A.S.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ652/25, 27/5/2026
print
Τίτλος:
A.S.I. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: Τ652/25, 27/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: Τ652/25

 

27 Μαΐου 2026

[Δ.  ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.S.I. εκ Νιγηρίας

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

Γ. Καρατσιόλη (κα) για Νίκος Α. Λοίζου & Χρίστος Γ.Χριστούδιας, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ο Αιτητής παρών.

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 28/11/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 09/12/2025, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, με την αιτιολογία ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε εννόμου αποτελέσματος. 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα που συνοδεύει τον διοικητικό φάκελο του Αιτητή και το οποίο καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως τροποποιήθηκαν). Τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 10/11/2025. Στις 24/11/2025 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, στις 26/11/2025, ο εν λόγω λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή και τα όσα προέκυψαν κατά τη συνέντευξη.

Στη συνέχεια, δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου από τον Υπουργό Εσωτερικών, στις 28/11/2025, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή ως προδήλως αβάσιμης, δυνάμει των άρθρων 12Βτρις, 12Δ και 12ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου.

Ακολούθως, στις 09/12/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της ληφθείσας απόφασης αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή κατά την ίδια ημερομηνία.

Η παρούσα προσφυγή καταχωρήθηκε στις 23/12/2025, στρεφόμενη εναντίον της προαναφερθείσας απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή ως προδήλως αβάσιμο.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, προβάλλει στο εισαγωγικό δικόγραφο της παρούσας διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, το οποίο έλαβε χώρα στις 16/02/2026, οπόταν και διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι του Αιτητή προέβησαν σε προφορική αγόρευση, προβάλλοντας ως βασικό λόγο ακύρωσης την κατ’ ισχυρισμό μη δέουσα έρευνα εκ μέρους της Διοίκησης.

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως τροποποιήθηκαν), και ως εκ τούτου ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού, οι Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρισαν σχετικό Υπόμνημα, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο (εφεξής «δ.φ.»).

Το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε αναγκαία την παρουσία των Καθ’ ων η Αίτηση κατά την ακροαματική διαδικασία, η οποία διεξήχθη παρουσία μόνο του Αιτητή και των συνηγόρων του.

 

ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί) καθορίζει την έννοια του «πρόσφυγα» και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό τον ορισμό.

Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Το άρθρο 12Δ του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):

«Ταχύρυθμη διαδικασία εξέτασης αιτήσεων

12Δ.-(1) Κατά προτεραιότητα και όχι αργότερα από τριάντα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, εξετάζονται από τον Προϊστάμενο, με την ταχύρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, αιτήσεις που κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 12Α, 12Β, 12Βδις, 12Βτρις, 12Βτετράκις, 12Βπεντάκις ή/και του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου.

(2) Κατά την εξέταση της αίτησης, ο αρμόδιος λειτουργός προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, μετά από την οποία υποβάλλει έκθεση με τα γεγονότα της υπόθεσης και τις διαπιστώσεις του αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 12Α, 12Β, 12Βδις, 12Βτρις, 12Βτετράκις, 12Βπεντάκις ή/και του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου, στον Προϊστάμενο.

(3) Ο Προϊστάμενος, μετά την εξέταση της έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, δύναται, με απόφασή του, να:

(α) Αναγνωρίσει αιτητή ως πρόσφυγα·

(β) αναπέμψει την αίτηση στον αρμόδιο λειτουργό για να ακολουθήσει την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, δυνάμει του άρθρου 13· ή

(γ) απορρίψει την αίτηση δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 12Α, 12Β, 12Βδις, 12Βτρις, 12Βτετράκις, 12Βπεντάκις ή/και του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου και να εκδώσει απόφαση επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή διάταγμα απέλασης, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της απόφασης αυτής, δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου:

Νοείται ότι, η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή του διατάγματος απέλασης τελεί υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 4 και 8.

(4) Αίτηση δύναται να εξεταστεί κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού σύμφωνα με την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, εφόσον τηρούνται οι αρχές και εγγυήσεις του παρόντος Νόμου αναφορικά με την εξέταση αιτήσεων, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) Ο αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησης και την παρουσίαση των γεγονότων, απλώς έθεσε θέματα τα οποία είναι άνευ σημασίας για την εξέταση του εάν πληροί τις προϋποθέσεις για να του χορηγηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας∙

(β) ο αιτητής προέρχεται από ασφαλή χώρα ιθαγένειας σύμφωνα με το άρθρο 12Βτρις

(γ) [.]

(δ) [.]

(ε) [.]

(στ) [.]

(ζ) [.]

(η) [.]

(θ) [.]

(ι) [.]

(5) [.]»

Το άρθρο 12ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα:

 « Προδήλως αβάσιμη αίτηση

12ΣΤ. Αίτηση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη εφόσον διαπιστωθεί ότι ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως πρόσφυγας ή δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας και ταυτόχρονα εφαρμόζεται οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (4) του άρθρου 12Δ περιπτώσεις.»

Το άρθρο 12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«Ασφαλής χώρα ιθαγένειας

12Βτρις.-(1) Για σκοπούς εξέτασης αιτήσεων, ο Υπουργός δύναται με διάταγμα να ορίσει χώρα ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

(2) Κατά την εκτίμηση μιας χώρας ως ασφαλούς χώρας ιθαγένειας, με σκοπό τον ενδεχόμενο χαρακτηρισμό ή αποχαρακτηρισμό ως τέτοιας σύμφωνα με το παρόν άρθρο, λαμβάνεται μεταξύ άλλων υπόψη ο βαθμός στον οποίο παρέχεται προστασία κατά της δίωξης ή κακομεταχείρισης μέσω:

(α) Της σχετικής πρωτογενούς και δευτερογενούς νομοθεσίας και του τρόπου εφαρμογής της∙

(β) της τήρησης των δικαιωμάτων και ελευθερίων που ορίζονται -

(i) στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ιδίως δε των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση δυνάμει του Άρθρου 15, παράγραφος 2, αυτής, και

(ii) στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα, και

(iii) στη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και Άλλων Μορφών Σκληρής, Απάνθρωπης ή Εξευτελιστικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας∙

(γ) της τήρησης της αρχής της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τη Σύμβαση∙

(δ) της πρόβλεψης μηχανισμού πραγματικής προσφυγής κατά των παραβάσεων των προαναφερόμενων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

(3) Η αξιολόγηση του κατά πόσο μια τρίτη χώρα είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας σύμφωνα με το παρόν άρθρο βασίζεται σε σειρά πηγών πληροφοριών, περιλαμβανομένων ειδικότερα πληροφοριών από άλλα κράτη μέλη, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, το Συμβούλιο της Ευρώπης και άλλους σχετικούς διεθνείς οργανισμούς.

(4) [.]

(5) [.]

(6) Τρίτη χώρα που έχει οριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας σύμφωνα με το παρόν άρθρο δύναται, μετά από εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης, να θεωρηθεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας για το συγκεκριμένο αιτητή, μόνον εφόσον ο αιτητής -

(α) Έχει την ιθαγένεια της χώρας αυτής, ή

(β) [.]

και δεν έχει προβάλει σοβαρούς λόγους για να θεωρηθεί ότι η χώρα αυτή δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας στη συγκεκριμένη περίπτωσή του και όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

(7) Αίτηση η οποία υποβλήθηκε από πρόσωπο που κατέχει την ιθαγένεια χώρας που έχει οριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, και αίτηση από ανιθαγενή του οποίου η χώρα προηγούμενης συνήθους διαμονής έχει χαρακτηρισθεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δύναται να εξεταστεί κατά την κρίση του αρμόδιου λειτουργού με την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ, εκτός εάν ο αιτητής προβάλει βάσιμους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η ασφαλής χώρα ιθαγένειας δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας στη συγκεκριμένη περίπτωσή του, οπότε η αίτηση εξετάζεται σύμφωνα με την κανονική διαδικασία του άρθρου 13.

(8) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, η Υπηρεσία Ασύλου παρέχει την ευκαιρία στον αιτητή να προβάλει λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η ασφαλής χώρα ιθαγένειας δεν είναι ασφαλής χώρα ιθαγένειας στη συγκεκριμένη περίπτωσή του.

(9) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος θεωρήσει τρίτη χώρα ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας για το συγκεκριμένο αιτητή δυνάμει του εδαφίου (6), η Υπηρεσία Ασύλου ενημερώνει τον αιτητή περί της απόφασης του Προϊσταμένου καθώς και για το δικαίωμα του αιτητή να αμφισβητήσει την εφαρμογή της έννοιας της ασφαλούς χώρας ιθαγένειας στη συγκεκριμένη περίπτωσή του και να προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο την απόφαση του Προϊσταμένου δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.

(10) [.]

(11) [.]

(12) [.]»

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Έχοντας εξετάσει τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης, καθώς και την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, και λαμβάνοντας υπόψη τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και την έκταση του ασκούμενου ελέγχου επί της επίδικης διοικητικής πράξης, ο οποίος διενεργείται επί τη βάσει των δεδομένων που ισχύουν κατά τον χρόνο εξέτασης της υπόθεσης (ex nunc), σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον Αιτητή στο πλαίσιο της διοικητικής εξέτασης της αίτησής του για διεθνή προστασία, προχωρώ στην εξέταση του κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και της εφαρμοστέας Οδηγίας και κατά πόσον αυτή είναι, κατ’ ουσίαν, ορθή.

Έχει επανειλημμένως νομολογηθεί ότι η έκταση της έρευνας, καθώς και ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται κατά τη διεξαγωγή της, ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα θεωρείται επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε ουσιώδους γεγονότος που σχετίζεται με το εξεταζόμενο ζήτημα. Το δε κριτήριο της πληρότητας της έρευνας έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση όλων των ουσιωδών στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518, ημερ. 01/11/1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575, ημερ. 14/07/1997· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371, ημερ. 25/06/1999).

Στο πλαίσιο του ασκούμενου ακυρωτικού ελέγχου, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο διοικητικό όργανο διερεύνησε και συνεκτίμησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να λάβει υπόψη, ώστε να καταλήξει στην επίδικη απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και αξιολογήσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης, κατά τρόπο που να επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Το είδος και η έκταση της απαιτούμενης έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφοροποιούνται αναλόγως των περιστάσεων εκάστης υπόθεσης (βλ. JAMAL KAROU ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθεση αρ. 128/2008, ημερ. 01/02/2010).

Κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του προκειμένου να σπουδάσει στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, επιδιώκοντας παράλληλα ένα καλύτερο μέλλον. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 15/03/2024 απεβίωσε ο πατέρας του, με αποτέλεσμα να στερηθεί της οικονομικής υποστήριξης που λάμβανε μέχρι τότε και, ως εκ τούτου, να αδυνατεί να καλύψει τα δίδακτρα των σπουδών του. Πρόσθεσε δε ότι, λόγω αδυναμίας εξεύρεσης εργασίας, αποφάσισε να εισέλθει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, καθώς και για λόγους ασφάλειας (βλ. ερ. 16 δ.φ.).

Κατά το αρχικό στάδιο της συνέντευξής του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ή άλλα ιατρικά ζητήματα (βλ. ερ. 58/5χ δ.φ.). Περαιτέρω, ανέφερε ότι αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα καταγωγής του στις 22/02/2022, χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα (βλ. ερ. 54/1χ και 53/5χ δ.φ.), ενώ δήλωσε επίσης ότι ουδέποτε συνελήφθη ή καταδικάστηκε στη Νιγηρία (βλ. ερ. 55/7χ-8χ δ.φ.).

Ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Igbo και ότι είναι χριστιανός στο θρήσκευμα (βλ. ερ. 56/6χ-7χ δ.φ.). Αναφορικά με τον τόπο καταγωγής και διαμονής του, ανέφερε ότι κατάγεται από την περιοχή Umunede της Πολιτείας Delta και ότι κατά τα τελευταία τρία έτη πριν την αναχώρησή του από τη χώρα διέμενε στην πόλη Benin (βλ. ερ. 56/1χ και 56/3χ δ.φ.).

Σε σχέση με το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ εργαζόταν στον κατασκευαστικό τομέα από το έτος 2012 μέχρι και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερ. 56/10χ, 12χ και 13χ δ.φ.). Περαιτέρω, δήλωσε άγαμος και ανέφερε ότι αμφότεροι οι γονείς του έχουν αποβιώσει, ενώ η αδελφή του διαμένει στην Πολιτεία Anambra (βλ. ερ. 55/1χ-4χ δ.φ.).

Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής επανέλαβε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, αδυνατούσε να καλύψει τα δίδακτρα των σπουδών του, διέμενε με φίλους και δεν μπορούσε να εξεύρει εργασία, γεγονός που τον ώθησε να εισέλθει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές προς αναζήτηση εργασίας και καλύτερου μέλλοντος. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν δύναται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθότι κάποιο πρόσωπο απέκτησε τη γη της οικογένειάς του και φοβάται ότι θα τον σκοτώσει, δεδομένου ότι είναι ο μοναδικός άρρεν απόγονος της οικογένειας (βλ. ερ. 53/1χ δ.φ.).

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενεργώντας σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 12Βτρις(8) του περί Προσφύγων Νόμου, ενημέρωσε δεόντως τον Αιτητή ότι, λόγω της χώρας καταγωγής του, στην περίπτωσή του εφαρμόζεται η έννοια της «ασφαλούς χώρας ιθαγένειας», ως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 12Βτρις του Νόμου. Ως εκ τούτου, του εξηγήθηκε ότι η αίτησή του θα εξεταζόταν με ταχύρρυθμη διαδικασία δυνάμει του άρθρου 12Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι η Νιγηρία έχει χαρακτηριστεί ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας δυνάμει της Κ.Δ.Π. 191/2024 ημερομηνίας 31/05/2024 (βλ. ερ. 52/2χ δ.φ.).

Παράλληλα, δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να τοποθετηθεί αναφορικά με τον χαρακτηρισμό της χώρας καταγωγής του ως ασφαλούς χώρας ιθαγένειας, με τον ίδιο να ισχυρίζεται ότι στη χώρα του δολοφονούνται άτομα λόγω της θρησκείας τους (βλ. ερ. 52/4χ δ.φ.).

Ερωτηθείς περαιτέρω ως προς το τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι θα τον σκοτώσουν, καθότι κάποια άτομα τον καταδιώκουν. Εντούτοις, ανέφερε ότι ουδέποτε συνέβη οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό που να τον ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα του (βλ. ερ. 52/5χ-6χ δ.φ.).

Αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτός δολοφονήθηκε λόγω κτηματικής διαφοράς και ότι πληροφορήθηκε από την αδελφή του πως άγνωστα άτομα εισήλθαν στην οικία, τον σκότωσαν και τον λήστεψαν (βλ. ερ. 52/7χ-8χ δ.φ.). Κληθείς να διευκρινίσει ποιο ήταν το πρόσωπο που φέρεται να σκότωσε τον πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει την ταυτότητά του, προσθέτοντας ότι ο πατέρας του τού είχε αναφέρει πως επρόκειτο για άτομο με επιρροή και εξουσία εντός της κοινότητας (βλ. ερ. 51/1χ-3χ δ.φ.).

Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, οι αρχές της Νιγηρίας θα του επέτρεπαν την είσοδο στη χώρα (βλ. ερ. 51 δ.φ.).

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε διαχωρισμό των ισχυρισμών του σε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τα προσωπικά στοιχεία, καθώς και τον τόπο καταγωγής και διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ο οποίος έγινε αποδεκτός (βλ. ερ. 136-137 δ.φ.).

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τον κατ’ ισχυρισμό κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο Αιτητής από το πρόσωπο που φέρεται να δολοφόνησε τον πατέρα του. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, συγκεκριμένες και ικανοποιητικές πληροφορίες προς τεκμηρίωση του αφηγήματός του, το οποίο αξιολογήθηκε ως στερούμενο συνοχής, ευλογοφάνειας και επαρκούς λεπτομέρειας.

Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι, κατά την υποβολή της αίτησής του, ο Αιτητής είχε δηλώσει πως, μετά τον θάνατο του πατέρα του, αδυνατούσε να καταβάλει τα δίδακτρα των σπουδών του στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και, για τον λόγο αυτό, εισήλθε στις ελεύθερες περιοχές προς αναζήτηση καλύτερου μέλλοντος. Ωστόσο, κατά τη συνέντευξή του, προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι φοβάται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, επειδή κινδυνεύει να δολοφονηθεί από το πρόσωπο που φέρεται να σκότωσε τον πατέρα του.

Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν είχε αναφέρει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά την υποβολή της αίτησής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι του είχε υποδειχθεί να μην παρέχει περαιτέρω λεπτομέρειες. Ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες ικανές να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό του ή να αποδείξουν την ύπαρξη πραγματικού και συνεχιζόμενου κινδύνου στη χώρα καταγωγής του, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς του, ουδέποτε του συνέβη οποιοδήποτε περιστατικό πριν εγκαταλείψει τη χώρα του, ούτε εξήγησε επαρκώς επί ποίας βάσεως εδράζεται ο φόβος του περί κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του. Περαιτέρω, οι απαντήσεις του αναφορικά με τις περιστάσεις θανάτου του πατέρα του κρίθηκαν ασαφείς, χωρίς συνοχή και χωρίς επαρκή λεπτομέρεια.

Υπό το πρίσμα της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι τα όσα προέβαλε ο Αιτητής αφορούν προσωπικά του βιώματα και ότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ικανές να επιβεβαιώσουν ή να τεκμηριώσουν τους σχετικούς ισχυρισμούς του.

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, ήτοι ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για οικονομικούς λόγους, έγινε αποδεκτός (βλ. ερ. 133-134 δ.φ.).

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης της αίτησης, σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και το προσωπικό του προφίλ, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία.

Στο πλαίσιο της νομικής αξιολόγησης, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε διάκριση μεταξύ οικονομικού μετανάστη και πρόσφυγα, επισημαίνοντας ότι, βάσει των δηλώσεων και ισχυρισμών του Αιτητή, δεν στοιχειοθετούνται ούτε το υποκειμενικό ούτε το αντικειμενικό στοιχείο θεμελιωμένου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης για οποιονδήποτε από τους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν δύναται να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας ούτε να υπαχθεί στις διατάξεις περί παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Τέλος, ο αρμόδιος λειτουργός σημείωσε ότι, βάσει των ισχυρισμών, των πραγματικών δεδομένων και των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, όπως αυτά αναλύθηκαν κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να ανατρέψει το τεκμήριο περί χαρακτηρισμού της χώρας καταγωγής του ως ασφαλούς χώρας ιθαγένειας, αναφορικά με τη συγκεκριμένη περίπτωσή του και σε σχέση με την ιδιότητά του ως αιτητή διεθνούς προστασίας. Κατ’ ακολουθίαν, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του ως προδήλως αβάσιμης, δυνάμει των άρθρων 12Βτρις, 12Δ και 12ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. ερ. 127-129 δ.φ.).

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, όσο και τα όσα προέβαλε ο συνήγορος του Αιτητή κατά την ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

Όσον αφορά τον αποδεκτό ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων, του εν γένει προφίλ και της χώρας καταγωγής του Αιτητή, θα συμφωνήσω με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και θα υιοθετήσω την κατάληξη των Καθ' ων η Αίτηση, ήτοι ότι ο Αιτητής είναι Νιγηριανός υπήκοος με τόπο καταγωγής του, την πολιτεία Delta

Ως προς τους οικονομικούς λόγους που προέβαλε ο Αιτητής και ειδικότερα ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό και παρά την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, είναι σαφής και ευδιάκριτη η διαφοροποίηση του οικονομικού μετανάστη από τον πρόσφυγα. Πρόσωπο που εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του, με σκοπό να εργαστεί και να εγκατασταθεί αλλού, ωθούμενος αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, όπως η εξεύρεση εργασίας και βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του, όπως εν προκειμένω ο Αιτητής, αποτελεί οικονομικό μετανάστη και όχι πρόσφυγα. (βλ. IRENE FESENKO v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1051/2010, ημερ. 21.12.2011, Md Jakir Hossain v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 2319/06, ημερ. 16.7.2008, Barakan Petrosyan κ.α. v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 883/08, ημερ. 10.2.2010 και Khaled Al Issa v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 993/08, ημερ. 29.12.2009).

Σύμφωνα δε, με την παράγραφο 62 του «Εγχειρίδιου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1951 και το Πρωτόκολλο του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων»:

«62. Μετανάστης είναι το πρόσωπο που για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που αναφέρονται στον ορισμό, εγκαταλείπει οικειοθελώς τη χώρα του με σκοπό να εγκατασταθεί αλλού. Μπορεί δε να ωθείται από την επιθυμία για αλλαγή ή για περιπέτεια ή από οικογενειακούς ή άλλους προσωπικούς λόγους. Εάν ωθείται αποκλειστικά από οικονομικά κίνητρα, είναι οικονομικός μετανάστης και όχι πρόσφυγας».

 

Όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τα λεχθέντα κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε με σαφήνεια ότι ο λόγος που αφίχθηκε  στην Κυπριακή Δημοκρατία, ήταν για να σπουδάσει, να εργαστεί και να δημιουργήσει μία καλύτερη ζωή.  Οι εν λόγω οικονομικοί  ισχυρισμοί ως προβλήθηκαν δεν στοιχειοθετούν λόγο υπαγωγής του στο προστατευτικό καθεστώς του πρόσφυγα, εφόσον οι οικονομικοί λόγοι δεν εμπεριέχονται στους λόγους που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951.

Σε σχέση, λοιπόν, με τον δεύτερο ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής κινδυνεύει, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, από το πρόσωπο που φέρεται να σκότωσε τον πατέρα του, συμφωνώ με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετώ την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση.

Προς τούτο, παρατηρώ ότι οι απαντήσεις του Αιτητή στις ερωτήσεις του αρμόδιου λειτουργού υπήρξαν αόριστες και επιφανειακές, ενώ από αυτές απουσίαζε το προσωπικό και βιωματικό στοιχείο, καθώς και η απαιτούμενη ευλογοφάνεια. Οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα του αρμόδιου λειτουργού, όπως καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση, γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο ως εύλογα και επαρκώς αιτιολογημένα σημεία που πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού του Αιτητή. Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζω λόγο διαφοροποίησης από την αξιολόγηση της Υπηρεσίας Ασύλου.

Εν προκειμένω, οι δηλώσεις του Αιτητή δεν παρουσίαζαν τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά συνοχής, σαφήνειας και επαρκούς εξειδίκευσης, ώστε να μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστες υπό το πρίσμα των αρχών και νομολογιακών κατευθύνσεων.

Σύμφωνα με τη μεθοδολογία της EUAA, η αφήγηση προσωπικά βιωμένων εμπειριών αναμένεται να χαρακτηρίζεται από επάρκεια λεπτομερειών, αισθητηριακές αναφορές και συναισθήματα που προκύπτουν από την οπτική γωνία του ίδιου του υποκειμένου ως «υποκειμενική κάμερα». Η απουσία αυτών των στοιχείων και η εμμονή σε γενικόλογους ή αφηρημένους ισχυρισμούς επί των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών (material facts) αποδυναμώνει την πειστικότητα του ισχυρισμού, καθώς η επάρκεια λεπτομερειών αποτελεί κεντρικό δείκτη για τη διαπίστωση της αλήθειας ενός βιώματος (βλ. Evidence and credibility assessment_Judicial Analysis_2nd edition_2023).[1]

Παράλληλα, ο δείκτης της εσωτερικής συνέπειας επιβάλλει τη λογική αλληλουχία των δηλώσεων και την απουσία σημαντικών αντιφάσεων ή κενών επί του πυρήνα του αιτήματος. Κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ (βλ. R.W. και λοιποί κατά Σουηδίας αριθ. Αιτ. 35745/11), όταν η αφήγηση σε ουσιώδη σημεία κρίνεται ασαφής και αντιφατική, οι αρχές ορθώς αμφισβητούν την αξιοπιστία του αιτούντος, θεωρώντας ότι ο φόβος του δεν είναι αντικειμενικά βάσιμος.

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η παροχή της ωφέλειας της αμφιβολίας (benefit of the doubt) δυνάμει του Άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ δεν είναι απεριόριστη, αλλά προϋποθέτει τη σωρευτική πλήρωση συγκεκριμένων όρων, μεταξύ των οποίων η συνεκτικότητα, η πιθανοφάνεια και η εδραίωση της γενικής αξιοπιστίας του Αιτούντος. Εφόσον ο Αιτητής απέτυχε να παρουσιάσει μια συνεκτική και λεπτομερή prima facie υπόθεση, οι δηλώσεις του στερούνται της απαραίτητης αποδεικτικής ισχύος προκειμένου να γίνουν δεκτές ελλείψει άλλων στοιχείων.[2]

Ειδικότερα, ο Αιτητής προέβαλε, κατά το στάδιο της συνέντευξης, ισχυρισμό περί κινδύνου από πρόσωπο που φέρεται να δολοφόνησε τον πατέρα του, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες, σταθερές και επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με την ταυτότητα του εν λόγω προσώπου, τη φύση της κατ’ ισχυρισμό απειλής, τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος συνδεόταν με το περιστατικό ή τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι εξακολουθεί να αποτελεί στόχο.

Περαιτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε κατά την αρχική υποβολή της αίτησής του, όπου ο ίδιος είχε δηλώσει ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του κυρίως για λόγους σπουδών και οικονομικής δυσχέρειας, αλλά εγέρθηκε μεταγενέστερα, κατά το στάδιο της προσωπικής συνέντευξης, χωρίς να δοθεί πειστική εξήγηση για την ουσιώδη αυτή διαφοροποίηση του αφηγήματός του. Η δε εξήγηση που παρέσχε, ότι δήθεν του υποδείχθηκε να μην αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες, δεν κρίθηκε επαρκής ή πειστική.

Επιπλέον, ο Αιτητής παραδέχθηκε ότι ουδέποτε αντιμετώπισε προσωπικά οποιοδήποτε περιστατικό απειλής, βίας ή στοχοποίησης πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, ενώ οι αναφορές του ως προς τον θάνατο του πατέρα του παρέμειναν γενικές, ασαφείς και πληροφοριακά ελλιπείς. Οι απαντήσεις του στερούνταν βιωματικού χαρακτήρα και εσωτερικής συνέπειας, γεγονός που, σύμφωνα με τα ανωτέρω νομολογιακά και ερμηνευτικά δεδομένα, πλήττει καίρια την αξιοπιστία του πυρήνα του αιτήματός του.

Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε ορθώς την αξιοπιστία του Αιτητή, εφαρμόζοντας τα προσήκοντα κριτήρια αξιολόγησης και καταλήγοντας, κατόπιν εύλογης και επαρκώς αιτιολογημένης κρίσης, ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός.

Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 6(Ι)/2000, ο οποίος υποχρεούται να προσκομίσει όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και να βοηθήσει με κάθε ειλικρίνεια την Αρχή να διακριβώσει τα γεγονότα της υπόθεσής του. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Υπ. αρ. 1875/2008, ημερ. 01.03.2010), ο αιτών πρέπει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του και να αποδείξει ότι υπήρξε θύμα δίωξης, κατά τρόπο συμβατό με τις απαιτήσεις του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Το Δικαστήριο επισημαίνει, τέλος, ότι δεν είναι κάθε ανακρίβεια ή ασάφεια ικανή από μόνη της να θεμελιώσει απόρριψη. Όταν όμως οι ελλείψεις αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, χωρίς να συνοδεύονται από πειστικές εξηγήσεις ή αντικειμενικά εμπόδια, τότε η αναξιοπιστία αποκτά ουσιώδη σημασία και νομιμοποιεί την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. (βλ. F.G. v. Sweden, Application no. 43611/11, Judgment of the Grand Chamber, 23 March 2016. σκ. 113)

Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στο ως άνω αποδεικτικό βάρος κατά τρόπο ικανό να θεμελιώσει το αίτημά του. Παρά τις επανειλημμένες ευκαιρίες που του δόθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία να εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα τους ισχυρισμούς του, οι δηλώσεις του παρέμειναν γενικές, αόριστες και ελλιπώς τεκμηριωμένες, ιδίως ως προς τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης.

Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να καταδεικνύουν προσωπική και εξατομικευμένη απειλή εις βάρος του, ούτε προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να ενισχύσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Αντιθέτως, το αφήγημά του παρουσίαζε ουσιώδεις ελλείψεις, ασυνέπειες και έλλειψη λογικής συνοχής, χωρίς οι αδυναμίες αυτές να αιτιολογούνται από οποιοδήποτε στοιχείο ευαλωτότητας ή άλλο αντικειμενικό παράγοντα που θα μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητά του να παρουσιάσει το αίτημά του με επάρκεια.

Υπό τις περιστάσεις, η αναξιοπιστία που διαπιστώθηκε δεν αφορά δευτερεύοντα ή επουσιώδη σημεία του αφηγήματος, αλλά εκτείνεται στον ίδιο τον πυρήνα του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, ήτοι στην ύπαρξη πραγματικού και προσωπικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου περί απόρριψης της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή κρίνεται εύλογη, νόμιμη και επαρκώς αιτιολογημένη.

Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην §204 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος του πρόσφυγα. Το ευεργέτημα αυτό παρέχεται μόνο όταν ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί, και οι αρμόδιες αρχές ικανοποιούνται ότι αυτός είναι γενικά αξιόπιστος.

Αβίαστα, λοιπόν, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου συνάγεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση εξέτασαν και αξιολόγησαν όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, προβαίνοντας σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Περαιτέρω, έλαβαν υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης, τις συναφείς δηλώσεις και τα έγγραφα που υπέβαλε ο Αιτητής, καθώς και την ατομική του κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις.[3]

Πέραν των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, στα οποία του δόθηκε πλήρης δυνατότητα να απαντήσει και να εκθέσει τους ισχυρισμούς του. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, καλύπτοντας τόσο τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας όσο και τα επιμέρους ζητήματα που αυτό ήγειρε, ακολουθώντας την ενδεδειγμένη διερευνητική διαδικασία. Παράλληλα, προκύπτει ότι υπήρξε η απαιτούμενη συνεργασία με τον Αιτητή κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αίτησής του.

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, προκειμένου να αξιολογήσει τον ενδεχόμενο κίνδυνο που αυτός ισχυρίζεται ότι θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε σχετική έρευνα και αντιστοίχιση των ισχυρισμών του με διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ως έχει παγίως νομολογηθεί, η έρευνα θεωρείται επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε ουσιώδους γεγονότος που σχετίζεται με το εξεταζόμενο ζήτημα, ενώ το κριτήριο της πληρότητάς της έγκειται στη συλλογή και διερεύνηση όλων των ουσιωδών στοιχείων που δύνανται να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518, ημερ. 01/11/1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575, ημερ. 14/07/1997· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371, ημερ. 25/06/1999).

Είναι, εν προκειμένω, εμφανές ότι η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα και επαρκή έρευνα επί όλων των ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιόν της από τον Αιτητή. Οι Καθ’ ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω, καθώς και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του, δεν αποδεικνύεται ότι ο Αιτητής εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις δίωξης που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, ήτοι δίωξη λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων. Ως εκ τούτου, οι προβληθέντες ισχυρισμοί του δεν δύνανται να αποτελέσουν βάση για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί κτηματικής διαφοράς και περί φόβου από πρόσωπο που φέρεται να συνδέεται με τον θάνατο του πατέρα του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, οι εν λόγω ισχυρισμοί ανάγονται, κατ’ ουσίαν, σε ιδιωτική διαφορά περιουσιακής φύσεως και όχι σε πράξεις δίωξης εμπίπτουσες στο προστατευτικό πεδίο της Σύμβασης της Γενεύης και του περί Προσφύγων Νόμου.

Κατά πάγια νομολογία, μία ιδιωτική ή περιουσιακή διαφορά δεν συνιστά, αφ’ εαυτής, λόγο δίωξης ικανό να θεμελιώσει προσφυγικό καθεστώς, εκτός εάν αποδεικνύεται σύνδεση με κάποιον από τους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους δίωξης της Σύμβασης της Γενεύης (βλ. ΔΕΕ, υπόθεση C-217/23, Laghman, σκέψη 46). Εν προκειμένω, δεν προκύπτει οποιαδήποτε σύνδεση των προβαλλόμενων γεγονότων με λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

Περαιτέρω, από την εξατομικευμένη εξέταση των προσωπικών και ατομικών περιστάσεων του Αιτητή δεν προκύπτουν εκείνα τα ειδικά και εξατομικευμένα χαρακτηριστικά που θα καθιστούσαν τον επικαλούμενο κίνδυνο προσωπικό, άμεσο και πραγματικό (βλ. ΕΔΔΑ, A.A. v. Switzerland, αρ. προσφ. 58802/12, σκέψη 39).

Ως εκ τούτου, η επικαλούμενη απειλή δεν πληροί το απαιτούμενο αποδεικτικό πρότυπο του «εύλογου βαθμού πιθανότητας» ότι ο Αιτητής θα υποστεί πράγματι πράξεις δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του (βλ. ΔΕΕ, Salahadin Abdulla κ.ά., συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-175/08, C-176/08, C-178/08 και C-179/08, σκέψη 89).

Συνεπώς, από τις διαπιστωθείσες προσωπικές και ατομικές περιστάσεις του Αιτητή δεν προκύπτει τέτοια απειλή, την οποία αυτός να δύναται ευλόγως και αντικειμενικώς να φοβάται ότι θα οδηγήσει πράγματι σε πράξεις δίωξης εις βάρος του.

Περαιτέρω, στην περίπτωση όπου ο προβαλλόμενος κίνδυνος προέρχεται από ιδιώτη και όχι από κρατικό φορέα, απαιτείται, σύμφωνα με πάγια ενωσιακή νομολογία, να αποδεικνύεται ότι το κράτος καταγωγής αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να παράσχει αποτελεσματική προστασία στον αιτητή. Όπως επισημάνθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση WS (C-621/21), η ύπαρξη πράξεων εκ μέρους ιδιωτών δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, εάν δεν αποδεικνύεται παράλληλα η αδυναμία ή απροθυμία των αρμόδιων κρατικών αρχών να παρέμβουν αποτελεσματικά προς παροχή προστασίας.

Συναφώς, όταν ο αιτητής δεν έχει προηγουμένως αποταθεί στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής του προς αναζήτηση προστασίας, όπως μέσω καταγγελίας στην αστυνομία ή σε άλλες κρατικές αρχές, ο προβαλλόμενος φόβος δύναται να κριθεί ως μη αντικειμενικώς βάσιμος, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η κρατική προστασία ήταν εκ των πραγμάτων απρόσιτη, ανεπαρκής ή προδήλως αναποτελεσματική.

Εν προκειμένω, ο Αιτητής ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι αποτάθηκε στις αρχές της χώρας καταγωγής του ζητώντας προστασία, ούτε προέβαλε συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι αρχές της Νιγηρίας αδυνατούσαν ή δεν επιθυμούσαν να του παράσχουν προστασία. Αντιθέτως, ο ίδιος δήλωσε ότι ουδέποτε αντιμετώπισε προσωπικά οποιοδήποτε περιστατικό απειλής ή βλάβης πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη αντικειμενικά θεμελιωμένου φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης εκ μέρους ιδιωτών, υπό την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου και της σχετικής ενωσιακής νομολογίας.

Προχωρώ, ακολούθως, στην εξέταση του κατά πόσον ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

Για τη διαπίστωση της ύπαρξης τέτοιου πραγματικού κινδύνου απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, η ύπαρξη «ουσιωδών λόγων» που να δικαιολογούν την εκτίμηση ότι ο αιτητής θα εκτεθεί σε σοβαρή βλάβη. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 19(2) του Νόμου, ως σοβαρή βλάβη νοείται:
(α) η επιβολή θανατικής ποινής ή η εκτέλεση·
(β) τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του· ή
(γ) η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε πως, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε οποιαδήποτε μορφή σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη ότι, όπως προκύπτει και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (βλ. ερ. 84-118 δ.φ.), οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε δέουσα έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα και τον τόπο καταγωγής του Αιτητή, αξιοποιώντας σχετικές πηγές πληροφόρησης και συσχετίζοντας τα ευρήματα αυτά με τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Αιτητής κατά τη συνέντευξή του.

Κατόπιν της εν λόγω αξιολόγησης, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να θεωρηθεί ότι άμαχος ο οποίος επιστρέφει στη χώρα ή περιοχή καταγωγής του θα αντιμετωπίσει, εκ μόνης της παρουσίας του στο έδαφος της εν λόγω χώρας ή περιοχής, πραγματικό κίνδυνο έκθεσης σε σοβαρή απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (βλ. συναφώς απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji και Noor Elgafaji ν. Staatssecretaris van Justitie, ημερ. 17/02/2009).

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Delta της Νιγηρίας, τόπος καταγωγής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), καταγράφηκαν 89 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 101 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[4] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Delta το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 5,636,100 κατοίκους.[5] 

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, για την αξιολόγηση του επιπέδου της αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και διάρκεια της σύρραξης, η γεωγραφική έκταση των βιαιοτήτων, η φύση των επιθέσεων και ο αριθμός των θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού (βλ. ΔΕΕ, CF και DN, C-901/19, σκ. 43· Elgafaji, C-465/07· ΕΔΔΑ, Sufi and Elmi v. United Kingdom, αρ. προσφ. 8319/07 και 11449/07).

Εν προκειμένω, τα διαθέσιμα στοιχεία αναφορικά με την πολιτεία Delta της Νιγηρίας, τόπο καταγωγής του Αιτητή, δεν καταδεικνύουν επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να θεωρηθεί ότι άμαχος, εκ μόνης της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά ή εξατομικευμένες περιστάσεις που να δικαιολογούν διαφοροποίηση της πιο πάνω εκτίμησης.

Σε κάθε περίπτωση στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ότι οι λόγοι που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ήταν η επιθυμία του να σπουδάσει και να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε, όπως αυτοί έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω, ουδόλως τον ενέτασσαν στις περιπτώσεις που δικαιολογούν την παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Συναφώς, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η εφαρμογή του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού, προσωπικού και επικείμενου κινδύνου κακομεταχείρισης, ο οποίος πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που αφορούν τον ίδιο τον αιτητή (βλ. F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11· Saadi v. Italy [GC], αρ. 37201/06), καθώς και στη σχετική νομολογία του ΔΕΕ (βλ. Y και Z, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-71/11 και C-99/11· M.M., C-277/11). Ο εν λόγω κίνδυνος δεν δύναται να ερείδεται αποκλειστικά σε γενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα επιστροφής, καθότι, κατά πάγια νομολογία, η γενική αστάθεια ή οι δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες δεν επαρκούν αφ’ εαυτών για τη θεμελίωση παράβασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ελλείψει συγκεκριμένης και εξατομικευμένης απειλής εις βάρος του αιτητή (βλ. Vilvarajah κ.ά. v. United Kingdom, αρ. 13163/87· Salah Sheekh v. the Netherlands, αρ. 1948/04· N. v. United Kingdom, αρ. 26565/05· ΔΕΕ, O.A., C-255/19).

Άρα, στην παρούσα υπόθεση, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει πραγματικό, προσωπικό και προβλέψιμο κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος αποτελεί πρόσωπο ιδιαιτέρως εκτεθειμένο σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή κακομεταχείρισης.

Αντιθέτως, από τα δεδομένα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του κυρίως για λόγους οικονομικούς και εκπαιδευτικούς, επιδιώκοντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Περαιτέρω, πρόκειται για νεαρό και υγιές άτομο, ικανό προς εργασία, με προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία και με διατηρούμενο οικογενειακό και υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, στοιχεία τα οποία ενισχύουν τη δυνατότητα ασφαλούς επανένταξής του σε αυτήν.

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν στοιχειοθετείται ότι η απομάκρυνση ή επιστροφή του Αιτητή στη Νιγηρία θα συνεπαγόταν έκθεσή του σε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει σαφώς ότι η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα επί όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιόν της. Οι Καθ’ ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Περαιτέρω, το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται αναλυτικά οι λόγοι απόρριψης του αιτήματος του Αιτητή, σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου, Ν.158(Ι)/1999 (βλ. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371).

Η δυνατότητα συμπλήρωσης της αιτιολογίας της διοικητικής πράξης από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου αναγνωρίζεται νομολογιακά, εφόσον τα στοιχεία αυτά συνδέονται άμεσα με την προσβαλλόμενη απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη της. Πρέπει δε να προκύπτει ότι τα εν λόγω στοιχεία βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την εκδοθείσα διοικητική πράξη (βλ. Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερ. 21/07/2000· Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.ά. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/1993 κ.ά., ημερ. 18/04/1997).

Εν προκειμένω, σύμφωνα με την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων και, συνακόλουθα, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000, ώστε να παραχωρηθεί στον Αιτητή καθεστώς πρόσφυγα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, δεν συνέτρεχαν ούτε οι προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής θα αντιμετώπιζε, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και κατόπιν εξέτασης τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της παρούσας υπόθεσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς και ενδελεχώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ότι ευλόγως απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία.

Η προσβαλλόμενη απόφαση της Διοίκησης συνιστά προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των σχετικών δεδομένων και στοιχείων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, ενώ είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη.

Ορθώς, συνεπώς, η Διοίκηση κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την αναγνώριση στον Αιτητή του καθεστώτος του πρόσφυγα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων.

Ομοίως, δεν συνέτρεχαν ούτε οι προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του Νόμου, αφού ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι θα αντιμετώπιζε, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και αδικαιολόγητης βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.

Τέλος, σημειώνεται ότι σύμφωνα με το Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 30/05/2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), η χώρα καταγωγής του Αιτητή ορίζεται ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας, χωρίς εν προκειμένω αυτός να έχει προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς/στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας ιθαγένειας (βλ. σχετική επιφύλαξη στο άρθρο 12Βτρις(6) του περί Προσφύγων Νόμου). Στην αξιολόγηση αυτή λαμβάνεται υπόψη και η ικανότητα του κράτους να παρέχει προστασία στους πολίτες του από παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους (βλ. άρθρο 12Βτρις(2) του περί Προσφύγων Νόμου). Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να ανατρέψει αυτό το τεκμήριο, ενώ υπενθυμίζεται, σχετικά, ότι η διεθνής προστασία αποτελεί προστασία δευτερεύουσα εκείνης της χώρας καταγωγής.

Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[3]  Βλ. άρθρο 16 Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000)

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Delta, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 06.03.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 19.03.2026]

[5] City Population - Nigeria – Delta https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/  [Ημερομηνία Πρόσβασης: 19.03.2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο