφατικός ή ασυμβίβαστος με νεότερο, οπότε είναι αδύνατο να συνυπάρχουν (βλ. MAMTA RANI v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 149/2023, 18/3/2025 Yπουργός Eσωτερικών της Kυπριακής Δημοκρατίας ν. The Jehovah's Witnesses Congregation (Cyprus) Ltd και άλλος (1995) 3 ΑΑΔ 78, Kυπριακή Δημοκρατία, μέσω Yπουργείου Eσωτερικών και Άλλη ν. Xρίστου Πασιαρδή (1996) 3 ΑΑΔ 34). Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν αφήνει αμφιβολίες ως προς την ρύθμιση του ζητήματος καθώς προβλέπει τη δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης κατά το προκαταρκτικό στάδιο, ως η πρόβλεψη του άρθρου 16Δ(3)(α). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 42 «Διαδικαστικοί κανόνες»,

«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες των οποίων η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 να απολαμβάνουν των εγγυήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία κανόνες για την προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40. Οι κανόνες αυτοί μπορούν μεταξύ άλλων: α) να υποχρεώνουν τον συγκεκριμένο αιτούντα να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία·

β) να επιτρέπουν τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς προσωπική συνέντευξη, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6.

Οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση των αιτούντων σε νέα διαδικασία ούτε να οδηγούν πρακτικώς στη ματαίωση ή στο σοβαρό περιορισμό της πρόσβασης αυτής.»

Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως μεταγενέστερο διάβημα στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, η οποία έχει ήδη κριθεί από το αρμόδιο όργανο. Στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου, το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 16Δ(3)(α), δεν απαιτείται κλήση του αιτητή σε συνέντευξη, εφόσον η αίτηση δεν περνά το φίλτρο παραδεκτού. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης, υποχρεούται να συνεκτιμήσει το σύνολο των προγενέστερων στοιχείων, συγκρίνοντας την αρχική με τη μεταγενέστερη αίτηση, με σκοπό να διαπιστώσει κατά πόσον τίθενται για πρώτη φορά νέα στοιχεία ή ισχυρισμοί που να απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.

Η δυνατότητα παράλειψης της συνέντευξης στο εν λόγω στάδιο εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 42 παρ. 2(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το οποίο επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η προκαταρκτική εξέταση μεταγενέστερης αίτησης μπορεί να διενεργείται χωρίς προσωπική συνέντευξη, εφόσον τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 12 παρ. 1 και διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης σε νέα διαδικασία.

Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην απόφαση C‑18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, όπου κρίθηκε ότι το  άρθρο 14 της Οδηγίας δεν επιβάλλει υποχρέωση χορήγησης συνέντευξης όταν η αρμόδια αρχή περιορίζεται σε προκαταρκτική εξέταση παραδεκτού σύμφωνα με το άρθρο 40 της Οδηγίας, προσθέτοντας ότι η δυνατότητα παράλειψης συνέντευξης συνάδει με το άρθρο 42 παρ. 2(β), εφόσον τηρούνται οι δικονομικές εγγυήσεις» (βλ. σκ. 66–67 σε συνδυασμό με τις σκέψεις 40–42 και και 46–49,).

Κατά συνέπεια, η επιλογή του Προϊσταμένου να μην καλέσει σε συνέντευξη τον Αιτητή, εφόσον από τα προσκομισθέντα δεν διαφαίνεται η ύπαρξη νέων και ουσιωδών στοιχείων, όχι μόνο δεν αντίκειται στον Νόμο, αλλά ανταποκρίνεται απολύτως στο επιτρεπτό ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου παραδεκτού.

Από την ανωτέρω ανάλυση καθίσταται σαφές ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν αποτελεί ένδικο μέσο κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αλλά συνιστά αίτημα για ένα νέο διαδικαστικό διάβημα, η τύχη του οποίου εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ του Νόμου. Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τον ελεγκτικό του ρόλο, εξετάζει αποκλειστικά τη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης επί του παραδεκτού, όπως αυτή προσδιορίζεται στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο.

Η εν λόγω εξέταση δεν συνεπάγεται την επαναξιολόγηση της αρχικής αίτησης ή τη συνολική αναψηλάφηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έχουν ήδη κριθεί αμετακλήτως. Η μεταγενέστερη αίτηση αποτελεί αυτοτελή διαδικαστική πράξη, η αποδοχή ή η απόρριψη της οποίας προϋποθέτει την επίκληση και την τεκμηρίωση νέων και ουσιωδών στοιχείων, τα οποία δεν είχαν προβληθεί ή δεν μπορούσαν να προβληθούν κατά την αρχική διαδικασία.

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία του Εφετείου,[1],  στις περιπτώσεις μεταγενέστερων αιτήσεων που προσβάλλονται ενώπιον του Δ.Δ.Δ.Π., παγίως γίνεται δεκτό ότι το παρόν Δικαστήριο περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και της ορθότητας των προϋποθέσεων παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης που κρίθηκε απαράδεκτη από την Υπηρεσία Ασύλου. Η προσέγγιση αυτή βρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια τόσο με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όπως αυτή διαμορφώθηκε με τις αποφάσεις στις υποθέσεις C-216/22, A. A. κατά Bundesrepublik Deutschland, ημερ. 08/02/2024, και C-563/22, SN, LN κατά Zamestnik-predsedatel na Darzhavnata agentsia za bezhantsite, ημερ. 13/06/2024.

Συνεπώς, παρά τον ευρύ χαρακτήρα του δικαστικού ελέγχου που ασκείται επί αποφάσεων απόρριψης μεταγενέστερων αιτήσεων, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δικαιοδοσία να προχωρήσει πέραν της κρίσης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ούτε δύναται να αποφανθεί το ίδιο επί της ουσίας του αιτήματος για διεθνή προστασία.

 ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση του γενικού ισχυρισμού που προβάλει η συνήγορος του Αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας λαμβανομένου υπόψιν ότι σύμφωνα με τον Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του Περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλές συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v. Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέγει και εξετάζει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Παρατηρώ ότι, κατά τη διοικητική εξέταση της πρώτης αίτησης ασύλου, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω περιουσιακών διαφορών. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η ζωή του κινδύνευε από τα αδέλφια του πατέρα του, τα οποία, μετά τον θάνατο του τελευταίου, διεκδικούσαν ως δικά τους τα περιουσιακά του στοιχεία. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, τον Απρίλιο του 2021, μετά τον θάνατο του πατέρα του, τα εν λόγω πρόσωπα επισκέφθηκαν την πατρική οικία και διεκδίκησαν την κατοικία, το όχημα και χρηματικά ποσά που ανήκαν στον αποβιώσαντα πατέρα του.

Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι στις 15/06/2021 απήχθη από τέσσερα πρόσωπα που έφεραν μάσκες και κρατήθηκε επί μία εβδομάδα σε ημιτελή οικία, όπου δεχόταν ξυλοδαρμούς, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του, αφέθηκε τελικώς σε νοσοκομείο. Πρόσθεσε ότι, περί τα τέλη Ιουλίου 2021, τα αδέλφια του πατέρα του επισκέφθηκαν εκ νέου την πατρική οικία, απείλησαν τον ίδιο και την οικογένειά του και τους εξανάγκασαν να εγκαταλείψουν την οικία. Ακολούθως, προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία, πλην όμως, όπως ισχυρίστηκε, ουδεμία ενέργεια έγινε λόγω του ότι ένας εκ των θείων του ήταν στρατιωτικός. Ο Αιτητής ανέφερε ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι περί τις 29/08/2021 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 45-2Χ δ.φ.).

Ερωτηθείς αναφορικά με το τι φοβάται ότι θα συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής απάντησε ότι φοβάται πως οι θείοι του θα τον σκοτώσουν λόγω της κληρονομίας του πατέρα του (βλ. ερ. 44-1Χ δ.φ.).

Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, προσδιόρισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός. Ο δεύτερος αφορούσε τον ισχυρισμό ότι η ζωή του κινδύνευε από τα αδέλφια του πατέρα του, λόγω της διεκδίκησης της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα του, ο οποίος απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεκτά στοιχεία, κατέληξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του, δεν συνέτρεχαν ουσιώδεις λόγοι που να δικαιολογούν την πεποίθηση ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Στην εισήγησή του καταγράφεται ότι, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης του αιτήματος, ελήφθησαν υπόψη όλα τα συναφή στοιχεία που άπτονται του πυρήνα των ισχυρισμών του, οι λόγοι για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν, καθώς και το γεγονός ότι δεν διαπιστώθηκε ότι υπέστη ή ότι ενδέχεται να υποστεί, σε περίπτωση επιστροφής, οποιασδήποτε μορφής δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι εφικτή και ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την περαιτέρω παραμονή του εκτός αυτής.

Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι τα προβαλλόμενα περιστατικά δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, εξετάζοντας το ενδεχόμενο παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, έκρινε ότι, βάσει των ισχυρισμών του Αιτητή και των σχετικών εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, την οποία συμπλήρωσε στις 04/12/2025, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι επιθυμεί την επαναλειτουργία του φακέλου του, καθότι επικοινώνησε με φίλο του στη χώρα καταγωγής του, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο, αφού πρόσωπα εξακολουθούν να αναζητούν πληροφορίες για τον ίδιο από φίλους και γνωστούς του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ο φίλος του ερωτήθηκε κατά πόσον ο Αιτητής επέστρεψε στη χώρα καταγωγής του, πλην όμως απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι ο Αιτητής δεν προτίθεται να επιστρέψει ποτέ στη χώρα καταγωγής του.

Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου έκρινε, ακολούθως, ότι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν μέσω της μεταγενέστερης αίτησης δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα ουσιώδη για την εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, δυνάμει του άρθρου 12Βτετράκις(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίνοντας ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν δικαιολογούν την επανεξέταση του φακέλου του Αιτητή, ώστε να καταστεί αναγκαία η ουσιαστική εξέταση της αίτησής του, σύμφωνα με το άρθρο 16Δ(3)(β) του ιδίου Νόμου.

Έχω εξετάσει με προσοχή τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και, λαμβάνοντας υπόψη τα όσα προβάλλει στη μεταγενέστερη αίτησή του, καταλήγω ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε εξέταση των ισχυρισμών που τέθηκαν κατά το προκαταρκτικό στάδιο αξιολόγησης της εν λόγω αίτησης και ορθώς έκριναν ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή της αίτησης σε ουσιαστική εξέταση.

Ειδικότερα, οι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με τις περιουσιακές διαφορές που, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιμετωπίζει με τους θείους του, είχαν ήδη προβληθεί στο πλαίσιο της αρχικής αίτησης ασύλου του και εξετάστηκαν κατ’ ουσίαν από τη Διοίκηση. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του νόμου.

Συνεπώς, ευλόγως και ορθώς οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη, καθότι αυτός δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε κατ’ ουσίαν τους ίδιους ισχυρισμούς που είχε ήδη καταγράψει στην αρχική αίτησή του για διεθνή προστασία και αναπτύξει κατά τη συνέντευξή του.

Ως εκ τούτου, ο Αιτητής δεν κατέδειξε την ύπαρξη νέων ουσιωδών στοιχείων ή πορισμάτων ικανών να ενεργοποιήσουν τις σχετικές πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου αναφορικά με το επανάνοιγμα του φακέλου του και την υπαγωγή της αίτησής του σε ουσιαστική εξέταση.

Η πιο πάνω κατάληξη συνάδει και με το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τις μεταγενέστερες αιτήσεις διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, στην αιτιολογική σκέψη 36 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ επισημαίνεται ότι, όταν αιτητής υποβάλλει νέα αίτηση χωρίς να προσκομίζει νέα στοιχεία ή επιχειρήματα, θα ήταν δυσανάλογο να υποχρεούνται τα κράτη μέλη να κινήσουν εκ νέου πλήρη διαδικασία εξέτασης και, ως εκ τούτου, η αίτηση δύναται να απορρίπτεται ως απαράδεκτη στη βάση της αρχής του δεδικασμένου. Η εν λόγω προσέγγιση επιβεβαιώθηκε και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (C-18/20).

Περαιτέρω, το ΔΕΕ, στην υπόθεση LH (C-921/19), διευκρίνισε ότι ο έλεγχος του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσον υφίστανται στοιχεία ή πορίσματα που δεν εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης απόφασης, η οποία έχει πλέον καταστεί απρόσβλητη.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η εθνική νομολογία. Στην υπόθεση Mamta Rani v. Δημοκρατίας (149/2023), το Εφετείο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση, επισημαίνοντας ότι ισχυρισμοί οι οποίοι είχαν ήδη προβληθεί κατά την αρχική αίτηση ασύλου και αναπτυχθεί κατά τη συνέντευξη δεν μπορούν να θεωρηθούν «νέα και ουσιώδη στοιχεία» κατά την έννοια του άρθρου 16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι η Διοίκηση είχε ήδη λάβει γνώση και προβεί σε αξιολόγηση αυτών. Σημειώθηκε δε ότι γενικόλογες αναφορές ή απλή επανάληψη προγενέστερων ισχυρισμών δεν αρκούν για να θεμελιώσουν το παραδεκτό μεταγενέστερης αίτησης.

Ομοίως, στην υπόθεση Deepak Kumar v. Δημοκρατίας ( έφεση 66/2022) κρίθηκε ότι, όταν ο αιτητής είχε επαρκείς ευκαιρίες σε προηγούμενα στάδια της διαδικασίας — ήτοι κατά την υποβολή της αίτησης, κατά τη συνέντευξη και στο πλαίσιο δικαστικής προσφυγής — να προβάλει ή να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του και δεν το έπραξε, η μεταγενέστερη επίκλησή τους δεν συνιστά νέο στοιχείο αλλά αποδίδεται σε υπαιτιότητα του ιδίου του αιτητή.

Περαιτέρω, στην υπόθεση Bolarninwa Johnson v. Δημοκρατίας (έφεση 95/2023) τονίστηκε ότι η καθυστερημένη προβολή ισχυρισμών χωρίς επαρκή αιτιολόγηση πλήττει τη γνησιότητα των προβαλλόμενων φόβων και ενισχύει την ορθότητα απόφασης περί απαραδέκτου.

Εξάλλου, σύμφωνα με τον Πρακτικό Οδηγό του European Union Agency for Asylum αναφορικά με τις μεταγενέστερες αιτήσεις (Practical Guide on Subsequent Applications[2]), όταν η «περαιτέρω ανάπτυξη» ήδη προβληθέντος ισχυρισμού δεν συνοδεύεται από στοιχεία ικανά να αυξήσουν ουσιωδώς την πιθανότητα παραχώρησης διεθνούς προστασίας, η αίτηση εξακολουθεί να θεωρείται απαράδεκτη. Η Διοίκηση δεν υποχρεούται να επανεξετάζει τους ίδιους λόγους προστασίας όταν το πραγματικό υπόβαθρο παραμένει κατ’ ουσίαν αμετάβλητο.

Υπό το φως των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Αιτητής δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του άρθρου 16Δ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. Deepak Kumar v. Δημοκρατίας (66/2022) και Mamta Rani v. Δημοκρατίας (149/2023)). Συνεπώς, ευλόγως και ορθώς οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ως απαράδεκτη, καθότι αυτός δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε κατ’ ουσίαν ισχυρισμούς που είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο ουσιαστικής εξέτασης στο πλαίσιο της αρχικής του αίτησης (βλ. LH (C-921/19), σκ. 49-50, και αιτιολογική σκέψη 36 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ).

Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου ότι οι  αναφορές του Αιτητή περί φόβου δίωξης παραμένουν γενικές και αόριστες και ως εκ τούτου απορρίπτονται στο σύνολο τους ως ατεκμηρίωτες (βλ. Deepak Kumar v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 66/2022, και Mamta Rani v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 149/2023). Επομένως, η αοριστολογία και η γενικότητα με την οποίαν ο ισχυρισμός προωθείται, αφήνει αυτόν μετέωρο εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ούτε έχει προσκομιστεί σχετική μαρτυρία προς απόδειξη του, παρά το γεγονός ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος βαραίνει τον ίδιο τον Αιτητή (βλ. Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου και Bolarninwa Emmanuel Johnson v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 95/2023)

Σε κάθε περίπτωση παρατηρώ ότι αυτοί οι λόγοι που αναφέρει δεν αυξάνουν με οποιοδήποτε τρόπο τις πιθανότητες χορήγησης σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθώς δεν τεκμηριώνουν συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης σε σχέση με το πρόσωπό του για κάποιον από τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου ούτε επίσης τεκμηριώνεται υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου) (βλ. Mamta Rani v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 149/2023, και Deepak Kumar v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 66/2022, ). Ο Αιτητής δεν επικαλείται ειδικώς, αλλά και από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη, εφόσον δεν έχουν τεκμηριωθεί οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά που να υποδηλώνουν κάτι τέτοιο (βλ. Bolarninwa Emmanuel Johnson v. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 95/2023).

Περαιτέρω, κρίνω ότι ορθώς οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν κάλεσαν τον Αιτητή σε προσωπική συνέντευξη, εφόσον από το περιεχόμενο της γραπτής μεταγενέστερης αίτησής του προέκυπτε σαφώς ότι δεν υποβάλλονταν νέα στοιχεία ή πορίσματα προς εξέταση. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περιορίζονταν σε γενικές αναφορές ότι πρόσωπα στη χώρα καταγωγής του εξακολουθούν να τον αναζητούν, χωρίς, ωστόσο, να προσκομίζεται οποιοδήποτε νέο αποδεικτικό στοιχείο ή συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό ικανό, στο πλαίσιο του άρθρου 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου, να δικαιολογήσει το επανάνοιγμα του φακέλου του και την υπαγωγή της αίτησής του σε ουσιαστική εξέταση.

Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι ορθώς καταγράφεται στο κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή απορρίφθηκε, καθότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 16Δ(3)(α) αναφορικά με το παραδεκτό της αίτησης. Ο Προϊστάμενος προέβη στην απαιτούμενη προκαταρκτική εξέταση και ευλόγως κατέληξε ότι «δεν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της προηγούμενης απόφασης, αναφορικά με την εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας υπόθεσης μέχρι το στάδιο του παραδεκτού (βλ. Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου (Έφεση Αρ. 66/2022), ημερ. 30/10/2024), καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ότι ευλόγως η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε τη μεταγενέστερη αίτησή του ως απαράδεκτη.

Η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων του διοικητικού φακέλου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Οι Καθ’ ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους πριν καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία φέρει επαρκή και ικανοποιητική αιτιολογία. Περαιτέρω, το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία καταγράφονται με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος, σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν. 158(Ι)/1999, καθώς και τη σχετική νομολογία (βλ. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371).

Η δυνατότητα συμπλήρωσης της αιτιολογίας από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου υφίσταται όταν τα στοιχεία αυτά συνδέονται άρρηκτα με την εκδοθείσα απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν τη Διοίκηση στην έκδοσή της. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία πρέπει να προκύπτει ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από τη ληφθείσα απόφαση (βλ. Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ. (Α.Ε. 2452), ημερ. 21/07/2000, και Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Προσφυγή Αρ. 911/93 κ.α.), ημερ. 18/04/1997).

Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3). Ως εκ τούτου, ορθώς η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή κρίθηκε ως απαράδεκτη κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξέτασής της. Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί προϊόν επαρκούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης όλων των σχετικών δεδομένων και πλήρους και σαφούς αιτιολόγησης.

Κατά συνέπεια, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα ύψους €600 εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.