S.L.D.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1165/2023, 30/6/2026
print
Τίτλος:
S.L.D.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1165/2023, 30/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 1165/2023 

30 Ιουνίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

S.L.D.T.

Αιτητή 

-και- 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ’ ων η Αίτηση 

 

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Κ.Μιχαηλίδη (κα) για Μιχαηλίδη και Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής είναι παρών.

 

[Παρούσα: Μαρίνα Katchatrian (κα) για πιστή μετάφραση από ελληνικά σε αγγλικά και αντίστροφα]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής, προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου κοινοποιηθείσας προς αυτόν μέσω επιστολής ημερομηνίας 19/04/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:

 

Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος Καμερούν, ο οποίος σύμφωνα με δήλωσή του, εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του στις 08/01/2020 και μέσω Τουρκίας μετέβηκε αεροπορικώς στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, από όπου στις 09/01/2020 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 10/01/2020 συμπλήρωσε και υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, παραλαμβάνοντας αυθημερόν και την σχετική βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας.

 

Στις 28/03/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA), παρέχοντάς του δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 30/03/2023, ο λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και στις 31/03/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 19/04/2023 παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του μετά από πλήρη επεξήγηση του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την Γαλλική.

Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο κατά το στάδιο της γραπτής αγόρευσης, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή περιόρισε τους νομικούς ισχυρισμούς της στη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας από πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση κατά την λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, κυρίως σε σχέση με το δικαίωμα του Αιτητή σε συμπληρωματική προστασία.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέταση απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης. Υποστηρίζουν ότι οι απαντήσεις του Αιτητή ήταν ανεπαρκείς και διακρίνονταν από αοριστία. Τέλος καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή του Αιτητή ως νόμω και ουσία αβάσιμη και επικυρώσει την επίδικη απόφαση.

 

Δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018 κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω πιο κάτω όλους τους ισχυρισμούς που αυτός πρόβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.

 

Με την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι ορφανός και διέμενε με την οικογένεια του θείου του, όπου κατηγορήθηκε για το θάνατο του υιού του θείου του. Ως αποτέλεσμα της κατηγορίας αυτής, ο θείος του απείλησε τον Αιτητή ότι θα τον εκδικηθεί δια θανάτου για την δολοφονία υιού του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο θείος του, τον κράτησε αιχμάλωτο σε ένα δωμάτιο, από το οποίο ο Αιτητής κατόρθωσε να διαφύγει και με την βοήθεια του πατέρα ενός φίλου του ταξίδευσε προς την Κύπρο.

 

Στα πλαίσια της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε υπήκοος Καμερούν, γεννηθείς στην πόλη Loum της πολιτείας Littoral, όπου και διέμενε μέχρι και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. H μητέρα του απεβίωσε από ηπατίτιδα το 2015, ενώ αγνοεί πληροφορίες για τον πατέρα του. Ο ίδιος μεγάλωσε με την οικογένεια του θείου του με τον οποίο διέμενε μέχρι και την φυγή του από την χώρα καταγωγής του. Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία.

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να αναχωρήσει, καθώς αναζητείται από τις αρχές ως ύποπτος για τη δολοφονία του υιού του θείου του, πράξη την οποία αρνείται κατηγορηματικά ότι διέπραξε.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά την ημέρα του επίμαχου περιστατικού, ο υιός του θείου του αισθάνθηκε αδιαθεσία κατά την επιστροφή του από το σχολείο. Πριν αναχωρήσει για την εργασία του, ο Αιτητής του ετοίμασε φαγητό. Όταν επέστρεψε στην οικία, διαπίστωσε ότι το παιδί δεν ανταποκρινόταν και δεν έφερε σημεία ζωής. Όπως ισχυρίζεται, επιχείρησε να του παράσχει πρώτες βοήθειες, αξιοποιώντας γνώσεις που είχε αποκτήσει κατά τη φοίτησή του στο σχολείο, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα. Στη συνέχεια κάλεσε δύο γείτονές του προκειμένου να ζητήσει βοήθεια. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τελευταίοι, αντί να τον συνδράμουν, τον κατηγόρησαν ότι είχε δολοφονήσει το παιδί, τον εξύβρισαν και τον ξυλοκόπησαν, ενώ ένας εξ αυτών τον χαστούκισε και κάλεσε την αστυνομία (ερυθρό 35 του διοικητικού φακέλου).

Ο Αιτητής υποστήριξε ότι, παρά τις εξηγήσεις που παρείχε στους γείτονές του σχετικά με τα γεγονότα, εκείνοι δεν τον πίστεψαν και επέμειναν στην πεποίθησή τους ότι ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο του παιδιού. Ερωτηθείς σχετικά με τους λόγους για τους οποίους οι γείτονές του τον υποπτεύθηκαν, ανέφερε ότι η υποψία τους βασίστηκε στο γεγονός ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο βρισκόταν μόνος στην οικία, ότι ήταν το τελευταίο πρόσωπο που προσέφερε τροφή στο παιδί και ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, το παιδί ήταν απολύτως υγιές (ερυθρό 34 του διοικητικού φακέλου).

 

Φοβούμενος τη σύλληψή του, ο Αιτητής εγκατέλειψε την οικία του, καθώς, όπως υποστήριξε, δεν διέθετε κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να μπορούσε να αντικρούσει τις κατηγορίες εις βάρος του, ενώ δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες ούτε υλικό από κάμερες ασφαλείας που να επιβεβαιώνει την εκδοχή του. Κατέφυγε στην οικία φίλου του, ο οποίος, λίγες ημέρες αργότερα, επισκέφθηκε την οικία του Αιτητή και τον ενημέρωσε ότι η αστυνομία τον αναζητούσε. Ο μεγαλύτερος αδελφός του φίλου του τον βοήθησε στη συνέχεια να αναχωρήσει από τη χώρα καταγωγής του.

 

Ερωτηθείς ειδικότερα για τον λόγο που επέλεξε να διαφύγει, παρά τον ισχυρισμό του ότι ήταν αθώος, ο Αιτητής επανέλαβε ότι, ως το μοναδικό πρόσωπο που είχε την ευθύνη του παιδιού κατά τον κρίσιμο χρόνο, θεωρούσε βέβαιο ότι οι αρχές θα προχωρούσαν στη σύλληψή του, ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου που θα μπορούσε να αποδείξει την αθωότητά του.

 

Αναφορικά με την αντίδραση του θείου του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν επικοινώνησε προσωπικά μαζί του. Αντ' αυτού, απέστειλε φίλο του στην οικία της οικογένειας, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι αναζητείται από την αστυνομία και ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην οικογένεια, ο θάνατος του παιδιού αποδόθηκε σε δηλητηρίαση.

Σε σχέση με τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβάται πως θα συλληφθεί και θα διωχθεί ποινικά για τον θάνατο του συγγενή του. Παράλληλα, υποστήριξε ότι δεν έχει τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, καθόσον είναι καταζητούμενος σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας.

 

Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσε να αναχωρήσει από τη χώρα του, παρά τους ισχυρισμούς περί έκδοσης δύο ενταλμάτων εις βάρος του, ανέφερε ότι κατά τον χρόνο της αναχώρησής του είχε εκδοθεί μόνο εντολή να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, εξήγησε ότι συνοδευόταν από τρίτο πρόσωπο, το οποίο αναλάμβανε την επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές κατά τους ελέγχους στο αεροδρόμιο και του υπεδείκνυε πού να αναμένει κατά τη διεκπεραίωση των σχετικών διαδικασιών.

 

Αξιολογώντας τις πιο πάνω δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αφορά τα προσωπικά στοιχεία και προφίλ του Αιτητή, και ο δεύτερος αφορά το ότι καταζητείτο από τις αστυνομικές αρχές λόγω κατηγορίας εις βάρος του για τη δολοφονία του ανιψιού του.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός αφού δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου και οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν από το προσκομισθέν αντίγραφο του δελτίου ταυτότητας του και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό καθότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα τα οποία συνέβησαν κατά την ημέρα του ισχυριζόμενου θανάτου του ανιψιού του. Απάντησε με γενικότητα και χωρίς συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα συμπτώματα του ανιψιού του και σχετικά με το που βρισκόταν ο θείος και η θεία του. Κληθείς να περιγράψει με λεπτομέρεια τα γεγονότα όταν βρήκε το παιδί αλλά και να περιγράψει το συμβάν με τους γείτονές του ο Αιτητής απάντησε με υπεκφυγές και αποσπασματικό τρόπο. Ερωτηθείς γιατί οι γείτονες του τον υποπτεύθηκαν και δεν σκέφτηκαν πρώτα κάποιον άλλο αίτιο ή την διακομιδή του παιδιού στο νοσοκομείο, ο Αιτητής απάντησε με ανακρίβεια ότι ήταν ο τελευταίος που προσέφερε τροφή στο παιδί και υπέθεσαν ότι η τροφή ήταν δηλητηριασμένη. Ο Αιτητής δεν μπόρεσε να απαντήσει με επάρκεια για ποιον λόγο θα θεωρούταν εξ αρχής ένοχος. Ερωτηθείς σχετικά με τις πληροφορίες που απέκτησε ο φίλος του και το αίτιο θανάτου του παιδιού απάντησε με τρόπο γενικό και χωρίς συγκεκριμένες πληροφορίες. Ερωτηθείς σχετικά με την διαμονή του τις βδομάδες κατά τις οποίες κρυβότανε και τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να ταξιδέψει παρά τα εντάλματα που είχαν εκδοθεί εναντίων του, ο Αιτητής απάντησε με αοριστία και χωρίς συγκεκριμένες πληροφορίες.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, οι Καθ' ων η αίτηση, παρέπεμψαν σε εξωτερική πηγή σύμφωνα με την οποία αναλύεται ο νέος ποινικός κώδικας του Καμερούν, καθώς και οι διατάξεις περί έρευνας εγκλημάτων, ανάκρισης και τις περιπτώσεις αστυνομικής κράτησης. Υπό το φως των συγκεκριμένων πληροφοριών, ο λειτουργός έκρινε τις δηλώσεις του Αιτητή ως μη συνεκτικές και με ελλιπείς πληροφορίες και κατέληξε ότι ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι, επί τη βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την χώρα καταγωγής του Αιτητή, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του, και συγκεκριμένα στην πόλη Loum της πολιτείας Littoral του Καμερούν, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο βλάβης.

 

Ως εκ τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια  έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του/της ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414)

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές και από την προσκομισθείσα ταυτότητα του.

 

Ορθές κρίνονται και οι διαπιστώσεις των Καθ’ ων η αίτηση σε σχέση και με τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή που αφορά το ότι καταζητείτο από τις αστυνομικές αρχές λόγω κατηγορίας εις βάρος του για τη δολοφονία του ανιψιού του. Παρατηρώ ότι πράγματι οι δηλώσεις του ήταν ανεπαρκείς και αόριστες, ενώ αρκετές απαντήσεις του δηλώνουν άγνοια και χαρακτηρίζονται από ασάφειες. Επιπλέον διαπιστώνονται ουσιώδεις ασάφειες, ελλείψεις και στοιχεία που πλήττουν την αξιοπιστία του. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς και πειστικές πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες θανάτου του υιού του θείου του, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές και προσωπικές εκτιμήσεις. Παράλληλα, οι ισχυρισμοί του ότι οι γείτονές του τον κατηγόρησαν αμέσως για ανθρωποκτονία αποκλειστικά επειδή βρισκόταν μόνος στην οικία και είχε ετοιμάσει φαγητό στο παιδί δεν συνοδεύονται από επαρκή αιτιολόγηση ούτε καθίσταται σαφές γιατί οι γείτονες κατέληξαν τόσο άμεσα στο συγκεκριμένο συμπέρασμα, χωρίς να αναζητηθεί οποιαδήποτε άλλη εξήγηση ή ιατρική συνδρομή. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του ότι επέλεξε να διαφύγει αμέσως μόλις κλήθηκε η αστυνομία, ενώ υποστηρίζει ότι ήταν αθώος και είχε ήδη καλέσει ο ίδιος τους γείτονες για βοήθεια, εμφανίζεται αντιφατικός, καθώς η συμπεριφορά αυτή αντικειμενικά θα μπορούσε να ενισχύσει τις υποψίες εις βάρος του. Περαιτέρω, οι αναφορές του σχετικά με την ποινική διαδικασία που φέρεται να κινήθηκε εναντίον του παρουσιάζουν ασυνέπειες, καθώς αφενός ισχυρίστηκε ότι εκδόθηκαν δύο εντάλματα εις βάρος του, αφετέρου ανέφερε ότι κατά τον χρόνο αναχώρησής του είχε εκδοθεί μόνο εντολή εμφάνισης ενώπιον Δικαστηρίου, χωρίς να είναι σε θέση να αποσαφηνίσει τη χρονική ακολουθία ή την εξέλιξη των σχετικών διαδικασιών. Εξίσου αόριστες παρέμειναν οι δηλώσεις του ως προς τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε ότι ο θάνατος αποδόθηκε σε δηλητηρίαση, καθώς η σχετική πληροφορία προέρχεται αποκλειστικά από τρίτο πρόσωπο και όχι από επίσημη πηγή ή προσωπική γνώση. Επιπλέον, δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εξήλθε από τη χώρα καταγωγής του, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι αρχές ήδη τον αναζητούσαν, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί συνδρομής τρίτου προσώπου.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, η έρευνα των Καθ’ ων η αίτηση κρίνεται ορθή και επαρκείς και δεν θεωρώ αναγκαία την εκ νέου διεξαγωγή έρευνας, δεδομένης μάλιστα και της μη θεμελιωθείσας εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή.

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορώ να αγνοήσω ότι ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του Αιτητή, συνδέεται με ιδιωτικούς φορείς, χωρίς κανένα στοιχείο που να δεικνύει «δίωξη» στο πρόσωπο του Αιτητή «λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ειδικής κοινωνικής ομάδας». Συνεπώς, ακόμα και αληθείς να είναι οι ισχυρισμοί του Αιτητή, και πάλι αυτοί δεν αρκούν για να τον εντάξει στην έννοια του «πρόσφυγα». Τέλος, είναι πλέον νομολογημένο ότι «δεν είναι επαρκές για Αιτητή διεθνούς προστασίας, προς ευόδωση της αίτησής του, να επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του προκαλούμενο από ιδιωτικούς φορείς, χωρίς να συγκεκριμενοποιεί οποιοδήποτε γεγονός προς τούτο και αναμένοντας από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές να διεξάγουν εξ ιδίων έρευνα ώστε να εξιχνιάσουν τα γεγονότα επαλήθευσης ή μη του ισχυρισμού του» (βλ. M.M.R. v Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω ΑΑΠ, Έφεση κατά απόφασης ΔΔΔΠ αρ. 5/2019, ημερομηνίας 04/10/2023).

 

Από το ιστορικό του Αιτητή, όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ορθά και μετά από δέουσα έρευνα κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ότι δε στοιχειοθέτησε κανέναν ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Τα όσα ανέφερε δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Εξετάζοντας πλήρως την υπόθεση, διαπιστώνω ότι ορθά κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[…]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, και ειδικότερα στην πολιτεία Littoral, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.

 

Έκθεση του Ιουλίου του 2025 του International Crisis Group αναφέρει ότι: «Ύστερα από παρατεταμένη περίοδο κατά την οποία εξαπέλυαν τη συντριπτική πλειονότητα των επιθέσεων, οι αγγλόφωνοι αυτονομιστές πραγματοποίησαν λιγότερες επιθέσεις τον Ιούνιο· η υποχώρηση αυτή ενδέχεται να είναι στρατηγική και να προμηνύει ανανεωμένη έξαρση της βίας ενόψει των προεδρικών εκλογών. Ωστόσο, σημειώθηκε σοβαρό περιστατικό στη γαλλόφωνη Δυτική Περιφέρεια (West Region), η οποία γειτνιάζει με τις Αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες, όταν στις 18 Ιουνίου αυτονομιστική πολιτοφυλακή έστησε ενέδρα σε στρατιωτικό όχημα περιπολίας και σκότωσε τρεις στρατιώτες στην περιοχή Magba[1]

 

Τον Ιούνιο του 2025, το Agence France-Presse (AFP) αναφέρει ότι: «Από το 2016, οι Περιφέρειες Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική του Καμερούν μαστίζονται από σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και της κυβέρνησης. Πολλοί αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν συστηματικές διακρίσεις στη χώρα, όπου η πλειονότητα είναι γαλλόφωνη. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα γρήγορα εξελίχθηκε σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Human Rights Watch, οι συγκρούσεις έχουν στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 6.000 αμάχους μέχρι σήμερα. Οι αυτονομιστικές ομάδες έχουν προχωρήσει σε απαγωγές και επιθέσεις κατά αμάχων και κρατικών αξιωματούχων, ενώ ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται ότι διεξάγουν επιδρομές με στόχο την τιμωρία φερόμενων υποστηρικτών των αυτονομιστών. Παράλληλα, οι τζιχαντιστές της Μπόκο Χαράμ σπέρνουν τον τρόμο στο άλλο άκρο της χώρας, στην Περιφέρεια του Άπω Βορρά, όπου η οργάνωση δρα από το 2009. Οι πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας έχουν εκτοπίσει μεγάλο αριθμό Καμερουνέζων από τις εστίες τους και συνιστούν πρόκληση για τη διεξαγωγή ειρηνικών εκλογών.»[2] Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς (Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons) σημειώνει ότι: «Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι πιο έντονη στη Βορειοδυτική Περιφέρεια απ' ό,τι στη Νοτιοδυτική.

 

Οι αυτονομιστές είναι πιο ενεργοί σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υποανάπτυκτες περιοχές. Παρότι η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, παραμένει ανεπαρκής για την αποτροπή περιστατικών ανασφάλειας.»[3] Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (OCHA) επισημαίνει ότι: «Η κατάσταση στις Περιφέρειες Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική (NWSW) παρέμεινε εύθραυστη και ασταθής, με συνεχείς επιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs) και μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs). Συνεχίστηκαν οι αναφορές για απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και απώλειες αμάχων.»[4]

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03/06/2026), στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν καταγράφηκαν 12 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 12 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[5] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Littoral εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4,498,900 (πρόβλεψη του 2025) κατοίκους.[6]

 

Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, αντίθετα στον ισχυρισμό των συνηγόρων τους, κρίνεται ορθή ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και επαρκώς αιτιολογημένη.  

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

                                                         

                                                                             

                                                                               Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] International Crisis Group (July 2025) Crisis Watch June 2025, Cameroon https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/june-trends-and-july-alerts-2025#cameroon

[2] RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Security situation, 10 July 2025 https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf

[3]  RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: Cameroon - Security situation, 10 July 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2131449/2025_07_Cameroon_Security_situation.pdf

[4]  United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76  https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 σελ.2

[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Littoral (Douala), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/06/2026).

[6] City Population, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6821 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 23/04/2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο