ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 1008/23
16 Ιουνίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
J.L.K.M.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
Μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
...........................
Τζόναθαν Μπετίτο για Ιωάννα Ιάσονος, Δικηγόρος για τον Αιτητή
Κατερίνα Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως προσφεύγει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24/10/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής αναφερόμενη ως «ΛΔΚ») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 03/12/2020, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 20/10/2020. Στις 14/01/2021, παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 11/03/2021, διεξήχθη συνέντευξη ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας του Αιτητή από αρμόδια λειτουργό. Στις 16/09/2022, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA), ο οποίος, στις 20/09/2022, ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 24/10/2022, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Στις 23/03/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, συνοδευόμενη από αιτιολόγηση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν, αφού του μεταφράσθηκε το περιεχόμενό της σε γλώσσα που κατανοεί.
Στις 04/04/2023, ο Αιτητής καταχώρησε αυτοπροσώπως προσφυγή κατά της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 12/06/2023, κατόπιν διορισμού συνηγόρου, ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση τροποποίησης της προσφυγής. Στις 15/06/2023, εκδόθηκε διάταγμα του παρόντος Δικαστηρίου το οποίο επέτρεπε την τροποποίηση της προσφυγής και στις 04/09/2023, ο Αιτητής, δια μέσου της συνηγόρου του, καταχώρισε την τροποποιημένη, υπό εξέταση, προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά την δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας απειλών κατά της ζωής του από μία οικογένεια στην Κινσάσα. Για αρκετούς μήνες, ο Αιτητής ήταν αποδέκτης απειλών διότι είχε συνάψει σχέση και συμβίωνε με την κόρη μίας οικογένειας. Κατόπιν πλείστων αποπειρών απαγωγής, η οικογένειά του αγωνίσθηκε ώστε να τον αποστείλει εκτός της χώρας από φόβο μην απωλέσει την ζωή του διότι ο πατέρας της κοπέλας αυτής επιθυμούσε να τον σκοτώσει. Ο πατέρας της του είχε δηλώσει πως έπρεπε ο ίδιος [ο Αιτητής] να εκδιώξει την κόρη του προτού την νυμφευθεί. Ο Αιτητής έπρεπε να πληρώσει το τίμημα και το τίμημα αυτό ήταν ο θάνατός του. Καθώς ο άντρας αυτός είναι υψηλόβαθμο μέλος των στρατιωτικών δυνάμεων της χώρας, ο ίδιος και η οικογένειά του αποφάσισαν να εγκαταλείψει τη χώρα προς αναζήτηση προστασίας στη Δημοκρατία (ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας) (ερ. 1 και 11 –σε μετάφραση– του δ.φ.).
Στις 11/03/2021, ενόσω ο Αιτητής βρισκόταν ακόμα στο Κέντρο Πρώτης Υποδοχής (ΚεΠΥ) «Πουρνάρα», διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας από αρμόδια λειτουργό, μέσα από σχετική συνέντευξη. Η λειτουργός σημείωσε επί του σχετικού εντύπου ως «Χαμηλό» το επίπεδο πιθανολόγησης σοβαρού κινδύνου για την προσωπική ασφάλεια του Αιτητή (ερ. 22 του δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι τόπος γέννησης και προηγούμενης συνήθους διαμονής του συνιστά η πόλη Κινσάσα, είναι χριστιανός προτεστάντης στο δόγμα και ανήκει στην εθνοτική ομάδα Lumba (ερ. 45 του δ.φ.). Σε σχέση με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής ανέφερε ότι ολοκλήρωσε σπουδές Χρηματοοικονομικής Διαχείρισης στο ίδρυμα Institut Supérieur de Commerce στην Κινσάσα και ως προς το επαγγελματικό του προφίλ, δήλωσε ότι εργαζόταν στην οικογενειακή επιχείρηση πώλησης διαφόρων ειδών από το 2018 έως το 2020 (ερ. 45 του δ.φ.). Ομιλεί Lingala, γαλλικά και Tchiluba (ερ. 47, 45 του δ.φ.). Έχει 9 αδέλφια που διαμένουν στην Κινσάσα πλην μίας αδελφής που διαμένει στη Νότια Αφρική, οι γονείς του διαβιούν επίσης στην Κινσάσα και διατηρεί επικοινωνία με την οικογένειά του (ερ. 44 του δ.φ.).
Σε σχέση με το ταξίδι του προς την Δημοκρατία, ο Αιτητής ανέφερε πως έφυγε στις 18/10/2020 από τον αερολιμένα της Κινσάσα και έφθασε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές στις 20/10/2020 μέσω Κωνσταντινούπολης. Στις 18/11/2020 εγκατέλειψε τις μη ελεγχόμενες περιοχές και την επόμενη ημέρα εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές (ερ. 43 του δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής υποστήριξε πως έφυγε εξαιτίας απειλών κατά της ζωής του, οι οποίες τον είχαν φοβίσει. Ο Αιτητής είχε συνάψει σχέση με μία νεαρή γυναίκα από το 2019. Η σχέση τους πήγαινε πολύ καλά μέχρι που ο Αιτητής μοιράστηκε με τη σύντροφό του τα μελλοντικά του σχέδια, ότι δηλαδή επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές του στον Καναδά. Ωστόσο, το 2019 η αίτησή του απορρίφθηκε· ομοίως, η δεύτερη απόπειρά του για έκδοση άδειας εισόδου απερρίφθη το 2020. Ο Αιτητής συνήθιζε να κρατάει τα χρήματα της φίλης του για να εκκινήσει μία επιχείρηση όταν θα ολοκλήρωνε τις σπουδές της. Τον Αύγουστο 2020, η νεαρή γυναίκα προσέγγισε τον Αιτητή στον χώρο εργασίας του και του ζήτησε να την βοηθήσει με την ανεύρεση κάποιου καταλύματος· ο Αιτητής τηλεφώνησε σε φιλικό πρόσωπο που διατηρούσε ξενοδοχειακή μονάδα ώστε να της διασφαλίσει διαμονή. Λίγες ώρες αργότερα, η οικογένειά της μετέβη στον χώρο εργασίας του και ανήγγειλε στον πατέρα του ότι η κόρη τους είχε αφαιρέσει χρήματα από εκείνους και τα είχε παραδώσει στον Αιτητή.
Ο πατέρας του τους ενημέρωσε πως θα το συζητούσε με τον ίδιο και θα τους πληροφορούσε μετέπειτα για το αποτέλεσμα της συζήτησης. Ο Αιτητής συνάντησε στη συνέχεια την σύντροφό του η οποία τον καθησύχασε και η οποία του δήλωσε πως θα διέμενε με τα ξαδέλφια της και ζήτησε 5,000 δολάρια από το ποσό που κρατούσε για εκείνη, ποσό το οποίο εκείνος δεν είχε. Η σύντροφός του, του είχε ζητήσει να μην αναφέρει σε κανέναν πως κρατούσε για εκείνη κάποια χρήματα, ωστόσο, μία μέρα, ενώπιον της θείας της, όταν μετέβησαν στο ξενοδοχείο όπου διέμενε η σύντροφός του, η ίδια αποκάλυψε πως ο Αιτητής είχε τα χρήματά της στην κατοχή του. Η μητέρα της κοπέλας αυτής προσέγγισε την μητέρα του Αιτητή και της ανέφερε πως η κόρη της ήταν ανήλικο άτομο και πως ο αιτητής είχε συνάψει ερωτική σχέση με μία ανήλικη. Ο Αιτητής ξεκίνησε να λαμβάνει απειλητικά μηνύματα στο τηλέφωνό του μέχρι που μία ημέρα τον απήγαγαν, χωρίς ωστόσο να τον βλάψουν, αφαιρώντας του μονάχα ένα χρηματικό ποσό. Εξαιτίας αυτών των προβλημάτων, ο πατέρας του αποφάσισε ότι έπρεπε ο Αιτητής να εγκαταλείψει τη χώρα διότι ο πατέρας της κοπέλας αυτής εργαζόταν για την ANR και έτσι οργάνωσε το ταξίδι του Αιτητή (ερ. 42 του δ.φ.).
Ο αιτητής δήλωσε πως δεν αντιμετώπισε κάποιο περιστατικό ή απειλές και κίνδυνο στην χώρα καταγωγής του (ερ. 41/1Χ του δ.φ.). Επιπρόσθετα, επεσήμανε πως η σύντροφός του ήταν ενήλικη κατά τον χρόνο σύναψης της σχέσης τους (ερ. 40 του δ.φ.) και πως το χρηματικό ποσό το οποίο κρατούσε για την ίδια το παρέδωσε στην οικογένειά της (ερ. 40 του δ.φ.). Σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του ο Αιτητής δήλωσε πως φοβάται ότι οι γονείς της συντρόφου του μπορεί να τον βλάψουν γιατί το χρηματικό ποσό που τους επιστράφηκε δεν ήταν ολόκληρο και επιθυμούσαν να τον εκδικηθούν και να τον φυλακίσουν (ερ. 39 του δ.φ.). Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν θα είναι δυνατόν να αποταθεί στις αστυνομικές αρχές για προστασία, απάντησε πως στην Κινσάσα είχε απευθυνθεί σε έναν αστυνομικό, ο οποίος τον συμβούλεψε να εγκαταλείψει τη χώρα διότι ο πατέρας της συντρόφου του είναι ισχυρός (ερ. 39 του δ.φ.), γιατί εργάζεται στην ANR αλλά δεν γνωρίζει τον ακριβή τίτλο της θέσης του (ερ. 39/4Χ του δ.φ.). Σε σχέση με τα απειλητικά μηνύματα που λάμβανε, δήλωσε ότι τα είχε λάβει σε αρκετές περιστάσεις από ανώνυμα άτομα που απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν και ότι δεν μπορεί να αναζητήσει καταφύγιο στη χώρα καταγωγής του διότι θα τον εντοπίσουν (ερ. 38/3Χ, 4Χ του δ.φ.).
Σε σχέση με την απαγωγή του, δήλωσε ότι πέντε γειτονικά πρόσωπα της συντρόφου του που επέβαιναν σε μοτοποδήλατα τον απήγαγαν τον Σεπτέμβριο του 2020 και τον μετέφεραν σε μία οικία, τον κτύπησαν και απαίτησαν να μάθουν που βρισκόταν το χρηματικό ποσό που γνώριζαν πως είχε στην κατοχή του. Ο Αιτητής τους παρέδωσε ένα ποσό που είχε στην κατοχή του και στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος κατόπιν προτροπής ενός εκ των απαγωγέων, ο οποίος ήταν ίδιας εθνοτικής καταγωγής με εκείνον (ερ. 38, 37/1Χ του δ.φ.). Κατήγγειλε το περιστατικό στις αρχές, ωστόσο, όπως του δήλωσαν, δεν ήταν σε θέση να τον βοηθήσουν (ερ. 37/2Χ του δ.φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του τρείς ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: 1) Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του Αιτητή, 2) Ο Αιτητής αντιμετώπισε προβλήματα όταν οι γονείς της συντρόφου του τον κατηγόρησαν ότι υπεξαίρεσε χρηματικό ποσό που άνηκε σε αυτούς. Επιπλέον, τον κατηγόρησαν ότι είχε επιδοθεί σε ερωτικές περιπτύξεις με την κόρη τους, η οποία ισχυρίσθηκαν ότι ήταν ανήλικη. Περαιτέρω, ο πατέρας της συντρόφου του εργάζεται για την ANR και 3) Ο Αιτητής απήχθη, κτυπήθηκε και ληστεύτηκε. Επιπλέον, έλαβε απειλητικά μηνύματα.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με το πρωτότυπο διαβατήριο που προσκόμισε και που εκδόθηκε από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό. Ειδικότερα, ως κατέγραψε ο λειτουργός, ο Αιτητής αναφέρθηκε με σαφήνεια, ωστόσο, δίχως λεπτομέρειες στην σχέση του με την σύντροφό του, αφού δεν επεξήγησε πως εν τέλει αντιμετώπισε προβλήματα εξαιτίας του ότι διαφύλαττε κάποιο χρηματικό ποσό για εκείνη, δίδοντας μονάχα γενικόλογες και ασαφείς απαντήσεις και μη υποδεικνύοντας κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό σε βάρος του. Ο Αιτητής δήλωσε ρητώς ότι η σύντροφός του ήταν ενήλικο άτομο και κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που οι γονείς της είχαν δηλώσει το αντίθετο, ανέφερε με γενικότητα ότι φοβόταν πως η σύντροφός του θα ισχυριζόταν το εν λόγω τελούμενη υπό καθεστώς πίεσης από τους γονείς της, δήλωση η οποία υστερεί βιωματικών στοιχείων και βασίζεται σε αίσθημα φόβου και όχι σε γεγονότα. Επιπρόσθετα, ο αιτητής δήλωσε πως δεν αντιμετώπισε κάποιο περιστατικό ή κίνδυνο από την οικογένεια της συντρόφου του. Καταληκτικά, ο λειτουργός σημείωσε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες για τον πατέρα της συντρόφου του και να αποσαφηνίσει τον λόγο που εκείνη και ο πατέρας της δεν είχαν το ίδιο επώνυμο.
Στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι εξαιτίας της υποκειμενικής φύσεως του ισχυρισμού του Αιτητή, δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισμός εξωτερικών πηγών πληροφόρησης προς διασταύρωση αυτού και ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας, ο ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.
Ομοίως, ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή δεν έγινε αποδεκτός από τον λειτουργό. Σε σχέση με τα απειλητικά μηνύματα δήλωσε μονάχα πως ανώνυμα άτομα ήταν υπεύθυνα για αυτά και απάντησε γενικόλογα ότι τα είχε λάβει αρκετές φορές, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να ανακαλέσει με ακρίβεια, ενώ σε σχέση με το περιεχόμενο αυτών, αδυνατούσε να παράσχει κάποια προσωποποιημένη μαρτυρία. Σε σχέση με την απαγωγή του, δεν παρείχε σαφείς και επαρκείς πληροφορίες που να παραπέμπουν σε βιωματική εμπειρία. Τέλος, ενώ αρχικά είχε υποστηρίξει πως δεν αντιμετώπισε κάποιο περιστατικό, απειλές ή κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του, σε μεταγενέστερο στάδιο αναφέρθηκε στο περιστατικό της απαγωγής του το οποίο συνέδεσε με το πρόβλημα που αντιμετώπισε με τους γονείς της συντρόφου του. Ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε, ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας και δεδομένου ότι ο εν λόγω ισχυρισμός συνδέεται με τον προηγουμένως απορριφθέντα ισχυρισμό, στην απόρριψή του.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο λειτουργός, στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του και στην πόλη Κινσάσα, τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατέληξε ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, κρίθηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής δεν θα κινδυνεύσει με θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ενδέχεται να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία δυνάμει του άρθρου 19 (2)(β). Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια του συγκεκριμένου άρθρου καθότι στην Κινσάσα δεν επικρατούν καταστάσεις διεθνών ή εσωτερικών ενόπλων συρράξεων. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά του ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του. Ο αιτητής δεν έδωσε επαρκείς πληροφορίες για τον κίνδυνο που διέτρεχε και δεν περιέγραψε τα στοιχεία αυτά που κατά τον ισχυρισμό του θα τον έθεταν σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Η έκθεση του αρμόδιου λειτουργού ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού είναι πλήρης και έχουν καταγραφεί όλα τα σημεία που αναδύουν πως ο αιτητής είναι εσωτερικά αναξιόπιστος στις δηλώσεις του. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του δεν τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός του σε γενικές και αόριστες αναφορές από τις οποίες δεν προκύπτει η προσωπική του εμπειρία.
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή, θεωρώ αναγκαίο να διεξάγω έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης προκειμένου να διασταυρωθούν τα όσα ανέφερε ο αιτητής. Σε σχέση με την Υπηρεσία Πληροφοριών (ANR) της ΛΔΚ στην οποία δήλωσε ο Αιτητής πως εργάζεται ο πατέρας της συντρόφου του, θα πρέπει να αναφερθεί πως η Υπηρεσία Πληροφοριών της ΛΔΚ (Agence Nationale de Rensegneiments – ANR) είναι αρμόδια μεταξύ άλλων για την έρευνα και εξακρίβωση αδικημάτων κατά της κρατικής ασφάλειας και την παρακολούθηση προσώπων ή ομάδων που είναι ύποπτοι για την άσκηση δραστηριότητας που ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την κρατική ασφάλεια.[1]
Η Διεθνής Αμνηστία, σε άρθρο δημοσιευθέν τον Φεβρουάριο 2024 αναφέρει ότι οι υπηρεσίες ασφαλείας του Κονγκό καταστέλλουν όλο και περισσότερο τους ειρηνικούς ακτιβιστές με τρόπο που θυμίζει την κυβέρνηση του προέδρου Kabila, την οποία ο Tshisekedi, τότε αντιπολιτευόμενος, καταδίκασε με σφοδρότητα.[2] Ως σημειώνει το άρθρο, ακτιβιστές συνελήφθησαν από πράκτορες ασφαλείας με πολιτικά ρούχα, ορισμένοι αφέθηκαν αργότερα ελεύθεροι, όμως δύο ηγετικά στελέχη παρέμειναν κρατούμενοι, με άγνωστη τύχη και τόπο κράτησης, ενώ η ANR αρνήθηκε επανειλημμένα ότι τους κρατούσε.[3] Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, του έτους 2023, δημοσιευθείσα τον Απρίλιο 2024, καταγράφει ότι οι αρχές συχνά αρνούνταν να αναγνωρίσουν τη σύλληψη υπόπτων και μερικές φορές κρατούσαν υπόπτους σε ανεπίσημες εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών βάσεων και εγκαταστάσεων κράτησης που λειτουργούσαν από την ANR.[4]
Αναφορικά με την διαθεσιμότητα κρατικής προστασίας και την κατάσταση του κράτους δικαίου στη ΛΔΚ, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, ανευρέθησαν οι πιο κάτω πληροφορίες. H έκθεση του Freedom House για τα γεγονότα του 2023 αναφέρει ότι τα δικαστήρια είναι συγκεντρωμένα σε αστικές περιοχές [της ΛΔΚ], ενώ οι αγροτικές περιοχές βασίζονται σε εθιμικά δικαστήρια, άτυποι μηχανισμοί απονομής δικαιοσύνης είναι συνηθισμένοι σε ολόκληρη τη χώρα ενώ είναι σύνηθες πολίτες να δικάζονται σε στρατιωτικά δικαστήρια, τα οποία διαθέτουν ανεπαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων και ανεπαρκείς μηχανισμούς προστασίας μαρτύρων.[5] Οι αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις είναι συχνές, όπως και η παρατεταμένη προφυλάκιση με ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των φυλακών να αποτελείται από προφυλακισμένους.[6] Η δικαστική εξουσία, και ειδικότερα το συνταγματικό δικαστήριο, συχνά θεωρείται διεφθαρμένη και υπόκειται σε πολιτικούς χειρισμούς.[7]
Η έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο 2024 αναφέρει ότι ο νόμος προέβλεπε ανεξάρτητη δικαιοσύνη, αλλά η κυβέρνηση γενικά δεν σεβόταν τη δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία.[8] Κυβερνητικοί αξιωματούχοι και άλλα ισχυρά πρόσωπα συχνά ασκούσαν πιέσεις σε δικαστές, εισαγγελείς ή δικηγόρους υπεράσπισης.[9] Η παρατεταμένη προφυλάκιση, που κυμαινόταν από μήνες έως χρόνια, αποτελούσε επίσης πρόβλημα.[10]
Η διαφθορά που επικρατεί σε διάφορους τομείς της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της δικαιοσύνης όπου συχνότερα εντοπίζονται περιπτώσεις διαφθοράς και υπαγόρευσης δικαστικών αποφάσεων από πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα, επιβεβαιώνεται στην έκθεση του τμήματος έρευνας του Βελγικού Γραφείου του Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Απάτριδες που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο 2026.[11] Παρά την ύπαρξη νομοθεσίας κατά της διαφθοράς, αυτή σπανίως εφαρμόζεται.[12]
Η πλέον πρόσφατη έκθεση του ινστιτούτου Bertelsmann Stiftung που καλύπτει το διάστημα από 1 Φεβρουαρίου 2023 έως 31 Ιανουαρίου 2025 σημειώνει πως οι προσπάθειες για τη μεταρρύθμιση της Εθνικής Αστυνομίας του Κονγκό έχουν πληγεί από τη διαφθορά και εξακολουθούν να μην καταφέρνουν να ασκήσουν έλεγχο σε μεγάλο μέρος της χώρας, ιδίως στις αγροτικές περιοχές όπου κατοικεί σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και από όπου συχνά ξεκινούν τα επεισόδια βίας. [13] Στις αστικές και εμπορικές διαφορές, τα δικαστήρια θεωρούνται ευρέως μεροληπτικά, με αποφάσεις που ευνοούν συστηματικά όσους μπορούν να καταβάλουν τα μεγαλύτερα δωροδοκία ή να επικαλεστούν πολιτικές και στρατιωτικές διασυνδέσεις.[14]
Παρόλο που υπάρχουν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της ANR και εκφράζουν ανησυχία για τη δυνατότητα κρατικής προστασίας, αυτό δεν αρκεί για να στοιχειοθετηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η έλλειψη εσωτερικής συνοχής στους ισχυρισμούς του και η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και βιωματικών περιγραφών στην αφήγηση του αιτητή είναι τέτοια που στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων της υπόθεσης, δεν επαρκεί για να δοθεί καθεστώς. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη σε γενικές και αόριστες αναφορές κατά το αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή, κρίνω ότι ορθώς δεν έγινε αποδεκτός από τη διοίκηση. Ειδικότερα, αναφορικά με τα φερόμενα απειλητικά μηνύματα, ο Αιτητής περιορίστηκε στον γενικό ισχυρισμό ότι αυτά προέρχονταν από άγνωστα πρόσωπα, χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει με επάρκεια τη χρονική περίοδο κατά την οποία τα έλαβε ή να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία ως προς το περιεχόμενό τους. Οι σχετικές αναφορές του παρέμειναν αόριστες και στερούμενες εξατομικευμένων λεπτομερειών που θα μπορούσαν να καταδείξουν προσωπική και βιωματική εμπειρία των γεγονότων που επικαλείται. Περαιτέρω, σε σχέση με τον ισχυρισμό περί απαγωγής του, διαπιστώνω ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμένες, σαφείς και λεπτομερείς ώστε να θεμελιώνουν την αξιοπιστία του σχετικού αφηγήματος ή να παραπέμπουν σε γεγονός το οποίο ο ίδιος βίωσε προσωπικά. Αντιθέτως, οι αναφορές του παρέμειναν γενικές και ελλιπείς ως προς τα ουσιώδη περιστατικά του συμβάντος.
Επιπλέον, αποδίδω ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι ο Αιτητής αρχικώς δήλωσε ότι δεν είχε αντιμετωπίσει οποιοδήποτε περιστατικό, απειλή ή κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο επικαλέστηκε το περιστατικό της απαγωγής του, συνδέοντάς το με τη διαφορά που, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε ανακύψει με τους γονείς της συντρόφου του. Η εν λόγω μεταβολή του αφηγήματός του συνιστά ουσιώδη αντίφαση ως προς κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσης. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός στερείται εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι αυτός ερείδεται και συνδέεται άμεσα με προηγούμενο ισχυρισμό ο οποίος έχει ήδη κριθεί ως μη αξιόπιστος, καταλήγω ότι δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ ανέφερε ότι η χώρα εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων καθώς και σε διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις.[15]
Στις 2 Φεβρουαρίου 2026, η κυβέρνηση της ΛΔΚ και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας.[16] Παρά την συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις.[17] Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών.[18] Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην Ουβίρα, πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[19] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[20] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[21]
Άρθρο που δημοσιεύθηκε από το ειδησεογραφικό πρακτορείο Al Jazeera τον Απρίλιο 2026 αναφέρει ότι αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν να διευκολύνουν την παράδοση της ανθρωπιστικής βοήθειας και να απελευθερώσουν κρατούμενους, δεσμεύτηκαν επίσης να μην στοχεύουν αμάχους και να διευκολύνουν την παροχή ιατρικής περίθαλψης στους τραυματίες και τους ασθενείς.[22] Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην εν λόγω από τον Ιανουάριο 2025.[23]
Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο 2025 από την οργάνωση Friends of the Congo (FOTC), ενός οργανισμού υπεράσπισης (advocacy organization) που ιδρύθηκε για να συνεργαστεί με Κονγκολέζους με σκοπό την προώθηση ειρηνικής και διαρκούς αλλαγής στη ΛΔΚ, η εγκληματικότητα στον δρόμο στην Κινσάσα αποδίδεται συχνά σε συμμορίες γνωστές ως «Kulunas» ή αστικοί ληστές.[24] Οι ομάδες αυτές εμπλέκονται σε βίαιες ληστείες, εκβιασμούς και επιθέσεις, στοχοποιώντας συχνά κατοικίες, καταστήματα και δημόσιους χώρους.[25] Είναι ιδιαίτερα δραστήριες σε γειτονιές όπως Ngiri-Ngiri, Ngaba, Kalamu, Matete και Kisenso, όπου δρουν με ματσέτες και άλλα όπλα.[26] Σε απάντηση της αυξανόμενης εγκληματικότητας, η κυβέρνηση της ΛΔΚ έχει εντείνει την καταστολή των αστικών συμμοριών.[27] Τον Δεκέμβριο 2024, η επιχείρηση «Ndobo» οδήγησε στη σύλληψη 450 ατόμων σε όλη την Κινσάσα, με πολλούς να αντιμετωπίζουν ταχείες δίκες και αυστηρές ποινές, συμπεριλαμβανομένης της θανατικής ποινής.[28]
Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 15/06/2026), στην Κινσάσα, καταγράφηκαν 57 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[29] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την Κινσάσα σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ανέρχεται σε 21,852,144 κατοίκους.[30]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα. Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς το αίτημα του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας έχει απορριφθεί. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] DRC, Décret-Loi n° 003-2003 portant création et organisation de l’Agence nationale de renseignements, 11 Ιανουαρίου 2003, https://www.leganet.cd/Legislation/Droit%20Public/Ordre/DL.11.01.2003.htm (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[2] Amnesty International, DR Congo’s arrest of activists invokes déjà vu of growing repression, 16 Φεβρουαρίου 2024, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2024/02/dr-congos-arrest-of-activists-invokes-deja-vu-of-growing-repression/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[3] Amnesty International, DR Congo’s arrest of activists invokes déjà vu of growing repression, 16 Φεβρουαρίου 2024, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2024/02/dr-congos-arrest-of-activists-invokes-deja-vu-of-growing-repression/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[4] United States Department of State (USDOS) – Democratic Republic of the Congo 2023 Human Rights Report, 23 Απριλίου 2024, σελ. 5, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[5] Freedom House, Freedom in the World 2024 – Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[6] Freedom House, Freedom in the World 2024 – Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[7] Freedom House, Freedom in the World 2024 – Democratic Republic of the Congo, https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[8] United States Department of State (USDOS), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[9] United States Department of State (USDOS), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[10] United States Department of State (USDOS), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 Απριλίου 2024, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 10 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[11] Belgium, CEDOCA, COI Focus, République Démocratique du Congo: Corruption et fraude documentaire [Democratic Republic of the Congo: Corruption and document fraud], 27 Απριλίου 2026,
https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._corruption_et_fraude_documentaire_20260427.pdf, σελ. 7 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[12] Belgium, CEDOCA, COI Focus, République Démocratique du Congo: Corruption et fraude documentaire [Democratic Republic of the Congo: Corruption and document fraud], 27 Απριλίου 2026,
https://www.cgra.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._corruption_et_fraude_documentaire_20260427.pdf, σελ. 7 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[13] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Congo, DR. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_COD.pdf, σελ. 6 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[14] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report — Congo, DR. Gütersloh: Bertelsmann Stiftung, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_COD.pdf, σελ. 6 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[15] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Reporting period: July 2023 – June 2025, τελευταία ενημέρωση 28 Ιανουαρίου 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-cong… (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[16] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[17] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[18] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[19] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[20] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[21] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l’AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[22] Al Jazeera, DRC government, M23 rebels commit to protect civilians, aid deliveries, 19 Απριλίου 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/4/19/drc-government-m23-rebels-commit-to-protect-civilians-aid-deliveries (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[23] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=7&crisis_state=&created=-12+months&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[24] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 29/05/2026); Friends of the Congo (FOTC), Mission & Vision, https://friendsofthecongo.org/mission-vision/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[25] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[26] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[27] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[28] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[29] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Democratic Republic of the Congo, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
[30] World Population Review, DR Congo – Kinshasa, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/06/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο