ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 114/2024
12 Ιουνίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.T.K.D. από το Καμερούν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου.
Καθ’ ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Τ. Μπετίτο (κος) για Δημήτριος Α. Παυλίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή
Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 08/01/24 η οποία του κοινοποιήθηκε την ίδια μέρα, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ότι σε περίπτωση επιστροφής του παραβιάζεται το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνεται εύλογη και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής, υπήκοος της Δημοκρατίας του Καμερούν, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 05/04/21, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του στις 22/11/23 και 04/12/23. Στις 11/12/23 συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση και αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης στις 20/12/23, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος του Αιτητή, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, υιοθέτησε πλήρως τους λόγους της αίτησης διεθνούς προστασίας, επαναλαμβάνοντας τα σχετικά με το αίτημα στοιχεία. Ισχυρίστηκε ότι, λόγω της αποδοχής των δύο βασικών ισχυρισμών του Αιτητή και της γενικευμένης ανασφάλειας που επικρατεί στην περιοχή της συνήθους διαμονής του, θα έπρεπε να του παραχωρηθεί τουλάχιστον το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Προς υποστήριξη τούτου, παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που καταγράφουν τη δυσχερή κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν. Επιπλέον, προέβαλε την έλλειψη δέουσας και επαρκούς έρευνας από την αρμόδια αρχή, την απουσία ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη του αιτήματος, καθώς και την ύπαρξη πλάνης περί τα πράγματα. Τέλος, υποστήριξε ότι δεν εφαρμόστηκαν οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία διαδικαστικές πρόνοιες και δεν παραχωρήθηκε στον Αιτητή το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια της διαδικασίας κατατέθηκε μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης του Αιτητή ημερομηνίας 19/12/24 με επισυναπτόμενο έγγραφο, με σκοπό να ενισχύσει το αίτημα του (στοιχείο που θα αναλυθεί κατωτέρω). Με Απαντητική Αγόρευση ο συνήγορος του Αιτητή αμφισβητεί τις θέσεις των Καθ΄ ων η αίτηση, επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς του όπως αυτοί τέθηκαν μέσω της Γραπτής Αγόρευσης και υποδεικνύει ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών του και των στοιχείων που προσκόμισε κινδυνεύει με δίωξη και/ή σοβαρή βλάβη.
Οι Καθ' ων η αίτηση, απαντώντας στους ισχυρισμούς του Αιτητή, τόνισαν την εκ των διαδικαστικών κανονισμών υποχρέωση για εξειδικευμένη αιτιλόγηση των λόγων ακυρώσεως. Υποστήριξαν ότι ο Αιτητής ορθώς κρίθηκε ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα, υιοθετώντας πλήρως το περιεχόμενο της ένστασης και της έκθεσης/εισήγησης, καθώς και τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού αναφορικά με την αξιοπιστία του, εξειδικεύοντας ταυτόχρονα τα σχετικά σημεία αναξιοπιστίας. Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, και είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. Τέλος, πρόσθεσαν ότι ορθώς δεν παραχωρήθηκε στον Αιτητή το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθώς δεν του αναγνωρίστηκε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Με Συμπληρωματική Αγόρευση, μετά από αντεξέταση του Αιτητή επί της ένορκης δήλωσης του, σημειώνουν ότι δεν ανατρέπεται το τεκμήριο αναξιοπιστίας του Αιτητή, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί επί ουσιωδών στοιχείων που αφορούν το έγγραφο που προσκόμισε ή τις διαδικασίες που κατ΄ ισχυρισμό εκκρεμούν εναντίον του και/ή με υποδείξεις των Καθ΄ ων αμφισβητείται ουσιωδώς η αυθεντικότητα του εγγράφου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά, επισημαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου και νομοθετικών διατάξεων, χωρίς ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης σε αυτές. Η παράλειψη αυτή καθιστά τους ισχυρισμούς του αναιτιολόγητους. Δυνάμει του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 —ο οποίος εφαρμόζεται κατ’ αναλογία δυνάμει του Κανονισμού 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 — ο Αιτητής υπέχει υποχρέωση όχι μόνο να εγείρει τα νομικά σημεία στο δικόγραφό του, αλλά και να τα αιτιολογεί πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια στερεί από τους λόγους ακύρωσης τη δέουσα νομική βάση, καθιστώντας τους ανεπίδεκτους δικαστικής εκτίμησης. Ανεξάρτητα από τον έλεγχο ουσίας που ασκεί το Σεβαστό Δικαστήριο, τυχόν εξέταση ανειδίκευτων ισχυρισμών θα παραβίαζε τις δικονομικές διατάξεις που καθορίζουν τα επίδικα θέματα της διοικητικής δίκης (Βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598· βλ. επίσης Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, Υπόθ. Αρ. 107/2017 Χριστόδουλος Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 11/12/2017, και ειδικότερα την πρόσφατη Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022 LOUISE GARCIA NYEMB v. Δημοκρατίας, ημερ. 30/10/24). Τέλος, επισημαίνεται ότι τυχόν λόγοι ακύρωσης που περιλαμβάνονται μεν στο αρχικό δικόγραφο της προσφυγής, αλλά δεν αναπτύσσονται στη Γραπτή Αγόρευση, θεωρούνται κατά πάγια νομολογία ως ρητά εγκαταλειφθέντες.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών του και του εγγράφου που προσκομίστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
O Αιτητής με την αίτηση του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του μετά από διαδήλωση που συμμετείχε στις 22/09. Δήλωσε ότι ήταν στην πρώτη γραμμή της διαδήλωσης και ότι αναζητείται παντού εξαιτίας της συμμετοχής του σε αυτήν. Συνέχισε ότι ήταν πρόσφυγας σε προάστιο της Douala, αφότου ενημερώθηκε από έναν αστυνομικό κοντά στην οικογένεια του τον κίνδυνο να συλληφθεί. Η μητέρα του προσπάθησε να βρει χρήματα για την αναχώρηση του και υποστηρίχτηκε από αστυνομικό για να εγκαταλείψει τη χώρα (ερυθρά 9, 1 ΔΦ). Κατά τη συνέντευξη δήλωσε ότι γεννήθηκε στην Douala (ερυθρό 51, χ1 ΔΦ), όπου έμεινε όλη του τη ζωή, πλην 4 ετών όπου διέμεινε στην Nkongsamba της Δυτικής Περιφέρειας σε ηλικία 13 ετών για σπουδές (ερυθρό 50 χ2 ΔΦ). Είναι Χριστιανός Καθολικός στο θρήσκευμα και εθνοτικής καταγωγής Bamileke (ερυθρό 51 χ2, ΔΦ) άγαμος, και πατέρας δύο ανήλικων τέκνων τα οποία διαμένουν με τη μητέρα του στην Douala (ερυθρό 49, ΔΦ). Ως προς τη μητέρα των τέκνων του, δήλωσε ότι αυτή διαμένει στην Limbe και ότι ο ίδιος έχει την επιμέλεια των τέκνων τους. Ως προς την πατρική του οικογένεια δήλωσε ότι οι γονείς του, ο ένας αδελφός του και η μια αδελφή του διαμένουν στην Douala, και η έτερη αδελφή του έχει εγκαταλείψει την χώρα και δεν γνωρίζει που βρίσκεται (ερυθρό 49, ΔΦ). Αναφορικά με τους λόγους αποχώρησης από τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής πρόβαλε κατά την ελεύθερη αφήγησή του πολιτικά κίνητρα. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι κατά τις προεδρικές εκλογές του 2018 υπήρξε μαζική συμμετοχή της νεολαίας, πλην όμως το αποτέλεσμα νοθεύτηκε από την κυβέρνηση. Ο ίδιος, έχοντας ενεργή συμμετοχή στη διαδικασία, διαπίστωσε ευρεία καταψηφιση του εν ενεργεία Προέδρου και εξέφρασε την πεποίθηση ότι πραγματικός νικητής ήταν ο αρχηγός της αντιπολίτευσης, κύριος Kamdo, του οποίου έκτοτε κατέστη υποστηρικτής (ερυθρό 46, ΔΦ). Ακολούθως, δήλωσε ότι στις 22/09 συμμετείχε σε διαδήλωση στη Ντουάλα, η οποία διοργανώθηκε από τον κύριο Kamdo ως αντίδραση στην πολιτική κατάσταση της χώρας. Κατά τους ισχυρισμούς του, οι αρχές κατέστειλαν βίαια τη διαμαρτυρία κάνοντας χρήση όπλων και δακρυγόνων, ενώ προέβησαν σε συλλήψεις πριν και κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης. Ο Αιτητής περιέγραψε ότι αναγκάστηκε να διαφύγει μέσω της αγοράς Ndokoti, όπου και έγινε μάρτυρας συλλήψεων άλλων πολιτών. Τέλος, ανέφερε ότι κατά την επιστροφή στην οικία του, ενημερώθηκε από τους γονείς του για εφόδους των αρχών σε σπίτια διαδηλωτών, γεγονός που τον ανάγκασε να κρυφτεί σε φιλική κατοικία. Λόγω του συνεχιζόμενου κύματος συλλήψεων και του διάχυτου φόβου του για επικείμενη σύλληψη, αποφάσισε, κατόπιν προτροπής της μητέρας του, να εγκαταλείψει τη χώρα. Κληθείς να αποκριθεί τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του δήλωσε ότι φοβάται ότι θα συλληφθεί καθότι το καθεστώς δεν έχει μεταβληθεί και η κατάσταση έχει χειροτερεύσει. Προσέθεσε ότι τα άτομα που συνελήφθησαν κατά τη διαδήλωση είναι ακόμα στη φυλακή και οι αρχές κατ’ εκείνη τη χρονική περίοδο τον αναζητούσαν ενώ δεν γνωρίζει εάν αναζητείται ακόμη και σήμερα (ερυθρό 46 ΔΦ). Επίσης, δήλωσε ότι αφότου εγκατέλειψε την χώρα άκουσε ότι άνθρωποι με το ίδιο προφίλ με το δικό του συνελήφθησαν στο αεροδρόμιο και ο ίδιος είναι σε λίστα ατόμων που αναζητούνται(ερυθρό 45 ΔΦ). Κατά την διενέργεια ερωτήσεων αναφορικά με τις προεδρικές εκλογές του 2018 και/ή τον ρόλο του δήλωσε ότι προ του 2018 δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αλλά μετά τα γεγονότα των εκλογών του 2018 άρχισε να συνδέεται περισσότερο με τον αρχηγό της αντιπολίτευσης. Διευκρίνισε ότι δεν είχε προσωπική σχέση μαζί του, ωστόσο επρόκειτο να ενταχθεί στο κόμμα του και να ανοίξει τοπικό παράρτημα στη γειτονιά του, ενώ οι κάτοικοι τον θεωρούσαν ήδη υποστηρικτή του. Δήλωσε ότι πριν από τη διαδήλωση δεν είχε αντιμετωπίσει προβλήματα με τις αρχές λόγω της υποστήριξής του προς το ανώτερο πρόσωπο και πολιτικό κόμμα. Επεξήγησε ότι ο κ. Kamdo ήταν αρχηγός του κόμματος CRM (Cameroon Renaissance Movement) και ότι μετά τις εκλογές συνελήφθη και φυλακίστηκε, ενώ στη συνέχεια τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό (ερυθρό 43 ΔΦ). Ως προς την διαδήλωση του Σεπτεμβρίου του 2020 ανέφερε ότι ο ίδιος απλά συμμετείχε σε αυτήν, ότι το σημείο συνάντησης ήταν στην Ndogoti και ότι ενημερώθηκε για αυτήν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επανέλαβε ότι κατά την έναρξη της διαδήλωσης, λίγα μόλις μέτρα αφού ξεκίνησε, οι δυνάμεις ασφαλείας άρχισαν να πυροβολούν και να ρίχνουν δακρυγόνα, με αποτέλεσμα να επικρατήσει πανικός και να διαλυθεί η συγκέντρωση. Ανέφερε ότι διέφυγε προς μια αγορά (Dakoti), πήδηξε ένα ξύλινο εμπόδιο τραυματίζοντας το χέρι του, και συνέχισε να τρέχει περνώντας από δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές και μια γέφυρα. Τελικά κατάφερε να ξεφύγει φθάνοντας στην πατρική του οικία μετά από μια με μια μιάμιση ώρα. Δεν γνωρίζει τι απέγιναν οι φίλοι του, εικάζοντας ότι κάποιοι ενδεχομένως να συνελήφθησαν. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι οι αρχές θα μπορούσαν να τον ταυτοποιήσουν, καθώς άτομα από τη γειτονιά του τον προειδοποίησαν ότι η αστυνομία αναζητούσε συμμετέχοντες στη διαδήλωση, ιδίως όσους είχαν αναρτήσει σχετικό υλικό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ο ίδιος είχε καταγράψει βίντεο από τη διαδήλωση και το είχε δημοσιεύσει στην σελίδα του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο αιτητής δήλωσε ότι οι διοργανωτές της διαδήλωσης συμβούλεψαν τον κόσμο να αναρτά βίντεο ώστε να κινητοποιηθεί η διεθνής κοινότητα και να αναδειχθούν οι συνθήκες στη χώρα (ερυθρό 39, ΔΦ). Δεν μπορούσε να θυμηθεί σε ποιο χρόνο δημοσίευσε τα ανωτέρω βίντεο. Εν συνεχεία, επεξήγησε ότι μετά την διαδήλωση μετέβη στην οικία των γονέων του. Προσέθεσε ότι σκέφτηκε να μεταβεί στην επιχείρηση του αλλά κάποιοι φίλοι του τον ενημέρωσαν ότι η αστυνομία περιπολούσε τη γειτονιά και γνωρίζοντας ότι οι αρχές συλλαμβάνουν τους διαδηλωτές, και μεταξύ αυτών ήταν και ο αιτητής, τον συμβούλευσαν να μην προσεγγίσει την περιοχή (ερυθρό 37, ΔΦ). Εξαιτίας της έντονης παρουσίας της αστυνομίας στην περιοχή και των συλλήψεων των διαδηλωτών, η μητέρα του τον συμβούλευσε να φύγει και έτσι πήγε στο σπίτι ενός φίλου του ονόματι Diego που ζούσε σε περιοχή (Block 9). Εξήγησε ότι επέλεξε την περιοχή επειδή ήταν δύσκολα προσβάσιμη και δεν υπήρχε κοντινό αστυνομικό τμήμα. Εκεί διέμεινε για ένα μήνα και αυτός ο φίλος τον βοήθησε στη συνέχεια να νοικιάσει άλλο σπίτι στην ίδια γειτονιά. Κατά τη διαμονή του εκεί εργάστηκε. Ερωτηθείς εάν η αστυνομία επισκέφτηκε την πατρική του οικία ή την επιχείρηση του και εάν τον αναζήτησε, αποκρίθηκε ότι δεν γνωρίζει και ότι η στρατηγική της αστυνομίας είναι να εντοπίζει και να συλλαμβάνει την ίδια στιγμή και όχι να κάνει έρευνες από σπίτι σε σπίτι και να αναζητεί (ερυθρά 37, 63, ΔΦ). Επεξήγησε ότι οι αρχές ενεργούν με διακριτικό τρόπο και δεν θα τον αναζητούσαν ποτέ σε γνωστά στον Αιτητή μέρη. Κατά τη διαμονή του στην οικία του φίλου του Diego, δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα με τις αρχές της χώρας και εργαζόταν περιστασιακά, σε φορτοεκφορτώσεις όταν έφταναν φορτηγά, χωρίς σταθερή απασχόληση ή εγγυημένο ημερομίσθιο ενώ ο μαθητευόμενος του συνέχισε να λειτουργεί το κουρείο και να δίνει τα χρήματα στη μητέρα του (ερυθρό 62 ΔΦ). Αποφάσισε να εγκαταλείψει την χώρα κατόπιν πίεσης της μητέρας του, η οποία επέμενε να φύγει καθότι έβλεπε ότι ζει ως φυγάς και δεν είχε μια σταθερή ζωή. Εν συνεχεία, δήλωσε ότι ένας φίλος του τον γνώρισε με μια γυναίκα ονόματι Victorine η οποία μεσολάβησε ώστε να έρθει σε επαφή με έναν αξιωματικό της αστυνομίας, τον οποίο δωροδόκησε για να μπορέσει να εγκαταλείψει την χώρα (ερυθρό 62 ΔΦ). Επίσης, ανέφερε ότι ο εν λόγω αξιωματικός κατά την πρώτη τους συνάντηση του ανέφερε ότι το όνομα του βρίσκεται σε λίστα καταζητούμενων και ότι χωρίς τη μεσολάβησή του θα είχε συλληφθεί κατά την αναχώρησή του (ερυθρό 61 ΔΦ). Περαιτέρω, ερωτηθείς πώς γνωρίζει ότι άτομα που συμμετείχαν στην εν λόγω διαδήλωση συλλαμβάνονται ακόμη και σήμερα κατά την επιστροφή τους στο αεροδρόμιο, δήλωσε ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη πηγή και ότι η ενημέρωση γίνεται κυρίως μέσω συζητήσεων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Ανέφερε ότι οι εκθέσεις διεθνών οργανισμών δεν αποτυπώνουν πλήρως την πραγματικότητα, καθώς πολλές συλλήψεις δεν καταγράφονται, ενώ οι πολίτες φοβούνται να μιλήσουν δημόσια (ερυθρό 60, ΔΦ). Επανέλαβε ότι γνωρίζει για συλλήψεις ατόμων κατά την επιστροφή τους στη χώρα μέσω ανεπίσημων πηγών, κυρίως από συζητήσεις με άλλους, καθώς οι αρχές ενεργούν διακριτικά και τέτοια περιστατικά δεν δημοσιεύονται (ερυθρό 59, ΔΦ). Η οικογένεια του δεν απευθύνθηκε σε κάποιο δικηγόρο για την υπόθεση του. εικάζει ότι καταζητείται εξαιτίας του βίντεο που κοινοποίησε. Κληθείς να αποκριθεί εκ νέου αν οι αρχές τον αναζήτησαν στην πατρική του οικία ή αν οχλήθηκε κάποιο μέλος της οικογένειας του μετά την έξοδο του από τη χώρα δήλωσε ότι δεν γνωρίζει και επανέλαβε ότι οι αρχές δρουν με διακριτικό τρόπο, ότι σκοπός τους είναι να συλλάβουν τα άτομα που συμμετείχαν στην διαδήλωση και ότι αναζητούν μόνο τον ίδιο και όχι άλλο μέλος της οικογένειας του (ερυθρό 58, ΔΦ). Περαιτέρω, δήλωσε πως δεν έχει κάποια ενημέρωση σε σχέση με την υπόθεση του τα τελευταία τρία έτη, και επανέλαβε πως το μόνο που ξέρει είναι ότι αναζητείται από τις αρχές (ερυθρό 58, ΔΦ).
Αφού ο λειτουργός αξιολόγησε τα όσα καταγράφηκαν κατά την συνέντευξη αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως προς τα προσωπικά στοιχεία και το εν γένει προφίλ του (πρώτος ισχυρισμός). Αποδεκτός έγινε και ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή περί της συμμετοχής του σε αντικυβερνητική διαδήλωση στις 22/09/20 στην Douala. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής παρείχε επαρκώς λεπτομερή και συγκεκριμένη περιγραφή της εκλογικής διαδικασίας και του ρόλου του σε αυτήν. Εξήγησε πώς συμμετείχε στην καταμέτρηση ψήφων, τη συμπλήρωση των πρακτικών (PV) και στη διασφάλιση της διαφάνειας. Περιέγραψε επίσης με σαφήνεια τα γεγονότα μετά τις εκλογές, συμπεριλαμβανομένης της αμφισβήτησης του αποτελέσματος από την αντιπολίτευση και των προβλημάτων με μη υπογεγραμμένα/ανώνυμα έγγραφα, τα οποία τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε νοθεία και αυτό ενίσχυσε το πολιτικό του ενδιαφέρον και την υποστηρικτή του υπέρ του Kamdo. Επίσης, παρέθεσε επαρκείς λεπτομέρειες για τη συμμετοχή του σε αντικυβερνητική διαδήλωση τον Σεπτέμβριο του 2020 στην Douala. Εξίσου λεπτομερείς κρίθηκαν οι δηλώσεις του σε σχέση με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ανωτέρω διαδήλωση καθώς και περιέγραψε με επάρκεια πληροφοριών πως η ανωτέρω διαδήλωση κατεστάλη και με ποιο τρόπο ο ίδιος διέφυγε. Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού παρατέθηκαν πηγές από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής του Αιτητή οι οποίες επιβεβαιώνουν την ανωτέρω αντικυβερνητική διαδήλωση καθώς και το ότι αυτή κατεστάλη από τις κυβερνητικές αρχές.
Ωστόσο, ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή, ότι αναζητείται από την αστυνομία λόγω της συμμετοχής του στην αντικυβερνητική διαδήλωση την 22/09/20 στην Douala και της δημοσίευσης σχετικού βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απορρίφθηκε. Πιο συγκεκριμένα, κρίθηκε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία τη στοχοποίησή του από τις αρχές. Όταν κλήθηκε να διευκρινίσει αν η αστυνομία τον αναζήτησε ονομαστικά ή αν μετέβη στον χώρο εργασίας του, ισχυρίστηκε απλώς ότι παρευρισκόμενοι τον προέτρεψαν να φύγει, γνωρίζοντας τη συμμετοχή του στη διαδήλωση. Επιπλέον, εντοπίστηκε ασάφεια ως προς το αν οι αρχές αναζητούσαν τον ίδιο προσωπικά. Σε κάποιο σημείο δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, ενώ σε άλλο ισχυρίστηκε ότι η αστυνομία τον αναζήτησε στον χώρο εργασίας του. Καλούμενος να επεξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, απάντησε χωρίς συνεκτικότητα, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η στρατηγική της αστυνομίας δεν ήταν να συλλαμβάνει άτομα στις οικίες ή στις εργασίες τους, αλλά στον δρόμο, και ότι οι αρχές απλώς βρίσκονταν στην περιοχή. Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν σοβαρές ασυνέπειες σχετικά με την υποτιθέμενη αναζήτησή του από τις αρχές. Κατά την πρώτη συνέντευξη, ανέφερε ότι περίπου μία εβδομάδα μετά τη διαδήλωση η αστυνομία επισκέφθηκε την οικία της μητέρας του για να τον εντοπίσει. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς πληροφορίες για το τι ειπώθηκε στην οικογένειά του ή για τους λόγους της αναζήτησης, περιοριζόμενος σε εικασίες. Αντιθέτως, κατά τη δεύτερη συνέντευξη ανακάλεσε τον ισχυρισμό αυτό, δηλώνοντας ότι η αστυνομία ενεργούσε διακριτικά και δεν αναζητούσε άτομα στις κατοικίες τους, καθώς θεωρούσε ότι δεν θα τα εντόπιζε εκεί, και ως εκ τούτου δεν τον αναζήτησαν σε κανένα από τα γνωστά του μέρη. Επισημάνθηκε, ακόμη, ότι ο Αιτητής διέμεινε σε απομακρυσμένη περιοχή της Douala για περίπου έξι μήνες, όπου εργαζόταν περιστασιακά χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα με τις αρχές της χώρας. Εν συνεχεία, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει οιανδήποτε απόδειξη σε σχέση με τον ισχυρισμό του περί του ότι ο αστυνομικός που δωροδόκησε ώστε να αναχωρήσει με ασφάλεια από το αεροδρόμιο, τον ενημέρωσε την ημέρα της αναχώρησης του, ότι βρισκόταν σε λίστα καταζητούμενων. Ούτε κατάφερε να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον εν λόγω αστυνομικό. Επίσης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εξακολουθεί να διατρέχει κίνδυνο, υποστηρίζοντας ότι οι αρχές συνεχίζουν να συλλαμβάνουν άτομα που συμμετείχαν στη διαδήλωση του 2020. Ωστόσο, από τις διαθέσιμες διεθνείς εκθέσεις προκύπτει ότι, παρόλο που καταγράφηκαν συλλήψεις και διώξεις την περίοδο εκείνη, δεν υπάρχουν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν μεταγενέστερες συλλήψεις ή δίωξη ατόμων που επιστρέφουν στη χώρα εξαιτίας της συμμετοχής τους στη διαδήλωση του 2020. Όταν του επισημάνθηκαν οι ανωτέρω παρατηρήσεις, ο Αιτητής αποκρίθηκε με αόριστο και ασυνεπή τρόπο, επικαλούμενος ότι οι αρχές δεν δημοσιοποιούν τέτοιες πληροφορίες και ότι οι εμπλεκόμενοι φοβούνται να εκτεθούν. Επιπλέον, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες ή αξιόπιστες πηγές προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, λέγοντας ότι η αστυνομία δεν δημοσιοποιεί τέτοια δεδομένα και ότι για να εντοπίσει κανείς τέτοιες πληροφορίες πρέπει να κάνει επιτόπια έρευνα και να μιλήσει με άτομα ιδιωτικά. Επιπλέον, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι καταζητείται λόγω των βίντεο που δημοσίευσε από τη διαδήλωση, ωστόσο εντοπίστηκαν αντιφάσεις στις δηλώσεις του, καθώς αρχικά ανέφερε ότι είχε αποκρύψει την ταυτότητά του, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι το πρόσωπό του ήταν ορατό, αποδίδοντας την αντίφαση σε σφάλμα διερμηνείας χωρίς να παρέχει σαφή και πειστική εξήγηση. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα, όπως αν τα βίντεο μεταδόθηκαν ζωντανά ή αναρτήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο, δηλώνοντας ότι δεν θυμάται. Κατά τον λειτουργό θα αναμένονταν ευλόγως ο Αιτητής να είναι σε θέση να παραθέσει πληροφορίες σχετικά με τα εν λόγω βίντεο δεδομένης της σοβαρότητας του γεγονότος και των συνεπειών της δημοσίευσης τέτοιων βίντεο κατά τους ισχυρισμούς του. Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία του υπό κρίση ισχυρισμού, δεν εντοπίστηκαν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί συλλήψεων διαδηλωτών μήνες και έτη μετά την επίμαχη διαδήλωση του 2020. Ως εκ της ανωτέρω ανάλυσης ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολο του.
Σε συνάρτηση των πιο πάνω, σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο, στα πλαίσια των εξουσιών του[1], προβαίνει σε αξιολόγηση του εγγράφου που προσκομίστηκε στα πλαίσια της προσφυγής του Αιτητή (με βάση τη νομολογία και τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο στο εξής «ΕΥΥΑ») τόσο σε συνάρτηση με τα ευρήματα της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και του περιεχόμενου/συμβατότητα τους με τις δηλώσεις του ιδίου και/ή των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου του. Λαμβάνονται, επίσης, δεόντως υπόψη (α) η συνάφειά του με το αίτημα ασύλου, (β) η ύπαρξη του τύπου εγγράφου σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) ακρίβεια/λεπτομέρεια εγγράφου, (δ) εάν αποτελεί άμεση μαρτυρία ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, (ε) τον τύπο/τυποποιημένη μορφή ως προς την αξιολόγηση της γνησιότητάς/αυθεντικότητας του, (στ) τη φύση/μορφή, και (ζ) τον συντάκτη του[2]. Η αποδοχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας συναρτάται άμεσα με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που υποδεικνύει[3] και το επίπεδο απόδειξης συνίσταται στη στάθμιση των πιθανοτήτων σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Αποκλίνει, δηλαδή, ο τρόπος αξιολόγησης εγγράφων που προσκομίζονται από τους αιτούντες άσυλο από τους βασικούς κανόνες του δικαίου απόδειξης[4], καθότι σύμφωνα και με το Άρθρο 4 (1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (στο εξής «ΟΕΑΑ» (αναδιατύπωση), δεν υπάρχει γενική απαίτηση να τεκμηριώνονται όλες οι πτυχές των δηλώσεων του αιτούντος με έγγραφα ή άλλες αποδείξεις[5]. Ως εκ τούτου, από τις αρχές που ήδη αναφέρθηκαν μπορεί να συναχθεί ότι η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να βασίζεται στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων – ήτοι συνδυασμού τόσο των δηλώσεων όσο και εγγράφων του αιτούντος[6]. Με την ένορκη δήλωσή του, ο Αιτητής αναφέρει ότι επιθυμεί να προσκομίσει επιστολή των δικηγόρων του από το Καμερούν, σύμφωνα με την οποία εκκρεμεί αστυνομική έρευνα εις βάρος του και έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης. Επανέλαβε δε ότι η δίωξή του οφείλεται στη συμμετοχή του σε ειρηνική διαδήλωση στις 22/09/20, κατά την οποία άλλοι διαδηλωτές συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν ενώπιον Στρατοδικείου με τις κατηγορίες των εχθρικών ενεργειών κατά του κράτους και της τρομοκρατίας. Κατά τους ισχυρισμούς των δικηγόρων του, το αδίκημα που του καταλογίζεται επισύρει ποινή φυλάκισης δέκα (10) ετών, δυνάμει του Άρθρου 65 του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν. Συνεπώς, διατείνεται ότι σε περίπτωση επαναπατρισμού του διατρέχει άμεσο κίνδυνο σύλληψης, στέρησης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, καθώς και υποβολής του σε βασανιστήρια εντός των φυλακών. Η επισυναφθείσα επιστολή (ως Τεκμήριο 1) υπογράφεται από τον δικηγόρο Me OYIE Albert, φέρει ημερομηνία 14/05/24 με τόπο έκδοσης την Douala, και περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη νομική κατάσταση του Αιτητή. Στην επιστολή αναφέρεται ότι, κατόπιν σχετικών ερευνών, διαπιστώθηκε η ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής έρευνας εις βάρος του στο Αστυνομικό Τμήμα του 14ου Διαμερίσματος της πόλης Douala, καθώς και η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Κατά το περιεχόμενο του εγγράφου, ο Αιτητής διατρέχει κίνδυνο να διωχθεί για ενέργειες κατά της πατρίδας και για πράξεις τρομοκρατίας σε περίπτωση επαναπατρισμού του. Επιπλέον, σημειώνεται ότι οι συλληφθέντες διαδηλωτές των κινητοποιήσεων του Κινήματος για την Αναγέννηση του Καμερούν της 22ας Σεπτεμβρίου 2020 διώκονται ενώπιον Στρατοδικείου για τα ίδια αδικήματα. Η επιστολή καταλήγει ότι, λόγω της δεκαετούς παραγραφής που προβλέπεται για τη δίωξη του εν λόγω αδικήματος (δυνάμει του άρθρου 65 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Καμερούν), ο Αιτητής θεωρείται βέβαιο ότι θα συλληφθεί κατά την επιστροφή του στη χώρα, εξαιτίας της συμμετοχής του στις ως άνω διαδηλώσεις. Προχωρώντας σε αξιολόγηση της ενισχυτικής αξίας των προσκομισθέντων εγγράφων καταλήγει το Δικαστήριο στα εξής συμπεράσματα:
(α) Στο σώμα της επιστολής εντοπίζονται διαφορετικές γραμματοσειρές, στο κεντρικό σώμα της επιστολής, αριστερά επάνω και στο κάτω μέρος αυτής και παρατηρείται ότι γίνεται μνεία αδικημάτων χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένες εφαρμοστέες ποινικές διατάξεις. Το άρθρο 65 του Κώδικα Ποινική Δικονομίας αναφέρει τα κάτωθι:
«Άρθρο 65:
(1) Η παραγραφή συνίσταται στην παύση της δυνατότητας άσκησης δίωξης λόγω μη έναρξης της διαδικασίας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας.
(2) Σε περίπτωση κακουργήματος, η ποινική δίωξη παραγράφεται μετά την πάροδο δέκα (10) ετών από την επομένη της ημέρας τέλεσης του αδικήματος, εφόσον εντός του διαστήματος αυτού δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ενέργεια κατά την έννοια του άρθρου 66.
(3) Εάν έχει πραγματοποιηθεί σχετική ενέργεια εντός του ανωτέρω διαστήματος, η παραγραφή επέρχεται μόνο μετά την πάροδο δέκα (10) ετών από την επομένη της ημερομηνίας της ενέργειας αυτής.
(4) Σε περίπτωση πλημμελήματος, εκτός αν υπάρχουν ειδικές διατάξεις για ορισμένα αδικήματα, η προθεσμία παραγραφής είναι τρία (3) έτη και υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους (2) και (3).
(5) Σε περίπτωση απλής παράβασης, η προθεσμία παραγραφής είναι ένα (1) έτος και υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους (2) και (3).
(6) Σε περίπτωση δίωξης για περισσότερα συναφή αδικήματα, λαμβάνεται υπόψη η προθεσμία παραγραφής του αδικήματος που επισύρει τη βαρύτερη ποινή.»[7]
(β) Σε σχέση δε με την μεταχείριση των μελών του MRC από τις αρχές της χώρας, σύμφωνα με τις ενημερωτικά σημειώματα που δημοσιεύτηκαν από το Ομοσπονδιακό Γραφείο Μετανάστευσης και Προσφύγων της Γερμανίας (Bundesamt für Migration und Flüchtlinge-BAMF) τον 1ο/2022, «124 άτομα [από περισσότερα από 500 που συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του MRC τον Σεπτέμβριο του 2020] λέγεται ότι παραμένουν υπό κράτηση»[8]. Η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι στις 15 Ιανουαρίου 2022, 107 άτομα που σχετίζονται με τις διαδηλώσεις του MRC τον Σεπτέμβριο του 2020 παρέμεναν υπό κράτηση, συμπεριλαμβανομένων φυλακών στη Yaoundé, την Douala, το Bafoussam και το Mfou[9]. Κάποιοι από αυτούς που συνελήφθησαν αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από ένα έτος κράτησης[10], ενώ πολλά μέλη του κόμματος MRC το 2022 «αντιμετώπιζαν ακόμη διαδικασίες σε στρατιωτικό δικαστήριο, με πιθανές ποινές από πέντε έως επτά έτη»[11]. Τον 4ο/2022, αρκετοί κρατούμενοι σε φυλακή της Douala πέθαναν από χολέρα, συμπεριλαμβανομένου τουλάχιστον ενός υποστηρικτή του MRC που είχε συλληφθεί σε σχέση με τις διαδηλώσεις του 9ου/2020[12]. Σύμφωνα με δικηγόρους του MRC, «τουλάχιστον τέσσερις ακόμη υποστηρικτές του MRC έχουν διαγνωστεί με χολέρα» στη φυλακή[13]. Στις 25/01/23, η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι ένας δικαστής απέρριψε αίτημα για την αποφυλάκιση ομάδας 23 ατόμων που είχαν καταδικαστεί για συμμετοχή στις διαδηλώσεις του 9ου/2020, μετά από επιχείρημα των δικηγόρων τους ότι, σύμφωνα με γνωμοδότηση ομάδας εργασίας του ΟΗΕ, η σύλληψή τους ήταν «εντελώς αυθαίρετη»[14]. Σύμφωνα με έκθεση της Ομάδας Εργασίας του ΟΗΕ για τις Αυθαίρετες Κρατήσεις που δημοσιεύθηκε τον 7ο/2023, 15 άτομα στο Καμερούν υπέστησαν «αυθαίρετη κράτηση», συμπεριλαμβανομένου του Μορίς Καμτό[15]. Δημοσίευμα της Διεθνούς Αμνηστίας(2025) αναφέρει ότι 36 άτομα που συνελήφθησαν κατά τις διαδηλώσεις του Σεπτεμβρίου 2020 εξακολουθούν να βρίσκονται υπό κράτηση στη φυλακή Kondengui στη Yaoundé, αφού καταδικάστηκαν από στρατιωτικό δικαστήριο σε ποινές φυλάκισης από πέντε έως επτά έτη. Μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, 24 από αυτούς αναμένεται να έχουν εκτίσει τις πενταετείς ποινές τους. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, τριάντα έξι εφέσεις έχουν κατατεθεί από το 2022 στο Ανώτατο Δικαστήριο του Καμερούν, το οποίο δεν έχει ακόμη αποφανθεί για καμία από αυτές.[16] Σύμφωνα με έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ που δημοσιεύθηκε τον 11ο/2023, «η κοινωνία των πολιτών και τα κόμματα της αντιπολίτευσης [στο Καμερούν] συνέχισαν να αντιμετωπίζουν περιορισμούς στον δημόσιο χώρο. Στις 17 Αυγούστου [2023], οι τοπικές αρχές στη Δυτική Περιφέρεια απαγόρευσαν μια δημόσια αθλητική εκδήλωση που είχε προγραμματιστεί από το Mouvement pour la renaissance du Cameroun στην Μπαφουσσάμ»[17].
(γ) Δεν εντοπίζονται, όμως, πολλές πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες του κόμματος κατά τα έτη 2023-2024. Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ η οποία καλύπτει το έτος 2024, σημειώνει ότι σε αντίθεση με τα προηγούμενα έτη, οι αρχές επέτρεψαν στο κόμμα της αντιπολίτευσης Movement for the Renaissance of Cameroon (MRC) να πραγματοποιεί δημόσιες συγκεντρώσεις κατά τη διάρκεια του έτους(2024), αν και συχνά όχι στους χώρους που είχαν επιλέξει οι ηγέτες του κόμματος.[18] Στις 7 Μαΐου, ο ηγέτης του κόμματος της αντιπολίτευσης Cameroon Renaissance Movement (Mouvement pour la Renaissance du Cameroun, MRC), Maurice Kamto, πραγματοποίησε την πρώτη πολιτική συγκέντρωση του κόμματος στη Yaoundé, την πρωτεύουσα, μετά τις προεδρικές εκλογές του 2018. Η αντιπολιτευτική αυτή ομάδα δεν είχε λάβει άδεια να πραγματοποιήσει συγκέντρωση στην πρωτεύουσα από τότε που ο Paul Biya επανεξελέγη για έβδομη θητεία πριν από πέντε χρόνια.[19] Σύμφωνα με έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας του 9ος/2025 ενόψει των προεδρικών εκλογών υπήρξε αυξημένη καταστολή εις βάρος της αντιπολίτευσης και καταγράφηκαν συλλήψεις υποστηρικτών του κόμματος MRC. Στις 04/08, τουλάχιστον 54 υποστηρικτές του MRC συνελήφθησαν κοντά στο Συνταγματικό Συμβούλιο στην Γιαουντέ κατά τη διάρκεια προεκλογικών διαδικασιών. Όλοι έχουν αφεθεί ελεύθεροι με εγγύηση, ενώ 23 από αυτούς διώκονται για υποκίνηση εξέγερσης και διατάραξη της δημόσιας τάξης, αντιμετωπίζοντας ποινές πολυετούς φυλάκισης. Στις 09/08, συνελήφθη άνδρας που είχε δημοσιεύσει βίντεο καλώντας σε διαδηλώσεις κατά της απόρριψης της υποψηφιότητας του ηγέτη του MRC, Maurice Kamto. Κρατείται στη φυλακή New Bell στη Ντουάλα, κατόπιν εντολής στρατοδικείου, και κατηγορείται για δημόσια υποστήριξη πράξεων που υπονομεύουν την εσωτερική ασφάλεια του κράτους.[20]
(δ) Τώρα, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας αντεξέτασης στις 27/05/25 τέθηκαν στον Αιτητή ερωτήσεις από τους Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση με την προσκομισθείσα ένορκη δήλωση του (ημερομηνίας 19/12/24). Ο Αιτητής επεξήγησε ότι μετά την συνέντευξη του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου ήρθε σε επαφή με δικηγόρο ώστε να ελέγξει την κατάσταση στην χώρα του σε σχέση με τους συμμετέχοντες στην επίμαχη διαδήλωση και σε σχέση με τη δική του κατάσταση. Ερωτηθείς σε σχέση με τις ισχυριζόμενες κατηγορίες εναντίον του (και ειδικότερα τα αδικήματα για τα οποία κινδυνεύει να διωχθεί ως αναγράφεται στην προσκομισθείσα επιστολή- μαρτυρία), αποκρίθηκε ότι δεν έχει νομικές γνώσεις και επανέλαβε ότι άτομα που συμμετείχαν στην επίμαχη διαδήλωση βρίσκονται μέχρι σήμερα στη φυλακή και ότι ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε ότι εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Δεν ήταν σε θέση, όμως, να αποκριθεί γιατί ο δικηγόρος στον οποίο απευθύνθηκε το 2023 για την κατάσταση του, χρειάστηκε 5 μήνες για να του αποστείλει την επιστολή που προσκόμισε προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Επίσης, επιβεβαίωσε ότι διάβασε το περιεχόμενο της επιστολής το οποίο συντάχθηκε στη γαλλική γλώσσα, ωστόσο προσκομίστηκε αντίγραφο στην αγγλική γλώσσα και επιβεβαίωσε ως τόπο τελευταίας διαμονής του στην χώρα καταγωγής του τη Douala.
(ε) καταληκτικά και η αυθεντικότητα/γνησιότητα του εγγράφου δεν είναι εφικτό να εξακριβωθεί και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τεκμηρίωση των ισχυρισμών του Αιτητή οι οποίοι έχουν κριθεί ως εσωτερικά αναξιόπιστοι (για το ότι αναζητείται από τις αρχές της χώρας του – ως ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του).
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και αποδεικτικών στοιχείων διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί αυτού του σημείου του αιτήματος του, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[21], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια, ενώ υπήρξε αντιφατικός σε σημεία (Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Στη συνέντευξή του ενώ ερωτήθηκε επανειλημμένως από τον λειτουργό, δεν εισέφερε τον απαιτούμενο βαθμό πληροφοριών σχετικά με τον τρίτο ισχυρισμό του που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με μελλοντοστραφή κίνδυνο και οι απαντήσεις του ήτο χωρίς συνοχή και ευλογοφάνεια, ενώ υπέπεσε σε αντιφάσεις και σε συνεχείς διαφοροποιήσεις των δηλώσεών του. Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του Αιτητή (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Υπάρχουν δε επί της έκθεσης-εισήγησης εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή ως επίσης και εκτενείς παραπομπές σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (μέσω πηγών Ηνωμένων Εθνών, σημειωμάτων Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο και άλλων πηγών πληροφόρησης) σε σχέση με το τί επικρατεί στην χώρα καταγωγής (σε σχέση με την αγγλόφωνη πολιτική κρίση που οδήγησε σε ένοπλες συγκρούσεις – η οποία πολιτική/στρατιωτική αναταραχή επιβεβαιώνεται και/ή δεν χρήζει επανάληψης και/ή καταγραφής από το Δικαστήριο λόγω εκτενούς ανάλυσης από την αρμόδια αρχή). Λόγω όμως της εσωτερικής αναξιοπιστίας του Αιτητή το αίτημα του για παραχώρηση σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα απορρίφθηκε. Ούτε δε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία έχουν υποδειχθεί συγκεκριμένα σημεία επί της συνέντευξης ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του. Ούτε δε οι αποδεκτοί ισχυρισμοί του (1ος προφίλ, 2ος συμμετοχή του Αιτητή στην επίμαχη διαδήλωση) τεκμηριώνουν οποιασδήποτε μορφή δίωξης ή βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)», σελίδα 92:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον[22]. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)[23]] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης[24]. Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο. Το ΔΕΕ ενέκρινε αυτή την προσέγγιση δύο σταδίων: Στην πραγματικότητα, η «αξιολόγηση» αυτή γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας[25].»
Σύμφωνα με το ίδιο εγχειρίδιο[26]:
«Ο όρος «φόβος» αντικατοπτρίζει τη μελλοντοστραφή έμφαση των ορισμών της σύμβασης για τους πρόσφυγες και της ΟΕΑΑ. Η ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) επεκτείνει την προστασία όχι μόνο στα πρόσωπα που υπέστησαν πραγματικά δίωξη, αλλά και σε εκείνα που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης[27]. Αντικατοπτρίζει επίσης την αποδοχή της ιδέας ότι η απειλή δίωξης αρκεί για να διαπιστωθεί ύπαρξη δίωξης. Επομένως, ένα πρόσωπο δεν χρειάζεται να περιμένει να υποστεί διώξεις για να υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, αλλά μπορεί να «φοβάται» μελλοντική δίωξη.
Το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Y και Z, όπου αποφάνθηκε ότι:
«[ο]σάκις οι αρμόδιες αρχές καλούνται να εκτιμήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) αυτής, αν ο αιτών διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί, οφείλουν να διερευνήσουν αν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να φοβείται βασίμως, λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης καταστάσεώς του, ότι αποτελεί πράγματι αντικείμενο πράξεων διώξεως[28].»
(ο τονισμός δικός μου)
Ως προκύπτει από την έκθεση/εισήγηση, ο λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, ήτοι ο πρώτος και ο δεύτερος ισχυρισμός. Σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό, ήτοι προσωπικό προφίλ, χώρα καταγωγής και περιοχή γέννησης του Αιτητή, παρατέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα, καταλήγοντας ότι επί τη βάσει αυτών, δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής της εξαιτίας της κατάστασης ασφαλείας στην Douala. Σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή κρίθηκε ότι μόνη η συμμετοχή του Αιτητή στην επίμαχη διαδήλωση δεν συνεπάγεται αυτή καθαυτή κίνδυνο για τον Αιτητή. Δεν υπάρχουν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν ότι τα άτομα που συμμετείχαν στην εν λόγω διαδήλωση συνεχίζουν να διώκονται ή να αναζητούνται. Ως εκ τούτου δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του θα διατρέξει κίνδυνο ένεκα της απλής συμμετοχής του στην διαδήλωση. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο ο Αιτητής θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ο λειτουργός αξιολόγησε, επίσης, την κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης) μέσω διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και κατέληξε κατά την νομική ανάλυση ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν προκύπτει σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις ότι θα εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω μόνο της παρουσίας του σε περίπτωση επιστροφής του. Εξετάζοντας λοιπόν αυτούς τους δείκτες, συνάγεται το συμπέρασμα ότι στον τόπο διαμονής του Αιτητή δεν υπάρχει, γενικά, πραγματικός κίνδυνος να επηρεαστεί προσωπικά ένας άμαχος κατά την έννοια του Άρθρο 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Σε σχέση με τις τοποθετήσεις του συνηγόρου του Αιτητή (ότι δηλαδή υπάρχει κατάσταση ανασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές – που θα έπρεπε να οδηγήσει σε παροχή συμπληρωματικής προστασίας) σημειώνεται ότι ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη την έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[29], σκέψεις 39 και 43, καθώς και στην υπόθεση Diakité C-285/12[30], σκέψεις 30 και 31), λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ, την αποδοχή του ισχυρισμού του για συμμετοχή σε διαδήλωση, το αίτημα του Αιτητή που δεν τεκμηριώθηκε σε σχέση με τον τρίτο ισχυρισμό του για το ότι αναζητείται από τις αρχές και δεν εγείρονται στοιχεία που να υποδεικνύουν ότι μπορεί να τύχει συμπληρωματικής προστασίας (υπόθεση Elgafaji C-465/07, σκέψη 39, και υπόθεση Diakité C-285/12, σκέψη 31). Σύμφωνα, τώρα, με ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS (Φεβρουαρίου 2024) αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[31] Στις περιοχές Southwest και Northwest, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές,[32] οι μάχες μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές προσπάθησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[33] Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των ηγετών των αυτονομιστών χώρισαν τις αυτοαποκαλούμενες «αγγλόφωνες κυβερνήσεις» σε περισσότερες από 50 αυτονομιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας με αυτόν τον τρόπο τα πολιτικά τους αιτήματα και την ικανότητά τους να αντιστέκονται στις κρατικές επιθέσεις.[34] Το ACLED ανέφερε περαιτέρω ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ των αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα «κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών», το οποίο διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αυτονομιστών, της κυβέρνησης, ιδιωτικών εταιρειών και ανθρωπιστικών οργανώσεων.[35] Τον Ιανουάριο του 2024, η United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[36] Η κατάσταση της ασφάλειας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[37] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[38]Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας (2025) αναφέρει πως ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2025, οι πολιτικές εντάσεις κλιμακώθηκαν και οι ένοπλες συγκρούσεις και η βία συνεχίστηκαν στις περιοχές του Άπω Βορρά, Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν.[39] Επισημαίνεται ωστόσο ότι η Douala (Littoral)[40], η οποία αποτελεί τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες. Επίσης, θα παρατεθούν ποσοτικά δεδομένα αναφορικά την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Littoral( στην οποία εντοπίζεται η περιοχή Douala ). Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στην περιοχή Littoral συνολικά 26 περιστατικά ασφαλείας(διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 31 απώλειες.[41] Ο πληθυσμός της Littoral περιοχής σύμφωνα με την επίσημη καταμέτρηση του 2015 ανέρχεται σε 4,498,900 κατοίκους.[42] Εξάλλου, ούτε ο Αιτητής επικαλέστηκε ειδικά ότι υπάρχει ένοπλη σύρραξη και/ή αδιάκριτη βία στην περιοχή του κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου του. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης[43]. Ούτε, όμως, τα ατομικά χαρακτηριστικά και στοιχεία του Αιτητή οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στον τόπο διαμονής (όπου τα περιστατικά ασφαλείας είναι πολύ χαμηλά), θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει είτε με τις απαντήσεις είτε με άλλα αποδεικτικά μέσα επαρκώς το αίτημα του.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1]Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026, (Ν. 73(I)/2018)
[2]EASO, Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15
[3]EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 01/02/2018, σελίδα 21
[4] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), ON κατά Refugee Appeals Tribunal & Ors [2017] IEHC 13, σκέψη 63.
[5]Ibid 4, σελίδα 82.
[6] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality& Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, σκέψη 11, αρχή 4: «Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας πρέπει να γίνεται με βάση την πλήρη εικόνα που διαμορφώνεται από το σύνολο των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων και πληροφοριών, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους».
[7] Cameroon: Criminal Procedure Code, Law N°2005 of 27 July 2005, Part II, Section 11, in UNODC, https://www.unodc.org/cld/uploads/res/document/criminal-procedre-code_html/Cameroon_Criminal_Procedure_Code_2005.pdf
[8] Germany, BAMF, Briefing Notes Group 62 – Information Centre for Asylum and Migration, 3 January 2022, https://www.bamf.de/SharedDocs/Anlagen/EN/Behoerde/Informationszentrum/BriefingNotes/2022/briefingnotes-kw01-2022.pdf?__blob=publicationFile&v=3
[9] AI, Cameroon: More than a hundred detainees from Anglophone regions and opposition party languishing in jail for speaking out, 24 January 2022, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2022/01/cameroon-more-than-a-hundred-detainees-from-anglophone/?utm_source=annual_report&utm_medium=epub&utm_campaign=2021
[10] Ibid 9.
[11] Freedom House, Freedom in the World 2023 - Cameroon, 2023, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2023 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/03/2026).
[12] AI, Cameroon. Arbitrarily detained person dies of cholera in Douala, other detainees at risk, 8 April 2022, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2022/04/cameroon-arbitrarily-detained-person-dies-of-cholera-in-douala-other-detainees-at-risk/
[13] HRW, Cameroon Needs to Protect Prisoners from Cholera Outbreak; Overcrowding, Lack of Hygiene and Potable Water Increase Risk, 9 April 2022, https://www.hrw.org/news/2022/04/08/cameroon-needs-protect-prisoners-cholera-outbreak.
[14] AI, Cameroon: Failure to release 23 detainees over September 2020 protests is ‘deeply disappointing’, 25 January 2023, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2023/01/cameroon-failure-to-release-23-detainees-over-september-2020-protests-is-deeply-disappointing/
[15] OHCHR, Arbitrary detention - Report of the Working Group on Arbitrary Detention, 31 July 2023, https://daccess-ods.un.org/access.nsf/Get?OpenAgent&DS=A/HRC/54/51&Lang=E
[16] Amnesty International, Cameroon: Authorities must release 36 protesters arbitrarily detained for five years amid crackdown on human rights, 22 September 2025, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2025/09/cameroon-protesters-arbitrary-detention/,
[17] UNSC, The situation in Central Africa and the activities of the United Nations Regional Office for Central Africa; Report of the Secretary-General, 30 November 2023, https://daccess-ods.un.org/access.nsf/Get?OpenAgent&DS=S/2023/934&Lang=E , para. 38
[18] USDOS (US Department of State), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024, https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/cameroon/
[19] HRW (Human Rights Watch), World Report 2024 - Cameroon, 11 January 2024, https://www.hrw.org/world-report/2024/country-chapters/cameroon
[20] Amnesty International, Cameroon: Authorities must release 36 protesters arbitrarily detained for five years amid crackdown on human rights, 22 September 2025, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2025/09/cameroon-protesters-arbitrary-detention/
[21] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009
[22] Απόφαση του ΔΕΕ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 33, σκέψη 51· απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 20, σκέψη 43.
[23] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[24] Ibid 22 υποσημείωση 20, σκέψη 43. Βλέπε επίσης υπόθεση Abdulla κ.λπ., ό.π., υποσημείωση 336, σκέψη 57 (χωρίς ρητή παραπομπή σε υπευθύνους δίωξης).
[25] Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, EU:C:2012:744
[26] EASO (2018), Δικαστική Ανάλυση «Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)
[27] Ibid 22 υποσημείωση 33, σκέψη 74 και 75· και υποσημείωση 20, σκέψη 63 και 64. Βλέπε επίσης Εγχειρίδιο UNHCR, ό.π., υποσημείωση 107, σκέψη 45.
[28] Ibid 22 υποσημείωση 33, σκέψη 76. επίσης απόφαση του ΔΕΕ, Abdulla και λοιποί υποσημείωση 336, σκέψη 89· και απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, υποσημείωση 20, σκέψη 72.
[29]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie
[30]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides
[31] ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024, https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[32] International Crisis Group, ‘A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status’, 31 Μαρτίου 2023, διαθέσιμο στη διεύθυνση: A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status | Crisis Group (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[33] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[34] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3, 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[35] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[36] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[37] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).
[38] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: UNHCR
[39] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html
[41] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED).
[42] CITY POPULATION, Africa / CAMEROON: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ ,
[43] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο