R. S., ασυνόδευτου ανήλικου, δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ.1087/24, 16/6/2026
print
Τίτλος:
R. S., ασυνόδευτου ανήλικου, δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ.1087/24, 16/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1087/24

 

16 Ιουνίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

R. S., ασυνόδευτου ανήλικου,

δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού

                                                                                                            Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Α. Νεοφύτου, Δικηγόρος για αιτητή

Κα Π. Βρυωνίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η ημ.18/12/23, η οποία κοινοποιήθηκε την 01/03/24, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση δια της οποίας να αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας (Αιτητικό Β) ή, εναλλακτικά, απόφαση δια της οποίας να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας (Αιτητικό Γ) και απόφαση δια της οποίας να αναγνωρίζεται ότι «σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν θα παραβιαστεί το άρθρο 2 και/ή το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» (Αιτητικό Δ).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ως ασυνόδευτος ανήλικος, μέσω κατεχομένων, στις 19/10/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας την 01/12/22 (ερ.1-3, 64).

Στις 13/11/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.53-64). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και, στις 24/11/23, απορρίφθηκε το αίτημα για διεθνή προστασία (ερ.76-88). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την επίδικη απόφαση, που του δόθηκε διά χειρός την 01/03/24, σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.91, 3).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι οι γονείς του απεβίωσαν το 2020, ο ίδιος ήταν μόνος, πήγε να μείνει με ένα «μέλος της οικογενείας» του, τον κακομεταχειρίστηκαν και ήθελαν να τον σκοτώσουν και γι’ αυτό ο αιτητής έφυγε απ’ το σπίτι και πήγε να μείνει με τον θείο του, νομίζοντας – ως αναφέρει – ότι θα ήταν καλύτερα, όμως λάμβανε πάλι «την ίδια μεταχείριση», αφού, ως περαιτέρω εξηγεί, ο θείος του ήθελε να τον θυσιάσει σε ιεροτελεστία (ritual) «για να πάρει περισσότερα χρήματα». Τότε ο θεός τον έσωσε και έτσι ο αιτητής «[έτρεξε] μακριά απ’ το σπίτι» και ένας φίλος του πατέρα του τον βοήθησε να έρθει στην Κύπρο.

Στη συνέντευξη που διεξήχθη στην παρουσία λειτουργού που ενεργούσε ως κηδεμόνας αυτού ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στη Yaounde, οι γονείς του απεβίωσαν σε νοσοκομείο περί τον Ιανουάριο/Φεβρουάριο 2020, μετά από ατύχημα με αυτοκίνητο, ο ίδιος δεν θυμάται πόσο καιρό μετά το ατύχημα νοσηλεύτηκαν μέχρι που απεβίωσαν, ούτε το πότε ακριβώς έγινε το ατύχημα και – ερωτώμενος σχετικά – ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που πήγαιναν οι γονείς του όταν υπέστηκαν το ατύχημα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε αυτό και δεν τους επισκέφτηκε στο νοσοκομείο, αφού ο θείος του, ως ανέφερε, του είπε ότι θα είναι δύσκολο γι’ αυτόν να τους δει να πεθαίνουν. Ο ίδιος έχει φοιτήσει μέχρι 15 ετών σε ιδιωτικό σχολείο (για το οποίο, μετά τον θάνατο των γονέων του πλήρωνε ο θείος του), έχει τελειώσει τα A Levels του, μιλά γαλλικά και συντηρούνταν οικονομικά από τον θείο του. Το ταξίδι του στην Κύπρο χρηματοδότησαν οι γονείς ενός φίλου του, οι οποίοι υπέγραψαν σχετικό έγγραφο που του επέτρεπαν να ταξιδέψει.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι όταν απεβίωσαν οι γονείς του το 2020 αυτός πήγε και έμενε με «μέλη της οικογενείας» του, τα οποία τον κακομεταχειρίζονταν και έχει υποστεί τραυματισμούς, έφυγε απ’ εκεί και πήγε στον θείο του και τότε αντιλήφθηκε ότι ο θείος του ήθελε να τον θυσιάσει για να πάρει περισσότερα χρήματα, ο αιτητής έφυγε τότε από το σπίτι του θείου του, πήγε στους γονείς ενός φίλου του στους οποίους εξήγησε την κατάσταση και αυτή του είπαν ότι θα τον στείλουν σε μια χώρα όπου θα είναι ασφαλής και θα τον φροντίσουν και ότι εκεί δεν εξασκείται μαγεία και εντός μιας εβδομάδας έφυγε και ήρθε στην Κύπρο.

Ερωτώμενος αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό κακομεταχείριση που υπέστη ο αιτητής ανέφερε ότι όταν παράκουε η θεία και η γιαγιά του τον χτυπούσαν και «έβγαζαν μαχαίρι για να [τον] διδάξουν ένα μάθημα», δεν γνωρίζει τον λόγο που τον κακομεταχειρίζονταν, όμως πιστεύει ότι «ίσως μισούν τον πατέρα και την μητέρα» του, χωρίς να γνωρίζει γιατί (πιθανόν) να τους μισούσαν. Ερωτώμενος ανέφερε ότι η θεία και η γιαγιά του μετοίκησαν στο σπίτι του αιτητή μια εβδομάδα μετά τον θάνατο των γονέων του, κατά την οποία αυτός ήταν στο σπίτι μόνος, έκλαιγε και ήταν λυπημένος κάθε μέρα. Καλούμενος να αναφέρει ένα περιστατικό κακομεταχείρισης, ανέφερε ότι μια μέρα άργησε να επιστρέψει από το σχολείο του είπαν ότι δεν θα φάει για μια μέρα και τον τρύπησαν με μαχαίρι, όμως δεν έχει καταγγείλει κάποιο περιστατικό στις Αρχές γιατί ήταν 13 ετών τότε και δεν θα τον εμπιστεύονταν (οι Αρχές), ως ανέφερε.

Ο αιτητής έμεινε μ’ αυτές μέχρι το καλοκαίρι του 2021, περίπου 2 έτη, ως ανέφερε, και μετά πήγε στο σπίτι του θείου του. Ερωτώμενος γιατί δεν πήγε στον θείο του νωρίτερα ανέφερε ότι δεν είχε επιλογή και ήταν και λόγω του σχολείου, αφού ο θείος του ήταν πιο μακριά απ’ αυτό. Ερωτώμενος ανέφερε ότι έμεινε με τον θείο του περί τους 2-3 μήνες, ήταν καλά εκεί «για κάποιο λόγο», ο θείος του ήταν καλός μαζί του και δεν τον πείραξε ποτέ, όμως μια μέρα, ενώ ο αιτητής έψαχνε στο σπίτι, είδε «ένα δωμάτιο, [άνοιξε] (την πόρτα) και [είδε] αίμα και ανθρώπινα μέλη και μια φωτογραφία [του ιδίου] μπροστά», τότε φώναξε και μετά έμεινε σιωπηλός, έκλεισε την πόρτα, πήρε τα πράγματα του και έφυγε από στο σπίτι. Ήταν απ’ αυτά που είδε που θεωρεί ότι ο θείος του θα τον θυσίαζε, όμως δεν τον ρώτησε ποτέ γι’ αυτά γιατί φοβόταν. Ερωτώμενος γιατί στη συνέντευξη για την εκτίμηση ευαλωτότητας ανέφερε ότι ο θείος του τον κακομεταχειριζόταν ενώ στην κύρια συνέντευξη ανέφερε ότι ήταν καλός ο αιτητής ανέφερε ότι αυτός τον διόρθωνε αλλά δεν έβγαζε μαχαίρι, τον χτυπούσε, αλλά «όχι με τον ίδιο τρόπο με την υπόλοιπη οικογένεια».

Οι καθ’ ων η αίτηση σχημάτισαν και εξέτασαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και τόπος διαμονής αιτητή

2.    Κακομεταχείριση από τη θεία και τη γιαγιά του

3.    Ο θείος του ήθελε να τον θυσιάσει για χρήματα

Εκ των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος, απορρίφθηκαν όμως ο 2ος και 3ος ισχυρισμοί.

Ως προς τον 2ο ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε ακριβώς έγινε το ατύχημα στο οποίο κατ’ ισχυρισμό απεβίωσαν οι γονείς του, δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω πληροφορίες επί τούτου, δεν γνώριζε την ώρα που έγινε, δεν είχε στην κατοχή του σχετικό πιστοποιητικό θανάτου, ούτε μπορούσε να δώσει πληροφορίες για την κατ’ ισχυρισμό κακοποίηση που υπόκειτο από τη θεία και τη γιαγιά του, να περιγράψει κάποιο συγκεκριμένο συμβάν ή να εξηγήσει τους λόγους που αυτές τον κακοποιούσαν, ως ισχυρίστηκε. Εντοπίστηκε δε αντίφαση στο ότι, ενώ αρχικά ανέφερε ότι ο ίδιος μετοίκησε μ’ αυτές, αργότερα ανέφερε ότι είναι η θεία και η γιαγιά του που πήγαν να μείνουν στο σπίτι των γονέων του, μετά τον θάνατο τους και – σε σχετικές ερωτήσεις – δεν μπόρεσε να εξηγήσει επαρκώς πως διαβίωσε μια βδομάδα μόνος του στο σπίτι των γονέων του, μέχρις ότου αυτές μετοίκησαν, ως ισχυρίστηκε, εκεί. Σχετικώς συνυπολογίστηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί έμεινε μ’ αυτές περί τα 2 χρόνια και όταν ρωτήθηκε για το πότε μετοίκησε με τον θείο του αρχικά ανέφερε το 2021 και ακολούθως, όταν ρωτήθηκε ξανά, ανέφερε ότι πήγε το καλοκαίρι του 2022.

Σε συνέχεια των ως άνω ευρημάτων, κατόπιν διαπίστωσης ότι – δεδομένης της φύσης των ισχυρισμών του αιτητή – ουδεμία έρευνα έχρηζε ως προς την εξωτερική τους συνοχή, και μετά που λήφθηκαν υπόψη οι κατευθυντήριες αξιολόγησης αφηγήματος από ανήλικο αιτητή και συνυπολογίστηκε ότι αυτός ήταν 15 ετών κατά τα γεγονότα που εξιστορεί, σε καλή ψυχολογική κατάσταση και χωρίς ενδείξεις ευαλωτότητας κατά τη συνέντευξη, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι ευλόγως αναμενόταν από τον αιτητή να είναι σε θέση να αναφέρει περισσότερες πληροφορίες και να παραθέσει περαιτέρω στοιχεία και συνεπώς δεν θα μπορούσε, στη βάση της ανηλικότητας του, να του αποδοθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Για τους πιο πάνω λόγους ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Σχετικά με τον 3ο ουσιώδη ισχυρισμό κρίθηκε ότι ο αιτητής – ομοίως – δεν ήταν σε θέση να παρέχει επαρκείς πληροφορίες και στοιχεία για τον κατ’ ισχυρισμό φόβο του ότι ο θείος του ήθελε να τον θυσιάσει για χρήματα. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να παρέχει πληροφορίες για τον χρόνο που πέρασε μ’ αυτόν, τη συμπεριφορά του θείου του και ούτε να εξηγήσει γιατί θεωρούσε ότι αυτός ήθελε να τον θυσιάσει, οι δε ισχυρισμοί του περί δωματίου στο οποίο υπήρχαν ανθρώπινα μέλη και η φωτογραφία του ιδίου κρίθηκαν ως επιπόλαιοι, ασαφείς και στερούμενοι ευλογοφάνειας. Ομοίως, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί να θέλει ο θείος του να τον θυσιάσει για περισσότερα χρήματα, δεδομένου ότι, ως ο ίδιος ανέφερε, είχε πάρα πολλά χρήματα. Δεδομένων των ως άνω ευρημάτων τους οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, ο 3ος ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί.

Ακολούθως, κατόπιν ανασκόπησης διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά (ΠΧΚ), δεδομένου και του προφίλ του αιτητή, ήτοι του ότι αυτός θα ενηλικιωνόταν (τότε) σύντομα, διαθέτει βασική εκπαίδευση και έχει οικογενειακό και υποστηρικτικό δίκτυο στον τόπο διαμονής του, αλλά και λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα δίωξης ή σοβαρής βλάβης και γι’ αυτό απέρριψαν την επίδικη αίτηση και εξέδωσαν απόφαση επιστροφής του αιτητή στο Καμερούν (ερ.88), η οποία (απόφαση επιστροφής) όμως δεν αναφέρεται στην επιστολή ενημέρωσης του αιτητή (ερ.91).

Επί της προσφυγής καταγράφεται πλήθος νομικών σημείων και παρατίθενται τα γεγονότα που συνθέτουν την υπό κρίση υπόθεση.

Στην πλούσια και εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή αναφέρει ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικαστικές εγγυήσεις του ανηλίκου, ως προνοούνται στο αρ.10 του Νόμου, καθώς, ως περαιτέρω εξηγεί, δεν παρασχέθηκε σ’ αυτόν νομική εκπροσώπηση, η δε εκπρόσωπος που ορίστηκε δεν είχε νομική κατάρτιση και ούτε τη δέουσα ανεξαρτησία, δεδομένου – ως αναφέρει – ότι οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ) αποτελούν μέρος του κρατικού μηχανισμού και – σε κάθε περίπτωση – δεν δόθηκε ουσιαστική και αποτελεσματική εκπροσώπηση σ’ αυτόν, δεν εξηγήθηκαν τα δικαιώματα, δεν του παρασχέθηκε νομική καθοδήγηση για το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της συνέντευξης, άπαντα των οποίων είχαν ως αποτέλεσμα, ως εισηγείται, την μη δέουσα και ενδελεχή εξέταση της επίδικης αίτησης, το οποίο φαίνεται άλλωστε, ως επίσης αναφέρει, από το ότι «δεν διαφαίνεται […] να είχαν ληφθεί επαρκείς ενέργειες από την εκπρόσωπο του» ως προς την «εφαρμογή της διαδικασίας αναζήτησης των μελών της οικογένειας» του (σελ.6 αγόρευσης), με αναφορά στη διαδικασία τους Δουβλίνου.

Πέραν των ως άνω, κάνοντας πλήθος αναφορών στην οικεία νομοθεσία και νομολογία αλλά και εκτενείς αναφορές στα διαμειφθέντα κατά τη συνέντευξη (ως καταγράφονται στο πρακτικό της επίδικης συνέντευξης) εισηγείται ότι η επίδικη εδώ αίτηση δεν έτυχε δέουσας εξέτασης, κατά παράβαση, μεταξύ άλλων, της υποχρέωσης των καθ’ ων η αίτηση για συνεργασία με τον αιτητή, δεδομένης και της ανηλικότητας του (κατά τον χρόνο εξέτασης της επίδικης αίτησης) και των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών και καλών πρακτικών (τις οποίες και παραθέτει), αφού, ως επί τούτου αναφέρει, δεν συνυπολογίστηκε δεόντως η επίδραση που μπορεί να έχει στην μνήμη, στις λεπτομέρειες που δύναται να ανακαλέσει αλλά και στο βάθος των ισχυρισμών του αιτητή, η ανηλικότητα του, τόσο κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα όσα προσπάθησε να εξιστορήσει όσο και κατά τη συνέντευξη, και ούτε έγιναν οι κατάλληλες ερωτήσεις ώστε να δοθεί σ’ αυτόν η ευκαιρία να εξηγήσει τυχόν ελλείψεις, δόθηκε δε υπέρμετρη βαρύτητα σε επιμέρους ελλείψεις που εντόπισαν οι καθ’ ων η αίτηση, χωρίς να γίνει έρευνα σε ΠΧΚ, εκ των οποίων, ως αναφέρει, παραθέτοντας σωρεία ΠΧΚ, προκύπτει ότι η μαγεία αλλά και άλλες επιβλαβείς πρακτικές είναι φαινόμενα που απαντώνται στο Καμερούν. Σημειώνω ότι επί των επιμέρους αναφορών του αιτητή στους ισχυρισμούς στη συνέντευξη αλλά και τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση σχετικώς θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου ήθελε κριθεί σκόπιμο. Περαιτέρω ο αιτητής εισηγείται ότι κατά την αξιολόγηση κινδύνου που τελείται στην επίδικη έκθεση «δεν γίνεται επαρκής αξιολόγηση σχετικά με το ότι ο αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της οποιασδήποτε αναφοράς ή εκτίμησης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού» (σελ.40 αγόρευσης) και δεν αιτιολογείται.

Επί της ουσίας των αναγκών διεθνούς προστασίας ο συνήγορος του αιτητή, με αναφορές στο σχετικό νομικό πλαίσιο, εμμένει στην αξιοπιστία των ισχυρισμών του και εισηγείται ότι θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται κίνδυνος δίωξης, σημειώνοντας ότι, σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές (σελ.47 αγόρευσης), πράξεις οι οποίες στοχοποιούν παιδιά ενέχουν το απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ώστε να θεωρηθούν πράξεις δίωξης, εν προκειμένω με φορείς δίωξης τα μέλη της οικογένειας του αιτητή, κατά της οποίας δεν υπάρχει προστασία, δεδομένου και του ότι – ως εισηγείται – τα παιδιά στερούνται συχνά την πρόσβαση σε δικαστική ή άλλη προστασία και λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με σχετικές ΠΧΚ, τα παιδιά στο Καμερούν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, στερούνται βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων, πολλά δε παιδιά, τα οποία στερούνται συνήθως ενός υποστηρικτικού ή οικογενειακού δικτύου, καταλήγουν στους δρόμους, με περιορισμένη πρόσβαση σε εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Συνεπεία των ως άνω, ως αναφέρει, θα πρέπει να γίνει εδώ δεκτό ότι ο αιτητής αποτελεί μέρος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, με εγγενή χαρακτηριστικά (εδώ η κατ’ ισχυρισμό οικογενειακή βία που υπέστη) που – ως αναφέρει, παραθέτοντας και σχετικές κατευθυντήριες γραμμές – ενδεχομένως να διατηρούνται και μετά την ενηλικίωση του. Σε περίπτωση δε που δεν αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, ο αιτητής χρήζει συμπληρωματικής προστασίας ή – σε κάθε περίπτωση – προστασίας από την επαναπροώθηση, δεδομένων των προσωπικών του περιστάσεων και της κατάστασης του και λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης στο Καμερούν.

Οι καθ' ων η αίτηση, απαντώντας στους ισχυρισμούς που τίθενται δια της αγορεύσεως του, αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση είναι νόμιμη, ουδεμία πλημμέλεια σημειώθηκε κατά την εξέταση της αναφορικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις που έλαβε ο αιτητής και είναι προϊόν δέουσας έρευνας, αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας αυτής, ως ορθά είναι άπαντα τα επιμέρους ευρήματα τόσο επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του όσο και η τελική τους κατάληξη περί του ότι δεν προκύπτουν εν προκειμένω ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας ή και προστασίας από την επαναπροώθηση. Επί της διαδικασίας αναφέρουν ότι ακολουθήθηκαν στα πλαίσια της επίδικης αίτησης όλες οι προβλεπόμενες εκ της οικείας νομοθεσίας διαδικαστικές εγγυήσεις, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, και σημειώνουν, με αναφορές στο νομικό πλαίσιο και σχετική νομολογία, ότι δεν προνοείται η παροχή νομικής εκπροσώπησης από τον κηδεμόνα του αιτητή, παρά μόνο όπου τούτο απαιτείται (ήτοι σε δικαστική διαδικασία), και τέτοια νομική εκπροσώπηση ή οιαδήποτε άλλη παρέμβαση του κηδεμόνα δεν ήταν αναγκαία εν προκειμένω, δεδομένου ότι αυτός είχε ενημερωθεί πλήρως για όλα τα επί τούτου δικαιώματα και υποχρεώσεις του προτού αρχίσει η συνέντευξη, ουδεμία δε αμφιβολία προκύπτει ότι η εκπρόσωπος του ανηλίκου ενέργησε με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον αυτού.

Σημειώνω ότι, ως εδώ επιβεβαιώθηκε και από τον συνήγορο του κατά τις διευκρινήσεις, ο αιτητής έχει ενηλικιωθεί πλέον και είναι ηλικίας 19 ετών σήμερα.

Έχω διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του φακέλου, των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών και των όσων ειπώθηκαν κατά τις διευκρινήσεις. 

Σημειώνεται ότι πολλοί εκ των ισχυρισμών του συναρτώνται με το κατά πόσο ο αιτητής στερήθηκε κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης των εκ του νόμου δικαιωμάτων (και διαδικαστικών εγγυήσεων) του και συνεπεία τούτου δεν μπόρεσε να παραθέσει όλα όσα σχετίζονται με το αίτημα που υπέβαλε και, επιπροσθέτως, δεν έγινε δέουσα έρευνα και εξατομικευμένη εξέταση και αξιολόγηση των δεδομένων που αφορούν τον αιτητή, υπό το πρίσμα της ανηλικότητας του, και η επίδικη απόφαση ελήφθη χωρίς να αξιολογηθούν οι επικρατούσες στη χώρα καταγωγής του συνθήκες, σε συνάρτηση και με τις προσωπικές του περιστάσεις, λαμβανομένης υπόψη και πάλι της ανηλικότητας του.

Συνεπώς θα πρέπει θεωρώ πρωτίστως να εξεταστεί κατά πόσο εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία παράβαση των δικαιωμάτων και των διαδικαστικών εγγυήσεων του αιτητή και, εφόσον κριθεί ότι υφίσταται τέτοια παράβαση, ποια η επίδραση της στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Αρχίζοντας από το πρώτο σκέλος των ως άνω, διερχόμενος του πρακτικού της επίδικης συνέντευξης, παρατηρώ ότι η συνέντευξη διήρκησε 2 ώρες και 40 λεπτά, κατά τις οποίες, αφότου εξηγήθηκε το πλαίσιο εντός του οποίου θα διεξαγόταν η συνέντευξη (ερ.63-64), τα δικαιώματα του και η υποχρέωση εμπιστευτικότητας των καθ’ ων η αίτηση για τα όσα θα ειπωθούν, υποβλήθηκαν στον αιτητή πλήθος ερωτήσεων επί όλου το φάσματος των προσωπικών περιστάσεων, του ιστορικού και των λόγων που τον οδήγησαν να φύγει απ’ τη χώρα καταγωγής, ως ακριβώς του είχε εξηγηθεί προηγουμένως (ερ.63).  

Η συνέντευξη του αιτητή, ως προκύπτει από το επίδικο πρακτικό, έγινε στην παρουσία λειτουργού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), ως ασκούσας χρέη κηδεμόνα του. Προτού αρχίσει η συνέντευξη εξηγήθηκε στον αιτητή η διαδικασία που επρόκειτο να ακολουθηθεί, ρωτήθηκε αν αντιλαμβάνεται τον μεταφραστή, στο οποίο απάντησε θετικά, του εξηγήθηκε ότι έχει το δικαίωμα να ζητήσει διευκρινήσεις ή εξηγήσεις για οιονδήποτε σημείο ήθελε αντιμετωπίσει δυσκολία κατανόησης ή επικοινωνίας, ότι το περιεχόμενο της συνέντευξης θα είναι εμπιστευτικό, ότι είναι προς το συμφέρον του ιδίου να αποκαλύψει όλα όσα σχετίζονται με την υπό εξέταση αίτηση διεθνούς προστασίας, ότι θα κληθεί να επιβεβαιώσει αν τα διαμειφθέντα θα έχουν καταγραφεί επακριβώς, πράγμα που έπραξε με το πέρας της συνέντευξης, και ερωτήθηκε κατά πόσο είναι σε καλή κατάσταση κατά τη συνέντευξη, απαντώντας θετικά, και αν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας, στο οποίο και απάντησε αρνητικά.

Κατά τη διαδικασία της συνέντευξης έγιναν ερωτήσεις που αφορούσαν την οικογένεια του αιτητή, τον τόπο διαμονής και καταγωγής, το ιστορικό και το ταξίδι του στη Δημοκρατία, αλλά και αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους έφυγε από τη χώρα του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει. Στις ερωτήσεις αυτές, οι απαντήσεις του αιτητή επί των οποίων καταγράφονται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τις οποίες και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ, ο αιτητής απαντούσε κατά τρόπο που δεν αφήνει αμφιβολία ότι το περιεχόμενο των ερωτήσεων που υποβλήθηκαν σ’ αυτόν ήταν πλήρως κατανοητό στον ίδιο. Μετά τις ερωτήσεις ο αιτητής επιβεβαίωσε ότι δεν επιθυμεί να αναφέρει κάτι άλλο, ουδεμία δε παρέμβαση έγινε κατά τη συνέντευξη από την ασκούσα χρέη κηδεμόνα λειτουργό, ως καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό, η οποία και αρκέστηκε να αναφέρει ότι δεν επιθυμεί να προσθέσει κάτι εκ μέρους του ανηλίκου, όταν ερωτήθηκε σχετικώς στο τέλος της συνέντευξης (ερ.54).

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παρεμβάλω το εξής.

Στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στη C-517/17, Milkiyas Addis, ECLI:EU:C:2020:579, ημ.16/07/20, αναφέρονται τα εξής, που θεωρώ τυγχάνουν, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής και εν προκειμένω, ως και επί πάσης υπόθεσης όπου επίδικό καθίσταται το κατά πόσο υπήρξε παράβαση του δικαιώματος ακρόασης ή και άλλη διαδικαστική πλημμέλεια και οι συνέπειες αυτής:

«61. […] η οδηγία περί διαδικασιών διακρίνει μεταξύ, αφενός, της «αποφαινόμενης αρχής», την οποία ορίζει στο άρθρο 2, στοιχείο στʹ, ως «κάθε οιονεί δικαστική ή διοικητική αρχή κράτους μέλους υπεύθυνη για την εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας και αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων πρωτοβαθμίως στις εν λόγω υποθέσεις», και, αφετέρου, του «δικαστηρίου», περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 46 αυτής, το οποίο είναι αρμόδιο για τις διαδικασίες προσφυγής. Επιπλέον, από τις αιτιολογικές σκέψεις 16 και 22, από το άρθρο 4 και από τη γενική οικονομία της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας από διοικητικό ή οιονεί δικαστικό όργανο που διαθέτει ειδικά προς τούτο μέσα και ειδικευμένο προσωπικό αποτελεί ουσιώδες στάδιο των κοινών διαδικασιών που καθιερώνει η εν λόγω οδηγία (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψεις 103 και 116).

[…]

65. Ειδικότερα, από το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας περί διαδικασιών προκύπτει ότι η προσωπική συνέντευξη πρέπει να πραγματοποιείται υπό συνθήκες που να εγγυώνται δεόντως την εμπιστευτικότητα και να παρέχουν στον αιτούντα τη δυνατότητα να εκθέσει το σύνολο των λόγων της αίτησής του. Όσον αφορά ιδίως το τελευταίο αυτό σημείο, το άρθρο 15, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής υποχρεώνει τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε το πρόσωπο που διεξάγει τη συνέντευξη να διαθέτει τα προσόντα για να συνεκτιμήσει τις προσωπικές και γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση, συμπεριλαμβανομένης της πολιτιστικής καταγωγής, του φύλου, του γενετήσιου προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου ή της ευαισθησίας του αιτούντος. Εξάλλου, το άρθρο 15, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας απαιτεί από τα κράτη μέλη να μεριμνούν, στο μέτρο του δυνατού, ώστε η συνέντευξη με τον αιτούντα να διεξάγεται από πρόσωπο του ιδίου φύλου, εφόσον το ζητήσει ο αιτών, εκτός εάν η αίτηση βασίζεται σε λόγους που δεν συνδέονται με τη δυσκολία του αιτούντος να παρουσιάσει τους λόγους της αίτησής του κατά τρόπο περιεκτικό. Επιπλέον, το άρθρο 15, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της ίδιας οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιλέγουν διερμηνέα δυνάμενο να εξασφαλίσει τη δέουσα επικοινωνία μεταξύ του αιτούντος και του προσώπου που διεξάγει τη συνέντευξη, προκειμένου ο αιτών να είναι σε θέση να ασκήσει το δικαίωμά του, βάσει του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας περί διαδικασιών, να του παρασχεθούν υπηρεσίες διερμηνέα, όταν αυτό είναι απαραίτητο για να εκθέσει τα επιχειρήματά του. Το δε άρθρο 15, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας αυτής απαιτεί από τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι συνεντεύξεις με ανηλίκους να διεξάγονται κατά τρόπο κατάλληλο για παιδιά.

66. Όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 106, 109 και 115 των προτάσεών του, το γεγονός ότι ο νομοθέτης της Ένωσης δεν περιορίστηκε στο να προβλέψει, στα άρθρα 14 και 34 της οδηγίας περί διαδικασιών, την υποχρέωση παροχής στον αιτούντα της δυνατότητας προσωπικής συνέντευξης, αλλά επέλεξε να επιβάλει επιπλέον στα κράτη μέλη ειδικούς και λεπτομερείς κανόνες ως προς τον τρόπο με τον οποίον πρέπει να διεξάγεται η συνέντευξη αυτή αποδεικνύει τη θεμελιώδη σημασία που αποδίδει όχι μόνο στην ίδια τη συνέντευξη, αλλά και στις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή διεξάγεται και των οποίων η τήρηση αποτελεί προαπαιτούμενο για το κύρος της απόφασης που διαπιστώνει το απαράδεκτο αίτησης ασύλου.

67. Εξάλλου, από τις αιτιολογικές σκέψεις 29 και 32 της οδηγίας αυτής προκύπτει ότι σκοπός των συνθηκών αυτών είναι ιδίως να διασφαλίζεται ότι κάθε αιτών απολαύει επαρκών διαδικαστικών εγγυήσεων, αναλόγως του φύλου και της ειδικής κατάστασής του. Επομένως, οι συνθήκες που εφαρμόζονται στην περίπτωσή του πρέπει να καθορίζονται σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατάσταση του αιτούντος και κατά περίπτωση.»

Εκ της ως άνω απόφασης καθίσταται αναμφισβήτητο ότι οι κανόνες που σχετίζονται με την επάρκεια και την μέθοδο διεξαγωγής της συνέντευξης και τις διαδικαστικές εγγυήσεις που θα πρέπει να απολαμβάνει ένας αιτητής, αναλόγως των αναγκών που προκύπτουν κατά περίπτωση, «σκοπό έχουν να διασφαλίσουν ότι ο αιτών κλήθηκε να παράσχει, σε συνεργασία με την υπεύθυνη για τη συνέντευξη αρχή, όλα τα κρίσιμα στοιχεία για την εκτίμηση του […] βασίμου της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, γεγονός που προσδίδει στη συνέντευξη […] πρωταρχική σημασία κατά τη διαδικασία εξέτασης της εν λόγω αίτησης» και πως απαιτείται «από τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε οι συνεντεύξεις με ανηλίκους να διεξάγονται κατά τρόπο κατάλληλο για παιδιά.» (σκέψεις 65, 70).

Ενόψει και της ως άνω σχετικής με τα επίδικα εδώ ζητήματα νομολογίας, είναι κατάληξη μου ότι κατά την επίδικη συνέντευξη δόθηκε δεόντως η «δυνατότητα να εκθέσει το σύνολο των λόγων της αίτησής του». Δεν παραβλέπω βεβαίως το ότι ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να δεικνύει ότι η ασκούσα χρέη κηδεμόνα του ανηλίκου τον ενημέρωσε «σχετικά με το νόημα και τις πιθανές συνέπειες της προσωπικής συνέντευξης και […] τον τρόπο με τον οποίο ο ασυνόδευτος ανήλικος πρέπει να προετοιμαστεί για την προσωπική συνέντευξη» [αρ.10 (1Γ) του Νόμου]. Όμως θεωρώ ότι τα όσα εξηγήθηκαν επί της διαδικασίας (βλ. ερ.63) επαρκούν, σε συνάρτηση και με δεδομένο ότι δεν υπάρχει σημείο στη συνέντευξη εκ του οποίου να συνάγεται ότι στερήθηκε εδώ ο αιτητής της ευκαιρίας να αναφέρει όσα επιθυμούσε ή ότι αυτός αντιμετώπιζε οιανδήποτε δυσκολία ή δυσχέρεια να αντιληφθεί τα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ή να αποκριθεί σ’ αυτά με ακρίβεια και με εύλογη επάρκεια. Συνεπώς, εκ των πραγμάτων, τα όσα του εξηγήθηκαν επί της διαδικασίας προτού αρχίσει η συνέντευξη θεωρώ πως αρκούν - σε κάθε περίπτωση - προς εκπλήρωση της εκ του αρ.10 (1Γ) του Νόμου υποχρέωσης για ενημέρωση του αιτητή.

Η δε παροχή συνδρομής εκ μέρους της ενεργούσας ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του αιτητή, στην οποία, στη βάση του αρ.10 (1Δ) του Νόμου, επιτρέπεται «να παρίσταται στην προσωπική συνέντευξη του ασυνόδευτου ανήλικου και να υποβάλλει ερωτήσεις ή παρατηρήσεις, εντός του πλαισίου που ορίζει ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει τη συνέντευξη», δεν θεωρώ ότι περιέχει απαραίτητα την υποχρέωση να παρεμβεί, ιδίως δε, ως είναι εν προκειμένω η περίπτωση, που, εκ της συμπεριφοράς του ανηλίκου, της πορείας της συνέντευξης, των ερωτημάτων που υποβάλλονται και της ικανότητας του ανηλίκου να αντιλαμβάνεται και να αποκρίνεται επαρκώς στη συνέντευξη, δεν προκύπτει κάποια εύλογη ανάγκη παρέμβασης από την κηδεμόνα του ανηλίκου. Στα πλαίσια λοιπόν της επίδικης αίτησης, ως και ανωτέρω εξηγώ, η συμπεριφορά που επέδειξε ο αιτητής κατά τη συνέντευξη, σε συνδυασμό με την ηλικία του (16 ½ ετών στη συνέντευξη), επιτρέπουν να συναχθεί ότι αυτός είχε την απαραίτητη ωριμότητα να αντιληφθεί τη σημασία της διαδικασίας και τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν, τα οποία και θεωρώ ότι αρκούν για να καταδείξουν ότι, παρότι επρόκειτο για ασυνόδευτο ανήλικο, ο αιτητής εδώ δεν στερήθηκε κάποιας διαδικαστικής εγγύησης στα πλαίσια της επίδικης διαδικασίας, τουλάχιστον όχι σε σημείο που να δύναται να λεχθεί ότι στερήθηκε εκ τούτου να αναφέρει τα όσα επιθυμούσε, πλήρως και σε όλη τους την έκταση. Με απλά λόγια, εφόσον ο αιτητής ερωτήθηκε επαρκώς και ουδέν ανέφερε εκ του οποίου να μπορεί να προκύψει υπόνοια είτε για την επάρκεια της κατανόησης της διαδικασίας είτε εκ του οποίου να αναφύεται ένδειξη ότι ενδεχομένως να υπάρχει άλλος λόγος που να συνδέεται με το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε (τον οποίο δεν ανέφερε λόγω ελλιπούς υποστήριξης), ουδέν άλλο θα μπορούσε να γίνει ή να ειπωθεί στην επίδικη διαδικασία.

Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι ο αιτητής, δεδομένης της φύσης και έκτασης ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο [βλ. E.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.17/2021, Janelidze v. Δημοκρατίας, ημ.21/09/21 και του αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου], είχε δυνατότητα στα πλαίσια της παρούσης, εκπροσωπούμενος δεόντως και από δικηγόρο, να αναφέρει ότι άλλο αυτός επιθυμούσε ή έκρινε σκόπιμο να παραθέσει. Εντούτοις ουδέν άλλο, πέραν των όσων στην επίδικη συνέντευξη είπε, ανέφερε στα πλαίσια της παρούσης. Σε κάθε περίπτωση, μόνο αν ήθελε κριθεί (κατωτέρω) ότι θα μπορούσε το αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης απόφασης να είναι διαφορετικό επί της ουσίας, θα μπορούσε διαδικαστική πλημμέλεια, που εδώ δεν εντοπίζεται, να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. κατ’ αναλογία Milkiyas (ΔΕΕ), ανωτέρω, και ΕΔΔΔΠ αρ.12/2025, B. A., Δημοκρατίας, ημ.18/12/25).

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του συνηγόρου του αιτητή σχετικά με την κατάρτιση της λειτουργού που ασκούσε χρέη κηδεμόνα του και της ανάγκης νομικής εκπροσώπησης του ανηλίκου, σημειώνω τα εξής.

Αναφορικά κατ’ αρχήν με την κατάρτιση της λειτουργού, θεωρώ πως, στην απουσία περί του αντίθετου μαρτυρίας, το τεκμήριο της κανονικότητας (της διαδικασίας) παραμένει ακλόνητο και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθούν ως ατεκμηρίωτοι [βλ. Κόκκινου ν. Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 263 και Kousoulides & Others v. Republic (1967) 3 C.L.R. 438]. Θεωρώ δε ότι αρκεί επί τούτου να παραπέμψω στην Ε. Δ. Δ. Δ. Π. αρ.95/2023, B. E. J. ν. Δημοκρατίας, ημ.27/02/25, τα λεχθέντα στην οποία και τυγχάνουν κατ’ αναλογία εφαρμογής και εν προκειμένω, όπου, εκεί αναφορικά με τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη, αναφέρθηκε ότι «ούτε […] τα όσα προβάλλονται σε σχέση με […] τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε  τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας […] τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον Νόμο.  Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.»

Σημειώνω δε ότι – σε κάθε περίπτωση – η κατάλληλη κατάρτιση δεν μπορεί βεβαίως να συναρτάται, συνάγεται ή αποδεικνύεται από τα αν ή όχι ο λειτουργός έπραξε δεόντως ή ιδεωδώς στα πλαίσια συγκεκριμένης διαδικασίας. Αναφορικά τώρα με τα περί ανάγκης νομικής εκπροσώπησης του αιτητή, σημειώνω ότι δεν έχει υποδειχθεί από τον συνήγορο από που συνάγεται τέτοια υποχρέωση, δεδομένου ότι στο αρ.10 του Νόμου αναφέρεται ότι οι ΥΚΕ λειτουργούν «ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του ασυνόδευτου ανηλίκου  στις διαδικασίες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ώστε να διασφαλίζει  το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, και, οσάκις είναι αναγκαίο, [ασκούν] νομική  ικανότητα για λογαριασμό του ασυνόδευτου ανηλίκου» [αρ.10 (1Β) του Νόμου] και ότι στη συνέντευξη επιτρέπεται «στον εκπρόσωπο ή/και νομικό σύμβουλο να παρίσταται […] και να υποβάλλει ερωτήσεις ή παρατηρήσεις» [αρ.10 (1Δ)], δεν φαίνεται να προνοείται νομική εκπροσώπηση του ανηλίκου, αν αυτή δεν είναι αναγκαία υπό τις περιστάσεις εκάστης υπόθεσης. Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι όταν κατέστη αναγκαίο να παρασχεθεί νομική εκπροσώπηση για τον ανήλικο αυτό έγινε δεόντως, δια της καταχωρήσεως και προωθήσεως της παρούσης.

Αξίζει εδώ, επιπροσθέτως των ως άνω, να σημειωθεί ότι, ως και στις Κατευθυντήριες Οδηγίες [1] για Εξέταση των Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών, της UNHCR, στις οποίες κάνει αναφορά και ο συνήγορος του αιτητή, σημειώνεται (σημ.135, σελ.26, παρ.69), η νομική εκπροσώπηση αναφέρεται σε «δικηγόρο ή άλλο πρόσωπο καταρτισμένο να παρέχει νομική βοήθεια και να ενημερώνει το παιδί για τις διαδικασίες ασύλου» (δική μου μετάφραση) και περαιτέρω ότι «οι διαδικασίες για τον διορισμό κηδεμόνα δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκές από τις υπάρχουσες διοικητικές […] διαδικασίες διορισμού […] για υπήκοους της χώρας». Ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να θέτει εν αμφιβόλω την πληρότητα και ορθότητα της διαδικασίας στην επίδικη αίτηση και ουδέν που να δεικνύει ότι ο ανήλικος στερήθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαδικαστικών εγγυήσεων που του απονέμονται από την οικεία νομοθεσία ή ότι η διορισμένη κηδεμόνας ενήργησε κατά τρόπο αντίθετο με το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου ή που να δεικνύει σύγκρουση συμφέροντος εκ μέρους της ή και ότι αυτή δεν είχε την κατάλληλη κατάρτιση να τον καθοδηγήσει ως προς τα εκ του Νόμου δικαιώματα του, όπου και αν απαιτείτο.

Επανέρχομαι τώρα στην ουσία της υπόθεσης και αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτητή στα πλαίσια της επίδικης αίτησης.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρονται σχετικώς τα εξής:

«Εάν ένας αιτών ισχυριστεί ότι συνελήφθη σε διαδήλωση για πρώτη φορά στη ζωή του, θα προξενούσε έκπληξη η αδυναμία του να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το πότε, πού και με ποιον τρόπο έλαβε χώρα η σύλληψή του, παρότι στην περίπτωση αυτή τίθεται το ζήτημα του βαθμού λεπτομέρειας που μπορεί εύλογα να αναμένεται. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Στις Κατευθυντήριες Οδηγίες [2] για Εξέταση Αιτημάτων Ασύλου των Παιδιών, UNHCR, αναφέρονται σχετικώς τα εξής στις σελ.4-5:

«4. Η υιοθέτηση ευαισθητοποιημένης στις ανάγκες των παιδιών ερμηνείας της Σύμβασης του 1951 δεν σημαίνει ότι τα παιδιά αιτούντες άσυλο δικαιούνται αυτομάτως να αναγνωριστούν πρόσφυγες. Το παιδί που αιτείται άσυλο οφείλει να αποδείξει ότι διατρέχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων. Η ηλικία, όπως και το φύλο, ασκούν καθοριστική επιρροή στον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα 4.

[…]

Για την προσήκουσα εφαρμογή των κριτηρίων υπαγωγής στο καθεστώς του πρόσφυγα, εκτός από την ηλικία, επιβάλλεται να συνεκτιμώνται το επίπεδο ανάπτυξης του παιδιού, οι γνώσεις και / ή οι αναμνήσεις του από τη χώρα καταγωγής του καθώς και το καθεστώς του ως ευάλωτου προσώπου 6.

[…]

72. Δεν μπορεί να αναμένεται από τα παιδιά να εκφράσουν τις εμπειρίες τους όπως οι ενήλικες. Μπορεί να δυσκολεύονται να εξωτερικεύσουν το φόβο τους για διάφορους λόγους, συμπεριλαμβανομένων των τραυματικών εμπειριών που έχουν βιώσει, των οδηγιών των γονέων τους, της έλλειψης παιδείας, του φόβου που τους αποπνέουν οι κρατικές αρχές ή πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εξουσίας, των «κατασκευασμένων» καταθέσεων των διακινητών ή του φόβου των αντιποίνων. Μπορεί να είναι πολύ μικρά ή ανώριμα για να αξιολογήσουν ποιες είναι οι σημαντικές πληροφορίες ή για να ερμηνεύσουν ό, τι έχουν αντιληφθεί ή βιώσει με τρόπο που μπορεί να κατανοήσει ένας ενήλικας. Μερικά παιδιά μπορεί να παραλείπουν ή να παρανοούν/διαστρεβλώνουν ζωτικής σημασίας πληροφορίες ή να αδυνατούν να διακρίνουν μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Μπορεί επίσης να δυσκολεύονται να κατανοήσουν αφηρημένες έννοιες, όπως είναι ο χρόνος ή η απόσταση. Έτσι, ό,τι μπορεί να θεωρηθεί ψέμα στην περίπτωση ενός ενήλικα δεν είναι απαραίτητο να είναι ψέμα στην περίπτωση ενός παιδιού. […]

73. Παρότι στις περιπτώσεις των ενηλίκων το βάρος της απόδειξης μοιράζεται συνήθως ανάμεσα στον αιτούντα άσυλο και στον εξεταστή, ενδέχεται ο κριτής του αιτήματος ασύλου ενός παιδιού, ειδικά εάν είναι ασυνόδευτο, να υποχρεωθεί να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς που αυτό προβάλει 142. Αν δεν είναι εφικτή η επαλήθευση των πραγματικών περιστατικών […] και / ή το παιδί αδυνατεί να εκφράσει ολοκληρωμένα τον ισχυρισμό του για το φόβο δίωξης που διατρέχει, ο κριτής του αιτήματος ασύλου οφείλει να αποφασίσει λαμβάνοντας υπόψη όλες τις γνωστές περιστάσεις, εφαρμόζοντας ενδεχομένως με πνεύμα φιλελεύθερο το ευεργέτημα της αμφιβολίας.143 Ομοίως, στο παιδί θα πρέπει να δίδεται το ευεργέτημα της αμφιβολίας αν υπάρχουν ορισμένοι προβληματισμοί αναφορικά με την αξιοπιστία μέρους του αιτήματος».

(Μετάφραση του Δικαστηρίου)

Σημειώνω προτού προχωρήσω ότι, ως εκ των ως άνω συνάγεται, παρότι είναι δέον όπως δεικνύεται σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερη ευαισθησία κατά τον χειρισμό υποθέσεων που αφορούν ανήλικους αιτητές, αυτό δεν σημαίνει ένας ανήλικος απαλλάσσεται του σχετικού βάρους να τεκμηριώσει, σε συνεργασία πάντοτε με την αποφαινόμενη αρχή, τα λεγόμενα του, δεδομένου ότι οι ανήλικοι αιτητές δεν «δικαιούνται αυτομάτως να αναγνωριστούν πρόσφυγες», αλλά έκαστος αιτητής «οφείλει να αποδείξει ότι διατρέχει βάσιμο […] φόβο δίωξης», σε συνάρτηση και συνυπολογιζόμενης πάντοτε της ηλικίας του και της πνευματικής ωριμότητας του, στα πλαίσια της οποίας «συνεκτιμώνται το επίπεδο ανάπτυξης […] οι γνώσεις και/ή οι αναμνήσεις του από τη χώρα καταγωγής […] και το καθεστώς του ως ευάλωτου προσώπου». Εν προκειμένω, ως και πιο πάνω εξηγώ, θα πρέπει να σημειώσω εκ νέου ότι δεν διατηρώ αμφιβολία για το επαρκές του επιπέδου ανάπτυξης του κατά την επίδικη διαδικασία (ήτοι την επαρκή αντίληψη της διαδικασίας και την ικανότητα να εκφράσει όσα επιθυμούσε), λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο αιτητής ήταν 16 ετών και 8 μηνών κατά τη συνέντευξη.

Υπό το φως των ως άνω διαπιστώσεων μου και στη βάση των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών προχωρώ σε αξιολόγηση του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού.

Σε σχέση με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή περί κακομεταχείρισης του από τη θεία και τη γιαγιά του θα συμφωνήσω με τα όσα σχετικώς καταγράφονται στην επίδικη έκθεση σχετικά με την εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή (ερ.81-84), τα οποία υιοθετώ ως έχουν και τα οποία, δεδομένου ότι παρατίθενται ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσης, δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω, πέραν του να προσθέσω τα εξής. Στον αιτητή είχαν υποβληθεί πλήθος ερωτήσεων, σε απλή γλώσσα, επί όλων των πτυχών των λεγομένων του στα πλαίσια του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, επί των οποίων ο αιτητής, παρότι ουδεμία ένδειξη υπάρχει – ως και πιο πάνω εξηγώ – που να δεικνύει δυσχέρεια κατανόησης όσων του υποβλήθηκαν, παρέμεινε γενικός, ασαφής, παραθέτοντας ένα αφήγημα το οποίο και παρουσιάζει ουσιώδη κενά, ελλείψεις, αντιφάσεις και εκ του οποίου ελλείπουν παντελώς, επί όλης της εκτάσεως του, εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και βιωματικά στοιχεία, αφού – τελικά – ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει, κατ’ ελάχιστο, ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Όταν δε κλήθηκε να αναφερθεί σε συγκεκριμένο συμβάν ο αιτητής παρέμεινε γενικός στις αναφορές του, αναφερόμενος σε περιπτώσεις που αργούσε από το σχολείο, χωρίς τελικά να περιγράψει κάποιο συγκεκριμένο συμβάν (ερ.58). Συμφωνώ με τους καθ’ ων η αίτηση και ως προς το εύρημα ότι ο αιτητής δεν μπόρεσε τελικά να αναφέρει με εύλογη ακρίβεια τον χρόνο που παρέμεινε με τη θεία και τη γιαγιά του και ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει, με απλή έστω γλώσσα, ως θα αναμενόταν από κάποιον την ηλικία του, τους λόγους που υπέστη την κακομεταχείριση ή γιατί – ως ανέφερε – η γιαγιά και η θεία του «μισούσαν τους γονείς» του (ερ.59). Όλα τα ως άνω αλλά και όσα σημειώνονται στην επίδικη έκθεση από τους καθ’ ων η αίτηση, ιδωμένα έκαστο ξεχωριστά, ενδεχομένως να μην αρκούσαν για να κριθεί αναξιόπιστος ο εν λόγω ισχυρισμός, όμως δεν μπορεί εδώ να αγνοηθεί ο σωρευτικός αντίκτυπος που – αναπόφευκτα – έχουν επί του συνόλου της εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή τα πολλά και σημαντικά κενά που έχουν εντοπιστεί στο σύνολο του αφηγήματος του (τα οποία δεν επιτρέπουν εδώ την απόδοση του ευεργετήματος της αμφιβολίας, όσο φιλελεύθερα και αν ιδωθεί αυτό).

Ομοίως και για τους ίδιους λόγους με τα ως άνω συμφωνώ με τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί του 3ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, ως αυτά καταγράφονται στα ερ.80-81 της επίδικης έκθεσης, τα οποία υιοθετώ ως έχουν, ως και αυτά παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης. Σημειώνω επί τούτου ότι, ακόμη και ιδωμένοι υπό το πρίσμα της ανηλικότητας του αιτητή (15 ετών κατά τον χρόνο που αυτός τοποθετεί όσα ανέφερε), οι ισχυρισμοί του αιτητή σχετικά με τη σχέση του με τον θείο του αλλά και τα όσα ανέφερε περί εντοπισμού από τον ίδιο ενός δωματίου με ανθρώπινα μέλη, αίματα και φωτογραφία του, που έλαβε χώρα περί τους 2-3 μήνες μετά που αυτός μετοίκησε στο σπίτι του θείου του, ως ισχυρίστηκε, χωρίς καμία προηγούμενη ένδειξη περί τούτου, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι στερείται παντελώς κάθε ίχνους ευλογοφάνειας. Επιπροσθέτως ουδεμία δε λεπτομέρεια παρατίθεται για τον θείο ή τον λόγο που αυτός αποφάσισε εκ των υστέρων να θυσιάσει τον αιτητή ή γιατί, δεδομένου ότι – ως ο ίδιος ανέφερε – ήθελε να τον θυσιάσει, αυτός δεν το έπραξε εξαρχής, αλλά αντιθέτως υπήρξε καλός μαζί του και του κάλυπτε μάλιστα τα έξοδα. Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι ο 3ος ουσιώδης ισχυρισμός του αιτητή στερείται – σε όλη του την έκταση - εσωτερικής συνοχής.

Δεδομένης της παντελούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή περί κακομεταχείρισης του από τη θεία και τη γιαγιά του αλλά και το ότι ο θείος του ήθελε να τον θυσιάσει δεν θεωρώ ότι ήταν απαραίτητη η αναζήτηση πληροφορίων αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Σχετικώς, στο εγχειρίδιο του EASO για την «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής ή μη ικανοποιητικής επεξήγησης αποκλίσεων ή παραλλαγών σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία μιας αίτησης ή, ακόμη περισσότερο, σε περίπτωση απόρριψης προσφυγής ως απαράδεκτης.».

Παρά τα ως άνω σημειώνω ότι δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι, ως και στις πλούσιες επί τούτου ΠΧΚ που παραθέτει ο συνήγορος του αιτητή (σελ.30-36 και 48-53 αγόρευσης) σημειώνεται, πρακτικές μαγείας και άλλες επιβλαβείς πρακτικές (περιλαμβανομένων και θυσιών ή άλλων σωματικών βλάβών σε κατηγορίες προσώπων με σκοπό την αποκόμιση «καλοτυχίας») είναι φαινόμενα που απαντώνται στη χώρα καταγωγής και, αφετέρου, τα παιδιά στο Καμερούν αποτελούν συχνά δέκτες βίας, ενδοοικογενειακής ή άλλης μορφής, απολαμβάνουν δε ελάχιστης ή και καθόλου προστασίας από τις Αρχές κατά σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, τις οποίες υφίστανται. Επί του τελευταίου θα επανέλθω πιο κάτω, στα πλαίσια της αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του αιτητή.

Όμως, το γεγονός ότι συμβάντα ως αυτά που εξιστορεί ο εδώ αιτητής απαντώνται στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί – άνευ ετέρου - για να υπερκεράσει ή και να ανατρέψει εν προκειμένω την παντελή έλλειψη εσωτερικής συνοχής, ενόψει της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας, λαμβανομένου υπόψη και του ότι, ως και στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή.». Με πιο απλά λόγια, το γεγονός ότι τα παιδιά υφίστανται βία και ότι η εξάσκηση μαγείας συμβαίνουν στο Καμερούν δεν είναι αρκετό για να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που στερούνται συνοχής, λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, ακόμα και συνυπολογιζομένης της ανηλικότητας εδώ του αιτητή.

Είναι λοιπόν εκ των ως άνω κατάληξη μου εδώ ότι τα τρωτά σημεία του αφηγήματος του αιτητή παραμένουν και συνεπώς ουδείς εκ των ισχυρισμών του (στα πλαίσια του 2ου και 3ου ουσιωδών ισχυρισμών) γίνεται δεκτός, καθότι οι πολλές και σημαντικές ελλείψεις στην εσωτερική τους συνοχή δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους, με δεδομένο ότι ουδέν προστέθηκε επί τούτων στα πλαίσια της παρούσης. Θεωρώ λοιπόν ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή ήταν εύλογα, προϊόντα δέουσας έρευνας όλων των ενώπιον τους στοιχείων και ορθά επί της ουσίας, ως ανωτέρω εξηγώ.

Λεχθέντων των ως άνω σημειώνεται ότι, ως ορθά εισηγείται και ο συνήγορος του αιτητή (σελ.41 αγόρευσης), παρότι στα ερ.83-84 φαίνεται να εξετάζονται και να απορρίπτονται τα όσα ανέφερε περί του θανάτου των γονέων του, στο ερ.79, όπου γίνεται αξιολόγηση κινδύνου, δεν γίνεται αναφορά σ’ αυτούς (στα πλαίσια διαμόρφωσης του προφίλ του).

Σημειώνω εδώ ότι το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκφέρει πρωτογενή ευρήματα επί των επίδικων ζητημάτων, καθώς και ότι, ως ειπώθηκε στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος, «ο έλεγχος ουσίας […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».

Στη βάση και των ως άνω καταλήγω ότι, ως συνέπεια των κενών που εντοπίζονται και στη συγκεκριμένη πτυχή των ισχυρισμών του αιτητή περί του κατ’ ισχυρισμό θανάτου των γονέων, δεδομένου του ότι ουδεμία λεπτομέρεια ή άλλο βιωματικό στοιχείο ήταν σε θέση να παραθέσει κατά την επίδικη συνέντευξη (βλ. ερ.62 και ερ.83-84) ως προς τις συνθήκες, τον χρόνο και τις περιστάσεις του ατυχήματος, ως αποτέλεσμα του οποίου κατ’ ισχυρισμό απεβίωσαν και το πόσο χρόνο νοσηλεύτηκαν, αλλά και λαμβανομένου υπόψη του ότι ουδέν περαιτέρω προσκόμισε ή ανέφερε στα πλαίσια της παρούσης επί τούτου ο αιτητής, απορρίπτω ως αναξιόπιστο τον ισχυρισμό αυτό. Τούτο γιατί, συνυπολογιζομένης και της ανηλικότητας του αιτητή (13 ετών το 2020, κατά τον κατ’ ισχυρισμό θάνατο των γονέων του), θεωρώ πως θα ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις να είναι σε θέση αυτός να αναφέρει – κατ’ ελάχιστο – ένα ή και μέρος εκ των ως άνω στοιχείων που απουσιάζουν από το αφήγημα του επί τούτου. Δεν παραγνωρίζω ότι ο θάνατος αμφότερων των γονέων ενός παιδιού έχει ενδεχομένως ισχυρό αντίκτυπο στον ψυχισμό του, όμως, ακόμα και έτσι, δεν θεωρώ εύλογο να μην έχει συγκρατήσει το παραμικρό στοιχείο ή, έστω, μια φωτογραφικά αποτυπωμένη ανάμνηση από το συμβάν αυτό και τα όσα έγιναν ή ακολούθησαν αυτού του ατυχήματος. Σημειώνω εδώ ότι ο αιτητής, όταν ρωτήθηκε που διέμενε κατά τον χρόνο του ατυχήματος ανέφερε ότι έμενε με τον θείο του (ερ.62 – 5Χ), το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον μετέπειτα ισχυρισμό του ότι μετοίκησε στον θείο του το 2022 (ερ.58) ή το 2021 (ερ.59), μεταξύ των οποίων εντοπίζεται διπλή αντίφαση. Αναπόδραστα βεβαίως, εκ της ως άνω κατάληξης μου θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι γονείς του αιτητή δεν έχουν αποβιώσει και συνεπώς ο αιτητής, πέραν της θείας, γιαγιάς και θείου του, έχει τους γονείς του, οι οποίοι, ως ο ίδιος αναφέρει, μένουν στη Yaounde, που ήταν και ο τόπος διαμονής του ίδιου.

Προχωρώ λοιπόν με την εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας, αν προκύπτουν, στη βάση των ενώπιον μου αποδεκτών ισχυρισμών, ως αυτοί διαμορφώνονται πιο πάνω.

Προτού προχωρήσω θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αιτητής έχει πλέον (από τις 02/03/25) ενηλικιωθεί, η δε μεταβολή των στοιχείων που αφορούν τον αιτητή, ήτοι εν προκειμένω η ενηλικίωση του θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της εξ υπαρχής και εφ’ όλης της ύλης εξέτασης που διενεργείται στην παρούσα [βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.17/2021, Janelidze v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.21/09/21, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, αρ.46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και αρ.47 του ΧΘΔΕΕ].

Σημειώνω ότι η έκταση και φύση του ελέγχου που διενεργείται έχει επιβεβαιωθεί και στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στη C-406/22, CV, ημ.04/10/24, σκέψεις 88-89, όπου ανέφερε ότι «ο όρος «ex nunc» αναδεικνύει την υποχρέωση του δικαστή, κατά την εκτίμηση που πραγματοποιεί, να λαμβάνει υπόψη τυχόν νέα στοιχεία τα οποία έχουν προκύψει μετά την έκδοση της απόφασης κατά της οποίας βάλλει η προσφυγή. Ειδικότερα, μια τέτοια εκτίμηση επιτρέπει την εξαντλητική εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, χωρίς να χρειάζεται να αναπεμφθεί ο φάκελος στην αποφαινόμενη αρχή. Η εξουσία που απονέμεται επομένως στον δικαστή να λαμβάνει υπόψη νέα στοιχεία τα οποία δεν έχουν κριθεί από την εν λόγω αρχή εντάσσεται στο πλαίσιο του σκοπού της οδηγίας 2013/32 […] Εν συνεχεία, ο επιθετικός προσδιορισμός «πλήρης» που παρατίθεται στο άρθρο 46, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας επιβεβαιώνει ότι ο δικαστής οφείλει να εξετάζει τόσο τα στοιχεία που έλαβε ή θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη η αποφαινόμενη αρχή όσο και τα στοιχεία που ανέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης της εν λόγω αρχής (απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, Alheto, C‑585/16, EU:C:2018:584, σκέψη 113).». Εκ του εν λόγω δε αποσπάσματος, σε συνάρτηση και με την εξουσία που του δίδει η οικεία νομοθεσία, καθίσταται σαφές επίσης ότι το παρόν Δικαστήριο δύναται να εξετάζει και αποφαίνεται επί στοιχείων που ανέκυψαν μετά την επίδικη απόφαση, ως εν προκειμένω η ενηλικίωση του αιτητή. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.51/2022, ημ.19/10/24, το Εφετείο, παρότι έκανε δεκτή την έφεση για τον λόγο ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο ΠΧΚ που προσκόμισε ο αιτητής, παραμέρισε την απόφαση χωρίς να αγγίξει το σημείο που αφορά το ότι, με δεδομένο ότι ο αιτητής εκεί είχε ενηλικιωθεί εκκρεμούσης της ενώπιον του διαδικασίας, η εξέταση της υπόθεσης έγινε σ’ αυτή τη βάση, σημειώνοντας σχετικά ότι «το πρωτόδικο Δικαστήριο […] προχώρησε σε έλεγχο της ουσίας […] αντιμετωπίζοντάς τον πλέον ως ενήλικα, λόγω της μεταβολής των προσωπικών του συνθηκών.»

Εφόσον εκκρεμούσης της παρούσης δικαστικής διαδικασίας ο αιτητής έχει ενηλικιωθεί, η εξέταση του μελλοντικού κινδύνου γίνεται λαμβανομένης υπόψη της ενηλικίωσης του, ως δεδομένο που αλλάζει, αναπόφευκτα, το προφίλ και τις προσωπικές περιστάσεις του, με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Στη βάση δε αυτή προχωρώ σε εκτίμηση κινδύνου, στα πλαίσια μελλοντοστραφούς εξέτασης και αξιολόγησης αυτών.

Δεδομένου εν προκειμένω του ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή έγινε αποδεκτός λαμβανομένου υπόψη του ότι είναι ενήλικος πλέον (19 ετών σήμερα), με ικανοποιητική μόρφωση, διατηρεί δε (ως έγινε δεκτό για τους λόγους που πιο πάνω εξηγώ) πλούσιο οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής του (γονείς/θείο/θεία/γιαγιά), υγιής, χωρίς άλλα στοιχεία ευαλωτότητας, ουδείς λόγος μπορεί να γίνει περί πράξης δίωξης την οποία έχει υποστεί ή αναμένεται να υποστεί. Άλλωστε τα όσα σχετικώς αναφέρει ο συνήγορος του αιτητή αφορούν και συναρτώνται με το προφίλ του αιτητή ως ορφανού ανήλικου, ο οποίος έχει υποστεί βία ή κακομεταχείριση, ουδέν εκ των οποίων, ως εξηγώ πιο πάνω, γίνεται αποδεκτό ή ισχύει σήμερα. Ενόψει λοιπόν τούτου και στην απουσία ισχυρισμού ότι αυτός απειλείται με πράξη δίωξης άλλη από τις περιγραφόμενες απ’ αυτόν στα πλαίσια του 2ου και 3ου ουσιώδους ισχυρισμού, που έχουν απορριφθεί, απομένει η εξέταση της πτυχής της συμπληρωματικής προστασίας.

Δεδομένου δε του ότι ουδείς ισχυρισμός τέθηκε που να αφορά θανατική ποινή ή εκτέλεση, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, αφού – ομοίως με τα όσα αμέσως πιο πάνω αναφέρω – ουδείς τέτοιος ισχυρισμός, που να μην συνδέεται με την (τότε) ανηλικότητα του και τους απορριφθέντες 2ο και 3ο ουσιώδεις ισχυρισμούς προωθείται στα πλαίσια της παρούσης, απομένει μόνο η εξέταση βάσει του αρ.19 (2) (γ) του Νόμου, ήτοι σοβαρής και προσωπικής απειλής «κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

Απομένει λοιπόν εδώ μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Yaounde) σε επικαιροποιημένη βάση.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 20/02/26), στην πρωτεύουσα Yaoundé καταγράφηκαν 20 περιστατικά ασφαλείας, εκ των οποίων προέκυψαν 7 θάνατοι, όπου περιλαμβάνονται 14 διαδηλώσεις, με συνέπεια 6 θανάτους, 2 περιστατικά πολιτικής βίας, με αποτέλεσμα 1 θάνατο, και 1 περιστατικό τρομοκρατικής δραστηριότητας. [3] Την ίδια περίοδο, στην Κεντρική περιφέρεια ως σύνολο, όπου υπάγεται η Yaoundé, καταγράφηκαν 21 περιστατικά ασφαλείας και 7 θάνατοι.[4] Ο πληθυσμός της Yaoundé ανέρχεται περί το 1,8 εκατομμύρια κατοίκων[5], ο δε πληθυσμός της Κεντρικής Περιφέρειας ανέρχεται περί τα 5,5 εκατομμύρια κατοίκων.[6]

Στη βάση των ως άνω είναι κατάληξη μου ότι δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί, στη βάση και της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας [7] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-901/19 CF and DN ημ.10/06/21).

Ουδέν λοιπόν ετέθη ενώπιον μου που να ανατρέπει την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της επίδικης αιτήσεως.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώνεται εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται στην προκείμενη περίπτωση «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να καταδεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης (λαμβανομένου υπόψη και του προφίλ του αιτητή, ως πιο πάνω διαμορφώνεται, εκ του οποίου καθίστανται μη σχετικές και οι ΠΧΚ που παραθέτει ο συνήγορος του αιτητή περί μεταχείρισης παιδιών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο).

Στο σημείο αυτό, δεδομένης της ως άνω κατάληξης μου επί της ουσίας, αξίζει θεωρώ να σημειωθούν τα εξής.

Δεν παραγνωρίζω ότι εν προκειμένω, ως και ανωτέρω αναφέρω, είχε εκδοθεί στα πλαίσια της επίδικης απόφασης και απόφαση επιστροφής του αιτητή στο Καμερούν (ερ.88), χωρίς εντούτοις να ερευνηθεί και να αξιολογηθεί η δυνατότητα επιστροφής και υποδοχής του (ως ανήλικου, τότε). Τούτο όμως, δεδομένου ότι η στα πλαίσια της παρούσης εξέταση γίνεται, ως ανωτέρω εξηγώ, με αναφορά και στη σχετική νομολογία (περιλαμβανομένης της θετικής δικαιοπλαστικής εξουσίας του Δικαστηρίου), εξ υπαρχής και λαμβανομένων υπόψη τυχόν στο μεταξύ μεταβολών στις περιστάσεις που συνθέτουν εκάστη υπό κρίση υπόθεση (εν προκειμένω την ενηλικίωση του αιτητή), δεν διαφοροποιεί την κατάληξη μου ότι σήμερα δεν υφίστανται περιστάσεις που καθιστούν την επιστροφή του αιτητή ως κατά παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, στη βάση των ως άνω διαπιστώσεων, και συνεπώς δεν αρκεί για να ανατρέψει την επίδικη απόφαση επιστροφής.

Σε σχέση τέλος με τις αναφορές του αιτητή (σελ.6, σημ.12 αγόρευσης) περί του ότι εδώ δεν ενεργοποιήθηκαν ή και δεν έγιναν οι δέουσες ή και επαρκείς ενέργειες με σκοπό την οικογενειακή επανένωση του αιτητή (με αναφορά στη διαδικασία Δουβλίνου), σημειώνω ότι, ως προκύπτει από τα ερ.42-48, έγινε συνέντευξη σχετικώς και προωθήθηκε σχετικό αίτημα ως προς τον καλούμενο από τον ίδιο θείο του (στη Γαλλία), το οποίο απορρίφθηκε, ως αποκαλύπτεται από το ερ.48, λόγω του ότι δεν διαπιστώθηκε συγγένεια (εν τη εννοία του κανονισμού 2013/604/ΕΕ – Κανονισμός Δουβλίνο III) με το εν λόγω πρόσωπο, που ήταν η μόνη επιθυμία που εξέφρασε ο αιτητής, καθότι, ερωτώμενος για τον αδελφό του, ο οποίος κατ’ ισχυρισμό διέμενε ως φοιτητής στη Γαλλία, ανέφερε ότι δεν μπορεί να τον φροντίσει (καθώς είναι φοιτητής, ως ανέφερε ο αιτητής). Σημειώνω επίσης ότι, σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία του «Δουβλίνου» δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στην παρούσα και δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσης, ούτε και παρεμπιπτόντως, καθώς πρόκειται για ανεξάρτητη διαδικασία προς την εδώ επίδικη αίτηση (δεν αποτελεί προπαρασκευαστική πράξη της επίδικης απόφασης και διαδικασίας), η οποία θα έπρεπε να είχε προσβληθεί αυτοτελώς, τότε, σε περίπτωση που ο αιτητής δεν συμφωνούσε καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την απόφαση της Γαλλίας να απορρίψει το αίτημα ανάληψης της ευθύνης εξέτασης της επίδικης αιτήσεως από τις γαλλικές Αρχές.

Η προσφυγή απορρίπτεται.

Δεδομένης της ανηλικότητας του αιτητή κατά την καταχώρηση προσφυγής, η οποία έγινε δια της Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού [βλ. και Κ.6 του περί Επιτρόπου Προστασίας Δικαιωμάτων του Παιδιού (Διορισμός Επιτρόπου από το Δικαστήριο ως Αντιπρόσωπος Παιδιού) Διαδικαστικού Κανονισμού (3/2014)], αλλά και του ότι, ως και πιο πάνω εξηγώ, έχω εντοπίσει πλημμέλεια στην έκδοση της απόφαση επιστροφής του αιτητή (κατά τον χρόνο που αυτός ήταν ανήλικος), παρότι δεν είναι ικανά – δεδομένων των όσων επ’ αυτού εξηγώ ενδελεχώς πιο πάνω - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα στην παρούσα και δεν καθιστούν ακυρωτέα την επίδικη απόφαση, καταδεικνύουν τυπικές πλημμέλειες, δεν επιδικάζονται έξοδα.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[3] Πλατφόρμα ACLEDExplorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, AllEvents, PastYear, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026.

[4] Πλατφόρμα ACLEDExplorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, AllEvents, PastYear, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/02/2026.

[5] City Population, Cameroon, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ , τελευταία πρόσβαση 26/02/2026.

[6] City Population, Cameroon, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ , τελευταία πρόσβαση 26/02/2026.

[7] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο