ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. T7/26
18 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. R. U. T.
2. PH. U. K.
Αιτητές
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κκ Αλ Τάχερ Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για Αιτητές
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή οι αιτητές αιτούνται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας που τους κοινοποιήθηκε στις 31/12/25 δι’ επιστολής ημ.29/12/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτησή διεθνούς προστασίας που υπέβαλαν, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να τροποποιείται η επίδικη απόφαση και/ή «να ζητείται επανεξέταση της αίτησης […] μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού βάση της σημερινής κατάστασης της χώρας της […] και τον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσει η ίδια και το τέκνο της» (Αιτητικό Β).
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας, η αιτήτρια 1 (στο εξής η αιτήτρια) κατάγεται από τη Σιέρρα Λεόνε, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 18/12/21 και υπέβαλε 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 10/02/22 (ερ.1-3, 37).
Στις 05/06/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.26-37). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 12/06/24 η 1η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της (ερ.47-56). Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία της δόθηκε διά χειρός στις 19/07/24, σε γλώσσα κατανοητή απ’ αυτήν (ερ.58, 3).
Κατά της ως άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση η αιτήτρια καταχώρησε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.3159/24, την οποία απέσυρε στις 31/03/25 (ερ.63-74).
Στις 06/08/25 η αιτήτρια υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση, που απορρίφθηκε στις 11/09/25 ως απαράδεκτη, στη βάση του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.86-89, 106-110) και ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης για την επίδικη απόφαση, η οποία της δόθηκε δια χειρός στην αιτήτρια στις 31/12/25,σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.121).
Στα πλαίσια της 1ης αίτησης που υπέβαλε η αιτήτρια κατέγραψε ότι ο πατέρας της ήθελε να την παντρέψει (με τη βία) με άνδρα που αυτή αντιπαθούσε και της προκάλεσε μόνιμη βλάβη στην υγεία της, στα αυτιά της, όταν αυτή αρνήθηκε (να παντρευτεί αυτόν που είχε υποδείξει ο πατέρας της), καθώς ο πατέρας της την κτύπησε και έκτοτε δεν μπορεί να ακούσει από μακριά και ενίοτε έχει έντονο πόνο και αιμορραγεί (από τα αυτιά), η δε κυβέρνηση και αστυνομία «έπαιζαν τους κωφούς» στα ως άνω, λόγω δωροδοκίας και της «υποσχέθηκαν ότι θα [τη] σκοτώσουν».
Κατά τη συνέντευξη η αιτήτρια ανέφερε ότι διέμενε από το 2020 μέχρι το 2022 στην πόλη Tenbe, προηγουμένως δε έμενε με τον πατέρα της «ανατολικά» (ερ.32 – 2Χ), στο χωριό Rokel (ερ.35 – 2Χ, 6Χ), μαζί με τα 2 ετεροθαλή ανήλικα αδέλφια και την μητριά της, αφού η μητέρα της απεβίωσε όταν η αιτήτρια ήταν 10 ετών και ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε όταν η ίδια ήταν 12-13 ετών, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει την χρονιά. Η αιτήτρια έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όμως διέκοψε τη φοίτηση της σε λύκειο το 2019.
Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι έφυγε από τη Σιέρρα Λεόνε γιατί ο πατέρας και η μητριά της την κακοποιούσαν, ο δε πατέρας της ήθελε να την παντρέψει με άνδρα μεγάλης ηλικίας (70 και πλέον ετών), από τον οποίο και έλαβε χρήματα, λόγω οικονομικού προβλήματος (που αντιμετώπιζε), η ίδια αρνήθηκε, ο πατέρας της την χτύπησε και έπαθε βλάβη στ’ αυτιά και έτσι αποφάσισε τον Απρίλιο του 2020 να πάει στην πόλη Tenbe, σε ένα φίλο, όπου και διέμενε μέχρι να φύγει από τη χώρα (δεν εργαζόταν), και έκτοτε ο πατέρας της και ο άνδρας με τον οποίο ήθελε να την παντρέψει την αναζητούν.
Σε ερώτηση αν γνώρισε τον άνδρα με τον οποίο ήθελε ο πατέρας της να την παντρέψει η αιτήτρια ανέφερε ότι αυτός έμενε στην ίδια κοινότητα με τον πατέρα της και είχε πολλές γυναίκες, αφού – ως ανέφερε – παντρευόταν νέες γυναίκες και τις εκμεταλλευόταν, χωρίς εντούτοις να θυμάται ποιο μήνα ο πατέρας της ανέφερε στην αιτήτρια ότι θέλει αυτή να παντρευτεί τον άνδρα αυτό, όμως ήταν περί τα τέλη 2019, αρχές 2020, η ίδια έφυγε από το σπίτι τον Απρίλιο (2020), το βράδυ, χωρίς να το αντιληφθεί ο πατέρας της, αφότου έκλεψε χρήματα από την μητριά της, ο δε πατέρας της την καλούσε στο κινητό αλλά δεν του απαντούσε, όμως αυτός πληροφορήθηκε από τον άνδρα με τον οποίο θα πάντρευε την αιτήτρια ότι αυτή πήγε στην πόλη Tenbe. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι αν τη βρει ο πατέρας της θα την χτυπήσει και υποσχέθηκε να τη σκοτώσει αν δεν «[πάει] με τον άνδρα» (με τον οποίο ήθελε να την παντρέψει). Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι έλαβε τις απειλές από τον πατέρα της τον Οκτώβριο 2021 και – σε επόμενη ερώτηση πως αυτή έλαβε τις απειλές, δεδομένου ότι δεν απαντούσε στις κλήσεις του πατέρα της – η αιτήτρια ανέφερε ότι τις της μετέφερε ένας φίλος της. Ερωτώμενη γιατί δεν την εντόπισε ο πατέρας της, ο οποίος – σύμφωνα με τα λεγόμενα της – την αναζητούσε, δεδομένου ότι ήξερε ότι αυτή διαμένει στην πόλη Tenbe, η αιτήτρια ανέφερε ότι έμενε μόνο στο σπίτι. Ερωτώμενη για τον λόγο που ο πατέρας της την χτυπούσε ανέφερε ότι η μητριά της την μισούσε γιατί έβγαινε με άνδρες και ο πατέρας της, ακόμα και πριν το ζήτημα με τον γάμο, δεν φρόντιζε την αιτήτρια. Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι αν επιστρέψει στη Σιέρρα Λεόνε θα πεθάνει από τον πατέρα της και τον άνδρα (με τον οποίο ήθελε να την παντρέψει), ο οποίος, ως η αιτήτρια ανέφερε, έχει «μαγική δύναμη».
Ενόψει των ως άνω οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας σε σχέση με το προφίλ και τον τόπο διαμονής της απέρριψαν όμως τους ισχυρισμούς περί προσπαθειών από τον πατέρα της να την παντρέψει με μεγαλύτερο άνδρα και το ότι την αναζητεί, καθώς, ως καταγράφεται στη σχετική έκθεση (ερ.50-52), εκ των λεγομένων της έλειπαν εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες, βιωματικά στοιχεία, τα όσα δε ανέφερε επί τούτου στερούνταν χρονικής και λογικής συνέχειας και εμπεριείχαν ασάφειες, κενά και προφανείς αντιφάσεις.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του ισχυρισμού που έχει γίνει αποδεκτός, μετά από ανασκόπηση της κατάστασης ασφαλείας και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στον τόπο διαμονής της, η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε, καθώς διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί η αιτήτρια σε δίωξη ή σοβαρής βλάβη κατά την επιστροφή της.
Συνεπεία των ως άνω η 1η αίτηση ασύλου της αιτήτριας απορρίφθηκε και εκδόθηκε κατ’ αυτής απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, η δε προσφυγή που ασκήθηκε κατά της ως άνω απόφασης των καθ’ ων η αίτηση αποσύρθηκε από την αιτήτρια.
Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης η αιτήτρια αναφέρει ότι δεν θέλει να επιστρέψει στη Σιέρρα Λεόνε, εξαιτίας του πατέρα της, ο οποίος θέλει να την παντρέψει με άνδρα μεγάλης ηλικίας και θέλει να τη σκοτώσει, η ίδια έχει πληγές σε όλο της το κορμί, έχασε την ακοή της από το αριστερό αυτή της, λόγω του ότι ο πατέρας της την κτύπησε και έχει πλέον οικογένεια στη Δημοκρατία.
Οι καθ’ ων η αίτηση, κατόπιν παράθεσης του ιστορικού των διαβημάτων της αιτήτριας και των όσων κατέγραψε στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση κατέληξαν ότι, αφενώς, τα όσα αναφέρει δεν αποτελούν νέα στοιχεία, αφού εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως και αφετέρου «το γεγονός ότι η [αιτήτρια] έχει οικογένεια στην Κύπρο δεν αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας».
Εν συνεχεία, στα πλαίσια εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου της αιτήτριας 1 (αιτητή 2), μετά από έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εκ της οποίας, ως κρίθηκε, στη Σιέρρα Λεόνε υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση και, λαμβανομένου υπόψη και του προφίλ της αιτήτριας 1, οι καθ’ ων η αίτηση αυτό διατηρείται σε περίπτωση επιστροφής του, μαζί με την μητέρα του, στη Σιέρρα Λεόνε.
Στην προσφυγή καταγράφονται αρκετά νομικά σημεία.
Κατά την ακρόαση της παρούσης η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών, αγορεύοντας προφορικά, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι η αιτήτρια 1 έχει τραύμα στο αυτί, είναι μητέρα ανηλίκου (αιτητή 2), η δε κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι τα όσα ανέφερε η αιτήτρια πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας είναι γενική και παραγνωρίζει το βέλτιστο συμφέρον του αιτητή 2, η ύπαρξη του οποίου – ως εισηγήθηκε – είναι κρίσιμο στοιχείο, δεδομένου ότι κατά την εκτίμηση κινδύνου πρέπει να ληφθούν υπόψη τυχόν οικογενειακοί δεσμοί που δημιουργήθηκαν, η ανάγκη μια οικογένεια να μην διαχωρίζεται, καθώς και η προστασία της οικογενειακής ζωής, δεδομένων εδώ – ως ανέφερε – και των απειλών θανάτου που η αιτήτρια 1 λάμβανε, οι ξυλοδαρμοί που αυτή υπέστη, αλλά και η βλάβη στην υγεία της (απώλεια ακοής). Σημείωσε τέλος ότι στην επίδικη έκθεση γίνεται αναφορά σε εκπαίδευση και νοσηλεία, χωρίς εντούτοις να εξεταστεί η διαθεσιμότητα, προσβασιμότητα, καθώς και η ποιότητα των διαθέσιμων υπηρεσιών, δεδομένης – ως ανέφερε – της ανασφάλειας και φτώχειας που επικρατεί στη Σιέρρα Λεόνε. Ερωτώμενη σχετικά με τον πατέρα του αιτητή 2 ανέφερε ότι εκκρεμεί στο Δικαστήριο η προσφυγή αρ.Τ348/25, στα πλαίσια της οποίας αυτός προσέβαλε την απορριπτική απόφαση των καθ’ ων η αίτηση.
Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων, σε συνάρτηση πάντοτε με τους προωθούμενους εκ των αιτητών ισχυρισμούς, σημειώνω τα εξής προς το νομικό πλαίσιο που διέπει μεταγενέστερες αιτήσεις, ως η επίδικη εν προκειμένω.
Στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης ερευνάται αν «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα […]» [αρ.16Δ (3) (α) του Νόμου]) και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, εξετάζεται αν «[τα] εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης […] διεθνούς προστασίας» και κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i) και (ii)].
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Συνεπώς, ο σκοπός της προκαταρτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη δια της παρούσης απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι - κατ’ αρχή - η επί της ουσίας έρευνα των νεών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου.
Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, της προσφυγής και των όσων η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών ανέφερε στην ακρόαση της παρούσης.
Ενόψει των ως άνω, για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, τα ευρήματα και η τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της εδώ επίδικης μεταγενέστερης αίτησης με βρίσκουν σύμφωνο.
Κατ’ αρχή, αναφορικά με το εύρημα ότι άπαντες οι ισχυρισμοί της αιτήτριας σχετικά με το ότι ο πατέρας της επιθυμούσε να την παντρέψει με άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας και ότι αυτός την κτύπησε, προκαλώντας έτσι σ’ αυτή μόνιμη βλάβη στην ακοή της, μετά δε την αναζητούσε για να τη βλάψει, έχουν προβληθεί, εξεταστεί και απορριφθεί στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε η αιτήτρια 1, η δε προσφυγή που ασκήθηκε κατά της εν λόγω απόφασης αποσύρθηκε, θεωρώ πως εν προκειμένω – δεδομένου ότι ουδέν νεότερο ή και επιπρόσθετο επ’ αυτού αναφέρει η αιτήτρια 1 στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης, ουδέν προκύπτει που να επιτρέπει εδώ άλλη προσέγγιση. Οι ως άνω λοιπόν ισχυρισμοί της δεν χρήζουν περαιτέρω εξέτασης εδώ, στην απουσία νέων στοιχείων, ενόψει της ως άνω παρατιθέμενης νομολογίας και οικείας νομοθεσίας.
Σε σχέση τώρα με το ανήλικο τέκνο της αιτήτριας 1, παρατηρώ ότι ουδέν συγκεκριμένο αναφέρεται από την αιτήτρια στην επίδικη αίτηση, πέραν του ότι ο αιτητής 2 καταγράφεται στους αιτητές της επίδικης αιτήσεως (ερ.88, σημείο 2) και της αναφοράς ότι αυτή «[έχει] οικογένεια εδώ και γι’ αυτό δεν [θέλει] να [επιστρέψει] στη χώρα [της]» (ερ.98, σημείο 7).
Δεδομένου λοιπόν του ότι οι αναφορές της αιτήτριας στο ανήλικο τέκνο αυτής αφορούν την ύπαρξη και μόνο του αιτητή 2 και δεν σχετίζονται με κάποιο λόγο δίωξης δεν μπορεί να γίνει λόγος για ζήτημα που σχετίζεται με προσφυγικό καθεστώς, δεδομένου και του ότι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν, η δε προσφυγή που ασκήθηκε στο Δικαστήριο κατά της εν λόγω απόφασης αποσύρθηκε από την αιτήτρια 1. Σημειώνω ότι ουδείς τέτοιος λόγος (δίωξης) προβάλλεται σε σχέση με τον αιτητή 2.
Σχετικά με την πτυχή της συμπληρωματικής προστασίας, στο εγχειρίδιο «Προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας (οδηγία 2011/95/ΕΕ) – Δικαστική Ανάλυση», του EASO, σελ.120, αναφέρονται τα εξής:
«[Σ]την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση M’Bodj, το ΔΕΕ διέκρινε την ερμηνεία του από την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ από το ΕΔΔΑ βάσει της ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) και του πλαισίου στο οποίο τυγχάνει να εφαρμόζεται το άρθρο 15 στοιχείο β). Σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη (708). Το ΔΕΕ αρνήθηκε να ερμηνεύσει το άρθρο 15 στοιχείο β) με τον ίδιο τρόπο. Το ΔΕΕ επισήμανε ότι το γράμμα του άρθρου 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) διαφέρει από εκείνο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ στο μέτρο που εφαρμόζεται σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος «στη χώρα καταγωγής». […] Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι ορισμένα στοιχεία του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 15 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), καθώς και η ratio της συγκεκριμένης οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) απαριθμεί τους φορείς σοβαρής βλάβης, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη ότι οι βλάβες αυτές πρέπει να απορρέουν από συμπεριφορά τρίτου και δεν μπορούν, κατά συνέπεια, να αποτελούν απλώς και μόνο συνέπεια των γενικών ανεπαρκειών του συστήματος υγείας της χώρας καταγωγής. Ομοίως, κατά την αιτιολογική σκέψη 26 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση), οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθεται εν γένει ο πληθυσμός ή τμήμα του πληθυσμού μιας χώρας δεν συνιστούν συνήθως, αυτοί καθαυτοί, προσωπική απειλή που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σοβαρή βλάβη.»
Περαιτέρω, στην σελ.123 του ιδίου εγχειριδίου αναφέρονται τα εξής:
«Η εφαρμογή του άρθρου 15 στοιχείο β) προϋποθέτει ένα στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης. Παρά την παραπομπή του ΔΕΕ στη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και στην υποχρέωση εφαρμογής της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) κατά τρόπο που συνάδει με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ (μη επαναπροώθηση, σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας) (731), το ΔΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διαφορετική διατύπωση του άρθρου 15 στοιχείο β) και διακρίνει μεταξύ του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 3, ως απαγόρευσης επιστροφής προσώπου, και της θεμελίωσης αίτησης επικουρικής προστασίας […]»
Είναι προφανές, αφού ουδείς περί τούτου ισχυρισμός προβάλλεται από τους αιτητές, ότι ελλείπει εδώ το απαιτούμενο «στοιχείο ηθελημένης κακομεταχείρισης» και - κατ’ επέκταση - ο απαιτούμενος φορέας σοβαρής βλάβης. Συνεπώς εδώ ουδείς λόγος μπορεί να γίνει για συμπληρωματική προστασία στη βάση του αρ.19 (2) (β) σχετικά με την αιτήτρια 1 ή και το ανήλικο τέκνο της (αιτητή 2) και κατ’ επέκταση ουδόλως αυξάνονται εν προκειμένω – πόσο δε μάλλον σημαντικά – οι πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας στη βάση αυτή. Ουδείς δε λόγος μπορεί να γίνει για κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, βάσει του αρ.19 (2) (α). Η πτυχή που αφορά το αρ.19 (2) (γ) θα εξεταστεί πιο κάτω.
Στη βάση τώρα της αρχής της μη επαναπροώθησης (αρ.3 ΕΣΔΑ), ως και στο πιο πάνω απόσπασμα εξηγείται, μόνο «σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, το ΕΔΔΑ εφάρμοσε το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ για να απαγορεύσει την απομάκρυνση υπηκόου τρίτης χώρας που έπασχε από σοβαρή ασθένεια σε χώρα στην οποία δεν υπήρχε διαθέσιμη κατάλληλη ιατρική περίθαλψη».
Στη σχετική αυθεντία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), Paposhvili v. Belgium, app. No.41738/10, Grand Chamber, ημ.13/12/16, λέχθηκαν τα εξής:
«181. The Court concludes from this recapitulation of the case-law that the application of Article 3 of the Convention only in cases where the person facing expulsion is close to death, which has been its practice since the judgment in N. v. the United Kingdom, has deprived aliens who are seriously ill, but whose condition is less critical, of the benefit of that provision. As a corollary to this, the case-law subsequent to N. v. the United Kingdom has not provided more detailed guidance regarding the “very exceptional cases” referred to in N. v. the United Kingdom, other than the case contemplated in D. v. the United Kingdom.
[…]
183. The Court considers that the “other very exceptional cases” within the meaning of the judgment in N. v. the United Kingdom (§ 43) which may raise an issue under Article 3 should be understood to refer to situations involving the removal of a seriously ill person in which substantial grounds have been shown for believing that he or she, although not at imminent risk of dying, would face a real risk, on account of the absence of appropriate treatment in the receiving country or the lack of access to such treatment, of being exposed to a serious, rapid and irreversible decline in his or her state of health resulting in intense suffering or to a significant reduction in life expectancy. The Court points out that these situations correspond to a high threshold for the application of Article 3 of the Convention in cases concerning the removal of aliens suffering from serious illness.
[…]
188. As the Court has observed above (see paragraph 173), what is in issue here is the negative obligation not to expose persons to a risk of ill-treatment proscribed by Article 3. It follows that the impact of removal on the person concerned must be assessed by comparing his or her state of health prior to removal and how it would evolve after transfer to the receiving State. »
Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι σε περιπτώσεις που υπάρχουν ισχυρισμοί σχετικοί με την υγεία ενός αιτητή, μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπου δεικνύεται, με το βάρος για την απόδειξη συνδρομής τους, ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) να είναι στον αιτητή, μπορεί να παρασχεθεί προστασία στη βάση του αρ.3 της ΕΣΔΑ, όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι ο αιτητής πάσχει από ασθένεια, για την οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη και προσβάσιμη απ’ αυτόν θεραπεία στη χώρα καταγωγής και εξαιτίας της έλλειψης αυτής ο αιτητής απειλείται με θάνατο ή ραγδαία, σοβαρή και ανεπανόρθωτη επιδείνωση της υγείας του, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα έντονη οδύνη ή σημαντική μείωση του προσδόκιμου ζωής του. Ουδέν περί τούτου προβάλλεται είτε στα πλαίσια της επίδικης αίτησης ή στα πλαίσια της παρούσης. Σημειώνεται δε ότι ακόμα και το πρόβλημα ακοής ή και ο πόνος/αιμορραγία που αναφέρει η αιτήτρια 1 δεν πληροί, στη βάση των ισχυρισμών της ιδίας, τις εκ της ως άνω νομολογίας τιθέμενες προϋποθέσεις.
Ενόψει δε των ως άνω θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος ενός ανήλικου τέκνου, σε περιπτώσεις όπου ουδείς των εμπλεκομένων (γονέων) διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, δεν μπορεί να αφορά την (in abstracto) συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου αναμένεται να απομακρυνθεί και της Δημοκρατίας, σύγκριση εκ της οποίας, πιθανόν – στις πλείστες των περιπτώσεων - θα προκύπτει ότι οι συνθήκες στη Δημοκρατία είναι, κατά λίγο ή και - ενίοτε - κατά πολύ, ουσιωδώς καλύτερες και ούτε βεβαίως αφορά εξέταση επί πάσης πτυχής του επιπέδου διαβίωσης (άλλωστε ακόμα και από τη συνήγορο των αιτητών το μόνο που προωθείται είναι, ως αναφέρθηκε, η διαθεσιμότητα και προσβασιμότητα σε εκπαίδευση και υπηρεσίες υγείας), αλλά μόνο σε συνάρτηση και προς διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις μιας εκ των εκ της νομοθεσίας παρεχόμενων πτυχών προστασίας, ήτοι προσφυγικού καθεστώτος, της συμπληρωματικής προστασίας και προστασίας από την επαναπροώθηση, οι οποίες δεν υφίσταται εδώ, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω.
Στη βάση λοιπόν των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ εδώ ότι η επιστροφή του αιτητή 2, μαζί με την μητέρα του (αιτήτρια 1), είναι ασύμβατη με τα βέλτιστα συμφέροντα του. Λαμβάνω υπόψη επί τούτου ότι ο πατέρας του αιτητή 2 είναι ομοεθνής της αιτήτριας 1, ως αναφέρθηκε από τη συνήγορο των αιτητών (ερ.88) και, ενόψει του ότι η προσφυγή του (αρ.Τ348/25) είναι ταχείας εκδίκασης και, με βάση τον κ.3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), αλλά και δεδομένου ότι, εφόσον η χώρα καταγωγής δεν περιλαμβάνεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγενείας [κ.3 (ε) (ii)], η υπόθεση του – ως ασφαλώς μπορεί να συναχθεί - υπάγεται στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης (που φέρουν το γράμμα Τ στον αριθμό τους) λόγω του ότι πρόκειται για προσφυγή κατά απόφασης επί μεταγενέστερης αίτησης, στη βάση του κ.3 (ε) (i) και συνεπώς αυτή δεν παράγει αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα και για τον λόγο αυτό ο πατέρας δεν έχει (αυτόματα) δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία εκκρεμούσης της προσφυγής του [αρ.8 (1) (α) του Νόμου]. Δεν αναμένεται λοιπόν εδώ ευλόγως, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων, ότι θα διαχωριστεί ο αιτητής 2 από τον πατέρα του, αφού, κατ’ αρχή, ήδη ο πατέρας του έχει απωλέσει το δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, σε δε περίπτωση που απορριφθεί η προσφυγή αρ.Τ348/25, θα πρέπει να επιστρέψει κι’ αυτός στη Σιέρρα Λεόνε. Ουδείς των εμπλεκομένων (μητέρα, πατέρας, τέκνο) διατηρεί λοιπόν σήμερα δικαίωμα διαμονής στη Δημοκρατία. Άλλωστε δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι, παρά τις αναφορές της αιτήτριας 1 και της συνηγόρου αυτής σε οικογενειακούς δεσμούς, ουδεμία μαρτυρία προσάχθηκε, εκ της οποίας αποδεικνύονται τέτοιοι δεσμοί με τον πατέρα του αιτητή 2, ως και στη σχετική νομολογία του ΔΕΕ και ΕΔΑΔ απαιτείται.[1]
Παρεμβάλλω και τα εξής αναφορικά με τις συνθήκες επιστροφής των αιτητών στη Σιέρρα Λεόνε, σε συνάρτηση με το αρ.3 της ΕΣΔΑ.
Η έκταση και εύρος προστασίας που παρέχεται από την αρχή της μη επαναπροώθησης, ως κατοχυρώνεται στο αρ.3 της ΕΣΔΑ, έχει πολλάκις απασχολήσει τη νομολογία του ΕΔΑΔ, που στην M.S.S. v Belgium & Greece, app. No.30696/09, ημ.21/01/11, παρ.263, συνδέει την παράβαση του αρ.3 με την εκεί διαπιστούμενη παντελή απουσία προοπτικών βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του αιτητή, καταλήγοντας στα εξής:
«In the light of the above and in view of the obligations incumbent on the Greek authorities under the Reception Directive (see paragraph 84 above), the Court considers that the Greek authorities have not had due regard to the applicant’s vulnerability as an asylum-seeker and must be held responsible, because of their inaction, for the situation in which he has found himself for several months, living on the street, with no resources or access to sanitary facilities, and without any means of providing for his essential needs. The Court considers that the applicant has been the victim of humiliating treatment showing a lack of respect for his dignity and that this situation has, without doubt, aroused in him feelings of fear, anguish or inferiority capable of inducing desperation. It considers that such living conditions, combined with the prolonged uncertainty in which he has remained and the total lack of any prospects of his situation improving, have attained the level of severity required to fall within the scope of Article 3 of the Convention. »
Επανερχόμενος επί των ενώπιον μου στοιχείων εν προκειμένω συνυπολογίζω το ότι η αιτήτρια 1 είναι ενήλικη, 28 ετών σήμερα, υγιής, με δευτεροβάθμια εκπαίδευση και, ενόψει του ότι οι ισχυρισμοί της περί απειλών και βίας από τον πατέρα της έχουν ήδη απορριφθεί στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου, θα πρέπει εδώ να γίνει δεκτό ότι διαθέτει στον τόπο διαμονής της (Freetown) επαρκές οικογενειακό δίκτυο (πατέρα), με τον οποίο αναμένεται να επικοινωνήσει κατά την επιστροφή της. Εκ των δεδομένων αυτών προκύπτει ότι, κατά την επιστροφή της αιτήτριας 1, μαζί με το ανήλικα τέκνο της (αιτητή 2) αυτοί αναμένεται ευλόγως να λάβουν στήριξη και στέγαση, κατ’ ελάχιστο μέχρις ότου η αιτήτρια 1 είναι σε θέση να βιοποριστεί και να συντηρεί τον εαυτό και το τέκνο της, τα οποία και συνηγορούν υπέρ του ότι, παρά τις οποίες αντιξοότητες ήθελε αυτοί αντιμετωπίσουν, δεν αναμένεται να στερηθούν των αναγκαίων χρειωδών και δεν αναμένεται αυτοί να παραμείνουν χωρίς πιθανότητες βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης τους στο άμεσα προβλέψιμο μέλλον, ως και στην ως άνω αυθεντία του ΕΔΑΔ περιγράφονται.
Σημειώνω, σε κάθε περίπτωση, ότι, ως οι καθ’ ων η αίτηση καταγράφουν στην επίδικη έκθεση (ερ.106-107), δεδομένων των επί τούτου διαθέσιμων πληροφοριών (ΠΧΚ) [2], [3] στις οποίες ανέτρεξαν, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ούτε οι αιτητές αναφέρουν κάποιο συγκεκριμένο ισχυρισμό επί τούτου και ούτε προσήγαγαν κάποιο στοιχείο που να δεικνύει το αντίθετο, δεν υφίστανται ενδείξεις που να συνηγορούν υπέρ του ότι ο αιτητής 2, κατά την άφιξη του στη Σιέρρα Λεόνε, μαζί με την μητέρα του, θα στερηθεί την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας ή εκπαίδευσης.
Απομένει λοιπόν μια επικαιροποιημένη αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας 1.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26), στη Δυτική Περιφέρεια της Σιέρρα Λεόνε (όπου βρίσκεται η πόλη Freetown, στην οποία υπάγεται η Tengbeh Town, όπου διέμενε, ως ανέφερε η αιτήτρια 1, από το 2020, και, σε μικρή απ’ εκεί απόσταση, το χωριό Rokel, όπου βρίσκεται ο πατέρας της) σημειώθηκαν 5 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 2 θανάτους.[4] Εκ των ως άνω περιστατικών τρία έλαβαν χώρα στη Freetown, χωρίς θάνατο. Ο πληθυσμός της Δυτικής Περιφέρειας ανέρχεται περί το 1.27 εκατομμύρια κατοίκων [5] και της Freetown περί τις 609.000 [6].
Στη βάση των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα οι αιτητές να αντιμετωπίσουν κατά την επιστροφή τους κίνδυνο βάσει του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην Κινσάσα δεν είναι τέτοιας ώστε αυτοί να διατρέχουν κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας τους εκεί (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-901/19 CF and DN, ημ.10/06/21). [7]
Τα ανωτέρω σφραγίζουν την τύχη της προσφυγής.
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C‑484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25
[2] https://www.afro.who.int/countries/sierra-leone/news/sierra-leone-charts-bold-new-path-quality-hospital-care
[4] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Sierra Leone, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημ.15/05/2026)
[5] City Population, Sierra Leone, Western, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/?admid=7259 (ημ.15/05/2026)
[6] City Population, Sierra Leone - Western - Freetown, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/?admid=7259 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 15/05/2026)
[7] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο