ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 1114/2025
10 Ιουνίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
S.M. XXX Λάρνακα
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ν. Χαραλαμπίδου (κα) για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για την Αιτήτρια.
E. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Αιτήτρια Παρούσα
M. Σταυρινίδου (κα) για διερμηνεία από Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 14/04/25 η οποία της κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία να της παραχωρείται καθεστώς διεθνούς προστασίας ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία του Δικαστηρίου κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Ουγκάντα και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 24/03/25. Ακολούθως, στις 02/04/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, ακολούθησε Έκθεση/Εισήγηση ημερομηνίας 09/04/25 και στις 10/04/25 λήφθηκε απόφαση για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας και έκδοση απόφασης επιστροφής στην Ουγκάντα, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, μέσω της Γραπτής Αγόρευσης της δικηγόρου της, υιοθετεί τον πυρήνα του αιτήματος διεθνούς προστασίας και υποστηρίζει ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση πάσχει καθότι λήφθηκε κατά παράβαση των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, των κατευθυντήριων γραμμών της Ύπατης Αρμοστείας, χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση, χωρίς δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα, υπό πλάνη και πεπλανημένα κριτήρια και/ή είναι αναιτιολόγητη και/ή ότι η συνέντευξη ήτο ανεπαρκής. Σημειώνεται ότι κατά την ακροαματική διαδικασία αποσύρθηκαν ρητώς νομικοί λόγοι ακύρωσης που αφορούν αναρμοδιότητα αποφασίζοντος οργάνου.
Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, από την πλευρά τους, πρόβαλαν ότι ενήργησαν ορθά, νόμιμα και καλόπιστα υπό τις περιστάσεις, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει και ως εκ τούτου, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα προσφυγή ως αβάσιμη. Τονίζουν δε ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά θα πρέπει να υποδειχθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της Αιτήτριας μέσω της δικηγόρου της αναλώνεται μόνο στην επανάληψη διατάξεων νόμων και κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον ενδιαφερόμενο/αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος). Πέραν τούτου, οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της και/ή καταληκτικά η διερεύνηση κατά πόσο εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες της νομοθεσίας κατά την συνέντευξη, είναι στοιχεία άμεσα συνυφασμένα με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι υπήρξε μάρτυρας εγκλημάτων που συνδέονται με κληρονομικές διαφορές. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι έχασε τον πατέρα και τον αδελφό της από τους θείους της (αδελφούς του πατέρα της). Σύμφωνα με την ίδια, η οικογένειά της είχε μετακομίσει το 2003 από το Muyembe στο Musoto της επαρχίας Mbale για μια καλύτερη και πιο ήρεμη ζωή, με την ίδια να μην αντιλαμβάνεται τότε την κατάσταση λόγω της μικρής της ηλικίας. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι τον 1ο/2021 ο πατέρας της επέστρεψε στο χωριό του για να πάρει ένα τεμάχιο γης που δικαιούνταν από την περιουσία του παππού της, ώστε να τη βοηθήσει οικονομικά με τις σπουδές της. Ωστόσο, βρέθηκε νεκρός. Η ίδια υποστηρίζει ότι τον δηλητηρίασαν και μετά τον κρέμασαν από ένα δέντρο, παρουσιάζοντας τον θάνατό του ως αυτοκτονία. Επιπλέον, δήλωσε ότι τον 8ο/2024 ο αδελφός της βρέθηκε επίσης νεκρός, ως θύμα μαγείας από τα ίδια συγγενικά πρόσωπα.
Μετά από αυτά τα γεγονότα, η Αιτήτρια συνειδητοποίησε ότι κινδυνεύει και η δική της ζωή. Καθώς είναι το πρώτο παιδί και κληρονομεί το μεγαλύτερο μέρος της πατρικής περιουσίας, θεωρεί ότι αποτελεί τον επόμενο στόχο των θείων της. Έτσι, φοβούμενη για τη ζωή της και με τη βοήθεια της μητέρας της, διέφυγε από τη χώρα της για να ζητήσει προστασία, ώστε να μην πέσει και η ίδια θύμα της κληρονομικής αυτής διαμάχης (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «Δ.Φ.»). Κατά την συνέντευξή της, δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Mbale της επαρχίας Mbale, στην περιφέρεια Eastern Region, είναι εθνοτικής φυλής Bagisu και ασπάζεται το χριστιανικό θρήσκευμα. Ανέφερε ότι είναι κάτοχος πτυχίου στη Δημόσια Διοίκηση από το Makerere University της Kampala, ομιλεί Αγγλικά, Σουαχίλι και Luganda και εργαζόταν στον τομέα του ψηφιακού μάρκετινγκ σε μεγάλο θέρετρο στην Kampala, ότι είναι άγαμη και ότι από το 2021-2025 διέμενε στην περιοχή Bukoto της Kampala. Ο πατέρας της απεβίωσε το 2021, ο αδελφός της το 2024, ενώ η μητέρα της και οι δύο αδελφές της διαμένουν στην Kampala, με τις οποίες διατηρεί επικοινωνία. Ανέφερε επίσης ότι διαθέτει ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο, αποτελούμενο από θείους, θείες και ξαδέλφια που διαμένουν σε διάφορες περιοχές της Ουγκάντα (ερυθρά 46-49 Δ.Φ.). Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια επανέλαβε τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο έντυπο της αίτησής της, αναφέροντας ότι δεν αισθάνεται ασφαλής λόγω μακροχρόνιας κτηματικής διαφοράς μεταξύ των μελών της οικογένειάς της στην περιοχή Bulambuli. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας της έλαβε μεγαλύτερο μερίδιο γης από τον παππού της σε σχέση με τα τρία αδέλφια του, γεγονός που προκάλεσε έριδες ήδη από το έτος 2000 και οδήγησε στη μετεγκατάσταση της οικογένειάς της από την περιοχή Muyembe στην περιοχή Musoto της επαρχίας Mbale. Επιπλέον, δήλωσε ότι τον 1ο/2021 ο πατέρας της βρέθηκε νεκρός στην περιοχή Bulambuli, όπου είχε μεταβεί με σκοπό την πώληση μέρους της γης του. Η ίδια πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας της δηλητηριάστηκε από τους θείους της, οι οποίοι στη συνέχεια τον απαγχόνισαν προκειμένου να προσομοιάσουν τον θάνατο με αυτοκτονία. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι παρά τη διενέργεια αστυνομικών εξετάσεων, κανένα πρόσωπο δεν κρίθηκε υπαίτιο ή κατηγορήθηκε για τον εν λόγω θάνατο. Ακολούθως, η διαχείριση της επίδικης γης περιήλθε σε πρεσβύτερους συγγενείς και μέλη της κοινότητας, αν και μέρος της περιουσίας είναι εγγεγραμμένο στο όνομά της. Στις 03/08/24 απεβίωσε και ο αδελφός της, ο οποίος κατά την άποψή της ήταν ο επόμενος φυσικός διαχειριστής της περιουσίας. Αν και ο θάνατός του αποδόθηκε επισήμως από το νοσοκομείο σε προβλήματα ψυχικής υγείας, η Αιτήτρια τον αποδίδει υποκειμενικά σε πρακτικές μαγείας εκ μέρους των θείων της. Τέλος, αναγνώρισε ρητά ότι η ίδια δεν υπήρξε ποτέ θύμα προσωπικής επίθεσης, απειλής, σύλληψης ή κράτησης στην Ουγκάντα. Εντούτοις, δήλωσε ότι φοβάται πως σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της δεν θα είναι ασφαλής, καθώς θεωρεί ότι οι θείοι από την πατρική γραμμή επιδιώκουν να αποκτήσουν την επίμαχη γη και ότι η ίδια ενδέχεται να αποτελέσει μελλοντικό στόχο (ερυθρό 39-46 Δ.Φ.).
Από τις απαντήσεις της Αιτήτριας ο λειτουργός αποδέχθηκε τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τον τόπο συνήθους διαμονής της (ερυθρά 77-78 Δ.Φ.), ωστόσο απέρριψε τον ισχυρισμό περί μελλοντικού της κίνδυνου εξαιτίας περιουσιακών διαφορών (δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός) (ερυθρά 71-77 Δ.Φ.). Συγκεκριμένα, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της ως προς τον πυρήνα του αιτήματός της χαρακτηρίζονται από έλλειψη ικανοποιητικών πληροφοριών, αντιφάσεις και έλλειψη συνοχής και συνέπειας. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες για την επίδικη γη, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές ότι αυτή δόθηκε στον πατέρα της και στα αδέλφια του από τον παππού της, ότι ο πατέρας της έλαβε μεγαλύτερο μερίδιο και ότι τούτο προκάλεσε δυσαρέσκεια και σύγκρουση. Παρά τις σχετικές ερωτήσεις, δεν μπόρεσε να περιγράψει επαρκώς τη γη, την έκταση, την ακριβή τοποθεσία, την αξία και τη χρήση της, ούτε να εξηγήσει πώς γνώριζε την αξία της. Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις ως προς το κατά πόσο η γη είχε δοθεί στον πατέρα της ή όχι, καθώς αρχικά ανέφερε ότι δεν του δόθηκε γη, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο τίτλος ήταν στο όνομά του. Επιπλέον, κρίθηκε ότι οι απαντήσεις της σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο απόκτησης της γης, την ενοικίασή της και το ύψος του μισθώματος ήταν ασαφείς και μη ικανοποιητικές, ιδίως ενόψει του ότι η επίδικη περιουσία αποτελούσε τον πυρήνα του αιτήματός της. Ως προς την ίδια τη σύγκρουση, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές περί διαφωνίας μεταξύ του πατέρα της και των τριών αδελφών του λόγω άνισης κατανομής της γης, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει ουσιαστικές λεπτομέρειες για τη φύση, την εξέλιξη ή συγκεκριμένα περιστατικά της σύγκρουσης, πέραν του ότι από το έτος 2000 δεν υπήρχε σχέση ή επικοινωνία μεταξύ των αδελφών. Αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα της, δεν παρέθεσε ικανοποιητικές πληροφορίες αφού ανέφερε μόνο ότι ο πατέρας της επέστρεψε μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας για να πωλήσει μέρος της γης, ότι δηλητηριάστηκε και ότι το σώμα του κρεμάστηκε ώστε να παρουσιαστεί ως αυτοκτονία. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε ποιος τον δηλητηρίασε, δεν έδωσε σαφή απάντηση, αλλά αρκέστηκε να αναφέρει τα αδέλφια του, με τα οποία είχε τη σύγκρουση, χωρίς να εξηγήσει πώς το γνώριζε, πέραν του ότι «ήταν προφανές». Κρίθηκε, συνεπώς, ότι οι ισχυρισμοί της στηρίζονταν σε προσωπική υπόθεση, ενώ δεν μπόρεσε να περιγράψει επαρκώς ούτε την ημέρα της ταφής ούτε τα συναισθήματά της από την απώλεια του πατέρα της. Ως προς τον θάνατο του αδελφού της, ανέφερε ότι αυτός «ξεφορτώθηκε» επειδή, ως αγόρι της οικογένειας, θα υπερασπιζόταν τα δικαιώματα του πατέρα τους. Εντούτοις, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι αναφορές της ήταν γενικές και ασαφείς, καθώς δήλωσε ότι ο αδελφός της ήταν άρρωστος χωρίς να υπάρχει ασθένεια, ότι «πολεμούσε κάτι αόρατο» και ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε μαγεία, ενώ η επίσημη αιτία από το νοσοκομείο ήταν ψυχολογικά προβλήματα. Δεν μπόρεσε δε να εξηγήσει πώς γνώριζε ότι οι θείοι της ευθύνονταν για τη μαγεία, επαναλαμβάνοντας απλώς ότι διαπίστωσαν πως δεν επρόκειτο για ασθένεια. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν εξέφρασε επαρκώς τα συναισθήματά της για τον θάνατο του αδελφού της. Περαιτέρω, η Αιτήτρια απέτυχε να παράσχει επαρκείς και στοιχειώδεις πληροφορίες αναφορικά με τα πρόσωπα με τα οποία ο πατέρας της φέρεται να βρισκόταν σε αντιδικία. Συγκεκριμένα, καίτοι κατονόμασε τους τρεις θείους της ως Jasper, Soul και William, δήλωσε άγνοια ως προς την ηλικία, την επαγγελματική τους δραστηριότητα, την οικογενειακή τους κατάσταση (αριθμό τέκνων), καθώς και τον ακριβή τόπο διαμονής τους. Η έλλειψη των εν λόγω βασικών στοιχείων συνεκτιμήθηκε αρνητικά, δεδομένου ότι η Αιτήτρια παρουσίασε τα πρόσωπα αυτά ως τους υπαίτιους για τους θανάτους του πατέρα και του αδελφού της. Επιπλέον, εντοπίστηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις και λογικά κενά ως προς το καθεστώς διαχείρισης της επίδικης γης μετά τον θάνατο του πατέρα της. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι οι συγγενείς κατακράτησαν τη γη ώσπου να ενηλικιωθούν τα τέκνα της οικογένειας, παρά το γεγονός ότι η ίδια είχε ήδη συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας της κατά τον χρόνο θανάτου του πατέρα της. Κληθείσα να σχολιάσει την αντίφαση αυτή, προέβαλε τη δικαιολογία ότι είναι γυναίκα και ότι κατά τον επίδικο χρόνο σπούδαζε, πλην όμως περιέπεσε σε νέες αντιφάσεις: ενώ αρχικά δήλωσε ότι αποφοίτησε το έτος 2020, στη συνέχεια μετέβαλε τον ισχυρισμό της, αναφέροντας ότι ολοκλήρωσε τις σπουδές της το 2022. Συνάμα, η θέση της ότι η γη τελούσε υπό την προστασία της φυλής και των πρεσβύτερων συγγενών της, κρίθηκε νομικά και λογικά ασύμβατη με τον μεταγενέστερο ισχυρισμό της ότι ο αδελφός της εξοντώθηκε προκειμένου η γη να περιέλθει στην κατοχή της φυλής και των ιδίων συγγενών. Τέλος, η αρμόδια αρχή συνεκτίμησε το γεγονός ότι, κατά παραδοχή της ιδίας της Αιτήτριας, οι συγγενείς του πατέρα της ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια εναντίον της, η ίδια δεν διεκδίκησε ποτέ τη συγκεκριμένη γη, ενώ η μητέρα της εξακολουθεί να εισπράττει χρηματικά ποσά από την οικονομική εκμετάλλευσή της. Τα στοιχεία αυτά κρίθηκε ότι αναιρούν τον ισχυρισμό περί ύπαρξης προσωπικής ανασφάλειας εξαιτίας της περιουσιακής διαφοράς. Αναφορικά δε με τον προβαλλόμενο μελλοντικό κίνδυνο, η Αιτήτρια περιορίστηκε σε υποθετικές και αόριστες αναφορές, εκφράζοντας τον φόβο ότι "ίσως" δεν θα είναι ασφαλής, χωρίς να τεκμηριώσει την ύπαρξη στοχευμένης απειλής σε βάρος της σε περίπτωση επαναπατρισμού, ιδίως ενόψει του ότι μέχρι την αναχώρησή της δεν είχε υποστεί την οιαδήποτε προσωπική βλάβη. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία (External Credibility), οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι, με βάση έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής (COI), οι κτηματικές συγκρούσεις αποτελούν μεν συχνό φαινόμενο στην Ουγκάντα —απορρέον από ανταγωνιστικές αξιώσεις, ασαφή όρια, ιστορικές αδικίες και διαφορετικές αντιλήψεις περί ιδιοκτησίας— πλην όμως η ύπαρξη ενός γενικού φαινομένου δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του απαιτούμενου εξατομικευμένου φόβου δίωξης ή σοβαρής βλάβης στην παρούσα περίπτωση.
Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου της Αιτήτριας, και επίσης, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος της σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, όπου αυτό κρίθηκε αναγκαίο και ήταν εφικτό. Κατόπιν συνολικής και σφαιρικής αξιολόγησης της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, καθώς και του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό τη μορφή προφορικών δηλώσεων, διαπιστώνεται ότι η ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματός της ως προς το συγκεκριμένο σκέλος (ήτοι τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό) παραμένει παντελώς ανυπόστατη και δεν τεκμηριώνεται. Οι εντοπισθείσες ουσιώδεις αντιφάσεις, τα λογικά κενά, η έλλειψη βιωματικότητας κατά την εξωτερίκευση των γεγονότων, καθώς και η αδυναμία παροχής θεμελιωδών πληροφοριών για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, κλονίζουν ανεπανόρθωτα την εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω της ενδοοικογενειακής κτηματικής διαφοράς απορρίπτεται ως αναξιόπιστος και νομικά αβάσιμος. Ούτε παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της EASO: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112 και 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε δε, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις και λεπτομερείς εξηγήσεις[1], αλλά ούτε και θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Υπάρχουν δε, επί της έκθεσης-εισήγησης καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας της Αιτήτριας με παραπομπές και σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου κρίθηκε σκόπιμο/εφικτό. Ούτε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και/ή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υποδείχθηκαν σημεία επί της συνέντευξης ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής ή που να ανατρέπουν το τεκμήριο εσωτερικής αναξιοπιστίας της Αιτήτριας κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών της. Ούτε πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για παραχώρηση σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα καθότι δεν πληρούνται τα κριτήρια μορφής δίωξης, του φορέα δίωξης αλλά ούτε τεκμηρίωσε ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του που να αντιμετωπίζει δίωξη (Βλέπε Άρθρα 3, 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε κατά πόσο η Αιτήτρια θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Ως προς την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, από τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι η Ουγκάντα δεν βρίσκεται σε κατάσταση διεθνούς ή μη διεθνούς ένοπλης σύρραξης κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Ειδικότερα, η βάση δεδομένων War Watch[2], η οποία καταγράφει και ταξινομεί τις ένοπλες συγκρούσεις διεθνώς σύμφωνα με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, δεν καταγράφει οποιαδήποτε ένοπλη σύρραξη εντός του εδάφους της Ουγκάντας κατά την εν λόγω περίοδο. Παρότι η χώρα συμμετέχει στρατιωτικά σε επιχειρήσεις εκτός των συνόρων της, ιδίως στο Νότιο Σουδάν και στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δεν προκύπτει ότι στο εσωτερικό της επικρατεί κατάσταση γενικευμένης βίας ή ένοπλης σύρραξης που να φθάνει το κατώφλι εφαρμογής του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στο έδαφος της Ουγκάντας. Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 27/05/26) στην περιοχή Kampala της Ουγκάντα, (τόπος επιστροφής της Αιτήτριας), σημειώθηκαν συνολικά 69 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 4 ανθρώπινες απώλειες.[3] Σημειώνεται ακόμη σύμφωνα με διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, ο πληθυσμός της περιφέρειας Kampala εκτιμήθηκε σε 1,797,722 κατοίκους (με τελευταία επίσημη καταμέτρησητο έτος 2024)[4]. Εξάλλου, ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία της Αιτήτριας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή της θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Όλα τα στοιχεία ανωτέρω, όπως αυτά προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης της Αιτήτριας καταδεικνύουν ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου της διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις των Άρθρων 13, 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή τις προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ενημερώθηκε πλήρως από την λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και κατά τη συνέντευξη της έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα διεθνούς προστασίας όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές της περιστάσεις. Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου, όπως επίσης και διευκρινιστικές ερωτήσεις για να μπορεί η Αιτήτρια να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες της.
Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε, βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγονται δε, στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε.Aρ.3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 05/06/2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης περιέχει τους πραγματικούς λόγους και τη νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα το αρμόδιο όργανο ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση. Το Δικαστήριο, μετά από πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας[5], όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε EUAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System - Judicial Analysis, 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123.
[2] Βλ. War Watch (Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights), Explore, διαθέσιμο στο, https://warwatch.ch/explore/ (ημερ. πρόσβασης στις 07/06/2026).
[3] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Uganda, Region: Kampala, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 07/06/2026).
[4] City Population, Uganda, Kampala, https://www.citypopulation.de/en/uganda/cities/?admid=8995 ημερ. πρόσβασης στις 07/06/2026).
[5] Βλέπε Ε.Δ.Δ.Δ.Δ. Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερομηνίας 11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Δ. Aρ.17/2021, Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 21/09/21 - σύμφωνα με τις οποίες το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο