ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή Αρ. 108/2025
4 Ιουνίου, 2026
[Χ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003 ΚΑΙ ΤΟΝ
ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2002 (Ν. 165(Ι)/2002)
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
Y.L.L.
Αιτήτρια
......................
Η αιτήτρια εμφανίζεται προσωπικά
Ανδρέας Φιλίππου, Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Παρούσα η κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα.]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση για παροχή προς αυτήν δωρεάν νομικής αρωγής, έτσι ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, για την προσφυγή που έχει ήδη καταχωρήσει εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 22/11/2024, σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από το Γραπτό Σημείωμα που κατατέθηκε από τoν ευπαίδευτο συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυναπτόμενα παραρτήματα, η αιτήτρια είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.»), συμπλήρωσε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 14/12/2021 και στις 16/12/2021 παρέλαβε σχετική βεβαίωση υποβολής της αίτησής της.
Στις 23/09/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 14/11/2024 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με την συνέντευξη της αιτήτριας. Εξουσιοδοτημένος αρμόδιος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών, να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας στις 22/11/2024. Στις 21/12/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα της αιτήτριας η οποία παραλήφθηκε από την ίδια στις 23/12/2024. Στη συνέχεια, η αιτήτρια καταχώρησε προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και επιπλέον, στις 12/06/2025 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για παροχή δωρεάν Νομικής Αρωγής.
Το Γραπτό Σημείωμα με τα επισυνημμένα έγγραφα μεταφράστηκαν στην αιτήτρια, και της δόθηκε χρόνος να τοποθετηθεί επί του Γραπτού Σημειώματος και των συνημμένων σε αυτό εγγράφων. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η αιτήτρια ανέφερε ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης στη χώρα της και αυτός ήταν ο λόγος που αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει. Ειδικότερα ανέφερε ότι συγγενείς της από την πατρική της οικογένεια κατηγόρησαν τη μητέρα της, για τον θάνατο του πατέρα της. Η αιτήτρια μαζί με την μητέρα της αν και προσπαθούσαν να κρυφτούν από τα πρόσωπα αυτά, τις εντόπιζαν και αισθανόταν ότι βρισκόταν στη φυλακή και ισχυρίστηκε πως ένιωθε έντονα την ανάγκη να είναι ελεύθερη. Ακολούθως, αναφέρθηκε στην απαγωγή της και στις απειλές που δέχτηκε για να μαρτυρήσει που βρισκόταν η μητέρα της όπως επίσης και στις σεξουαλικές κακοποιήσεις.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση μέσω του Γραπτού Σημειώματος, δήλωσε πως δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτήτριας τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα, ούτε ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας, όπως προβλέπεται στον περί Προσφύγων Νόμο, Ν. 6 (Ι)/2000.
Έχω μελετήσει προσεκτικά το Γραπτό Σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα και τα επισυνημμένα έγγραφα, τη συνέντευξη της αιτήτριας, την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, τα όσα αναφέρθηκαν στην ενώπιον μου διαδικασία και γενικά το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου.
Η αιτήτρια στην αίτησή της κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της ανασφάλειας και της ταλαιπωρίας («…because of the insecurity and suffering...»). Ειδικότερα κατέγραψε ότι ο πατέρας της απεβίωσε την μέρα που η ίδια γεννήθηκε. Γι’αυτό το λόγο, η οικογένειά του πατέρα της στράφηκε εναντίον της μητέρας της κατηγορώντας την ότι αυτή τον σκότωσε με αποτέλεσμα να τους αναζητούν.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, η αιτήτρια δήλωσε υπήκοος της Λ.Δ.Κ. με τόπο γέννησης την πόλη Kinshasa, περιοχή Kasavubu, τόπο συνήθους διαμονής την κοινότητα Kalamu και τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής την κοινότητα Kinseso. Η αιτήτρια δήλωσε ότι η μητέρα της βρίσκεται στην περιοχή Makala της πόλης Kinshasa. Ως προς την πατρική της οικογένεια, δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε τη μέρα που γεννήθηκε η ίδια. Διέμενε μαζί με την μητέρα της, τους δύο αδερφούς της, τη θεία της και τη γιαγιά της μέχρι την ηλικία των 17 ετών στην κοινότητα Kalamu. Η αιτήτρια δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί την lingala και στη χώρα της δεν εργάστηκε ποτέ.
Κατά την ελεύθερη αφήγησή της η αιτήτρια ανέφερε πως εγκατέλειψε την χώρα της λόγω της ανασφάλειας και της ταλαιπωρίας που υπέστη. Ειδικότερα ανέφερε ότι ο πατέρας της απεβίωσε τη μέρα που η ίδια γεννήθηκε και από τότε η οικογένεια του πατέρα της κατηγορούσε τη μητέρα της για τον θάνατό του. Η αιτήτρια και η μητέρα της αντιμετώπιζαν συνεχή προβλήματα και εξαιτίας της κατάστασης αναγκάστηκαν να φύγουν και να μετακομίσουν στη πόλη Makala στην περιοχή Kalamu, προσπαθώντας να κάνουν νέα αρχή και για ένα διάστημα η κατάσταση ήταν ήρεμη. Ωστόσο, η οικογένεια του πατέρα της συνέχισε να τους αναζητά και να δημιουργεί προβλήματα. Η αιτήτρια συνέχισε την αφήγησή της δηλώνοντας ότι το 2010, καθώς επέστρεφε από το σχολείο, την πλησίασε ένα αυτοκίνητο και άντρες της κάλυψαν το πρόσωπο και την μετέφεραν σε σπίτι, όπου την ανέκριναν επίμονα, ρωτώντας πού βρίσκεται η μητέρα της.
Της έλεγαν ότι χρειάζονται τη μητέρα της επειδή τη θεωρούσαν υπεύθυνη για τον θάνατο του αδελφού τους. Παρά τις πιέσεις και τις απειλές, εκείνη δήλωνε ότι δεν γνώριζε πού βρίσκεται η μητέρα της. Κατά τη διάρκεια της κράτησής της, αντιλήφθηκε ότι εκεί βρισκόταν μια συγγενής από την πατρική της οικογένεια, η οποία συμμετείχε στην ανάκριση. Παρότι συνέχισαν να την πιέζουν, η αιτήτρια δεν αποκάλυψε τίποτα και εν τέλει αφέθηκε ελεύθερη. Η αιτήτρια οδηγήθηκε στην αστυνομία, καθότι υπήρχε ένταλμα αναζήτησής της λόγω της απουσίας της των προηγούμενων ημερών και ακολούθως κλήθηκε η μητέρα της, η οποία την παρέλαβε.
Για το επόμενο χρονικό διάστημα δεν υπήρξαν προβλήματα. Τον Ιούνιο του 2020, καθώς επέστρεφε από την εκκλησία, απήχθη για δεύτερη φορά. Ανέφερε ότι τέσσερις άντρες την μετέφεραν σε άγνωστο μέρος όπου κρατήθηκε παράνομα και υπέστη επανειλημμένα βιασμό για ένα μήνα. Οι απαγωγείς την εγκατέλειψαν στην κοινότητα Kinsenso όπου την εντόπισε ένας πάστορας, στον οποίο αφηγήθηκε όσα είχαν συμβεί. Ο πάστορας τη βοήθησε, τη μετέφερε στο νοσοκομείο όπου έλαβε ιατρική φροντίδα και, μετά το τέλος της θεραπείας, τη φιλοξένησε στην εκκλησία. Με προτροπή του πάστορα βάσει των όσων του είχε διηγηθεί η αιτήτρια, επειδή δεν θα ήταν ασφαλές να επιστρέψει στο σπίτι της καθότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να απαχθεί ξανά, της συνέστησε να παραμείνει εκεί για την ασφάλειά της.
Σε διευκρινιστικά ερωτήματα η αιτήτρια κληθείσα να αναφερθεί στις απαγωγές της, ανέφερε ότι πρώτη φορά απήχθη τον Απρίλιο του 2010 όταν ήταν 8 χρονών. Παρέμεινε κρατούμενη για χρονική περίοδο μίας εβδομάδας. Κληθείσα να αναφέρει αν την τραυμάτισαν, η αιτήτρια δήλωσε ότι την απειλούσαν μόνο με σκοπό να αποσπάσουν πληροφορία για το που βρισκόταν η μητέρα της. Αναφέρθηκε στη συνέχεια σε ξυλοδαρμό που υπέστη η μητέρα της από τα αδέρφια του πατέρα της και επανέλαβε ότι ο λόγος που κακοποιούσαν την μητέρα της ήταν γιατί πίστευαν ότι αυτή ευθύνεται για τον θάνατο του πατέρα της.
Σχετικά με την δεύτερη απαγωγή της, η αιτήτρια δήλωσε ότι έλαβε χώρα τον Ιούνιο του έτους 2020 και την απήγαγαν άγνωστοι άνδρες, καθώς επέστρεφε από την εκκλησία στη περιοχή Kinsaso. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι κρατήθηκε για ένα μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου υπέστη επανειλημμένους βιασμούς. Μετά την πάροδο του μήνα η αιτήτρια αφέθηκε ελεύθερη και περπάτησε μέχρι την εκκλησία και ακολούθως μεταφέρθηκε για νοσηλεία στο νοσοκομείο όπου παρέμεινε για περίοδο δύο εβδομάδων. Κληθείσα να αναφέρει αν υπέβαλε καταγγελία στις αρχές, η αιτήτρια εξήγησε ότι αν και επισκέφθηκε τις αστυνομικές αρχές με την συνοδεία του πάστορα, εντούτοις, επειδή δεν είχε αρκετά στοιχεία και πληροφορίες για τους απαγωγείς δεν υπέβαλε την καταγγελία. Κληθείσα να αναφέρει αν μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο της συνέβη οτιδήποτε, η αιτήτρια αποκρίθηκε ότι εξερχόταν σε εξωτερικούς χώρους και πέραν των δύο απαγωγών ανέφερε ότι δεν της συνέβη οτιδήποτε άλλο.
Στη βάση των ανωτέρω προβαλλόμενων ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προφίλ της αιτήτριας και ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τις απειλές που δέχθηκε από την οικογένεια του αποθανόντος πατέρα της.
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ της αιτήτριας, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση. Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό δεν έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό, καθότι, ως σημείωσε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματός της. Επιπλέον, κληθείσα η αιτήτρια να εισφέρει περισσότερες πληροφορίες κατά το αφήγημά της, υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασυνέπειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών.
Συγκεκριμένα, ο λειτουργός έκρινε ότι ο ισχυρισμός της σε σχέση με τις απειλές που δέχθηκε από την οικογένεια του πατέρα της ότι δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένος. Η ίδια ανέφερε γενικά ότι οι απειλές έγιναν όταν μεγάλωσε και ότι μέσω αυτής απειλούσαν τη μητέρα της, χωρίς όμως να περιγράψει συγκεκριμένες απειλές ή περιστατικά που να στρέφονταν άμεσα εναντίον της. Από τα λεγόμενά της κρίθηκε ότι δεν προκύπτει ότι η ίδια αντιμετώπισε προσωπικό κίνδυνο ή υπέστη δίωξη από την οικογένεια του πατέρα της, γεγονός που δεν δικαιολογεί την αποχώρησή της από τη χώρα.
Ο λειτουργός περαιτέρω έκρινε ότι σχετικά με την απαγωγή της το 2020 η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε πληροφορίες σχετικά με το γεγονός αυτό, όπως ποιοι την απήγαγαν και τον τρόπο που απήχθη.
Επιπλέον κρίθηκε ότι η αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις σχετικά με την απαγωγή της, αφού ενώ αρχικά ανέφερε ότι την απήγαγαν τέσσερα πρόσωπα, στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν είδε τα πρόσωπα των απαγωγέων της. Επιπλέον, ανέφερε ότι οι απαγωγείς δεν της μίλησαν ποτέ, δεν της εξήγησαν τον λόγο της απαγωγής και ότι υπέστη βιασμό. Κρίθηκε επίσης μη εύλογος ο ισχυρισμός της ότι δεν γνώριζε την περιοχή όπου αφέθηκε ελεύθερη, παρά το γεγονός ότι θα αναμενόταν να μπορεί να δώσει έστω βασικές πληροφορίες για την τοποθεσία. Συνολικά, η αδυναμία παροχής συγκεκριμένων στοιχείων και πληροφοριών θεωρήθηκε από το λειτουργό ότι αποδυναμώνει την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.
Ακόμα, ο λειτουργός εντόπισε χρονικές ασυνέπειες στους ισχυρισμούς της αιτήτριας σχετικά με τη νοσηλεία της. Ενώ ανέφερε ότι αφού αφέθηκε ελεύθερη νοσηλεύτηκε για δύο εβδομάδες, δήλωσε αρχικά ότι εξήλθε από το νοσοκομείο τον Μάιο του 2020, γεγονός που δεν συνάδει χρονικά με τα υπόλοιπα στοιχεία. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ανέφερε ότι είχε κάνει λάθος στον μήνα και διόρθωσε ότι εξήλθε από το νοσοκομείο τον Ιούλιο 2020 και ως εκ τούτου κρίθηκε ότι οι αντιφάσεις αυτές πλήττουν την αξιοπιστία της. Ακόμα ο λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή του επεσήμανε την αδυναμία της αιτήτριας να αναφερθεί σε ποιο νοσοκομείο νοσηλεύτηκε ή την περιοχή που βρισκόταν.
Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε η αιτήτρια αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία της αιτήτριας, σε συνδυασμό με πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας για τη χώρα καταγωγής της, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της η αιτήτρια θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση του αποδεκτού ισχυρισμού της αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Επιπλέον, δεν διαπιστώθηκε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) του προαναφερόμενου νόμου. Στο πλαίσιο του άρθρου 19 (2) (γ), ο λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει η αιτήτρια (Makala περιοχή η οποία σύμφωνα με τα λεγόμενα της βρίσκεται η μητέρα της), σε συνδυασμό με τις προσωπικές της περιστάσεις, διαπίστωσε ότι δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων και επομένως υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή στη συγκεκριμένη περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει και ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η αιτήτρια επανέλαβε τους ισχυρισμούς της, ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της και αναφέρθηκε εκ νέου στα ζητήματα που αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός της.
Το νομικό πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η παρούσα αίτηση, στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002, ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί. Η περίπτωση της αιτήτριας υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«6Β.(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 8-
[.]
(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος -
[.]
(α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο∙ και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση του αιτητή διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Στη βάση των προαναφερόμενων προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, δίδεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, η προσφυγή της αιτήτριας έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 23/2010, Farshad Khamsen, ημερομηνίας 14/10/2010). Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του το δικαίωμα της αιτήτριας να ακουστεί, αλλά θα πρέπει περαιτέρω να εξετάσει την αίτηση με βάση το υλικό που έχει ενώπιον του χωρίς να δίδονται νομικές αρωγές ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν έχουν πιθανότητες επιτυχίας (Νομική Αρωγή αρ. 10/2010 ALALI ABDULHAMID, ημερομηνίας 06/05/2010 και Νομική Αρωγή υπ’ αρ. 25/2010, ANTHONIA IDAHOR, ημερομηνίας 13/12/2010).
Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως εξέταση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να καλείται να αποφασίσει επί της οριστικής τύχης της προσφυγής που πιθανόν να καταχωρήσει η αιτήτρια. Σημειώνεται, πως το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης για νομική αρωγή, δεν θα επηρεάσει την τελική έκβαση της προσφυγής που έχει καταχωρηθεί από την αιτήτρια (Durgo Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερομηνίας 15.7.2009, Baghour και Roud Gad, υπόθ. αρ.7/11 και 8/11, ημερομηνίας 28.3.2011 ).
Από τα πιο πάνω δεν διαπιστώνεται, σε αυτό το στάδιο, να υπάρχει πιθανότητα να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της εκδίκασης ενδεχόμενης προσφυγής. Όπως αναφέρθηκε, η πιθανότητα θετικής απόφασης είναι προαπαιτούμενο στοιχείο για την έγκριση του αιτήματος για νομική αρωγή. Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί, έχοντας υπόψη ότι, βάσει των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας η αιτήτρια έχει το βάρος να καταδείξει ότι έχει πραγματικές πιθανότητες να εκδοθεί δικαστική απόφαση υπέρ της και χωρίς να αποφασίζεται οριστικά το αποτέλεσμα της προσφυγής που έχει καταχωρήσει η αιτήτρια (Tamaga Durja Man v. Δημοκρατίας, υπόθ. Αρ. 278/09, ημερ. 15/7/2009, Nacira Baghour και Maged Ahmad Odeh, υπόθ. Αρ. 10/12, ημερ. 28/3/2012), κρίνω στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων πως δεν μπορεί εκ πρώτης όψεως να θεωρηθεί ότι η προσφυγή που έχει καταχωρηθεί εκ μέρους της αιτήτριας έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας και διαφαίνεται από τα στοιχεία που έχω ενώπιον μου πως το αρμόδιο όργανο έπραξε τα δέοντα για να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με δεδομένη τη μη ικανοποίηση της απαραίτητης εκ του Νόμου προϋπόθεσης, η αίτηση αναπόφευκτα απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Η αιτήτρια έχει βέβαια καταχωρήσει προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, με δικά της έξοδα και η απόφασή μου επί της αίτησης δεν επηρεάζει την έκβαση της προσφυγής. Τα έξοδα των μεταφραστών καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο