ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ107/26
29 Ιουνίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Η. Κ. T.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κκ Αλ Τάχερ Μπενέτης και Σια ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον αιτητή
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.12/02/26, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτόν στις 24/02/26, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να τροποποιείται η επίδικη απόφαση και/ή «να ζητείται επανεξέταση της αίτησης […] μέχρι το σημείο κρίσης επί του παραδεκτού βάση της σημερινής κατάστασης της χώρας του […] και τον κίνδυνο που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επαναπροώθησης του στη χώρα του» (Αιτητικό Β).
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων τον Μάρτιο 2021 και υπέβαλε 1η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 07/05/21 (ερ.1-3, 52).
Στις 17/10/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.36-52). Μετά τη συνέντευξη, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 28/11/23 η αίτηση απορρίφθηκε (ερ.79-88). Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε δια χειρός στις 22/12/23 (26 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.90, 2).
Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.104/24, η οποία απορρίφθηκε (ερ.108-136, 162).
Στις 09/02/26 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε στις 12/02/26 ως απαράδεκτη στη βάση του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.143-150, 159-163). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε δια χειρός στις 24/02/26 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.165).
Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω του «για λόγους κοινωνικής και οικονομικής κρίσης (φτώχεια, έλλειψη εργασίας στη χώρα [του]».
Στη συνέντευξη στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ο αιτητής ανέφερε γεννήθηκε και διέμενε στη Douala, πλην του τελευταίου έτους προτού φύγει από το Καμερούν, όταν και αυτός μετοίκησε στην Yaounde, είναι άγαμος, έχει αμφιθαλή και ετεροθαλή αδέλφια, όλοι εκ των οποίων ζουν (μαζί) στη Douala, με τους οποίους ο αιτητής επικοινωνεί, έχει δε αποκτήσει τέκνο στη Δημοκρατία, του οποίου η μητέρα αιτήτρια διεθνούς προστασίας.
Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από το Καμερούν καθώς διωκόταν από ομάδα ονόματι Vivre Mourir Jeune, της οποίας υπήρξε μέλος, προκειμένου αυτός να θυσιάσει την μητέρα του (ή άλλο άτομο), ως του ζητήθηκε.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του αιτητή αποδέχθηκαν το προφίλ και τον τόπο διαμονής του αιτητή (1ος ουσιώδης ισχυρισμός), απέρριψαν όμως όσα είχε αναφέρει περί κινδύνου από μυστικιστική ομάδα (2ος ουσιώδης ισχυρισμός), καθώς, ως στα ερ.82-84αναφέρεται, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκείς λεπτομέρειες για την ομάδα που κατ’ ισχυρισμό τον δίωκε, τη δράση της ομάδας αυτής, τις κατ’ ιδίαν πράξεις στις οποίες προβήκαν προκειμένου να τον εντοπίσουν και να τον βλάψουν, το πότε έλαβαν χώρα όλα αυτά και το συνέβη κατά τον 1 και πλέον χρόνο κατά τον οποίο ο αιτητής διέμενε, χωρίς να πάθει κάτι (πέραν διαταραχών ύπνου – ερ.39), στο Καμερούν (Yaounde/Douala). Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής συνοχής του ισχυρισμού δεν ανευρέθηκαν πληροφορίες για τη συγκεκριμένη ομάδα όμως επιβεβαιώθηκε ότι η εξάσκηση μαγείας και άλλων συναφών πρακτικών, με σκοπό τον πλουτισμό και την ευμάρεια είναι φαινόμενο που απαντάται στο Καμερούν. Εκ των ως άνω, δεδομένου του ότι δεν πληρούται η εσωτερική συνοχή του, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου επί του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή (σε συνάρτηση με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, Douala), η καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταντο στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως προϋποθέσεις παροχής διεθνούς προστασίας και γι’ αυτό απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.
Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής καταγράφει ότι διώκουν τον ίδιο, τους αδελφούς και τους γονείς του, έχει χάσει δύο αδελφούς του, οι οποίοι πέθαναν λόγω «ethnic story and tribalism», και, μετά από 3 χρόνια στην Κύπρο, έχει κόρη 3 ετών και σύντροφο και ανησυχεί γι’ αυτούς και θέλει «να [μείνει] εδώ και να τους [φροντίσει] και να [αποφύγει] τα χειρότερα». Στην επίδικη αίτηση επισυνάπτει πιστοποιητικό γέννησης της κόρης του, που – ως άλλωστε είχε αναφέρει και στην 1η αίτηση ασύλου – γεννήθηκε στη Δημοκρατία το 2023 (ερ.140).
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη αίτηση, σημείωσαν ότι οι ισχυρισμοί σχετικά με τα αδέλφια που πέθαναν δεν είχαν αναφερθεί προηγουμένως από υπαιτιότητα του ιδίου, τα όσα δε αναφέρει σχετικά με την κόρη και τη σύντροφο του (στη Δημοκρατία) και το πιστοποιητικό γέννησης της κόρης του δεν αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθώς – ως κρίθηκε – δεν σχετίζονται με λόγο παροχής τέτοιας προστασίας, αλλά με την οικογενειακή του κατάσταση.
Στα πλαίσια της παρούσης η συνήγορος του ανέφερε, αγορεύοντας προφορικά κατά τις διευκρινήσεις, σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι εν προκειμένω δεν έχει αξιολογηθεί δεόντως η ύπαρξη της ανήλικης κόρης του αιτητή, το οποίο, ως ανέφερε, είναι κρίσιμο πραγματικό δεδομένο που επηρεάζει την εκτίμηση κινδύνου σε επιστροφή του αιτητή (σε συνάρτηση και με την αρχή της μη επαναπροώθησης) και δεν εξετάστηκε το αν θα διασπαστεί η οικογένεια ή αν θα εκθέσει το τέκνο σε κίνδυνο, υπό το φως του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου. Σημείωσε δε ότι η μητέρα του ανήλικου τέκνου του αιτητή είναι αιτήτρια ασύλου και δεν έχει κληθεί σε συνέντευξη.
Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. αρ.C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημ.09/09/20, λέχθηκε, σκέψη 60, ότι: «[…] το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει της οποίας, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της ως άνω απόφασης γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».
Ως εκ των ως άνω συνάγεται ο σκοπός της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία και αποτελείται δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή και έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το κατά πόσον αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, αφορά το κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες και θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.
Ενόψει των ως άνω παρατηρώ εν προκειμένω τα εξής.
Οι ισχυρισμοί που παραθέτει ο αιτητής στην επίδικη μεταγενέστερης αίτηση περί θανάτου 2 αδελφών του λόγω «ethnic story and tribalism» αποτελούν καινοφανείς ισχυρισμούς, για τους οποίους, ουδέν αναφέρεται σε σχέση με το γιατί δεν είχαν αναφερθεί κατά την προηγούμενη αίτηση. Εκ των ως άνω καταλήγω λοιπόν ότι όσα καταγράφονται στην επίδικη αίτηση (περί κινδύνου του αιτητή και της οικογένειας του για λόγους «ethnic story and tribalism») δεν μπορούν βεβαίως να εξεταστούν στα πλαίσια είτε της επίδικης αίτησης είτε της παρούσης, αφού ο αιτητής ουδέν ανέφερε που να δεικνύει ότι η μη προηγούμενη αναφορά τους δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου, δεδομένου ότι ο αιτητής είχε κάθε δυνατότητα, αφού ουδείς ισχυρισμός περί του αντιθέτου προωθείται εδώ, «να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο» (άσκησε προσφυγή η οποία απορρίφθηκε). Ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να επιτρέπει διαφορετική αντιμετώπιση της υπό κρίση αιτήσεως ως προς την πτυχή αυτή.
Αναφορικά όμως με το στοιχείο που αφορά την ανήλικη κόρη του (καθώς και τη σύντροφο του αιτητή) θεωρώ πως λανθασμένα δεν έγινε εν προκειμένω η δέουσα εξέταση αυτού.
Σημειώνω εδώ, προτού προχωρήσω ότι, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».
Ενόψει και της ως άνω νομολογίας προχωρώ σε εξέταση της πτυχής που αφορά τόσο το ανήλικο τέκνο αλλά και την σύντροφο του αιτητή (μητέρα του ανήλικου τέκνου).
Επί του ζητήματος, στην πολύ προσφάτως εκδοθείσα απόφαση μου στην υπ.1687/23, K. I. ν Δημοκρατίας, ημ.24/06/26, με αναφορά και στη σχετική με τούτο νομολογία, ανέφερα τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι τυγχάνουν – τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, δεδομένου ότι στην υπόθεση εκείνη η μητέρα του ανήλικου τέκνου (όχι ο αιτητής στην προσφυγή) ήταν αναγνωρισμένη πρόσφυγας - εφαρμογής και εν προκειμένω:
«Η ύπαρξη βεβαίως του ανήλικο τέκνου του αιτητή δημιουργεί βεβαίως ζήτημα βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου αυτού και συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί πως επηρεάζεται υπό τις περιστάσεις εκάστης περίπτωσης. Ως λέχθηκε στην απόφαση του ΔΕΕ C-112/20, M. A., ημ.11/03/21, « […] τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τα βέλτιστα συμφέροντα του παιδιού πριν εκδώσουν απόφαση περί επιστροφής, συνοδευόμενη από απαγόρευση εισόδου, ακόμη και όταν ο αποδέκτης της αποφάσεως αυτής δεν είναι ένας ανήλικος, αλλά ο πατέρας του ανηλίκου αυτού. ». Στην ίδια απόφαση λέχθηκε περαιτέρω, στη σκέψη 27, ότι «για την εκτίμηση αυτή είναι μεν κρίσιμη η περίσταση ότι ο έτερος γονέας του παιδιού είναι όντως ικανός και διατεθειμένος να αναλάβει μόνος την καθημερινή και πραγματική φροντίδα του παιδιού, αλλά το στοιχείο αυτό δεν επαρκεί αφ' εαυτού για να κριθεί ότι δεν υφίσταται, μεταξύ του γονέα που είναι υπήκοος τρίτης χώρας και του παιδιού, σχέση εξαρτήσεως τέτοιου είδους ώστε το παιδί να είναι αναγκασμένο να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης αν δεν αναγνωρισθεί δικαίωμα διαμονής στον εν λόγω υπήκοο τρίτης χώρας. Πράγματι, μια τέτοια διαπίστωση πρέπει να στηρίζεται στη συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως δε της ηλικίας του παιδιού, της σωματικής και συναισθηματικής του αναπτύξεως, της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας (πρβλ. απόφαση της 10ης Μαΐου 2017, Chavez-Vilchez κ.λπ., C 133/15, EU:C:2017:354, σκέψεις 70 και 71). [.].».
Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε και στην πιο πρόσφατη απόφαση στη C‑484/22, G. S., ECLI:EU:C:2023:122, ημ.15/02/23 και είχε υιοθετηθεί και προ πολλού από το ΕΔΑΔ στην απόφαση του στην υπόθεση αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02. Οι ως άνω αποφάσεις του Δικαστηρίου του Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) αναφέρονται στην ανάγκη εξέτασης, η υπό το πρίσμα του αρ.24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Χάρτης) και του αρ.8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), αντίστοιχα, του βέλτιστου συμφέροντος του εμπλεκόμενου ανηλίκου στα πλαίσια έκδοσης απόφασης επιστροφής, είτε κατά του ιδίου του ανήλικου είτε κατά των γονέων αυτού.
Στην αιτιολογική σκέψη 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, αναφέρεται ότι το «μείζον συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού. Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ιδίως υπόψη τους την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του.»
Επί του γενικότερου ζητήματος τόσο σχετικά με τη σύζυγο του αιτητή όσο και το ανήλικο τέκνο αυτού, απολύτως σχετικά είναι τα λεχθέντα στην αιτ. αρ.12738/10, Jeunesse v. The Netherlands [1], ημ.03/10/14 (ΕΔΑΔ), όπου το Δικαστήριο, με παραπομπές και στην πλούσια επί τούτου νομολογία του, ανέφερε τα εξής:
«100. Η υπό κρίση υπόθεση αφορά, κατ' ουσίαν, την άρνηση να επιτραπεί στην προσφεύγουσα να διαμείνει στις Κάτω Χώρες λόγω της οικογενειακής της ζωής στις Κάτω Χώρες. Δεν αμφισβητήθηκε ότι υπάρχει οικογενειακή ζωή κατά την έννοια του άρθρου 8 της Σύμβασης μεταξύ της προσφεύγουσας και του συζύγου της και των τριών παιδιών τους. Όσον αφορά το ζήτημα της συμμόρφωσης με τη διάταξη αυτή, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα κράτος δικαιούται, σύμφωνα με το καθιερωμένο διεθνές δίκαιο και με την επιφύλαξη των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συνθήκη, να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπών στο έδαφός του και τη διαμονή τους εκεί. Η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού υπηκόου να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα (βλ., για παράδειγμα, Nunez, ό.π., § 66). Από το δικαίωμα ενός κράτους να ελέγχει τη μετανάστευση απορρέει το καθήκον των αλλοδαπών, όπως ο αιτών, να υποβάλλονται σε ελέγχους και διαδικασίες μετανάστευσης και να εγκαταλείπουν το έδαφος του συμβαλλόμενου κράτους όταν το διατάσσουν, εάν τους απαγορεύεται νομίμως η είσοδος ή η διαμονή.
[…]
103. Όταν ένα συμβαλλόμενο κράτος ανέχεται την παρουσία αλλοδαπού στο έδαφός του, παρέχοντάς του έτσι τη δυνατότητα να αναμείνει την απόφαση επί αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας διαμονής, την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως αυτής ή τη νέα αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής, το εν λόγω συμβαλλόμενο κράτος παρέχει στον αλλοδαπό τη δυνατότητα να ενταχθεί στην κοινωνία της χώρας υποδοχής, να δημιουργήσει σχέσεις και να δημιουργήσει μια οικογένεια εκεί. Ωστόσο, τούτο δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι οι αρχές του οικείου συμβαλλόμενου κράτους υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 8 της Συμβάσεως, να του επιτρέψουν να εγκατασταθεί στη χώρα τους. Στο ίδιο πνεύμα, η αντιμετώπιση της οικογενειακής ζωής από τις αρχές της χώρας υποδοχής ως τετελεσμένου γεγονότος δεν συνεπάγεται ότι οι αρχές αυτές υποχρεούνται, βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης, να επιτρέψουν στον αιτούντα να εγκατασταθεί στη χώρα. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι, γενικά, τα άτομα που βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση δεν έχουν δικαίωμα να αναμένουν ότι θα τους χορηγηθεί δικαίωμα διαμονής (βλ. Chandra κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 53102/99, 13 Μαΐου 2003· Benamar κατά Ολλανδίας (dec.), no. 43786/04, 5 Απριλίου 2005; Priya κατά Δανίας (dec.) no. 13594/03, 6 Ιουλίου 2006; Rodrigues da Silva και Hoogkamer κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 50435/99, § 43, ΕΔΔΑ 2006-I· Darren Omoregie κ.λπ. κατά Νορβηγίας, αριθ. 265/07, § 64, 31 Ιουλίου 2008· και B.V. κατά Σουηδίας (dec.), no. 57442/11, 13 Νοεμβρίου 2012).
104. Η υπό κρίση υπόθεση μπορεί να διακριθεί από τις υποθέσεις που αφορούν «εγκατεστημένους μετανάστες», δεδομένου ότι η έννοια αυτή έχει χρησιμοποιηθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου, δηλαδή πρόσωπα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί επισήμως δικαίωμα διαμονής σε χώρα υποδοχής. Η μεταγενέστερη ανάκληση του δικαιώματος αυτού, για παράδειγμα επειδή το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα, συνιστά επέμβαση στο δικαίωμά του στον σεβασμό της ιδιωτικής και/ή οικογενειακής ζωής κατά την έννοια του άρθρου 8. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο θα εξετάσει εάν η επέμβαση δικαιολογείται βάσει της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 8. Στο πλαίσιο αυτό, θα λάβει υπόψη τα διάφορα κριτήρια που έχει προσδιορίσει στη νομολογία του προκειμένου να καθορίσει αν έχει επιτευχθεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση των αρχών να ανακαλέσουν το δικαίωμα διαμονής και των δικαιωμάτων του ενδιαφερομένου βάσει του άρθρου 8 (βλ., για παράδειγμα, Boultif κατά Ελβετίας, 54273/00, ΕΔΑΔ 2001-IX· Üner κατά Κάτω Χωρών [GC], αριθ. 46410/99, ΕΔΑΔ 2006-XII· Maslov v. Αυστρία [GC], αριθ. 1638/03, ΕΔΑΔ 2008· Savasci κατά Γερμανίας (dec.), no. 45971/08, 19 Μαρτίου 2013; και Udeh κατά Ελβετίας, αριθ. 12020/09, 16 Απριλίου 2013).
105. Δεδομένου ότι η πραγματική και νομική κατάσταση του εγκατεστημένου μετανάστη και του αλλοδαπού που ζητεί να γίνει δεκτός στη χώρα υποδοχής –έστω και αν στην περίπτωση της αιτούσας [αυτό γίνεται] μετά από πολυάριθμες αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής και πολυετούς πραγματικής διαμονής– δεν είναι τα ίδια, τα κριτήρια που έχει αναπτύξει η νομολογία του Δικαστηρίου για την εκτίμηση της συμβατότητας της άδειας διαμονής του εγκατεστημένου μετανάστη με το άρθρο 8 δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτομάτως στην κατάσταση της προσφεύγουσας. Αντιθέτως, το ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω είναι αν, ενόψει του συνόλου των περιστάσεων, οι ολλανδικές αρχές όφειλαν, δυνάμει του άρθρου 8, να της χορηγήσουν άδεια διαμονής, παρέχοντάς της έτσι τη δυνατότητα να ασκήσει την οικογενειακή ζωή στο έδαφός τους. Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά μόνον την οικογενειακή ζωή, αλλά και τη μετανάστευση. Για το λόγο αυτό, η υπό εξέταση υπόθεση πρέπει να θεωρηθεί ως υπόθεση που αφορά ισχυρισμό μη συμμόρφωσης εκ μέρους του εναγόμενου κράτους με θετική υποχρέωση βάσει του άρθρου 8 της Σύμβασης (βλ. Ahmut κατά Κάτω Χωρών, 28 Νοεμβρίου 1996, § 63, Recueil des arrêts et décisions 1996-VI). Όσον αφορά το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τις ακόλουθες αρχές, όπως διατυπώθηκαν πιο πρόσφατα στην υπόθεση Butt κατά Νορβηγίας (αριθ. 47017/09, § 78 με περαιτέρω παραπομπές, 4 Δεκεμβρίου 2012).
106. Μολονότι ο ουσιώδης σκοπός του άρθρου 8 είναι η προστασία του ατόμου από αυθαίρετες ενέργειες των δημοσίων αρχών, μπορεί επιπλέον να υπάρχουν θετικές υποχρεώσεις συμφυείς με τον αποτελεσματικό «σεβασμό» της οικογενειακής ζωής. Ωστόσο, τα όρια μεταξύ των θετικών και αρνητικών υποχρεώσεων του κράτους βάσει αυτής της διάταξης δεν προσφέρονται για ακριβή καθορισμό. Ωστόσο, οι εφαρμοστέες αρχές είναι παρόμοιες. Και στα δύο πλαίσια πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να επιτευχθεί μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του ατόμου και της κοινότητας στο σύνολό της. και στα δύο πλαίσια το κράτος απολαμβάνει ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης.
107. Όσον αφορά τη μετανάστευση, το άρθρο 8 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβάλλει σε ένα κράτος τη γενική υποχρέωση να σέβεται την επιλογή της χώρας διαμονής των συζύγων ή να επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση στο έδαφός του. Ωστόσο, σε μια υπόθεση που αφορά τόσο την οικογενειακή ζωή όσο και τη μετανάστευση, η έκταση των υποχρεώσεων ενός κράτους να δέχεται στο έδαφός του συγγενείς προσώπων που κατοικούν εκεί ποικίλλει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες των εμπλεκόμενων προσώπων και το γενικό συμφέρον. Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο αυτό είναι ο βαθμός στον οποίο η οικογενειακή ζωή θα μπορούσε πράγματι να διαρραγεί, η έκταση των δεσμών στο συμβαλλόμενο κράτος, το κατά πόσον υπάρχουν ανυπέρβλητα εμπόδια στο να ζήσει η οικογένεια στη χώρα καταγωγής του αλλοδαπού και κατά πόσον υπάρχουν παράγοντες ελέγχου της μετανάστευσης (για παράδειγμα, ιστορικό παραβιάσεων της μεταναστευτικής νομοθεσίας) ή εκτιμήσεις δημόσιας τάξης που σταθμίζουν υπέρ του αποκλεισμού (βλ. Butt κατά Νορβηγίας, ό.π., § 78).
108. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι αν η οικογενειακή ζωή δημιουργήθηκε σε χρόνο κατά τον οποίο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα γνώριζαν ότι το καθεστώς μετανάστη ενός εξ αυτών ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όταν συμβαίνει αυτό, είναι πιθανό μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 28ης Μαΐου 1985, σειρά Α αριθ. 94, σ. 94, § 68; Mitchell κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 40447/98, 24 Νοεμβρίου 1998· Ajayi και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 27663/95, 22 Ιουνίου 1999· M. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 25087/06, 24 Ιουνίου 2008· Rodrigues da Silva και Hoogkamer κατά Κάτω Χωρών, ό.π., § 39· Arvelo Aponte κατά Κάτω Χωρών, ό.π., §§ 57-58· και Butt v. Νορβηγία, όπ.π., § 78).
109. Όταν εμπλέκονται παιδιά, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το υπέρτατο συμφέρον τους (βλ. Tuquabo-Tekle κ.λπ. κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 60665/00, § 44, 1 Δεκεμβρίου 2005· τηρουμένων των αναλογιών, Popov κατά Γαλλίας, αριθ. 39472/07 και 39474/07, §§ 139-140, 19 Ιανουαρίου 2012· Neulinger και Shuruk v. Ελβετία, ό.π., § 135· και X v. Λετονία [GC], αριθ. 27853/09, § 96, ΕΔΑΔ 2013). Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι υπάρχει ευρεία συναίνεση, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς δικαίου, προς υποστήριξη της ιδέας ότι σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα παιδιά, το βέλτιστο συμφέρον τους είναι υψίστης σημασίας (βλ. Neulinger και Shuruk κατά Ελβετίας, ό.π., § 135, και X κατά Λετονίας, ό.π., § 96). Αν και από μόνα τους δεν μπορούν να είναι καθοριστικά, τα συμφέροντα αυτά πρέπει ασφαλώς να έχουν μεγάλη βαρύτητα. Ως εκ τούτου, τα εθνικά όργανα λήψης αποφάσεων θα πρέπει, καταρχήν, να εξετάζουν και να αξιολογούν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την πρακτικότητα, τη σκοπιμότητα και την αναλογικότητα οποιασδήποτε απομάκρυνσης αλλοδαπού γονέα, προκειμένου να παρέχεται αποτελεσματική προστασία και επαρκής βαρύτητα στο μείζον συμφέρον των παιδιών που θίγονται άμεσα από αυτήν.»
(Μετάφραση του παρόντος Δικαστηρίου)
Αξίζει, επιπροσθέτως των ως άνω, να σημειωθεί ότι, ακόμα και σε περιπτώσεις που το ΕΔΑΔ έκανε δεκτό ότι η απομάκρυνση ενός γονέα (από τη χώρα που διαμένουν νομίμως ο άλλος γονέας και το τέκνο) συνιστά επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή των εμπλεκομένων (αρ.8 ΕΣΔΑ), το ΕΔΑΔ κατέληξε, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, του ότι (βλ. και Jeunesse, ανωτέρω) ο γάμος και η γέννηση του ανήλικου τέκνου έγιναν σε χρόνο που οι προοπτικές εγκατάστασης τους ως ζευγάρι στη χώρα υποδοχής ήταν επισφαλείς, συνυπολογίζοντας ότι δεν είχαν καταδειχθεί εξαιρετικές περιστάσεις, ότι αυτό συνιστά επιτρεπτή «απαραίτητη» επέμβαση, στη βάση και του αρ.8 (2) της ΕΣΔΑ.
Επί των ως άνω παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση στην αιτ. αρ.265/07, Darren Omoregie a.o. v. Norway, ημ.31/10/08 (ΕΔΑΔ), στο οποίο, πέραν των παραμέτρων που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, καταγράφονται και οι περιστάσεις της υπόθεσης, οι οποίες ομοιάζουν με την παρούσα:
«53. Κατ' αρχάς, το Δικαστήριο θεωρεί σαφές ότι οι σχέσεις μεταξύ των προσφευγόντων αποτελούσαν «οικογενειακή ζωή» για τους σκοπούς του άρθρου 8 της Σύμβασης, διάταξη η οποία επομένως εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση.
54. Όσον αφορά το ζήτημα της συμμόρφωσης, το Δικαστήριο επανέλαβε ότι ένα κράτος δικαιούται, βάσει του καθιερωμένου διεθνούς δικαίου και με την επιφύλαξη των συμβατικών υποχρεώσεών του, να ελέγχει την είσοδο αλλοδαπών στο έδαφός του και τη διαμονή τους εκεί (βλ., μεταξύ πολλών άλλων αρχών, Abdulaziz, Cabales και Balkandali κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 28ης Μαΐου 1985, Σειρά Α αρ. 94, σ. 34, § 67, Boujlifa v. Γαλλία, απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1997, Recueil des arrêts et décisions 1997-VI, σ. 2264, § 42). Η Σύμβαση δεν εγγυάται το δικαίωμα ενός αλλοδαπού να εισέλθει ή να διαμείνει σε μια συγκεκριμένη χώρα. [...]
55. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος και ο δεύτερος προσφεύγων συνήψαν γάμο στη Νορβηγία στις 2 Φεβρουαρίου 2003. Η γνησιότητα του γάμου τους δεν αμφισβητήθηκε και ένα παιδί από το ζευγάρι, ο τρίτος προσφεύγων, γεννήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2006. Η οικογένεια παρέμεινε ενωμένη και έζησε στη Νορβηγία μέχρι την απέλαση του πρώτου προσφεύγοντος στις 7 Μαρτίου 2007. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο αντίκτυπος των επίμαχων μέτρων συνιστούσε παρέμβαση στο δικαίωμα των προσφευγόντων για σεβασμό της οικογενειακής ζωής σύμφωνα με το άρθρο 8 § 1 της Σύμβασης (βλ. Rodrigues da Silva και Hoogkame, ό.π., § 38).
[…]
57. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος της αναγκαιότητας, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τα διάφορα στοιχεία που μνημονεύονται στις σκέψεις 57 έως 59 της προαναφερθείσας αποφάσεως Üner. Το κράτος πρέπει να επιτύχει μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των ανταγωνιστικών συμφερόντων του ατόμου και της κοινότητας στο σύνολό της. Και στα δύο πλαίσια το κράτος απολαμβάνει ένα ορισμένο περιθώριο εκτίμησης. Επιπλέον, το άρθρο 8 δεν συνεπάγεται γενική υποχρέωση ενός κράτους να σέβεται την επιλογή της χώρας διαμονής των μεταναστών και να επιτρέπει την οικογενειακή επανένωση στο έδαφός του. […] Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι αν η οικογενειακή ζωή δημιουργήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία τα εμπλεκόμενα πρόσωπα γνώριζαν ότι το μεταναστευτικό καθεστώς ενός από αυτούς ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής (βλ. Jerry Olajide Sarumi κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 43279/98, 26 Ιανουαρίου 1999· Andrey Sheabashov c. la Lettonie (dec.), no. 50065/99, 22 Μαΐου 1999). Στην περίπτωση αυτή, η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας θα ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 8 μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. Abdulaziz, Cabales και Balkandali, ό.π., § 68· Mitchell κατά Ηνωμένου Βασιλείου (απόφ.), αριθ. 40447/98, 24 Νοεμβρίου 1998· και Ajayi κ.λπ., ό.π.· Rodrigues da Silva και Hoogkamer, ό.π.).
58. Συναφώς, το Δικαστήριο παρατήρησε κατ' αρχάς ότι, όταν ο πρώτος προσφεύγων έφθασε και υπέβαλε αίτηση ασύλου στη Νορβηγία στις 25 Αυγούστου 2001, ήταν ενήλικος και δεν είχε δεσμούς με τη χώρα. Οι οικογενειακοί του δεσμοί με τον δεύτερο και τον τρίτο προσφεύγοντα διαμορφώθηκαν σε διαφορετικά στάδια κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη χώρα.
59. Ο πρώτος και ο δεύτερος ενάγων συναντήθηκαν τον Οκτώβριο του 2001 και άρχισαν να συγκατοικούν τον Μάρτιο του 2002. Ήδη από την αρχή της σχέσης τους πρέπει να ήταν σαφές και στους δύο ότι οι προοπτικές τους να μπορέσουν να εγκατασταθούν ως ζευγάρι στη Νορβηγία ήταν επισφαλείς. […]
[…]
61. Κατά το Δικαστήριο, σε κανένα στάδιο πριν από τον γάμο τους στις 2 Φεβρουαρίου 2003 ο πρώτος και ο δεύτερος προσφεύγων δεν μπορούσαν ευλόγως να έχουν την προσδοκία ότι θα του χορηγούνταν άδεια διαμονής στη Νορβηγία.
68. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι οι εθνικές αρχές του εναγόμενου κράτους ενήργησαν αυθαίρετα ή υπερέβησαν με άλλο τρόπο το περιθώριο εκτίμησής τους όταν αποφάσισαν να απελάσουν τον πρώτο προσφεύγοντα και να απαγορεύσουν την επανείσοδό του για πέντε χρόνια. […] Λαμβάνοντας υπόψη το μεταναστευτικό καθεστώς του πρώτου προσφεύγοντος, η παρούσα υπόθεση δεν αποκάλυψε εξαιρετικές περιστάσεις που να απαιτούν από το εναγόμενο κράτος να του χορηγήσει δικαίωμα διαμονής στη Νορβηγία, ώστε να μπορέσουν οι προσφεύγοντες να διατηρήσουν και να αναπτύξουν την οικογενειακή ζωή στη χώρα αυτή. Εν ολίγοις, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι εθνικές αρχές μπορούσαν εύλογα να θεωρήσουν ότι η παρέμβαση ήταν «απαραίτητη» κατά την έννοια του άρθρου 8 § 2 της Σύμβασης.
Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης.»
(Μετάφραση του παρόντος Δικαστηρίου)
Εκ της ως άνω νομολογίας καθίσταται θεωρώ σαφές ότι το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή και το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου σταθμίζονται και συναξιολογούνται σε εκάστη υπόθεση μαζί με το σύνολο των περιστάσεων που την αφορούν. Αφενός λοιπόν δεν είναι κάθε επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή ανεπίτρεπτη, καθώς μπορεί, υπό το φως των λοιπών περιστάσεων που αφορούν μια υπόθεση, να κριθεί δικαιολογημένη και αναλογική προς τον σκοπό της απομάκρυνσης ενός αιτητή (όπου τούτο επιτρέπεται ή και επιβάλλεται από την οικεία νομοθεσία) και αφετέρου το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου, αν και ιδιαίτερης βαρύτητας, δεν είναι αφ’ εαυτού καθοριστικό, όταν άλλοι παράμετροι της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αλλά και ο χρόνος κατά τον οποίο δημιουργήθηκαν οι δεσμοί των εμπλεκομένων, δεικνύουν ότι ήταν γνωστό σ’ αυτούς τότε ότι «η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής» (βλ. Omoregie, ανωτέρω) και δεν συντρέχουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις.
Σε συνέχεια των ως άνω αξίζει να σημειωθεί ότι δεν θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αναζητήσει ενεργά στοιχεία, πέραν των όσων ο αιτητής προσκομίζει. Θα πρέπει εδώ να υπομνησθεί ότι στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-133/15, Chavez-Vilhez a.o., ημ.10/05/17, στην οποία γίνεται αναφορά και στη C-112/20, M. A. (ανωτέρω), όπου εξετάστηκε το κατά πόσο ένα κράτος μέλος έχει υποχρέωση να παρέχει άδεια διαμονής σε γονέα παιδιού (όπου το παιδί ήταν πολίτης του κράτους αυτού, ως και ο έτερος γονέας του), κατέληξε στα εξής, που θεωρώ ότι έχουν εδώ σημασία, τηρουμένων των αναλογιών, δεδομένου ότι επίδικο στην παρούσα δεν είναι η χορήγηση άδειας διαμονής αλλά τυχόν ακύρωση της απόφασης επιστροφής του αιτητή (για παρεμφερείς ωστόσο λόγους):
«Το άρθρο 20 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να εξαρτά το δικαίωμα διαμονής, στο έδαφός του, υπηκόου τρίτης χώρας, γονέα ο οποίος έχει την καθημερινή πραγματική φροντίδα ανήλικου τέκνου έχοντος την ιθαγένεια του εν λόγω κράτους μέλους, από την υποχρέωση του εν λόγω υπηκόου να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τυχόν απόφαση περί μη αναγνωρίσεως δικαιώματος διαμονής στον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας θα στερούσε από το τέκνο τη δυνατότητα πραγματικής απολαύσεως, κατά το ουσιώδες μέρος τους, των δικαιωμάτων που παρέχει η ιδιότητα του πολίτη της Ένωσης, υποχρεώνοντάς το να εγκαταλείψει το έδαφος της Ένωσης θεωρούμενο ως εν όλον. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους οφείλουν, όμως, να προβαίνουν, βάσει των στοιχείων που προσκομίζονται από υπήκοο τρίτης χώρας, στην αναγκαία έρευνα ώστε να μπορέσουν να κρίνουν, υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως, αν τυχόν απορριπτική απόφαση θα είχε τις συνέπειες αυτές.».
Στη δε απόφαση του ΔΕΕ στη C-156/23, Ararat, ημ.17/10/24, που αφορούσε απόφαση επιστροφής σε σχέση με τον ανήλικο εκεί αιτητή και της στα πλαίσια τούτης εξέτασης της αρχής της μη επαναπροώθησης, λέχθηκαν τα εξής, στη σκέψη 52, που δεικνύουν ομοίως ότι η εξέταση γίνεται στη βάση των ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων:
«[Το] άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2008/115, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, καθώς και με το άρθρο 19, παράγραφος 2, και το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο που επιλαμβάνεται του ελέγχου νομιμότητας πράξης με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή απορρίπτει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής επί τη βάσει του εθνικού δικαίου και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θέτει τέρμα στην αναστολή εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής που είχε εκδοθεί προηγουμένως στο πλαίσιο διαδικασίας διεθνούς προστασίας, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας που έχουν τεθεί υπόψη του, όπως συμπληρώθηκαν ή αποσαφηνίστηκαν κατόπιν κατ’ αντιμωλίαν διαδικασίας, ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης λόγω της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής.»
Παρεμφερώς με τα ως άνω, στην απόφαση του ΔΕΕ στη C-484/22, GS, ημ.15/02/23, που και πάλι αφορούσε το ίδιο το ανήλικο, λέχθηκε, σκέψη 25, ότι «το άρθρο 5 της οδηγίας 2008/115 αντιτίθεται στην έκδοση από κράτος µέλος αποφάσεως επιστροφής χωρίς να ληφθούν υπόψη τα κρίσιμα στοιχεία της οικογενειακής ζωής του εν λόγω υπηκόου τρίτης χώρας τα οποία αυτός επικαλέστηκε, προκειμένου να αντιταχθεί στην έκδοση της ως άνω αποφάσεως […].»»
Επανερχόμενος στα ενώπιον μου στοιχεία σημειώνω ότι ο αιτητής, σύμφωνα με τα όσα στην επίδικη αίτηση αναφέρονται, έχει αποκτήσει τέκνο με αιτήτρια διεθνούς προστασίας, ομοεθνή του, η εξέταση της οποίας από τους καθ’ ων η αίτηση, ως ειπώθηκε από τον ίδιο στις διευκρινήσεις, εκκρεμεί, το οποίο (τέκνο) γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 05/07/23 (ερ.140), ενόσω ο αιτητής ανέμενε την απόφαση επί της 1ης αιτήσεως ασύλου (η οποία εκδόθηκε στις 28/11/23 – ερ.88), η δε μητέρα του ανήλικου τέκνου του αιτητή ανέμενε (και αναμένει ακόμα) την εξέταση της αίτησης της.
Αποτιμώντας της ως άνω παραμέτρους που συνθέτουν την υπό κρίση υπόθεση, έχοντας υπόψη ότι, ως και ανωτέρω αναφέρω, είναι σαφές ότι η γέννηση τέκνου (και η σχέση του αιτητή με την μητέρα του ανηλίκου) επήλθαν σε χρόνο που οι εδώ εμπλεκόμενοι «γνώριζαν ότι το μεταναστευτικό καθεστώς ενός από αυτούς ήταν τέτοιο ώστε η συνέχιση αυτής της οικογενειακής ζωής εντός του κράτους υποδοχής θα ήταν εξαρχής επισφαλής» (Omoregie και Jeunesse, ανωτέρω), ήτοι το ότι η διαμονή αμφοτέρων στη Δημοκρατία εξαρτάτο από την έκβαση των αιτήσεων ασύλου που υπέβαλαν. Σύμφωνα δε με την ίδια νομολογία, «όταν συμβαίνει αυτό, είναι πιθανό μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις η μετακίνηση του αλλοδαπού μέλους της οικογένειας να συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 [της ΕΣΔΑ]». Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου περαιτέρω πληροφορίες για την εν τοις πράγμασι σχέση του αιτητή τόσο με το τέκνο του όσο και με την μητέρα του ανηλίκου, τα οποία θα επέτρεπαν πληρέστερη στα πλαίσια της παρούσης «συνεκτίμηση, προς το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, του συνόλου των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, ιδίως […] της εντάσεως του συναισθηματικού του δεσμού με καθέναν από τους γονείς του, καθώς και του κινδύνου που θα συνεπαγόταν για την ισορροπία του παιδιού ο αποχωρισμός του από τον γονέα υπήκοο τρίτης χώρας» (M. A., ΔΕΕ, ανωτέρω) ή θα καταδείκνυαν εξαιρετικές περιστάσεις. Σε κάθε δε περίπτωση, δεδομένων των ως άνω ο μεν αιτητής δεν έχει πλέον δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία (ήδη από την απόρριψη της 1ης αιτήσεως), η δε μητέρα του ανήλικου τέκνου διατηρεί δικαίωμα παραμονής εκκρεμούσης της αιτήσεως της και ουδεμία άλλη προσδοκία για επέκταση της παραμονής της υφίσταται, παρά μόνο συμφώνως και αναλόγως του αποτελέσματος της αιτήσεως (ασύλου) αυτής, το οποίο είναι άγνωστο βεβαίως σήμερα. Δεδομένων λοιπόν των ως άνω δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα εκ του οποίου να εμποδίζεται – βάσει των ενώπιον μου δεδομένων – η επιστροφή του αιτητή στο Καμερούν, καθώς, στην απουσία εξαιρετικών περιστάσεων ή και στοιχείων που θα επέτρεπαν περαιτέρω συνεκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου τέκνου του, υπό το πρίσμα των όσων αναφέρονται στην Μ.Α. (ανωτέρω), είναι κατάληξη μου ότι η απομάκρυνση του αιτητή δεν συνιστά εδώ αυθαίρετη επέμβαση στο δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή [λαμβανομένης και της επιφύλαξης του αρ.8 (2)].
Για σκοπούς πληρότητας κρίνεται σκόπιμη η αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Douala), σε επικαιροποιημένη βάση.
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 20/05/26) στην περιοχή Littoral (όπου βρίσκεται η πόλη Douala) σημειώθηκαν συνολικά 31 περιστατικά πολιτικής βίας (ο ορισμός "Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 31 θανάτους, εκ των οποίων 18 έλαβαν χώρα στη Douala, με αποτέλεσμα 30 θανάτους.[2] Ο πληθυσμός της περιοχής Littoral ανέρχεται περί τα 4.5 εκατομμύρια κατοίκων και της Douala περί τα 3.75 εκατομμύρια. [3], [4]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[5] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).
Ενόψει των ως άνω, δεδομένου του ότι πιο πάνω γίνεται εξ υπαρχής εξέταση της πτυχής που αφορά το ανήλικο τέκνο και τη σύντροφο του, στα πλαίσια της παρούσης, το ότι αυτό δεν εξετάστηκε από τους καθ’ ων η αίτηση δεν οδηγεί βεβαίως σε ακύρωση της επίδικης απόφασης.
Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται.
Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ως αυτές ανωτέρω καταγράφονται, ήτοι της μη δέουσας εξέτασης της πτυχής που αφορά το ανήλικο τέκνο του αιτητή, παρότι δεν είναι ικανές - δεδομένου του εξ υπαρχής ελέγχου που διενεργήθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καταδεικνύουν σφάλμα στην εξέταση και πλημμελή αιτιολόγηση, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[2] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση στις 27/05/2026)
[3] City Population, Littoral Region, διαθέσιμο στο: https://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=17119 (πρόσβαση στις 27/05/2026)
[4] World Population Review, Douala, διαθέσιμο στο: https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala (πρόσβαση στις 27/05/2026)
[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο