L.B.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1225/2023, 30/6/2026
print
Τίτλος:
L.B.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπoθ. Αρ.: 1225/2023, 30/6/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

Υπoθ. Αρ.: 1225/2023

 

30 Ιουνίου 2026

[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.] 

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ: 

          L.B.N.

                                                                              Αιτήτρια

-και- 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου 

Καθ’ ων η αίτηση 

 

Ι. Ιάσονος (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Ρ. Προδρόμου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η αίτηση

Η Αιτήτρια είναι παρούσα

[Παρών ο κος Tshintu Tshiabo, για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Lingala και αντίστροφα].

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ:  Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 13/03/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οπουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Με δεύτερη αιτούμενη θεραπεία το Δικαστήριο καλείται όπως αναγνωρίσει την Αιτήτρια ως πρόσφυγα αντικαθιστώντας την αρχική απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:

 

Η Αιτήτρια είναι ενήλικας, υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κογκό (εφεξής «ΛΔΚ»), η οποία σύμφωνα με δική της δήλωση, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 27/09/2021 και μέσω Τουρκίας μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας από όπου στη συνέχεια εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 16/11/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας. Σε μεταγενέστερο στάδιο στην αίτησή της συμπεριλήφθηκε και το  γεννηθέντα στην Κύπρο τέκνο.

 

Στις 18/11/2021 διενεργήθηκε αξιολόγηση ευαλωτότητας της Αιτήτριας, βάσει της οποίας κρίθηκε «υψηλού ρίσκου», καθότι κυοφορούσε και προέβαλε ισχυρισμούς περί σεξουαλικής κακοποίησης και έγιναν όλες οι απαραίτητες παραπομπές. Στις 08/12/2022 και στις 08/02/2023 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις στην Αιτήτρια από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (εφεξής «λειτουργός»), παρέχοντάς της δωρεάν βοήθεια διερμηνέα. Στις 24/02/2023, ο λειτουργός συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας και του εξαρτώμενου από αυτή ανήλικου τέκνου και στις 25/02/2023, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης των Αιτητών.

 

Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 13/03/2023, παραλήφθηκε από την Αιτήτρια στις 27/03/2023, κατόπιν επεξήγησης του περιεχομένου της σε γλώσσα κατανοητή από αυτήν, ήτοι τη γαλλική.

 

Εμπρόθεσμα, η Αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της, καταχώρισε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση, προβάλλοντας πλήθος νομικών ισχυρισμών, ωστόσο με την γραπτή της αγόρευση, προωθεί ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης την έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας ισχυριζόμενη ότι οι Καθ’ ων η αίτηση περιέπεσαν σε πλάνη περί τα πράγματα, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύονται επαρκώς οι προωθούμενοι ισχυρισμοί.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της δικής τους γραπτής αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι το αίτημα της Αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν το αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου, και απορρίπτουν τους προβαλλόμενους από την Αιτήτρια ισχυρισμούς.

 

Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τις διευκρινήσεις, η συνήγορος της Αιτήτριας προέβαλε ότι δεν εξετάστηκε το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου της, παρά το γεγονός ότι η Υπηρεσία Ασύλου γνώριζε την ύπαρξή του. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα επαναλαμβανόμενης σεξουαλικής κακοποίησης και ότι οι δηλώσεις της έπρεπε να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα του τραύματος, του φόβου και της ευάλωτης θέσης της ως γυναίκας στη ΛΔΚ. Κατά τη θέση της, η Υπηρεσία δεν υπέβαλε τις κατάλληλες και εξειδικευμένες ερωτήσεις σε πρόσωπο που επικαλείται σεξουαλική και ενδοοικογενειακή βία, ενώ οι εξωτερικές πηγές στις οποίες παρέπεμψε η Υπηρεσίας Ασύλου επιβεβαιώνουν ότι τέτοια φαινόμενα είναι συχνά στη χώρα καταγωγής της.  

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση και τη γραπτή αγόρευσή τους και υποστήριξαν ότι οι ισχυρισμοί περί βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου δεν έχουν δικογραφηθεί και, σε κάθε περίπτωση, αφορούσαν την Αιτήτρια και όχι το τέκνο της. Ως προς την ουσία, προέβαλαν ότι η Αιτήτρια κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστη, καθότι δεν έδωσε σαφείς και συνεπείς απαντήσεις για ουσιώδη στοιχεία της αφήγησής της, ιδίως ως προς το όνομα και την ιδιότητα του φερόμενου δράστη, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι διέμενε επί σειρά ετών. Επίσης, υποστήριξαν ότι δεν εξήγησε πειστικά γιατί δεν εγκατέλειψε την οικία, γιατί δεν κατήγγειλε τα περιστατικά και γιατί δεν απευθύνθηκε στους γονείς της, ενώ η απόπειρά της να εγκαταλείψει τη Κύπρο με πλαστό διαβατήριο με προορισμό τη Γαλλία δημιουργεί περαιτέρω αμφιβολίες ως προς τη βασιμότητα του αιτήματός της.

 

Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτή προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός της, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου τους προωθούμενους ισχυρισμούς.

 

Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω ανασφάλειας. Ειδικότερα ανέφερε ότι διέμενε με τη θεία της και τον σύζυγο αυτής, ο οποίος κατέχει θέση συνταγματάρχη. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, όταν η ίδια ήταν 15 ετών, ο σύζυγος της θείας της προέβη σε σεξουαλική κακοποίησή της, γεγονός το οποίο η ίδια περιγράφει ως πράξη με την οποία της αφαιρέθηκε η παρθενία. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβόταν να αποκαλύψει τα ανωτέρω στη θεία της, καθότι ο φερόμενος δράστης την απείλησε ότι θα τη σκότωνε σε περίπτωση που μιλούσε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι με την άφιξή της στη Δημοκρατία ανακάλυψε ότι είναι έγκυος (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 29 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη συνέντευξη για αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι διέμενε με τη θεία της, η οποία τη φρόντιζε από την παιδική της ηλικία, καθότι οι γονείς της ζούσαν στο χωριό. Περιέγραψε περιστατικό όπου σε ηλικία 15 ετών, ενόσω η θεία της απουσίαζε από την οικία, ο σύζυγος της θείας της, τον οποίο περιέγραψε ως συνταγματάρχη στην Kinshasa, εισήλθε στο δωμάτιό της ενώ η ίδια κοιμόταν και τη βίασε. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι μετά το περιστατικό δεν αποκάλυψε τα γεγονότα σε κανέναν, διότι ο εν λόγω άνδρας την απειλούσε. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι την απείλησε με όπλο ότι, εάν κάποτε συνάψει σχέση με άλλο πρόσωπο, θα το σκοτώσει. Πρόσθεσε ότι, όταν η θεία της απουσίαζε λόγω των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων, ο σύζυγός της την κακοποιούσε. Δήλωσε ότι ζούσε κρυμμένη και ότι επιθυμούσε να ζήσει με ασφάλεια και ότι πριν από την άφιξή της στην Κύπρο, γνώρισε έναν άνδρα ο οποίος τη βοήθησε να διαφύγει. Από αυτόν τον άνδρα δήλωσε ότι έμεινε έγκυος ωστόσο δεν είχε πλέον καμία επαφή μαζί του (ερυθρά 25-24 του διοικητικού φακέλου).

 

Στο πλαίσιο της πρώτης συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της την Kinshasa. Αναφορικά με την οικογένειά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της απεβίωσε τον Σεπτέμβριο του 2022, ότι η μητέρα της και μία από τις αδερφές της διαμένουν στην Kinshasa, ενώ στην Κύπρο βρίσκεται η άλλη αδερφή της, επίσης αιτήτρια ασύλου. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι ανύπανδρη μητέρα ενός ανήλικου τέκνου γεννηθέντα στην Κύπρο. Ανέφερε ότι από τον Μάρτιο του 2008 μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της τον Σεπτέμβριο του 2021 διέμενε στην οικία της θείας της, αδελφής της μητέρας της, στην περιοχή Bandalungwa, καθότι οι γονείς της, oι οποίοι διαμένουν στην περιοχή Kalamu, δεν ήταν σε θέση να καλύψουν τα έξοδα της εκπαίδευσής της. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια δήλωσε απόφοιτη ανώτερης εκπαίδευσης με εργασιακή εμπειρία από το 2020 έως την αναχώρησή της.

 

Προέβαλε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του  συζύγου της θείας της, του οποίου η ιδιότητα ήταν συνταγματάρχης και τον αποκαλούσε «Tonton Sadik», από τον οποίο υπέστη σεξουαλική κακοποίηση επί σειρά ετών. Κατά την αφήγησή της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι το πρώτο περιστατικό έλαβε χώρα στις 13/04/2009, όταν η θεία της απουσίαζε σε επαγγελματικό ταξίδι. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο εν λόγω άνδρας εισήλθε στο δωμάτιό της κατά τη διάρκεια της νύχτας, την απείλησε με όπλο και τη βίασε. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι έκτοτε την κακοποιούσε κάθε φορά που η θεία της απουσίαζε από την οικία, συνήθως ανά ένα ή δύο μήνες και για διάστημα περίπου μίας εβδομάδας κάθε φορά. Κατά τους ισχυρισμούς της, η κακοποίηση συνεχίστηκε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα.

 

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν αποκάλυψε τα γεγονότα στην οικογένειά της ή σε άλλο πρόσωπο όσο βρισκόταν στη χώρα καταγωγής της, διότι ο σύζυγος της θείας της την απειλούσε υπενθυμίζοντας της την ιδιότητα του ως συνταγματάρχης. Ανέφερε επίσης ότι, μετά από κάθε περιστατικό, εκείνος της έδινε χάπια, τα οποία η ίδια λάμβανε χωρίς να γνωρίζει τη φύση τους.

 

Η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της τον Σεπτέμβριο του 2021, οργανώνοντας το ταξίδι της μέσω ταξιδιωτικού πρακτορείου, χρησιμοποιώντας δικές της αποταμιεύσεις, χωρίς να ενημερώσει την οικογένειά της για τον λόγο της αναχώρησής της, καθότι φοβόταν ότι ο σύζυγος της θείας της θα το πληροφορείτο.

 

Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι έμαθε ότι ήταν έγκυος μετά την άφιξή της στη Δημοκρατία. Ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του παιδιού της είναι ο σύζυγος της θείας της και ότι αποκάλυψε για πρώτη φορά στη μητέρα της τα όσα, κατά τους ισχυρισμούς της, είχαν συμβεί, μετά τη γέννηση του παιδιού της τον Ιούλιο του 2022. Η μητέρα της, σύμφωνα με την Αιτήτρια, ενημέρωσε στη συνέχεια τον πατέρα της, ο οποίος, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του, επισκέφθηκαν τη θεία της και τον σύζυγό της προκειμένου να τους αντιμετωπίσουν και να προχωρήσουν σε καταγγελία. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση ο σύζυγος της θείας της αρνήθηκε τις κατηγορίες και απείλησε τον πατέρα της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι λίγο αργότερα ο πατρικός της θείος ασθένησε και απεβίωσε τον Αύγουστο του 2022 και την ίδια κατάληξη είχε και ο πατέρας της, ο οποίος απεβίωσε τον Σεπτέμβριο του 2022. Σύμφωνα με την Αιτήτρια και οι δύο είχαν παρουσιάσει αναπνευστικά προβλήματα. Δήλωσε ότι δεν πραγματοποιήθηκε νεκροψία, πλην όμως η ίδια υποψιάζεται ότι ο σύζυγος της θείας της τους δηλητηρίασε, λόγω των απειλών που είχαν προηγουμένως διατυπώσει. Κατά τη συνέντευξη, η Αιτήτρια επέδειξε στο κινητό της τηλέφωνο πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα της, το οποίο ο λειτουργός κατέγραψε ότι αντιστοιχούσε στα στοιχεία και την ημερομηνία θανάτου που είχε αναφέρει.

 

Ως προς τον φόβο της σε περίπτωση επιστροφής, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβάται ότι ο σύζυγος της θείας της θα την σκοτώσει, ιδίως επειδή πλέον η οικογένειά της γνωρίζει τις καταγγελίες της. Υποστήριξε ότι ο εν λόγω άνδρας, λόγω της ιδιότητάς του ως συνταγματάρχη, διαθέτει επιρροή και γνωριμίες, και ότι δεν θα ήταν ασφαλής ούτε σε άλλη περιοχή της χώρας.

 

Στο πλαίσιο συμπληρωματικής συνέντευξης ημερομηνίας 08/02/2016 δόθηκε η ευκαιρία στην Αιτήτρια, μέσω πρόσθετων ερωτήσεων, να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία της και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής της.

 

Ως προς τον λόγο εγκατάστασής της στην οικία της θείας της το 2008, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της δεν είχε επαρκείς οικονομικούς πόρους για την κάλυψη των σχολικών της εξόδων. Διευκρίνισε ότι κατά τον χρόνο εκείνο φοιτούσε στη δεύτερη τάξη της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ότι, λόγω οικονομικών δυσκολιών της οικογένειας, η μητέρα της προτίμησε να τη στείλει στην αδελφή της.

 

Εξήγησε ότι οι δύο μεγαλύτερες αδελφές της παρέμειναν στην οικία των γονέων της. Ως προς την μεγαλύτερη αδελφή της, ανέφερε ότι το 2008 προετοιμαζόταν για κρατικό δίπλωμα, του οποίου το κόστος ήταν υψηλό, και ότι ακολούθως φοίτησε στο πανεπιστήμιο μέχρι το 2015. Ως προς τη δεύτερη αδελφή της, ανέφερε ότι παρακολούθησε εκπαίδευση στη ραπτική από το 2011 μέχρι το 2012, χωρίς ωστόσο να την ολοκληρώσει, και ότι άρχισε αργότερα να εργάζεται στην αγορά.

 

Αναφορικά με τη σύνθεση της οικογένειας της θείας της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η θεία της απέκτησε δίδυμα αγόρια το 2010, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, στάλθηκαν σε ηλικία πέντε ετών στη Νότια Αφρική για εκπαίδευση και διέμεναν εκεί με τον μεγαλύτερο αδελφό του συζύγου της θείας της. Ανέφερε επίσης ότι στην οικία δεν διέμεναν άλλα πρόσωπα, πλην οικιακής βοηθού, η οποία ερχόταν από τις 07:00 μέχρι τις 16:00.

 

Ως προς την ταυτότητα και το προφίλ του συζύγου της θείας της, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι τον γνώριζε ως «Tonton Sadik», χωρίς να γνωρίζει το πλήρες ονοματεπώνυμό του. Ερωτηθείσα πώς είναι δυνατόν να μη γνωρίζει περισσότερα στοιχεία για πρόσωπο με το οποίο διέμενε επί σειρά ετών, απάντησε ότι δεν ενδιαφερόταν να μάθει στοιχεία για τη ζωή του λόγω των όσων, κατά τους ισχυρισμούς της είχε πράξει. Κατά δήλωσή της πριν ταξιδέψει, το 2021, εκείνος είχε εορτάσει τα 60ά του γενέθλια και, ως εκ τούτου, θα ήταν πλέον περίπου 63 ετών. Δήλωσε επίσης ότι γνώριζε πως ήταν συνταγματάρχης από όσα της είχε αναφέρει η μητέρα της, αλλά και επειδή τον έβλεπε να φορά στρατιωτική στολή. Περιέγραψε τη στολή ως πράσινη, με τρεις γραμμές στους ώμους και κόκκινο κάλυμμα κεφαλής και ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν στο στρατόπεδο Kokolo.

 

Ως προς την κατ’ ισχυρισμό σεξουαλική κακοποίηση, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι αυτή λάμβανε χώρα κυρίως όταν η θεία της απουσίαζε λόγω ταξιδιών για επαγγελματικούς σκοπούς. Ο σύζυγος της θείας της πήγαινε στο δωμάτιό της κατά τη διάρκεια της νύχτας, συνήθως γύρω στα μεσάνυχτα, την ξυπνούσε και της έλεγε ότι την ήθελε. Η ίδια δήλωσε ότι αρνείτο και ότι εκείνος την κακοποιούσε, λέγοντάς της ότι επιθυμούσε μυστική σχέση μαζί της, ακόμη και να συναντώνται σε ξενοδοχείο. Ανέφερε ότι άλλοτε τη προσέγγιζε με ερωτικά λόγια και άλλοτε ενεργούσε επιθετικά. Το τελευταίο περιστατικό ισχυρίστηκε ότι συνέβη τον Σεπτέμβριο του 2021, πριν την αναχώρησή της από τη χώρα. Σχετικά με τις απειλές, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο φερόμενος δράστης την απειλούσε επανειλημμένα ότι θα τη σκοτώσει εάν φώναζε, αντιστεκόταν ή αποκάλυπτε τα γεγονότα. Ισχυρίστηκε ότι την απειλούσε αναφερόμενος στη βία που διαπράττουν στρατιώτες στην ανατολική ΛΔΚ και ότι της έλεγε πως μπορούσε εύκολα να σκοτώσει ανθρώπους. Επανέλαβε ότι την είχε απειλήσει με όπλο κατά το πρώτο περιστατικό, καθώς και σε άλλες περιπτώσεις, όταν εκείνη αντιστεκόταν ή αρνείτο. Ανέφερε επίσης ότι το όπλο φυλασσόταν στο δωμάτιό του, σε σημείο που η ίδια δεν γνώριζε.

 

Ως προς την εγκυμοσύνη της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι μετά από κάθε περιστατικό ο σύζυγος της θείας της της έδινε χάπια την επόμενη ημέρα, λέγοντάς της ότι έπρεπε να τα πάρει. Η ίδια, δεν γνώριζε τι χάπια ήταν, δεν είχε δει ποτέ τη συσκευασία τους και δεν είχε παρενέργειες από τη λήψη τους. Εξήγησε ότι τον Αύγουστο του 2021, μετά από περιστατικό κακοποίησης, εκείνος έφυγε για τριήμερη αποστολή και δεν της έδωσε τα συνήθη χάπια, με αποτέλεσμα να διαπιστώσει την εγκυμοσύνη της μετά την άφιξή της στη Δημοκρατία.

 

Ως προς τη μη αποκάλυψη των περιστατικών στην οικογένειά της, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι δεν είχε ενημερώσει κανένα λόγω των απειλών του συζύγου της θείας της και λόγω του φόβου ότι οι γονείς της δεν θα μπορούσαν να την προστατεύσουν. Ανέφερε ότι θεωρούσε πως ο πατέρας της, ως πολίτης, δεν θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί με έναν στρατιωτικό και ότι, ακόμη και αν έφευγε από την οικία της θείας της, ο φερόμενος δράστης θα μπορούσε να την εντοπίσει. Δήλωσε ότι απέφευγε να συναντά συχνά τους γονείς και τις αδελφές της, διότι, εάν τους έβλεπε τακτικά, θα ένιωθε την ανάγκη να τους αποκαλύψει τα όσα συνέβαιναν.

 

Ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν απευθύνθηκε στις αρχές, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι στη χώρα της δεν υπάρχει αποτελεσματική προστασία, ότι οι αρχές είναι διεφθαρμένες και ότι πρόσωπα με χρήματα ή στρατιωτική ιδιότητα μπορούν να αποφύγουν συνέπειες.

 

Ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν την αποκάλυψη στην οικογένεια της των όσων συνέβαιναν, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι ο πατέρας της αντέδρασε υποστηρικτικά και μετέβη μαζί με τον αδελφό του στην οικία της θείας της, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον σύζυγο της θείας της και να κινηθεί νομικά εναντίον του. Επανέλαβε ότι μετά την επίσκεψη του πατέρα της και του θείου της, αμφότεροι ασθένησαν και απεβίωσαν και η ίδια και η μητέρα της θεωρούν ότι ο θάνατός τους συνδέεται με τις απειλές του συζύγου της θείας της, τον οποίο θεωρούν ικανό να προκαλέσει βλάβη με διάφορους τρόπους, περιλαμβανομένης της δηλητηρίασης.

 

Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ο λειτουργός διέκρινε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, o πρώτος σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι από το 2009 έως το 2021 υφίστατο συστηματικά σεξουαλική κακοποίηση από τον συνταγματάρχη θείο της, ο οποίος την απείλησε ότι εάν μιλούσε θα τη σκότωνε και ο τρίτος σχετικά με τoν ισχυρισμό ότι ο θάνατος του πατέρα της και του πατρικού της θείου προήλθε από τον σύζυγο της θείας της.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας, ενώ ο δεύτερος και ο τρίτος ουσιώδεις ισχυρισμοί έτυχαν απόρριψης.

 

Κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας παρέμειναν γενικές και ανεπαρκώς λεπτομερείς. Ειδικότερα, θεώρησαν ότι δεν εξήγησε ικανοποιητικά τον λόγο για τον οποίο μεταφέρθηκε στην οικία της θείας της το 2008 και παρέμεινε εκεί μέχρι το 2021, ιδίως ενόψει του ότι η αρχική αιτιολογία αφορούσε οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειας. Όπως κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της είχε σταθερή εργασία, ενώ οι υποχρεώσεις των γονέων της ως προς τη χρηματοδότηση των σπουδών των αδελφών της φαίνεται να περιορίστηκαν χρονικά έως τα έτη 2012 και 2015. Παρά ταύτα, η Αιτήτρια παρέμεινε στην οικία της θείας της μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2021, χωρίς να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο εξακολούθησε να διαμένει εκεί επί σειρά ετών μετά την άρση των αρχικών οικονομικών λόγων.

 

Περαιτέρω, παρότι η Αιτήτρια περιέγραψε με σχετική λεπτομέρεια το πρώτο περιστατικό κακοποίησης, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν παρείχε επαρκείς συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς την επανάληψη, τη συχνότητα και το πλαίσιο των φερόμενων περιστατικών κατά τη διάρκεια των έντεκα ετών, περιοριζόμενη κυρίως στην αναφορά ότι αυτά συνέβαιναν όταν η θεία της απουσίαζε για επαγγελματικούς λόγους. Αρνητικά αξιολογήθηκε επίσης το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το πλήρες ονοματεπώνυμο του φερόμενου δράστη, τον οποίο γνώριζε μόνο ως «Tonton Sadik/Sadiki», ούτε να παράσχει επαρκείς πληροφορίες για το προφίλ του, πέραν της γενικής αναφοράς ότι ήταν συνταγματάρχης, φορούσε στολή, έφερε όπλο και εργαζόταν στο στρατόπεδο Kokolo. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν επίσης μη ικανοποιητικές τις εξηγήσεις της Αιτήτριας ως προς τη μη αποκάλυψη των περιστατικών στην οικογένειά της επί σειρά ετών, τη μη προσφυγή στις αρχές και τη μη αποχώρηση από την οικία της θείας της, παρά την ενηλικίωσή της, την ολοκλήρωση των σπουδών της και την ανάληψη εργασίας. Επιπλέον, έκριναν μη πειστική την καθυστερημένη αποκάλυψη των γεγονότων στη μητέρα της μετά την άφιξή της στη Κύπρο, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι, ως υποστήριξε, όταν τελικά προέβη στην αποκάλυψη, οι γονείς της αντέδρασαν υποστηρικτικά.

 

Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι η σεξουαλική βία, περιλαμβανομένου του βιασμού, αποτελεί συχνό φαινόμενο στη ΛΔΚ και παρότι η νομοθεσία ποινικοποιεί τον βιασμό, το αδίκημα δεν καταγγέλλεται πάντοτε από τα θύματα και ο νόμος δεν εφαρμόζεται πάντοτε αποτελεσματικά. Οι Καθ’ ων η αίτηση έλαβαν επίσης υπόψη ότι, σύμφωνα με πηγές πληροφόρησης, η ενδοοικογενειακή βία παραμένει διαδεδομένη και η αστυνομία σπανίως παρεμβαίνει σε υποθέσεις που εκλαμβάνονται ως οικογενειακές διαφορές. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι οι εξωτερικές πληροφορίες συνάδουν με τον γενικό ισχυρισμό της Αιτήτριας. Εντούτοις, κατέληξαν ότι οι πληροφορίες επιβεβαιώνουν μόνο το γενικό πλαίσιο της σεξουαλικής βίας και της ανεπαρκούς προστασίας στη ΛΔΚ, όχι όμως τα εξατομικευμένα περιστατικά που προέβαλε η Αιτήτρια. Δεδομένου ότι ο προσωπικός της ισχυρισμός κρίθηκε, στο επίπεδο της εσωτερικής αξιοπιστίας, ως γενικός και ανεπαρκώς τεκμηριωμένος, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν τον έκαναν αποδεκτό.

 

Αξιολογώντας την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ότι ο θάνατος του πατέρα και του πατρικού θείου της Αιτήτριας επήλθε από τον σύζυγο της θείας της, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ήταν ασαφείς, αντιφατικές και μη ευλογοφανείς. Συγκεκριμένα, επεσήμαναν ότι η Αιτήτρια αρχικά ανέφερε ότι ο πατέρας της απεβίωσε από πνευμονική πάθηση, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι η ίδια και η μητέρα της υποψιάζονταν πως ο σύζυγος της θείας της είχε προκαλέσει τον θάνατο του πατέρα και του πατρικού θείου της, είτε μέσω δηλητηρίασης είτε, κατά τρόπο γενικότερο, μέσω πρακτικών που η ίδια συνέδεσε με μαγεία ή με την καταγωγή του από την Katanga. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι, όταν η Αιτήτρια κλήθηκε να εξηγήσει για ποιους λόγους η ίδια και η μητέρα της θεωρούσαν ότι ο φερόμενος δράστης ευθυνόταν για τους θανάτους, δεν παρείχε ικανοποιητική και συνεκτική απάντηση. Η Αιτήτρια περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο πατέρας της ήταν προηγουμένως υγιής, ότι ο φερόμενος δράστης είχε απειλήσει πως θα «δείξει τι μπορεί να κάνει» και ότι, κατά την αντίληψή της, μπορούσε να προκαλέσει βλάβη με διάφορους τρόπους. Η Αιτήτρια αναφέρθηκε γενικά σε δηλητηρίαση μέσω φαγητού ή νερού, αλλά και σε πιθανή δηλητηρίαση μέσω χειραψίας ή μέσω επαφής με καρέκλα, χωρίς να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία ή αντικειμενικές ενδείξεις που να συνδέουν τον φερόμενο δράστη με τους θανάτους.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι, παρά τη διενέργεια έρευνας, δεν εντοπίστηκαν εξωτερικές πηγές που να επιβεβαιώνουν το περιστατικό. Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι σχετικές δηλώσεις της κρίθηκαν ασαφείς και στηριζόμενες σε γενικές υποθέσεις, οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό.

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα, το προφίλ και η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και λαμβανομένων υπόψη πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση η συνδρομή φόβου δίωξης ή βλάβης.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς οι συνδεόμενοι με τον συγκεκριμένο φόβο ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης της Αιτήτριας στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα η επαρχία της Kinshasa δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως προς το προφίλ της Αιτήτριας επισημάνθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι είναι μορφωμένη, διαθέτει εργασιακή εμπειρία και υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα της.

 

Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία απορρίφθηκε.

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο φερόμενος δράστης ήταν ο σύζυγος της θείας της και όχι βιολογικός της θείος, ότι ονομαζόταν Sadiki Masumbu Djohn, ήταν περίπου 60 ετών και υπηρετούσε ως συνταγματάρχης στον στρατό. Ισχυρίστηκε ότι διέμενε στην οικία της θείας της από το 2008 έως την αναχώρησή της από τη χώρα, το 2021. Ερωτηθείσα για ποιο λόγο δεν αποχώρησε από την εν λόγω οικία, παρά την κακοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπέστη, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να φύγει λόγω των απειλών του εν λόγω ατόμου. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι εκείνος την απειλούσε πως, εάν έφευγε και αποκάλυπτε όσα της είχε κάνει, θα τη σκότωνε. Πρόσθεσε ότι φοβόταν, επειδή της είχε επιδείξει όπλο και επειδή, ως στρατιωτικός, είχε τη δυνατότητα να σκοτώσει. Η Αιτήτρια ανέφερε επίσης ότι το πατρικό της σπίτι βρισκόταν περίπου σαράντα λεπτά με λεωφορείο από την οικία της θείας της και ότι υπήρχαν επισκέψεις τόσο από τους γονείς της προς την ίδια όσο και από την ίδια προς τους γονείς της. Παρά ταύτα, ισχυρίστηκε ότι δεν τους αποκάλυψε τα γεγονότα, διότι είχε μεγαλώσει με φόβο και δεν είχε πού να πάει. Ως προς τη θεία της, ισχυρίστηκε ότι, όταν οι γονείς της την ενημέρωσαν για τα γεγονότα, εκείνη αρχικά δεν τα πίστεψε, αλλά στη συνέχεια ζήτησε συγγνώμη από τους γονείς της.

Τέλος, όταν ερωτήθηκε γιατί κατά τη συνέντευξή της δεν ανέφερε εξαρχής το πλήρες όνομα του φερόμενου δράστη, ισχυρίστηκε ότι φοβόταν και ότι συνήθως τον αποκαλούσαν με διαφορετικό τρόπο.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.

 

Το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του, ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του/της. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημα για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του/της αιτητή/τριας, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ.Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.

 

Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».

 

Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως τα πρακτικά των διενεργηθεισών συνεντεύξεων ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της εισηγητικής έκθεσης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που η ίδια προέβαλε κατά τις συνεντεύξεις της, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά τη χώρα καταγωγής, την ταυτότητα, τα προσωπικά της στοιχεία και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου σχηματισθέντα από τους Καθ’ ων η αίτηση ισχυρισμού, ήτοι ότι από το 2009 έως το 2021 η Αιτήτρια κακοποιείτο σεξουαλικά από τον συνταγματάρχη σύζυγο της θείας της, από το σύνολο των ενώπιον μου στοιχείων, προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν στοιχειοθετούνται. Λαμβάνεται κατ’ αρχάς υπόψη ότι πρόκειται για ισχυρισμό σεξουαλικής βίας, ο οποίος πρέπει να αξιολογείται με ιδιαίτερη προσοχή. Η καθυστερημένη αποκάλυψη, η δυσχέρεια παροχής λεπτομερειών και η συναισθηματική φόρτιση ενδέχεται, σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως, να συνδέονται με τραυματικά βιώματα και δεν μπορούν, από μόνα τους τα στοιχεία αυτά, να οδηγήσουν αυτομάτως σε αρνητική κρίση αξιοπιστίας. Ωστόσο, η εν λόγω επισήμανση δεν απαλλάσσει την Αιτήτρια από την υποχρέωση να παρουσιάσει έναν κατά το δυνατόν συνεκτικό, εξατομικευμένο και ευλογοφανή πυρήνα, ιδίως ως προς τα ουσιώδη στοιχεία αυτού του ισχυρισμού.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η Αιτήτρια περιέγραψε με λεπτομέρεια και συνοχή το πρώτο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης, αναφερόμενη στην απουσία της θείας της, στην είσοδο του φερόμενου δράστη στο δωμάτιό της και στην απειλή με όπλο. Εντούτοις, οι δηλώσεις της ως προς την επανάληψη της κακοποίησης παρέμειναν γενικές, με κύρια αναφορά στο ότι τα περιστατικά συνέβαιναν όταν απουσίαζε η θεία της και κατά τις νυχτερινές ώρες, χωρίς να παρατίθενται επαρκώς συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία για περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς της, διήρκεσαν επί σειρά ετών.

 

Επιπλέον, η Αιτήτρια δεν εξήγησε επαρκώς γιατί παρέμεινε στην οικία της θείας της μέχρι το 2021, ενώ η αρχική εγκατάστασή της εκεί αποδόθηκε σε οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειας, οι οποίες δεν εξειδικεύθηκαν επαρκώς. Η παραμονή της στην ίδια οικία μέχρι την ηλικία των 27 ετών, παρά την ενηλικίωσή της, την ολοκλήρωση σπουδών και την ανάληψη εργασίας, δεν αιτιολογήθηκε πειστικά. Oι παράγοντες αυτοί συνεκτιμώνται με το γεγονός ότι η Αιτήτρια είχε επαφή με τους γονείς της, η πατρική της οικία βρισκόταν σε σχετικά κοντινή απόσταση (σε απόσταση 40 χιλιομέτρων) καθώς και με το γεγονός ότι η ίδια εργάστηκε και αποταμίευσε χρήματα, χωρίς να παρέχει επαρκή και πειστική εξήγηση για τη μη αναζήτηση οποιασδήποτε προστασίας ή εναλλακτικής διαβίωσης. Η μεταγενέστερη δε υποστηρικτική αντίδραση των γονέων της, όταν κατά τους ισχυρισμούς της πληροφορήθηκαν τα γεγονότα, αποδυναμώνει περαιτέρω την εξήγηση ότι δεν θα μπορούσε να αποταθεί σε αυτούς για βοήθεια.

 

Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει βασικά στοιχεία για τον φερόμενο δράστη, παρότι ισχυρίστηκε ότι διέμενε στην ίδια οικία για έντεκα συναπτά χρόνια. Δεν γνώριζε το πλήρες ονοματεπώνυμό του, αναφερόμενη μόνο στην προσφώνηση «Tonton Sadik/Sadiki», ενώ οι πληροφορίες της για το στρατιωτικό του προφίλ περιορίστηκαν στη γενική αναφορά ότι ήταν συνταγματάρχης, εργαζόταν στο στρατόπεδο Kokolo, φορούσε στολή και έφερε όπλο. Η Αιτήτρια ανέφερε το πλήρες όνομα του συζύγου της θείας της (“Sadiki Masumbu DJohn”) για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ η εξήγηση ότι φοβόταν και ότι συνήθως τον αποκαλούσαν με διαφορετικό τρόπο δεν κρίνεται επαρκής, ιδίως ενόψει της μακρόχρονης συμβίωσης στην ίδια οικία.

 

Επιπλέον, η καθυστερημένη αποκάλυψη των γεγονότων μετά την άφιξή της στη χώρα μας, καθώς και η αρχική αναφορά προς την αδελφή της (η οποία βρίσκεται μαζί της στη Κύπρο) ότι η εγκυμοσύνη προερχόταν από άλλον άνδρα στην Kinshasa, ενισχύουν τις αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της αφήγησης. Η εξήγηση που παρείχε η Αιτήτρια ότι ήθελε πρώτα να γεννήσει λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως δεν αίρει τις διαπιστωθείσες αδυναμίες. Επισημαίνεται ότι στην αρχική της αίτηση η Αιτήτρια κατέγραψε γενικά ότι είναι έγκυος χωρίς να συνδέει το γεγονός αυτό με το αφήγημά της και στην αίτηση για αξιολόγηση ευαλωτότητας, η Αιτήτρια συνέδεσε την εγκυμοσύνη της και την πατρότητα του τέκνου της με άνδρα που ισχυρίστηκε ότι γνώρισε πριν από την άφιξή της στην Κύπρο. Σε μεταγενέστερο στάδιο και συγκεκριμένα στις συνεντεύξεις της η Αιτήτρια προέβαλε ότι πατέρας του παιδιού είναι ο σύζυγος της θείας της.

 

Τέλος, οι αναφορές της περί μη προσφυγής στις αρχές λόγω διαφθοράς και αδυναμίας καταγγελίας στρατιωτικών παραμένουν γενικές και δεν στηρίζονται σε προσωπική προσπάθεια αναζήτησης προστασίας ή σε συγκεκριμένο εξατομικευμένο περιστατικό άρνησης προστασίας.

 

Λαμβάνεται υπόψη ότι, μολονότι ο φερόμενος δράστης φέρεται να έλαβε γνώση ότι η Αιτήτρια αποκάλυψε τα όσα ισχυρίστηκε ότι βίωνε στην οικογένειά της, η ίδια δεν ανέφερε οποιοδήποτε μεταγενέστερο συγκεκριμένο περιστατικό σε βάρος μελών της οικογένειάς της, ιδίως της μητέρας ή της αδελφής της, οι οποίες εξακολουθούν να διαμένουν στην Kinshasa. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί συνεχιζόμενου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι παρατεθείσες από τους Καθ’ ων η αίτηση πληροφορίες επιβεβαιώνουν τόσο την διαδεδομένη ύπαρξη σεξουαλικής και ενοδοικογενειακής βίας, καθώς και τη δυσχέρεια πρόσβασης σε προστασία στη ΛΔΚ, πλην όμως ενισχύουν μόνο το γενικό πλαίσιο και όχι τον συγκεκριμένο προσωπικό ισχυρισμό της Αιτήτριας. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στο αφήγημα της Αιτήτριας, το Δικαστήριο δεν κάνει αποδεκτό τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της.

 

Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αποδυναμώνεται από τη μη θεμελίωση του δεύτερου ουσιώδη ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ορθά τα  ευρήματα αναξιοπιστίας που επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, η Αιτήτρια συνέδεσε χρονικά τους δύο θανάτους (του πατέρα της και του πατρικού της θείου) με επίσκεψη στον σύζυγο της θείας της τον Ιούλιο του 2022, αναφέροντας ότι ο πατρικός της θείος απεβίωσε στις 21/08/2022 και ο πατέρας της στις 03/09/2022, αφού προηγουμένως είχαν παρουσιάσει αμφότεροι αναπνευστικά προβλήματα. Ωστόσο, οι δηλώσεις της ως προς την αιτία των θανάτων δεν υπήρξαν σαφείς και συνεκτικές. Αφενός αναφέρθηκε σε ασθένεια και πνευμονικά προβλήματα, αφετέρου διατύπωσε την υπόθεση ότι ο φερόμενος δράστης τους δηλητηρίασε ή προκάλεσε με άλλον τρόπο τον θάνατό τους. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία που να συνδέουν τον φερόμενο δράστη με τους θανάτους. Οι αναφορές της στηρίχθηκαν κυρίως στο ότι οι αποβιώσαντες ήταν προηγουμένως υγιείς, ότι οι θάνατοι επήλθαν μετά την αντιπαράθεση και ότι ο φερόμενος δράστης είχε διατυπώσει απειλές. Οι εξηγήσεις της ως προς τον τρόπο πρόκλησης των θανάτων, περιλαμβανομένης της αναφοράς σε δηλητηρίαση μέσω φαγητού, νερού, χειραψίας ή επαφής με καρέκλα, παρέμειναν αόριστες, υποθετικές και μη ευλογοφανείς.

 

Επισημαίνεται ότι το πιστοποιητικό θανάτου του πατέρα της που προσκόμισε η Αιτήτρια δύναται στο πλαίσιο αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας να επιβεβαιώσει την ημερομηνία θανάτου, όχι όμως την εμπλοκή του φερόμενου δράστη. Ενόψει των ανωτέρω, ο χρονικός συσχετισμός των θανάτων με την προηγούμενη αντιπαράθεση δεν επαρκεί για την τεκμηρίωση του ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος ούτε από το Δικαστήριο.

 

Το Δικαστήριο διαπιστώνει πως κατά το στάδιο αξιολόγησης κινδύνου, οι Καθ’ ων η αίτηση, έχοντας αποδεχθεί το προφίλ της Αιτήτριας παρέλειψαν να διερευνήσουν τις συνθήκες που επικρατούν στη ΛΔΚ για τις ανύπανδρες μητέρες και το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της. Επισημαίνεται ότι παρόλο που εντός του διοικητικού φακέλου εντοπίζεται το πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας (ερυθρό 46 του διοικητικού φακέλου), καθώς και βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας αυτού (ερυθρό 48 του διοικητικού φακέλου), συνοδευτικής της δικής της, ωστόσο ουδεμία έρευνα διεξήχθη για το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της. Οι ανωτέρω παραλείψεις, καθιστούν τρωτή την προσβαλλόμενη απόφαση και καταδεικνύεται πως δεν έχει διεξαχθεί η δέουσα έρευνα εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, με αποτέλεσμα να πάσχει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Ωστόσο, η κατάληξη μου ως προς το ότι πάσχει η νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, δεν σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση προσφυγής, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν.

 

Κατόπιν συνολικής εκτίμησης των δηλώσεων της Αιτήτριας, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αξιοπιστία της ως προς τον πυρήνα των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, δεν θεμελιώνεται, καθότι το αφήγημα της Αιτήτριας στερείται της απαιτούμενης λεπτομέρειας, σαφήνειας και ευλογοφάνειας.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου σχετικά με το προφίλ της Αιτήτριας, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα για την κατάσταση που επικρατεί στη ΛΔΚ για τις γυναίκες με τις ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας, δηλαδή των ανύπανδρων γυναικών με ανήλικο τέκνο, από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα.

 

Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, αναφέρει ότι η κοινωνία στη ΛΔΚ είναι πατριαρχική, γεγονός το οποίο έχει εδραιώσει την ανισότητα ανάμεσα στα φύλα, τις διακρίσεις κατά των γυναικών, καθώς και την αποδοχή της σεξουαλικής βίας ως φυσιολογική. Αναφέρεται επίσης πως οι μονήρεις γυναίκες ή γυναίκες επικεφαλής των νοικοκυριών στη χώρα πιθανόν να βρίσκονται σε μεγαλύτερο ρίσκο διακρίσεων. Οι ανύπανδρες γυναίκες χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες. Η προστασία που παρέχεται στις γυναίκες δεν είναι επαρκής ούτε αποτελεσματική, καθότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε νομικές υπηρεσίες, ενώ οι αστυνομικές αρχές χαρακτηρίζονται από διαφθορά και προκαταλήψεις λόγω των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων.[1]

 

Άρθρο του Διεθνούς Περιοδικού Περιβαλλοντικής Έρευνας και Δημόσιας Υγείας του 2021 για τη ΛΔΚ, αναφέρει ότι υπάρχει ένας βαθμός στιγματισμού τόσο για τις έφηβες, όσο και για τις ανύπαντρες ενήλικες μητέρες στη ΛΔΚ. Οι εν λόγω μητέρες συχνά αγωνίζονται να είναι ο κύριος προμηθευτής εισοδήματος και πόρων του νοικοκυριού, εκτός από το να έχουν τον ίδιο βαθμό προσοχής στην παρακολούθηση και την επίβλεψη των παιδιών τους. Οι ανύπαντρες μητέρες ήταν πιο πιθανό να είναι άνεργες ή να απασχολούνται σε θέσεις χαμηλού εισοδήματος, στη χειρωνακτική εργασία ή/και στη γεωργία. Η φτώχεια είναι μια συνήθης συνθήκη και πολλές μητέρες αντιμετωπίζουν προβλήματα που σχετίζονται με την ανατροφή παιδιών σε φτωχές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης των καθημερινών δαπανών ενώ έχουν χαμηλό επίπεδο προσωπικών πόρων. Ενώ η φτώχεια είναι ευρέως διαδεδομένη στη ΛΔΚ, οι οικονομικές προκλήσεις συχνά επιδεινώνονται για τις ανύπανδρες μητέρες.[2]

 

Αναφορικά με τη δυνατότητα πρόσβασης σε στέγη, σε συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023, αναφέρεται ότι σύμφωνα με εκπρόσωπο της Afia Mama, μιας ΜΚΟ με έδρα τη ΛΔΚ, οι γυναίκες στερούνται πόρων για να έχουν πρόσβαση σε στέγαση και, ιδίως, οι γυναίκες χωρίς ακαδημαϊκό πτυχίο.[3] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, για τις γυναίκες αυτές οι επιλογές στέγασης περιορίζονται στο να ζουν σε οικογενειακά σπίτια, να μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο με πολλά άτομα, ή σε προσωρινά καταφύγια ή παράγκες, και ότι ορισμένες ανύπαντρες γυναίκες μπορεί να πέσουν θύματα εμπορίας προσώπων, σεξουαλικής εκμετάλλευσης και πορνείας εάν δεν μπορούν να βρουν στέγη. Παλαιότερη πηγή στην οποία παραπέμπει η ανωτέρω συλλογή πληροφοριών είχε αναφέρει ότι «η κοινωνική στέγαση δεν είναι διαθέσιμη για τις γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη.[4]

 

Σύμφωνα με ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2024, το Radio France Internationale (RFI) ανέφερε ότι στη ΛΔΚ, μία οικογένεια στις τρεις είναι μονογονεϊκή οικογένεια. Η ίδια πηγή ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία των αρχών της ΛΔΚ, περίπου το 36% των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των διαζευγμένων γυναικών και των χηρών, μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους. Το ίδιο άρθρο αναφέρει ότι στην Kinshasa, μια μονογονεϊκή οικογένεια συχνά σημαίνει ακραία επισφάλεια, ιδιαίτερα για τις γυναίκες σε άτυπες θέσεις εργασίας.[5]

 

Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023, αναφέρθηκε ότι οι γυναίκες αντιμετώπιζαν οικονομικές διακρίσεις στη ΛΔΚ. Ο νόμος επιτρέπει στις γυναίκες να συμμετέχουν σε οικονομικούς τομείς χωρίς την έγκριση ανδρών συγγενών τους, προβλέπει φροντίδα για τη μητρότητα, απαγορεύει τις ανισότητες που συνδέονται με την καταβολή προίκας και καθορίζει πρόστιμα και άλλες κυρώσεις για όσους ασκούν διακριτική μεταχείριση ή ασκούν βία λόγω φύλου. Η κυβέρνηση ωστόσο δεν εφάρμοσε αποτελεσματικά τον νόμο. Οι γυναίκες βίωσαν οικονομικές διακρίσεις και υπήρχαν νομικοί περιορισμοί για τις γυναίκες στην απασχόληση.[6]

 

Ως προς την πρόσβαση γυναικών μόνων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο σε υπηρεσίες υγείας, η πιο πρόσφατη συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023 αναφέρει ότι οι γυναίκες χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Κινσάσα θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγικής υγείας και της θεραπείας για τον HIV, λόγω στιγματισμού.[7]  

 

Έρευνα του Danish Immigration Service αναφέρει ότι «ένα πρόσωπο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ενσωμάτωση, καθώς χωρίς οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία θα είναι κάπως σαν εγκαταλελειμμένος, αφού στη ΛΔΚ, η κρατική κοινωνική συνδρομή δεν λειτουργεί δεόντως. Ένα τέτοιο πρόσωπο αντιμετωπίζει προβλήματα εξεύρεσης κατοικίας, εργασίας και έπειτα οικονομικών πηγών. Επιπλέον ένα τέτοιο πρόσωπο θα έχει προβλήματα με το φαγητό και την πρόσβαση στην υγεία σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά διαδραματίζουν το ρόλο της ανεπίσημης κοινωνικής ασφάλειας».[8]

 

Αναφορικά με την πρόσβαση στην εργασία η συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά παραπέμπει σε πηγές οι οποίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες στην Kinshasa στρέφονται προς το άτυπο εμπόριο[9] για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ένα άρθρο στη L' Avenir,[10] μιας καθημερινής εφημερίδας της Kinshasa, σχετικά με τις ανάγκες των ανύπαντρων γυναικών στο νοικοκυριό, αναφέρει: [μετάφραση] «Αυτές οι γυναίκες χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές για να επιβιώσουν. Μερικές ασχολούνται με μικρές επιχειρήσεις, όπως η πώληση ψωμιού, το πλέξιμο των μαλλιών, το ράψιμο και ακόμη και η πορνεία» και «αδράχνουν κάθε ευκαιρία που προκύπτει στο δρόμο τους, δηλαδή ως ‘nounou’ (υπηρέτρια ή οικονόμος) προκειμένου να φροντίσουν το σπίτι τους».[11] Πολλές γυναίκες από τη ΛΔΚ ανέλαβαν το ρόλο του κύριου παρόχου για τις οικογένειές τους. Εργάζονται συχνά σε χαμηλά αμειβόμενες και σωματικά απαιτητικές θέσεις εργασίας και πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια. Σύμφωνα με το UNDP (2017), η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 61.2% σε σύγκριση με 69.1% για τους άνδρες.[12]

 

Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει πως οι ανύπανδρες μητέρες στη ΛΔΚ αφενός υφίστανται διακριτική μεταχείριση και βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με τους άντρες, αφετέρου είναι ευάλωτες σε επιθέσεις σωματικής και σεξουαλικής βίας ένεκα των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων και παραδοσιακών κανόνων που επικρατούν σε όλες τις πτυχές της ζωής στη χώρα, κατά τους οποίους η ταυτότητα μιας γυναίκας ορίζεται από την ύπαρξη οικογένειας και ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου.

 

Συνεκτιμώντας ωστόσο τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, διαπιστώνεται ότι η επιστροφή της στην Kinshasa, ήτοι στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της δεν αναμένεται να επιφέρει ουσιώδη δυσχέρεια στη διαβίωση είτε της ιδίας είτε του ανήλικου τέκνου της. Η Αιτήτρια πρόκειται για νεαρή ενήλικη γυναίκα, χωρίς πρόβλημα υγείας ή άλλη ιδιαίτερη κατάσταση ευαλωτότητας πέραν της μητρότητας ανήλικου τέκνου, με επίπεδο εκπαίδευσης ανώτερο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με εργασιακή εμπειρία στη χώρα της, στοιχείο που καταδεικνύει βαθμό λειτουργικής αυτονομίας και προσαρμοστικότητας και επομένως διαθέτει τις αναγκαίες δεξιότητες για τη διαβίωσή της. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι η Αιτήτρια έχει διαμείνει επί μακρόν στην Kinshasa, είναι εξοικειωμένη με το περιβάλλον της περιοχής έχοντας εμπειρία προηγούμενης διαβίωσης στην πόλη και διατηρεί ενεργούς οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής της, ήτοι τη μητέρα και την αδερφή της, οι οποίες διαμένουν στην Kinshasa καθώς και ευρύτερους συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς, γεγονός που συνιστά ένα επαρκές υποστηρικτικό δίκτυο.

 

Παρά το γεγονός ότι ο λόγος περί μη εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος του τέκνου δεν δικογραφήθηκε αυτοτελώς, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αιτήτρια είναι μητέρα ανήλικου τέκνου, κρίνει σκόπιμο να εξετάσει το ζήτημα στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της υπόθεσης. Προς τούτο, θα συνεκτιμηθούν οι συνθήκες διαβίωσης στη χώρα καταγωγής, περιλαμβανομένης της πρόσβασης σε εκπαίδευση και σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

 

Αναφορικά με την εκπαίδευση στη ΛΔΚ, σημειώνεται ότι στη χώρα προβλέπεται δωρεάν υποχρεωτική πρωτοβάθμια εκπαίδευση[13], και στοχεύοντας στην αύξηση των εγγραφών στο δημοτικό σχολείο, από τον Σεπτέμβριο του 2019, η κυβέρνηση κατέστησε τη δωρεάν πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως κεντρική πολιτική της[14]. Συγκεκριμένο πρόγραμμα του Υπουργείου Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας και Τεχνικής Εκπαίδευσης (Ministry of Primary, Secondary,and Technical Education), προνοεί την παροχή δωρεάν πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για παιδιά έως 12 ετών, με την υποστήριξη της Παγκόσμιας Τράπεζας (World Bank) και της Παγκόσμιας Συνεργασίας για την Εκπαίδευση (Global Partnership for Education).[15] Ωστόσο, παρά την ύπαρξη δωρεάν πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, προς υποστήριξη των μισθών των εκπαιδευτικών, οι γονείς καλούνται μερικές φορές να πληρώσουν άτυπα σχολικά δίδακτρα, τα οποία συχνά θεωρήθηκαν ως απαγορευτικά υψηλά[16], ενώ τα τέλη εγγραφής και τα έξοδα για απόκτηση σχολικών ειδών και στολών, που βαρύνουν τα φτωχά νοικοκυριά, φαίνεται να αποτελούν ένα από τα εμπόδια σε σχέση με την εγγραφή παιδιών στο σχολείο[17]. Επιπρόσθετα, σε Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας που εκδόθηκε το 2024, αναφέρεται ότι η εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος δωρεάν πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης συνέχισε να παρουσιάζει δυσκολίες λόγω κακών υποδομών, ανεπαρκούς κρατικής χρηματοδότησης και κακών συνθηκών για τους εκπαιδευτικούς[18]. Σύμφωνα με δημοσίευμα της UNICEF, η ΛΔΚ, έχει σημειώσει σημαντικά βήματα προς την καθολική πρόσβαση στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση τις τελευταίες δεκαετίες, όπου το καθαρό ποσοστό φοίτησης έχει αυξηθεί από 52% το 2001 σε 78% το 2018, πλην όμως 7,6 εκατομμύρια παιδιά ηλικίας 5-17 ετών εξακολουθούν να μην πηγαίνουν σχολείο[19].

 

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Παγκόσμιας Τράπεζας του 2024, το έργο PEQIP, το οποίο υποστηρίζεται με 67 εκατομμύρια δολάρια υπό μορφή χρηματοδότησης από την Παγκόσμια Συνεργασία για την Εκπαίδευση [Global Partnership for Education (GPE)], είναι μια νέα πρωτοβουλία που στοχεύει στη βελτίωση της ποιότητας της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στη ΛΔΚ, παρέχοντας υποστήριξη στις προσπάθειες της κυβέρνησης της χώρας να κατασκευάσει, να επιπλώσει και να εξοπλίσει φιλικές προς το περιβάλλον τάξεις για όλους τους μαθητές, συμπεριλαμβανομένων των μαθητών με αναπηρίες[20].

 

Όσον αφορά στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του ανηλίκου, το δημόσιο σύστημα υγείας στη ΛΔΚ, λειτουργεί σε τρία επίπεδα.[21] Στο πρώτο επίπεδο, η υγειονομική περίθαλψη παρέχεται σε ιατρικά κέντρα και κέντρα υγείας από μη ιατρούς εργαζόμενους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, όπως νοσηλευτές, μαίες, συμβούλους διατροφής και εργαζόμενους στην κοινοτική υγεία και οι υπηρεσίες που παρέχουν περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων, βασική θεραπεία για τον ιό HIV/AIDS, βασική θεραπεία για την ελονοσία, βασικές παιδιατρικές υπηρεσίες και ορισμένα εμβόλια.[22] Ωστόσο, λόγω έλλειψης πόρων, συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού και των διαγνωστικών εξετάσεων, αυτού του είδους τα κέντρα υγείας, συχνά δεν έχουν την ικανότητα να παρέχουν υγειονομική περίθαλψη.[23]

 

Στο δεύτερο επίπεδο, οι ασθενείς μπορούν να λάβουν πιο εξειδικευμένη και σύνθετη φροντίδα σε γενικά νοσοκομεία αναφοράς και σε επαρχιακά νοσοκομεία, από γενικούς ιατρούς, καθώς και από άλλους εργαζόμενους στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Οι υπηρεσίες που παρέχονται σε αυτό το επίπεδο, καλύπτουν μια σειρά από διάφορες χρόνιες ασθένειες, παιδιατρική φροντίδα, καθώς και παιδικά εμβόλια.[24]

 

Σε τρίτο επίπεδο, οι ασθενείς μπορούν να λάβουν εξειδικευμένη φροντίδα από εξειδικευμένους ιατρούς σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία και στο εθνικό νοσοκομείο, συμπεριλαμβανομένου του νοσοκομείου L'hôpital du Cinquantenaire de Kinshasa.[25]

 

Στη ΛΔΚ είναι διαθέσιμη και ιδιωτική υγειονομική περίθαλψη και οι ιδιωτικές εγκαταστάσεις παροχής υγείας υποδιαιρούνται σε κερδοσκοπικές και μη κερδοσκοπικές, με τις τελευταίες να περιλαμβάνουν εγκαταστάσεις που λειτουργούν από μη κυβερνητικούς οργανισμούς και θρησκευτικούς οργανισμούς.[26]

 

Στην Kinshasa συγκεκριμένα, υπάρχουν τόσο δημόσια, όσα και ιδιωτικά νοσοκομεία.[27] Μια ανασκόπηση του τομέα υγειονομικής περίθαλψης στη ΛΔΚ που διεξήχθη το 2018, ανέφερε ότι υπήρχαν 73 δημόσιες, ιδιωτικές και μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ) εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης στην Kinshasa.[28] Τα ιδιωτικά κέντρα υγειονομικής περίθαλψης είναι γενικά καλύτερα εξοπλισμένα και συχνά καλύτερα χρηματοδοτούμενα από τα αντίστοιχα δημόσια.[29]

 

Όλες οι συμβουλευτικές υπηρεσίες, οι διαγνωστικές υπηρεσίες και οι θεραπείες απαιτούν την καταβολή τέλους σε όλους τους τύπους εγκαταστάσεων υγείας. Τα τέλη είναι συνήθως χαμηλότερα στις δημόσιες εγκαταστάσεις υγείας, σε σχέση με τα ιδιωτικά ιδρύματα. Ωστόσο, ορισμένες ασθένειες έχουν χαρακτηριστεί ως ασθένειες προτεραιότητας (π.χ. HIV/AIDS και φυματίωση) και οι συμβουλευτικές υπηρεσίες, οι διαγνωστικές υπηρεσίες και οι θεραπείες που σχετίζονται με αυτές εξαιρούνται κατ' αρχήν από τα συστήματα τελών.[30]

 

Οι βασικές προκλήσεις που φαίνεται να αντιμετωπίζει το σύστημα υγείας της ΛΔΚ περιλαμβάνουν την έλλειψη εξειδικευμένου εργαζομένου στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, τις ασυνεπείς ιατρικές προμήθειες, τα οικονομικά και γεωγραφικά εμπόδια και τις συχνές επιθέσεις σε εγκαταστάσεις υγείας, όπως επίσης και τα κρίσιμα κενά στη μητρική και νεογνική φροντίδα, τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και τη θεραπεία του HIV.[31]

 

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, μολονότι εξακολουθούν να παρατηρούνται ορισμένα εμπόδια στην πρόσβαση των παιδιών στην εκπαίδευση, εντούτοις καταγράφονται ουσιώδεις και συστηματικές προσπάθειες εκ μέρους της κυβέρνησης της χώρας καταγωγής, καθώς και άλλων οργανισμών, προς διασφάλιση καθολικής πρόσβασης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, με σκοπό όπως αυτή καταστεί λειτουργική για το σύνολο των παιδιών στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Παρά τις συνεχιζόμενες δυσχέρειες στον τομέα της εκπαίδευσης, η πρόοδος που έχει σημειωθεί τα τελευταία έτη κρίνεται σημαντική, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα παιδιά να έχουν τη δυνατότητα εγγραφής και παρακολούθησης σχολείου.

 

Ως προς την πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, παρά τα υφιστάμενα προβλήματα και τις δομικές προκλήσεις του συστήματος υγείας, από τις διαθέσιμες πηγές δεν προκύπτει ότι το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας θα στερηθεί την απαιτούμενη ιατρική φροντίδα, λαμβανομένης υπόψη και της λειτουργίας κέντρων υγείας και νοσοκομείων στον τόπο στον οποίο αναμένεται να επιστρέψει με τη μητέρα του, ήτοι την Kinshasa.

 

Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, κρίνω ότι σε περίπτωση επιστροφής, λόγω της ηλικίας του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας (τεσσάρων ετών), δεν υπάρχουν ενδείξεις οιωνδήποτε δυσκολιών προσαρμογής που να επηρεάζουν αρνητικά την ανάπτυξη, εξέλιξη και την ευημερία του. Επισημαίνω ότι λόγω του νεαρού της ηλικίας, δεν έχουν δημιουργηθεί δεσμοί με τη χώρα στην οποία γεννήθηκε που να δυσκολεύουν τη μετακίνηση και εγκατάστασή του στη χώρα καταγωγής της μητέρας του. Συνεπώς, δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες σχετικά με την κοινωνική και πολιτισμική του ένταξη και προσαρμογή στην οποία περιλαμβάνονται το σχολείο, η κοινότητα και κοινωνία, οι θεσμοί και τα θρησκευτικά και πολιτιστικά συστήματα.

 

Από το ιστορικό της Αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου με βάση το προφίλ της ως ανύπανδρης μητέρας, προκύπτει ότι αυτή δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της συνηγόρου της, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός της, δεν θα μπορούσαν να την εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.

 

Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δύναται να παραχωρηθεί σε οποιοδήποτε αιτητή σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής της στην Kinshasa, η Αιτήτρια και το ανήλικο τέκνο της θα αντιμετωπίσουν κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.  

 

Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

 

Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

 

Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια και το ανήλικό της τέκνο λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.

Σύμφωνα με το portalWar Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[32] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[33], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ’ αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[34]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[35] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[36]

 

Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[37] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Kinshasa καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[38]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Kinshasa θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[39]

 

Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[40]

 

Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής τη Αιτήτριας, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση τις 29/05/2026) καταγράφηκαν 57 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[41] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[42]

 

Τα ανωτέρω στοιχεία καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

 

Δεδομένου ότι στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην πόλη Kinshasa, η κατάσταση ασφαλείας καταγράφεται ως σταθερή, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

 

Κατά συνέπεια, η διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, αλλά ούτε του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας κρίνονται εύλογα επιτρεπτές ενόψει όλων των στοιχείων που η διοίκηση είχε ενώπιον της.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω υπό τις περιστάσεις, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός της για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας ως προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου.

 

Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα και δεδομένων των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως αναλύονται πιο πάνω, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν μειωμένα έξοδα στο ποσό των €800 εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

 

                                                                                          Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ. ΔΔΔΠ



[1] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Democratic Republic of Congo (DRC): Gender Based Violence, V.2, September 2018, σ. 8-11https://www.refworld.org/reference/countryrep/ukho/2018/en/39582

[2]  International Journal of Environmental Research and Public Health, "I Don't Know where I Have to Knock for Support": A Mixed-Methods Study on Perceptions and Experiences of Single Mothers Raising Children in the Democratic Republic of Congo, October 2021https://www.mdpi.com/1660-4601/18/19/10399

[3] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Situation of women without a support network in Kinshasa [Q28-2023], 25 August 2023 https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf

[4] Canada, IRB, Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019), 3 September 2019 https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458089&pls=1

[6] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σ. 42

https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf

[7] Denmark, DIS, Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, 7 October 2022, σ. 45, 48

https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf

[8] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), σ. 45, 48-49 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf 

[9] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019  https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html

[10] L’ Avenir, Suzy Kibira Omari “Se muer en association partagée pour pallier aux besoins du ménage : une solution pour les femmes sans époux.”, 23 March 2017

[11] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019 https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html

[12] FIDH (2019), ‘Five priorities for a State that respects human rights’, σ. 13fidh_drc_five_priorities_for_a_state_that_respects_human_rights_march2019.pdf; UNDP, ‘Human Development Indices and Indicators: 2021 Statistical Update, Briefing note for countries on the 2021 Statistical Update, Congo (Democratic Republic of the)΄Gender Inequality Index | Human Development Reports (undp.org)

[13] The Danish Immigration Service, 'Democratic Republic of the Congo Socioeconomic conditions in Kinshasa) (October 2022) σ. 20

https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf 

[14]  Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR (19 March 2024) σελ. 26 https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf

[15] USDOL - US Department of Labor, 'Annual report on child labor (covering 2023)’https://www.dol.gov/sites/dolgov/files/ILAB/child_labor_reports/tda2023/Congo-Democratic-Republic-of-the.pdf

[16] Ό. π.

[17] UNICEF, 'Education: every child has the right to go to school and learn' https://www.unicef.org/drcongo/en/what-we-do/education

[18] Amnesty International, 'Report on the human rights situation (covering 2023)' (24 April 2024) https://www.ecoi.net/en/document/2107871.html

[20]  The World Bank in DRC, 'Democratic Republic of Congo: Expanding and Equipping Primary School Classrooms for Better Learning Outcomes' (26 February 2024) https://www.worldbank.org/en/news/press-release/2024/02/28/democratic-republic-of-congo-afe-expanding-and-equipping-primary-school-classrooms-for-better-learning-outcomes

[21] EASO, 'Democratic Republic of Congo (DRC) -Medical Country of Origin Information Report' (August 2021) σ. 22 https://www.ecoi.net/en/file/local/2059306/2021_08_EASO_MedCOI_Report_DRC_update.pdf 

[22]  Ό. π.

[23]  Ό. π.

[24]  Ό. π., σ. 23

[25] EASO, 'Democratic Republic of Congo (DRC) -Medical Country of Origin Information Report' (August 2021) σ. 23

https://www.ecoi.net/en/file/local/2059306/2021_08_EASO_MedCOI_Report_DRC_update.pdf; The Danish Immigration Service, 'Democratic Republic of the Congo Socioeconomic conditions in Kinshasa) (October 2022) σ.24

https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf

[26] EASO, 'Democratic Republic of Congo (DRC) -Medical Country of Origin Information Report' (August 2021) σ. 24

https://www.ecoi.net/en/file/local/2059306/2021_08_EASO_MedCOI_Report_DRC_update.pdf 

[27]  Ό. π., σ. 12

[28] The Danish Immigration Service, 'Democratic Republic of the Congo Socioeconomic conditions in Kinshasa) (October 2022) σ. 23 

https://coi.euaa.europa.eu/administration/denmark/PLib/notat-drc-kinshasa.pdf

[29]  Ό. π.

[30]  Ο. π.

[31] Global Health Cluster, 'Democratic Republic of the Congo'

https://healthcluster.who.int/countries-and-regions/democratic-republic-of-the-congo

[32] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo' (July 2024- June 2025) https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[33] Ό. π.

[35] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo' https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[36] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC,'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023) https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf 

[38] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2 https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

[39] Ό. π.

[40]  Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025,https://www.euronews.com/2025/01/28/protesters-attack-foreign-embassies-in-dr-congo-over-m23-rebel-advance Amnesty International, Democratic Republic of The Congo 2025

https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/

[41] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/06/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο