K.Κ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1294/25, 9/6/2026
print
Τίτλος:
K.Κ.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1294/25, 9/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1294/25

 

09 Ιουνίου, 2026

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

K.Κ.Μ. από Κογκό

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Αίτηση για Προσαγωγή Μαρτυρίας ημερομηνίας 05/02/26

Εμφανίσεις:

Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

Θ. Παπανικολάου (κα) για Κίτσιου, Δημητρίου, Παπανικολάου Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 05/05/25 η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή συμπληρωματικής προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερείται οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση με την οποία να του παραχωρείται το καθεστώς διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

Μετά την καταχώρηση Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή κατά την 22/10/25 ο τελευταίος μέσω της δικηγόρου του καταχώρησε την παρούσα ενδιάμεση αίτηση με την οποία αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσαγωγή μαρτυρίας με ένορκη δήλωση του ιδίου και τρίτου προσώπου (του G.L.) και/ή οποιαδήποτε άλλο διάταγμα του Δικαστηρίου.

 

H αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας υποστηρίζεται από τρείς Ένορκες Δηλώσεις ήτοι της κας Νικοδήμης Πεσλίκα δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο της συνηγόρου του Αιτητή ημερομηνίας 04/02/26, του ιδίου του Αιτητή ημερομηνίας 04/02/26 και του G.L.I. (κατ΄ ισχυρισμό πρώην συντρόφου του Αιτητή) ημερομηνίας 20/01/26. Σκοπός της αίτησης, όπως αναφέρεται από την πρώτη ομνύουσα, είναι να προσκομιστεί μαρτυρία που αφορά το αίτημα του Αιτητή η οποία είναι επιστολή του Οργανισμού ACCEPT (που επιβεβαιώνει ότι είναι ομοφυλόφιλο πρόσωπο) και μαρτυρία/κατ΄ ισχυρισμό γεγονότα που καταγράφονται και/ή επισυνάπτονται μέσω της ένορκης δήλωσης του ίδιου του Αιτητή και του G.L.I.  (για την μεταξύ τους σχέση και/ή διαπληκτισμούς και/ή ότι υποβλήθηκε παράπονο στις αρχές της Δημοκρατίας και/ή ότι ο G.L.I. είναι αναγνωρισμένος πρόσφυγας).

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας και υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι (α) είναι παράτυπη και/ή αντικοινωνική και/ή νομικά αβάσιμη και/ή ανεδαφική, (β) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για να επιτραπεί η προσαγωγή της σκοπούμενης μαρτυρίας, (γ) η επιδιωκόμενη μαρτυρία δεν είναι εύλογα σχετική και/ή δεν επιτελεί κανένα σκοπό και/ή έγγραφο και/ή δεν συγκεκριμενοποιείται, (δ) τα έγγραφα δεν αποτελούν επίσημα έγγραφα ούτε μπορούν να αποτελέσουν αποδεκτή μαρτυρία, (ε) η προτεινόμενη μαρτυρία διαφοροποιεί, αλλοιώνει και μεταβάλλει ολοκληρωτικά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, (στ) η μαρτυρία που ζητείται να προσκομιστεί δεν είναι αναγκαία και/ή ουσιώδης και/ή δεν αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας, (ζ) η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή δεν είναι δυνατό να τεκμηριώσει οποιοδήποτε λόγο ακύρωσης, (η) σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η καθυστέρηση και/ή κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης η συνήγορος του Αιτητή παρουσίασε στο Δικαστήριο Γραπτό Περίγραμμα το οποίο κατέθεσε, ο δε Καθ΄ ού υιοθέτησε την ένσταση. Όλη η επιχειρηματολογία της συνηγόρου του Αιτητή περιστρέφεται στις κατ΄ ισχυρισμό προσωπικές σχέσεις του Αιτητή με τον G.L.I.και με άλλο πρόσωπο καθώς και διαπληκτισμούς, παράπονα στις αστυνομικές αρχές και/ή βεβαίωση της ACCEPT που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί (κατά τους ισχυρισμούς της) και/ή με την οποία επιβεβαιώνεται ότι ο Αιτητής αποτελεί ομοφυλόφιλο πρόσωπο. Η συνήγορος για τους Καθ΄ ων η αίτηση πρόβαλε ότι σε καμία περίπτωση οι προτεινόμενες ένορκες δηλώσεις σχετίζονται με τους λόγους δίωξης που εγκατέλειψε την χώρα του ο Αιτητής, η βεβαίωση της ACCEPT (ως και οι αποφάσεις του παρόντος δικαστηρίου) δεν μπορούν να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς του (δημιουργεί δε αμφιβολίες η ημερομηνία έκδοσης της).    

 

Έχω εξετάσει όσα έχουν προβληθεί και καταλήγω ως ακολούθως:

 

Ο Κανονισμός 2 των περί τις Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) ορίζει ότι:

 

«2. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.»

 

Ο Κανονισμός 3 των περί τις Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) ορίζει ότι:

 

«3. (α) Κάθε προσφυγή καταχωρείται στο αρμόδιο Πρωτοκολλητείο με έγγραφη αίτηση, ως το Έντυπο Αρ. 1 συνοδευόμενη από την προσβαλλομένη απόφαση και τα υποστηρικτικά αυτής στοιχεία που επιδόθηκαν στον αιτητή καθώς και οποιαδήποτε νέα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία ήθελε προσκομίσει ο αιτητής.

(β) Νέα έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή. Ο ενόρκως δηλών εξηγεί το λόγο για τον οποίο δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα ή στοιχεία ή πρόσθετη μαρτυρία κατά την εξέταση της προσβαλλόμενης πράξης καθώς και τη συνάφειά τους με τα επίδικα θέματα.»

 

Ο Κανονισμός 8 των περί τις Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) ορίζει ότι:

 

«8. Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.»

 

Επίσης, ο Κανονισμός 10 του περί τις Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμού του 2019 έως 2022 (3/2019) ορίζει ότι:

 

«10. (α) Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται-

(i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και

(ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.

(β) Πληροφορίες για την χώρα καταγωγής του αιτητή (ΠΧΚ) δύνανται να υποβληθούν σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή, με σχετικό υπόμνημα, το οποίο επισυνάπτεται στην αγόρευση του μέρους που επιθυμεί να την υποβάλει. Στο υπόμνημα  περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:

(i) κατάλογος των σχετικών ΠΧΚ,

(ii) καταγραφή της πηγής τους (για διαδικτυακές πηγές υποδεικνύεται ο ιστότοπος και παρατίθεται ο σύνδεσμος της σχετικής ιστοσελίδας),

(iii) επεξήγηση της συνάφειας της υποβληθείσας μαρτυρίας με συγκεκριμένο ισχυρισμό ή/ και επίδικο ζήτημα,

(iv) υπόδειξη του συναφούς αποσπάσματος των ΠΧΚ.»

 

Ο δε Κανονισμός 19 των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 ορίζει ότι:

 

«Καθ΄ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώσει τοιαύτας οδηγίας, αι οποίαι απαιτούνται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.».

 

Παρόλο που το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, μπορεί στα πλαίσια προσφυγής να λάβει υπόψη και να προβεί σε πλήρη και ex-nunc εξέταση τόσο των πραγματικών σημείων όσο και των νομικών και να λάβει υπόψη γεγονότα/στοιχεία που δεν λήφθηκαν υπόψη από την αρμόδια αρχή στα πλαίσια της αξιολόγησης της αίτησης ασύλου εξακολουθούν να ισχύουν οι κανόνες του διοικητικού δικονομικού δικαίου όπου είναι ο Δικαστής, και όχι οι διάδικοι, που διευθύνει την έρευνα. Στην Δημοκρατία ν. Kassinos Constructions (1990) 3 Α.Α.Δ. 3835, αναφέρθηκαν από την Ολομέλεια, τα ακόλουθα:

 

«Ο ρυθμιστικός ρόλος του δικαστηρίου σε θέματα διαδικασίας και απόδειξης στη διοικητική δίκη είναι διάφορος και ευρύτερος από αυτόν που επιτρέπει το δικονομικό σύστημα που επικρατεί στην πολιτική δίκη. Η διαφορά εκπηγάζει από την ύπαρξη και εφαρμογή της αρχής της νομιμότητας σε συνδυασμό με τη φύση του ανακριτικού συστήματος. Σε αντίθεση με το σύστημα της αντιδικίας, που διέπει την πολιτική δίκη και που η ευθύνη για την εισαγωγή μαρτυρίας βαρύνει τους διαδίκους, στο ανακριτικό σύστημα η πρωτοβουλία ανήκει και στο δικαστή. Οι αρχές αυτές είναι διάχυτες στο διαδικαστικό κανονισμό του 1962. Στον Γ. Παπαχατζή 'Μελέται επί του Δικαίου των Διοικητικών Διαφορών' στη σελ. 36 συναντούμε την ακόλουθη εύστοχη παρατήρηση επί του θέματος:

'Ο Δικαστής, ουχί δ΄ οι διάδικοι, διευθύνει την έρευναν του πραγματικού μέρους της υποθέσεως.'».

 

Οι βασικοί κανόνες που διαμορφώθηκαν διαχρονικώς από τη νομολογία επί του θέματος, είναι πολύ γνωστοί και καταγράφονται στην απόφαση της Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατíaς (2000) 3 Α.Α.Δ. 591, 595 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς η αρχή ότι προϋπόθεση για την προσαγωγή μαρτυρίας στην αναθεωρητική διαδικασία είναι η σχετικότητα της μαρτυρίας προς τα επίδικα θέματα [.] Στην αναθεωρητική του δικαιοδοσία το Ανώτατο Δικαστήριο έχει την διακριτική ευχέρεια να ελέγχει το δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία σχετική με τα γεγονότα που θέλουν να αποδείξουν, με γνώμονα πάντοτε τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα. Ο διάδικος που ζητά την έκδοση οδηγιών για προσαγωγή μαρτυρίας, είτε προφορικής είτε υπό μορφή ένορκης δήλωσης, οφείλει να προσδιορίσει με εύλογη λεπτομέρεια τα γεγονότα τα οποία επιδιώκει να αποδείξει και να ικανοποιήσει επίσης το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα που εγείρονται στην προσφυγή, λαμβανομένων υπόψη των νομικών σημείων και των γεγονότων πάνω στα οποία βασίζεται η προσφυγή. Επιτρέπεται η προσκόμιση γεγονότων με μαρτυρία μόνο όταν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και όταν η απόδειξη τους δυνατό να τεκμηριώσει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης. (Βλέπε: Sunrise Industry Clothing Ltd., v. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24/9/92, Νικολαϊδης ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 374/92, ημερ. 19/3/93, Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. αρ. 71/97, ημερ. 18/11/99).» 

 

(ο τονισμός δικός μου)

 

Οι δε βασικοί κανόνες προσαγωγής μαρτυρίας που διαμορφώθηκαν από τη πάγια νομολογία συνεχίζουν να ισχύουν κατ΄ αναλογία και στις υποθέσεις που εκδικάζονται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ήτοι τη σχετικότητα της μαρτυρίας με τα επίδικα θέματα, την αποδεικτικότητα οποιουδήποτε επίδικου θέματος που μπορεί ή όχι να βοηθήσει το Δικαστήριο στην απονομή δικαιοσύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.Ε. 49/2012, Σάββα ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 07/02/2018), την αναγκαιότητα να προσδιορίζονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο με ανάλογη λεπτομέρεια τα γεγονότα που επιδιώκει να προσκομίσει - με μόνη, όμως, εξαίρεση αυτής που αφορά μαρτυρία που διαφοροποιεί ή αλλοιώνει ή μεταβάλλει το περιεχόμενο των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Kyriakides v. The Republic (1961)1 R.S.C.C. 66, Skourides v. Attorney General (1967) 3 C.L.R. 518, Lambrakis v. Republic (1970) 3 C.L.R. 72, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Α. 106, Κωνσταντίνου v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού (1992) 4 A.A.Δ. 3330, Νικολαΐδη v. Δημοκρατίας (1993) 4 A.A.Δ. 609, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 507) λόγω του εύρους των εξουσιών του  Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας να λαμβάνει υπόψη πραγματικά στοιχεία και/ή γεγονότα που δεν λήφθηκαν υπόψη από την αρμόδια αρχή στα πλαίσια της αξιολόγησης αρχικής αίτησης ασύλου και/ή στοιχεία που δεν εμπεριέχονται στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης. Αρχικά, όμως, αξιολογείται κατά πόσο τα προτεινόμενα νέα στοιχεία δεν ήτο διαθέσιμα στον αιτούντα για να υποβληθούν κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του, ενώ αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης σε αυτόν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Μετά την καταχώρηση της προσφυγής τον 5ο/2025, μετά την καταχώρηση Γραπτής Αγόρευσης Αιτητή τον 10ο/2025 και κατόπιν αιτήματος της συνηγόρου του Αιτητή (για προσκόμιση συγκεκριμένων στοιχείων που συνδέονται με το αίτημα ασύλου), κρίθηκε ως προτιμότερο (στη βάση εξουσιών του Δικαστηρίου) να καταχωριστεί η παρούσα αίτηση μαρτυρίας προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσο έγγραφη ή οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία είναι σχετική με το αίτημα ασύλου του Αιτητή.

 

Καταρχάς, η παρούσα αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας βασίζεται κατ΄ ουσία σε γεγονότα που εκτίθενται σε επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις του Αιτητή ημερομηνίας 04/02/26, του G.L.I. ημερομηνίας 20/01/26 (προσώπου που κατ΄ ισχυρισμό συσχετιζόταν με τον Αιτητή) και της Νικοδήμης Πεσλίκα ημερομηνίας 04/02/26 (δικηγόρου που εργάζεται στο γραφείο της συνηγόρου του Αιτητή).

 

Προτού, όμως, εξεταστούν οι σχετικές προϋποθέσεις για αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης, προκύπτει ζήτημα παρατυπίας σε σχέση με τη μία εκ των ένορκων δηλώσεων (όπου παρατίθενται τα γεγονότα της αίτησης), στην οποία ορκίζεται ο ίδιος ο Αιτητής-ενδιαφερόμενος και η οποία συνοδεύει την αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας. Η ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 04/02/26 είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα (μεταφράστηκε ως στα επισυνημμένα της αίτησης στην ελληνική από Π. Ψυλλίδη). Ως προκύπτει, όμως, από την αίτηση διεθνούς προστασίας του Αιτητή αυτός ομιλεί/δήλωσε ως μητρική γλώσσα του την Lingala (ερυθρό 33, 4-1 ως στοιχείο Ένστασης της Προσφυγής στο εξής «Ε.Π.»), η γλώσσα επικοινωνίας στις συνεντεύξεις ήταν στην Lingala (ερυθρό 57-39, 75-60, 90-78 Ε.Π.), η διερμηνεία επί του περιεχομένου της επιστολής γνωστοποίησης της απόφασης διενεργήθηκε επίσης στην Lingala (ερυθρό 157 Ε.Π.). Συνεπώς, δεν αιτιολογούνται οι λόγοι για τους οποίους η ένορκη δήλωση του Αιτητή συντάχθηκε στην αγγλική γλώσσα —για την οποία δεν προκύπτει από πουθενά ότι ο ίδιος κατέχει γνώση— γεγονός που εγείρει αμφιβολίες ως προς το πραγματικό περιεχόμενό της. Επί αυτού του σημείου θα υιοθετήσω σχετική αναφορά επί του θέματος από την αδελφή κα Α. Αγρότου στην ενδιάμεση απόφαση Υποθ. Αρ. 2705/2024, V.M.T. v.  Κυπριακή Δημοκρατία,  μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 31/12/25 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα τα οποία εφαρμόζονται και στην παρούσα

 

«Το θέμα της σύνταξης ένορκων δηλώσεων από άτομα που δεν ομιλούν και κατανοούν την ελληνική γλώσσα, απασχόλησε κατ’ επανάληψη τα Δικαστήρια, και αποτελεί πάγια πλέον νομολογιακή αρχή ότι η ένορκη δήλωση οποιουδήποτε προσώπου, πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή σ' αυτόν και αυτή να συνοδεύεται με τη μετάφραση της, καθώς επίσης και με σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή, δια της οποίας να βεβαιώνει το πιστό και αληθές του περιεχομένου της. Επομένως η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σύμφωνα με το Annual Practice 1995, σελ. 683, περιλαμβάνει την κατάθεση ένορκης δήλωσης μεταφραστή.

 

Στην υπο εξέταση περίπτωση, έχουμε ένορκη δήλωση συνταγμένη στην ελληνική γλώσσα από πρόσωπο το οποίο από πουθενά δεν διαφαίνεται ότι γνωρίζει ελληνικά.

 

Το Εφετείο στην απόφασή του Ε.Κ. ν. D.K. Έφεση 10/22 ημερομηνίας 26/02/2024 αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά, με το υπο εξέταση θέμα, στα οποία παραπέμπω:

 

«Είναι αυτονόητο ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα και, κατ' επέκταση, η ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά μαρτυρία, θα πρέπει να δίνεται σε γλώσσα κατανοητή στον συγκεκριμένο μάρτυρα. Ως προς μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης, σαφής είναι η νομολογία. Ως εξηγείται στην GANNA MAKOVETSKA-GRYNEVYCH v.SERGII GRYNEVYCH, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε57/2017, ημερομηνίας 4.10.2023:

 

«Είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εφεσείουσα ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683).

 

Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772:

 

«Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321).»

 

(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Λίγο μετά την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) ακολούθησε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos (2003) 1 Α.Α.Δ. 782, η οποία αφορούσε ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Certiorari, η οποία είχε συνταχθεί στα ελληνικά από μέρους Ολλανδής υπηκόου η οποία δεν γνώριζε ελληνικά. Και σ' εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δε συνιστούσε ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου, επαναλαμβάνοντας τα εξής:

 

«Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772).»

 

Το ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Κrishnakanthan (2011) 1 Α.Α.Δ. 7 .. »

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τηρήθηκαν τα πιο πάνω. Ο εφεσίβλητος αναγνώρισε μη καλή αντίληψη της γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η ένορκη δήλωση της μαρτυρίας του, μάλιστα δεν μπορούσε να καταλάβει τι αναφερόταν σε τυχαίο απόσπασμα της ένορκης του δήλωσης. Ο ίδιος, προφανώς αμυνόμενος στις σχετικές ερωτήσεις, παρέπεμψε σε συνομιλίες του, στο παρελθόν, στη ρωσική γλώσσα. Η αναφορά ότι αντιλαμβάνεται αγγλικά σε απλή μορφή δεν απαντά το ζητούμενο, το οποίο πάντοτε είναι η επιβεβαίωση ότι η ένορκη δήλωση/μαρτυρία είναι σε γλώσσα κατανοητή στον μάρτυρα, ώστε τα αναφερόμενα στη μαρτυρία αυτή να είναι προϊόν του μάρτυρα. Κι αυτό, δηλαδή η κατανόηση από τον εφεσίβλητο των όσων καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του, με κάθε σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τας περιστάσεις, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί. Ενώ, υπήρχαν οι δικονομικοί μηχανισμοί, κατά την επανεξέταση, να διαπιστωθεί τέτοια αντίληψη, εφόσον υφίστατο».

 

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Valentina Stoeva v. Δημοκρατίας, αρ. προσφυγής 1405/09, ημερομηνίας 10/11/09, εξετάζοντας προδικαστική ένσταση σε ενδιάμεση αίτηση, ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Η ύπαρξη του πραγματικού υποβάθρου είναι ένα άλλο βασικό προαπαιτούμενο για την προώθηση της αίτησης.

[.]

Οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν έχουν σχετική πρόνοια για την αντίκριση περιπτώσεων αναγκαιότητας παροχής ένορκης δήλωσης σε ξένη γλώσσα. Καταφεύγουμε για το σκοπό στην αγγλική πρακτική και ιδιαίτερα στους παλιούς αγγλικούς θεσμούς στο Annual Practice 1995 σελ.683 που περιγράφει την αναγκαία διαδικασία. Αυτή περιλαμβάνει την κατάθεση ουσιαστικά τριών ενόρκων δηλώσεων.  Αρχικά την ένορκη δήλωση στη γλώσσα του δηλούντα, στη συνέχεια επισύναψη μετάφρασης της ενόρκου δηλώσεως και τέλος μια ένορκη δήλωση του μεταφραστή. Η διαδικασία αυτή επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ορθή και αναγκαία να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αντιμετώπισης ενόρκων δηλώσεων από άτομα που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, και αναφέρομαι στην υπόθεση Φωτίου κ.α. (2003)1(Β) Α.Α.Δ. 782.» (o τονισμός του παρόντος Δικαστηρίου)»

 

Ως αναφέρθηκε ανωτέρω όλη διαδικασία στην Υπηρεσία Ασύλου διενεργήθηκε στην Lingala και ο Αιτητής κατά την αίτηση του δήλωσε ότι γνωρίζει μόνο την Lingala, συνεπώς το στοιχείο αυτό υποδεικνύει σαφώς ότι δεν θα ήτο σε θέση ο ίδιος να προβεί σε ένορκη δήλωση στην Αγγλική. Σύμφωνα με τα όσα αναλύθηκαν πιο πάνω, ένορκη δήλωση που δεν είναι συνταγμένη σε γλώσσα που γνωρίζει επαρκώς ο ομνύοντας δεν συνιστά μαρτυρία και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη, ακολουθεί, λοιπόν, ότι ούτε τα στοιχεία που επισυνάπτονται σε αυτήν ως τα Exhibit 1-3 μπορούν να ληφθούν υπόψη ως συνημμένα της ένορκης δήλωσης του.

 

Ούτε όμως η ένορκη δήλωση της κας Πεσλίκα, που επίσης συνοδεύει την αίτηση μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία της αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας. Όλα τα τεκμήρια και/ή στοιχεία που ζητείται να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται συνημμένα επί της ένορκής δήλωσης του ίδιου του Αιτητή που ως παράτυπη (ως ανωτέρω) δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Μετά από αξιολόγηση του περιεχομένου της εν λόγω ένορκης δήλωσης, κρίνω ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προσδιορίζονται με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν ως μαρτυρία. Ειδικότερα, ουδεμία πληροφορία παρουσιάζεται σε σχέση με κρίσιμες ημερομηνίες, στοιχεία ταυτοποίησης προσώπων ή οποιαδήποτε άλλη απτή μαρτυρία – στοιχεία απολύτως αναγκαία ως προς την αξιολόγηση της καθυστέρησης που υπήρξε για προσκόμιση εγγράφων σχετικών με το αίτημα ασύλου του ή του κριτηρίου ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του.

 

Ούτε, όμως, η ένορκη δήλωση του G.L.I. μπορεί να βοηθήσει στην επιτυχία της παρούσας αίτησης καθότι: (α) είναι συνταχθείσα στην ελληνική και δεν τεκμηριώνεται επαρκώς κατά πόσο 28ωρη εκπαίδευση ελληνικής γλώσσας (ως το Τεκμήριο 1 της ένορκης του δήλωσης) τον καθιστά ικανό να προβεί σε ένορκη δήλωση στην ελληνική και/ή κατά πόσο κατέχει επαρκώς την ελληνική γλώσσα για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση (ως η ανωτέρω πάγια νομολογία), (β) δεν προκύπτει από οπουδήποτε σύνδεση/σχέση με τον ίδιο τον Αιτητή αφού η ένορκη δήλωση του τελευταίου δεν έγινε αποδεκτή για σκοπούς της παρούσας αίτησης, (γ) οι δε δηλώσεις του G.L.I. στην ένορκη δήλωση δεν υποστηρίζονται από άλλη ενισχυτική/υποστηρικτική/εξωγενή μαρτυρία ως προς την κατ΄ ισχυρισμό σύντομη σχέση του με τον Αιτητή, (δ) δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι πρόκειται για πρόσωπο αναγνωρισμένο πρόσφυγα παρά μόνο ότι πρόκειται για αιτούντα άσυλο (ως το Τεκμήριο 2 της Ένορκης του Δήλωσης), (ε) ούτε το Τεκμήριο 3 της Ένορκης του Δήλωσης αποδεικνύει ή ενισχύει τις δηλώσεις του Αιτητή σε σχέση με το αίτημα ασύλου και/ή τους λόγους δίωξης του και/ή τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας του. 

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν έχει ακολουθηθεί η σωστή διαδικασία και δεν δικαιολογείται ο λόγος που δεν καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του Αιτητή στην μητρική του γλώσσα ή σε γλώσσα που ευλόγως και/ή τεκμηριωμένα αντιλαμβάνεται ή κατανοεί και/ή τους λόγους που συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα (ενώ δεν προκύπτει από πουθενά ότι την γνωρίζει). Ούτε δε ικανοποιούνται οι λοιπές προϋποθέσεις μέσω των άλλων δύο επισυνημμένων ένορκων δηλώσεων (της κας Πεσλίκα και του G.L.I.) ήτοι ότι μέρος της μαρτυρίας που ζητείται να παρουσιαστεί δεν ήτο διαθέσιμη κατά την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης και/ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του ή προσδιορίζονται με την απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν ως μαρτυρία. Ολιστικά ούτε το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί, αφού εξέτασε με προσοχή την επιχειρηματολογία των δικηγόρων και τα ενώπιον του στοιχεία, ότι ενισχύονται με οιονδήποτε τρόπο οι ισχυρισμοί/δηλώσεις του κατά την συνέντευξη και/ή ότι αποδεικνύεται οποιουδήποτε επίδικο θέμα ή αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες χορήγησης σε αυτόν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως βάσιμο λόγο για να προχωρήσει το Δικαστήριο έγκριση της αίτησης.

 

Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση τα οποία θα υπολογιστούν/συμψηφισθούν ή αφαιρεθούν αναλόγως του αποτελέσματος στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας και/ή κατά την έκδοση της τελικής απόφασης.

 

Λόγω του ότι η Γραπτή Αγόρευση του Αιτητή έχει καταχωριστεί, δίδεται χρόνος για καταχώρηση Γραπτής Αγόρευσης των Καθ΄ ων η αίτηση μέχρι την 30/07/26, τυχόν Απαντητική μέχρι την 31/08/26, η υπόθεση ορίζεται για Διευκρινίσεις στις 18/09/26.

 

 

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο