D. O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1286/24, 23/6/2026
print
Τίτλος:
D. O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1286/24, 23/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 1286/24

23 Ιουνίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D. O.

Αιτητού,

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

Αιτητής παρών

Α. Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος, για τους Καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 18.1.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη  Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν) και  περί τις 5.3.2020 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 9.1.2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από  λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 18.1.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 27.3.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Κατά την ακροαματική διαδικασία ο Αιτητής προώθησε την ουσία της υπόθεσής του, ήτοι τον ισχυρισμό του περί κινδύνου δίωξής του από τις αρχές της χώρας του, και δια της συνηγόρου του προωθεί ως λόγο προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας.  

3.             Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης υποστηρίζοντας ότι η απόφαση ήταν προϊόν δέουσας έρευνας, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία.  

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Ως προς τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του εκάστοτε αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C-283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman &; Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος άσυλο να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτούντος να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C-277/11, MM., ECLIEU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών του Αιτητή, επισημαίνονται τα ακόλουθα. Κατά την καταγραφή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης στο Καμερούν. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο πατέρας του, περιφερειακός αξιωματούχος στην περιοχή Batibo της Περιφέρειας Momo, απήχθη από αυτονομιστές μαχητές και στη συνέχεια θεωρήθηκε νεκρός από τις κυβερνητικές αρχές. Κατά τους ισχυρισμούς του, η μητέρα του και άλλοι συγγενείς του απευθύνθηκαν στις αρχές ζητώντας προστασία, καθότι οι ίδιοι αυτονομιστές που ευθύνονταν για την απαγωγή του πατέρα του ασκούσαν πιέσεις στα αγόρια της οικογένειας να ενταχθούν στις τάξεις τους. Παρότι οι αρχές υποσχέθηκαν προστασία και υποστήριξη, οι δεσμεύσεις αυτές, σύμφωνα με τον Αιτητή, δεν υλοποιήθηκαν στην πράξη. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η κυβέρνηση εξέδωσε πρόγραμμα αφοπλισμού και επανένταξης πρώην αυτονομιστών μαχητών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να επανενταχθούν στην κοινωνία, δίδοντας μια δεύτερη ευκαιρία. Ωστόσο, κατά τους ισχυρισμούς του, ορισμένοι εξ αυτών εκμεταλλεύθηκαν το εν λόγω πρόγραμμα, παραδίδοντας τα όπλα τους και ακολούθως προβαίνοντας σε επιθέσεις εναντίον αγγλόφωνων πολιτών που είχαν μετακινηθεί σε γαλλόφωνες περιοχές της χώρας. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής υποστήριξε ότι η οικογένειά του αποτελούσε συγκεκριμένο στόχο των αυτονομιστών και ότι, λόγω του φόβου για την ασφάλειά του, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου, στο εξής «δ.φ.»).

13.          Κατά τη συνέντευξή του, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1997 στην Kumba της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν και από την ηλικία των έξι ετών διέμενε με την οικογένειά του στη Yaoundé, η οποία αποτελεί τον τελευταίο συνήθη τόπο διαμονής του. Ανέφερε ότι η μητέρα του, η οποία εργάζεται ως καθηγήτρια, και δύο αδελφές του εξακολουθούν να διαμένουν στη Yaoundé, ενώ δύο αδέλφια του βρίσκονται στη Limbe. Δήλωσε ότι διατηρεί τακτική επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειάς του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι χριστιανός πεντηκοστιανός, ανήκει στη φυλή Oroko, είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, έχει ολοκληρώσει δύο έτη πανεπιστημιακών σπουδών και ομιλεί αγγλικά και γαλλικά. Ερωτηθείς σχετικά, δήλωσε ότι οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να εισέλθει σε αυτήν.

14.          Ως προς τους λόγους αναχώρησής του από το Καμερούν, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απήχθη στις 11.2.2018 και έκτοτε αγνοείται. Υποστήριξε ότι, μολονότι οι αρχές ανακοίνωσαν μεταγενέστερα τον εντοπισμό της σορού του, όταν η οικογένεια μετέβη για αναγνώριση ενημερώθηκε ότι δεν υπήρχε σορός προς αναγνώριση. Σύμφωνα με τον Αιτητή, το γεγονός αυτό τον οδήγησε να αμφισβητήσει την επίσημη εκδοχή των γεγονότων και να θεωρήσει ότι για την εξαφάνιση του πατέρα του ευθυνόταν η κυβέρνηση. Παρά τις συστάσεις κρατικών αξιωματούχων να μην δημοσιοποιήσει τις απόψεις του, προέβη σε δημόσιες δηλώσεις, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση βρισκόταν πίσω από την απαγωγή του πατέρα του. Όπως ανέφερε, στη συνέχεια προειδοποιήθηκε από φίλο του πατέρα του που εργαζόταν στην κυβέρνηση ότι κινδύνευε η ζωή του, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις αντιλήφθηκε άγνωστα πρόσωπα να τον παρακολουθούν, γεγονός που ενίσχυσε τους φόβους του και οδήγησε την οικογένειά του να αναζητήσει ασφαλές μέρος για τη διαμονή του.

15.          Κατά τα διευκρινιστικά ερωτήματα, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε ακριβώς παρατήρησε τελευταία φορά πρόσωπα να τον ακολουθούν, πλην όμως εκτιμούσε ότι επρόκειτο για στρατιωτικούς λόγω της εμφάνισής τους. Διευκρίνισε ότι τα πρόσωπα αυτά ουδέποτε του απηύθυναν τον λόγο ή προέβησαν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια πέραν της παρακολούθησής του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι προκλήθηκαν ζημιές στο όχημα της μητέρας του, τις οποίες η οικογένεια εξέλαβε ως πράξη εκφοβισμού, χωρίς ωστόσο να διαθέτει αποδείξεις ότι αυτές συνδέονταν με τις αρχές. Ερωτηθείς γιατί θεωρεί υπεύθυνη την κυβέρνηση για την εξαφάνιση του πατέρα του, επικαλέστηκε αφενός την ανακοίνωση περί ανεύρεσης της σορού του, η οποία αποδείχθηκε ανακριβής, και αφετέρου την παραλαβή του υπηρεσιακού όπλου του πατέρα του από τις αρχές αμέσως μετά την απαγωγή του.

16.          Ως προς τον φόβο επιστροφής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι σε περίπτωση επαναπατρισμού του ενδέχεται να συλληφθεί ή να σκοτωθεί λόγω των δημόσιων δηλώσεών του περί εμπλοκής της κυβέρνησης στην εξαφάνιση του πατέρα του. Ερωτηθείς γιατί αναχώρησε νόμιμα από τη χώρα χωρίς να αντιμετωπίσει προβλήματα, απάντησε ότι οι αρχές δεν επιθυμούσαν να προβούν στη σύλληψή του, καθώς αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει τις καταγγελίες του. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε απόδειξη ότι η κυβέρνηση ευθύνεται για την εξαφάνιση του πατέρα του.

17.          Τέλος, κληθείς να εξηγήσει την απόκλιση μεταξύ των δηλώσεών του κατά τη συνέντευξη και των όσων είχε αναφέρει στην αίτησή του περί ευθύνης των αποσχιστών για την εξαφάνιση του πατέρα του, ο Αιτητής υποστήριξε ότι αρχικά επανέλαβε την επίσημη εκδοχή που προωθούσε η κυβέρνηση. Πρόσθεσε ότι οι αποσχιστές δραστηριοποιούνται στην περιοχή καταγωγής του και κατά καιρούς τον προσέγγιζαν με σκοπό να ενταχθεί στις τάξεις τους. Ανέφερε επίσης ότι η οικογένειά του είχε στοχοποιηθεί από τους αποσχιστές κατά την περίοδο της απαγωγής του πατέρα του. Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: πρώτον ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν με περιοχή καταγωγής τη πόλη Koumba, South-West Province και διαμονή τη πρωτεύουσα Yaoundé  και δεύτερον ότι οι αρχές του Καμερούν ψάχνουν τον Αιτητή.

18.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι ο Αιτητής απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που του τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από την προσκομισθείσα ταυτότητά του.

19.          Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης επαρκών πληροφοριών και ευλογοφάνειας. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί παρακολούθησής του και εκφοβισμού της οικογένειάς του βασίζονταν σε προσωπικές εκτιμήσεις και υποθέσεις, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε άμεση απειλή ή συγκεκριμένη ενέργεια εναντίον του. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση θεώρησαν ότι οι ισχυρισμοί του περί εμπλοκής της κυβέρνησης στην εξαφάνιση ή θανάτωση του πατέρα του δεν στηρίζονταν σε συγκεκριμένα στοιχεία αλλά σε υποψίες και εικασίες. Ως μη ευλογοφανείς κρίθηκαν και οι εξηγήσεις του σχετικά με τη νόμιμη αναχώρησή του από τη χώρα, παρά τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που αντιμετώπιζε. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν ουσιώδεις αποκλίσεις στις δηλώσεις του, καθότι ενώ στην αίτησή του απέδιδε την ευθύνη για την εξαφάνιση του πατέρα του στους αποσχιστές, κατά τη συνέντευξη υποστήριξε ότι υπεύθυνη ήταν η κυβέρνηση, χωρίς να αποδώσει οποιονδήποτε ρόλο στους αποσχιστές ή να ισχυριστεί ότι η οικογένειά του αποτελούσε στόχο τους. Οι αποκλίσεις αυτές κρίθηκε ότι έπλητταν την αξιοπιστία του.Στο πλαίσιο της εκτίμησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις της, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

Top of Form

20.          Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι της χώρας καταγωγής και του προφίλ του, κατόπιν αξιολόγησης του μελλοντοστραφούς κινδύνου, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν και συγκεκριμένα στη πόλη Kumba, κατέληξαν ότι σε περίπτωση επιστροφής του ενδέχεται να υποστεί δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω της κατάστασης ασφαλείας στην νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Επισημαίνεται ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι από 6 ετών η οικογένειά του διαμένει στη Yaoundé η οποία υπάγεται σε άλλη περιφέρεια (νότια κεντρική περιφέρεια).

21.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19(2), οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στη νοτιοδυτική περιφέρεια, απ’ όπου κατάγεται και όπου διέμενε ο Αιτητής, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας του και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή. Αναφορικά με τις προσωπικές του περιστάσεις, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής είναι υγιής ενήλικας, απόφοιτος πανεπιστημίου ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα με οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη περιοχή καταγωγής του.

22.           Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο Αιτητής επανέλαβε ότι ο πατέρας του, ο οποίος υπηρετούσε ως Senior Divisional Officer στη Βορειοδυτική Περιφέρεια, σκοτώθηκε από μαχητές των Ambazonians. Ανέφερε ότι, μετά τον θάνατό του, προέβη σε δημόσιες δηλώσεις αμφισβητώντας την επίσημη εκδοχή των γεγονότων, με αποτέλεσμα να δεχθεί, μέσω της μητέρας του, προειδοποίηση από κυβερνητικό αξιωματούχο να σταματήσει τις σχετικές αναφορές. Επανέλαβε επίσης ότι παρακολουθείτο από άγνωστα πρόσωπα και αναφέρθηκε εκ νέου στην καταστροφή του οχήματος της μητέρας του.

23.          Ως προς τον τόπο διαμονής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι από μικρή ηλικία διέμενε στη Yaoundé, όπου και φοίτησε στο σχολείο, διατηρώντας ωστόσο δεσμούς με τη Νοτιοδυτική Περιφέρεια, όπου βρισκόταν η οικογενειακή περιουσία.

24.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]

25.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από τη ταυτότητα του. διαβατήριό του. 

26.          Ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει σειρά ουσιωδών αντιφάσεων, ασυνεπειών και στοιχείων έλλειψης ευλογοφάνειας που πλήττουν τον πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, κατά την αρχική καταγραφή της αίτησής του ο Αιτητής απέδωσε την εξαφάνιση και τον θάνατο του πατέρα του στους αυτονομιστές μαχητές και ισχυρίστηκε ότι η οικογένειά του αποτελούσε στόχο των αυτονομιστών, οι οποίοι ασκούσαν πιέσεις στους νεαρούς άνδρες για ένταξη στον ένοπλο αγώνα. Αντιθέτως, κατά την προσωπική του συνέντευξη μετέβαλε ουσιωδώς το αφήγημά του, υποστηρίζοντας ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τις κρατικές αρχές και ότι ο ίδιος διώκεται λόγω της δημόσιας αμφισβήτησης της επίσημης κυβερνητικής εκδοχής των γεγονότων. Η αντίφαση αυτή αφορά τον ίδιο τον φερόμενο φορέα δίωξης καθώς και το κίνητρο της φερόμενης δίωξης και ως εκ τούτου πλήττει τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει σαφή και συνεκτική εξήγηση για τη μεταβολή αυτή, ενώ οι απαντήσεις του παρέμειναν αόριστες και συγκεχυμένες.

27.          Επιπλέον, εντοπίζονται ασυνέπειες ως προς τις συνθήκες θανάτου του πατέρα του και το ενδιαφέρον των αρχών για το πρόσωπό του. Ενώ ισχυρίζεται ότι αποτελούσε στόχο των κρατικών αρχών, αναχώρησε νομίμως από τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων ή κατά τη διέλευσή του από τους επίσημους ελέγχους. Παράλληλα, οι αναφορές του περί παρακολούθησής του από αγνώστους βασίζονται αποκλειστικά σε προσωπικές υποθέσεις και όχι σε συγκεκριμένα περιστατικά ή ενέργειες που να καταδεικνύουν πραγματικό και εξατομικευμένο ενδιαφέρον των αρχών προς το πρόσωπό του. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί προσωπικής στοχοποίησής του από τις αρχές, το αφήγημά του δεν περιέχει επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν πραγματικό και εξατομικευμένο ενδιαφέρον των αρχών προς το πρόσωπό του. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ανέφερε ότι δύο άγνωστα πρόσωπα τον ακολουθούσαν σε διάφορες περιστάσεις και υπέθεσε ότι επρόκειτο για στρατιωτικούς λόγω της εμφάνισής τους. Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι τα πρόσωπα αυτά ουδέποτε του απηύθυναν τον λόγο, δεν τον απείλησαν, δεν τον ανέκριναν ούτε προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια εις βάρος του. Οι σχετικές δηλώσεις συνιστούν προσωπικές εκτιμήσεις και όχι γεγονότα ικανά να στοιχειοθετήσουν δίωξη. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται πως αποτελούσε στόχο των κρατικών αρχών, πλην όμως αναχώρησε αεροπορικώς από το Καμερούν χρησιμοποιώντας φοιτητική θεώρηση εισόδου, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, τη διέλευση από τους ελέγχους ή την έξοδό του από τη χώρα. Η περίσταση αυτή δεν συνάδει ευχερώς με τον ισχυρισμό ότι οι αρχές είχαν πραγματικό ενδιαφέρον για τη σύλληψη ή την εξουδετέρωσή του. Αν και από τις εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνεται ότι πράγματι απήχθη ο Senior Divisional Officer Joseph Namata τον Φεβρουάριο του 2018 και ότι η απαγωγή του αποδόθηκε σε αυτονομιστές μαχητές, οι πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνουν μόνο το γενικό ιστορικό γεγονός και όχι τους προσωπικούς ισχυρισμούς του Αιτητή περί μεταγενέστερης δίωξής του από τις κρατικές αρχές. Το ίδιο δημοσίευμα αναφέρει ότι στις δύο αγγλόφωνες περιοχές της χώρας, κυβερνητικοί αξιωματούχοι και βουλευτές έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με εκφοβισμό και επιθέσεις κατά το τελευταίο έτος (2018), με την συγκεκριμένη απαγωγή να αποτελεί την πρώτη κατά διοικητικού αξιωματούχου.[2]  Το όνομα δε που αναφέρεται δεν δύναται στη βάση αντικειμενικών δεδομένων να αποδοθεί στον πατέρα του Αιτητή. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι προέβη στις δημόσιες παρεμβάσεις που επικαλείται, ότι οι αρχές ενδιαφέρθηκαν για το πρόσωπό του ή ότι υπήρξε οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ των ισχυριζόμενων ενεργειών του και των φερόμενων απειλών που δέχθηκε. Πέραν των απορριφθέντων ισχυρισμών του περί στοχοποίησής του από τις αρχές, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιοδήποτε πρόσθετο προσωπικό χαρακτηριστικό ή εξατομικευμένη περίσταση που να τον διαφοροποιεί από τον γενικό πληθυσμό της χώρας καταγωγής του. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η μητέρα του, οι δύο αδελφές και οι δύο αδελφοί του εξακολουθούν να διαμένουν στο Καμερούν, να εργάζονται ή να φοιτούν κανονικά και ότι ο ίδιος διατηρούσε τακτική επικοινωνία μαζί τους μία έως δύο φορές εβδομαδιαίως πριν την αναχώρησή του. Τα δεδομένα αυτά αποδυναμώνουν περαιτέρω τον ισχυρισμό περί ύπαρξης εξατομικευμένου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής, δεδομένο που άπτεται ταυτόχρονα και της κατωτέρω αξιολόγησης κινδύνου.

28.          Εξετάζοντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, διαπιστώνεται ότι, παρότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ορισμένα στοιχεία του αφηγήματος του Αιτητή, ο ίδιος δεν προσκόμισε οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία ή άλλα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι διώκεται ή αναζητείται από τις αρχές της χώρας του. Ιδιαιτέρως αξιοσημείωτο είναι ότι δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με τις φερόμενες δημόσιες δηλώσεις ή δημοσιεύσεις στις οποίες προέβη και οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτέλεσαν την αιτία της στοχοποίησής του από την κυβέρνηση. Ενόψει της έλλειψης εξωτερικής τεκμηρίωσης, σε συνδυασμό με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς την εσωτερική αναξιοπιστία του αφηγήματός του, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.

29.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να διατρέχει ο Αιτητής, πέραν των όσων ο ίδιος δήλωσε και τα οποία απορρίφθηκαν ανωτέρω, σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε πρόσθετο ή ανεξάρτητο κίνδυνο απορρέοντα από το προσωπικό του προφίλ ή τις ιδιαίτερες περιστάσεις του. Στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού του, ήτοι η χώρα καταγωγής, το προφίλ του και ο τόπος συνήθους διαμονής του, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

30.          Ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανού δεν προκύπτει κάποιος κίνδυνος. Πηγές αναφέρουν πως στο Καμερούν, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού, με περίπου 70% να ανήκουν σε διάφορα χριστιανικά δόγματα. Ωστόσο, υπάρχουν περιοχές όπου οι Χριστιανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις. Στις βόρειες περιοχές, όπου κυριαρχεί το Ισλάμ, έχουν αναφερθεί περιστατικά  κοινωνικών εντάσεων μεταξύ χριστιανικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων. Επιπλέον, η παρουσία εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Boko Haram, έχει οδηγήσει σε επιθέσεις κατά χριστιανικών κοινοτήτων στα βόρεια σύνορα με τη Νιγηρία και όχι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή. Παρά τις προκλήσεις αυτές, οι Χριστιανοί στο Καμερούν γενικά ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα.[3]

31.          Ως προς τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ως προκύπτουν από έγκυρες πηγές πληροφόρησης και ιδίως στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, καθώς και στην Περιφέρεια Κέντρου, όπου υπάγεται η πόλη της Yaoundé πηγές αναφέρουν ότι το Καμερούν συνεχίζει να επηρεάζεται από δύο μεγάλες συγκρούσεις: τη σύγκρουση του λεκανοπεδίου της Λίμνης Τσαντ στην περιοχή του Άπω Βορά και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν (NWSW)[4] Στις περιοχές Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν, γνωστές και ως Αγγλόφωνες περιοχές[5], οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αποσχιστών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αποσχιστές επιχείρησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[6]

32.          Περαιτέρω, το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των ηγετών των αποσχιστών χώρισαν τις αυτοανακηρυχθείσες αγγλόφωνες κυβερνήσεις σε περισσότερες από 50 αποσχιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας τις πολιτικές τους απαιτήσεις και την ικανότητά τους να αντισταθούν στις κυβερνητικές επιθέσεις.[7] Το ACLED περαιτέρω έδειξε ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων αυτονομιστές, η κυβέρνηση, ιδιωτικές εταιρείες και ανθρωπιστικές οργανώσεις.[8]

33.          Τον Ιούνιο του 2025, το Agence France Presse αναφέρει ότι: «Από το 2016, οι Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές του Καμερούν έχουν σπαραχθεί από σύγκρουση μεταξύ αγγλόφωνων αυτονομιστών και της κυβέρνησης. Πολλοί αγγλόφωνοι Καμερουνέζοι δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν συστημικές διακρίσεις στη χώρα όπου κυριαρχεί η γαλλόφωνη πλειοψηφία. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε ως διαμαρτυρία για τα πολιτικά δικαιώματα εξελίχθηκε γρήγορα σε ένοπλη εξέγερση. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις της Human Rights Watch, οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει μέχρι σήμερα τον θάνατο τουλάχιστον 6.000 αμάχων. Αυτονομιστικές ομάδες έχουν προχωρήσει σε απαγωγές και επιθέσεις κατά αμάχων και κρατικών αξιωματούχων, ενώ ο στρατός και η αστυνομία κατηγορούνται ότι εξαπολύουν επιχειρήσεις με στόχο την τιμωρία φερόμενων υποστηρικτών των αυτονομιστών. Παράλληλα, τζιχαντιστές της Boko Haram σπέρνουν τον τρόμο στο άλλο άκρο της χώρας, στην Περιφέρεια του Άπω Βορρά, όπου η οργάνωση δρα από το 2009. Οι πολλαπλές κρίσεις ασφάλειας έχουν εκτοπίσει μεγάλο αριθμό Καμερουνέζων από τις εστίες τους και συνιστούν πρόκληση για την ειρηνική διεξαγωγή των εκλογών».[9]

34.             Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο του Γενικού Επιτρόπου για τους Πρόσφυγες και τους Ανιθαγενείς σημειώνει ότι: «Η βία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας και είναι εντονότερη στη Βορειοδυτική σε σύγκριση με τη Νοτιοδυτική. Οι αυτονομιστές είναι πιο δραστήριοι σε αγροτικές, απομακρυσμένες και υποανάπτυκτες περιοχές. Παρότι η στρατιωτική παρουσία έχει ενισχυθεί στις πόλεις, δεν είναι επαρκής για την αποτροπή περιστατικών ανασφάλειας».[10]

35.           Τον Ιούνιο του 2025, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UNOCHA) επισημαίνει ότι: «Η κατάσταση στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές (NWSW) παρέμεινε εύθραυστη και ασταθής, με συνεχιζόμενες επιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ των κρατικών δυνάμεων ασφαλείας (SSFs) και μη κρατικών ένοπλων ομάδων (NSAGs). Εξακολούθησαν να αναφέρονται απαγωγές με σκοπό την καταβολή λύτρων, στοχευμένες δολοφονίες, αυθαίρετες συλλήψεις και απώλειες αμάχων».[11] 

36.          Τον Μάρτιο του 2025, το Global Centre for the Responsibility to Protect αναφέρει ότι: «Οι ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, καθώς και οι εσωτερικές συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών αυτονομιστικών ομάδων, συνεχίζονται αμείωτα στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές».[12]

37.          Με βάση τις ανωτέρω πηγές, προκύπτει ότι η ένοπλη κρίση στο Καμερούν εκδηλώνεται κατά κύριο λόγο και σχεδόν αποκλειστικά στις αγγλόφωνες Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές, όπου καταγράφονται συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, απαγωγές, στοχευμένες επιθέσεις και απώλειες αμάχων. Αντιθέτως, η Yaoundé, η οποία βρίσκεται στην Κεντρική Περιφέρεια  (Centre Region) και δεν ανήκει στις αγγλόφωνες περιοχές, δεν περιλαμβάνεται στις γεωγραφικές ζώνες όπου αναφέρεται η ένοπλη σύγκρουση. 

38.          Ως προς τα ποσοτικά δεδομένα της σύγκρουσης, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 12.6.2026) στην περιφέρεια Κέντρου (Centre Region) του Καμερούν, καταγράφηκαν συνολικά 4 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκε 1 θάνατος. Στην πρωτεύουσα Yaounde, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή καταγράφηκαν 3 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως συνέπεια την απώλεια 1 ανθρώπινης ζωής.[13] Σημειωτέον ότι ο πληθυσμός της Περιφέρειας του Κέντρου εκτιμάται στους 5,487,600 κατοίκους (με εκτίμηση του 2025).[14] Σημειώνεται περαιτέρω ότι στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας, ήτοι Νοτιοδυτική και Βορειοδυτική Περιφέρειες, για το ίδιο χρονικό διάστημα σημειώθηκαν 3,273 περιστατικά πολιτικής βίας με 1.360 ανθρώπινες απώλειες.[15]

39.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, και χωρίς οποιοδήποτε σημείο ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, διαθέτοντας στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε σοβαρό κίνδυνο.

40.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

41.           Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

42.          Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό και δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)] ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του [βλ άρθρο 19(2)(α) και (β)].

43.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο Αιτητής, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43].

44.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε Αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

45.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, δεν λαμβάνει χώρα στη Yaounde διεθνής ή εσωτερικής ένοπλη σύρραξη καθώς οι συγκρούσεις μαίνονται στο αγγλόφωνο τμήμα της χώρας. Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση των λοιπών συστατικών στοιχείων της εν λόγω διάταξης.

46.          Ως προς δε την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.    



[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σελ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[2] Voice of America (VOA), Suspected Separatists Abduct Cameroon Government Official, February 13, 2018 διαθέσιμο σε: https://www.voanews.com/a/suspected-separatists-abduct-cameroon-government-official/4251316.html (Ημερομηνία Πρόσβασης: 8.6.2026)

[3] USDOS - US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Cameroon, 26 June 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2111838.html ;

USDOS -US Department of State: 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024

https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.6.2026).

 

 

[4] European Commission, Cameroon, last updated 25 November 2024, url; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, 14 April 2024,  διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdfσελ.9 (ημερομηνία  πρόσβασης 19.6.2026)

[5] International Crisis Group, A Second Look at Cameroon's Anglophone Special Status, 31 March 2023, https://www.crisisgroup.org/africa/central-africa/cameroon/b188-second-look-cameroons-anglophone-special-status (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.6.2026).

[6] GCR2P, Cameroon - Population at risk, 16 March 2026 , https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/;  ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 10 (ημερομηνία  πρόσβασης 19.6.2026).

[7] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 3, 13 (ημερομηνία πρόσβασης 19.6.2026).

[8] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024, https://acleddata.com/acleddatanew/wp-content/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdfσελ. 3 (ημερομηνία πρόσβασης 19.6.2026). 

[9] Agence France Presse (18 June 2025) Leader's health, separatist violence loom over Cameroon vote, p.2 https://advance.lexis.com/bisnexishome/?pdmfid=1519360&crid=f622f71a-d4bf-473e-b202-7756346b0544 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11.5.2026).

[10] Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons (11 June 2025) Cameroun: Regions anglophones: situation securitaire (Cameroon: English-speaking regions: security situation) [English summary], σελ.3 https://www.ein.org.uk/members/country-report/cameroun-regions-anglophones-situation-securitaire-cameroon-english-speaking (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.6.2026).

[11] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (2 June 2025) Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76, p.2  https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 (ημερομηνία πρόσβασης 11/05/2026).

[12] Global Centre for the Responsibility to Protect (16 March 2026) Cameroon, σελ.2 https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19.6.2026

[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Centre Region-Yaounde, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (Ημερομηνία Πρόσβασης 19.6.2026).

[14] City Population, Cameroon, Centre Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/?admid=6823(Ημερομηνία Πρόσβασης 19.6.2026)

[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Sud-Ouest.Nord-Ouest Regions, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (Ημερομηνία Πρόσβασης 19.6.2026).

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο