ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 1386/24
30 Ιουνίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. D.M.D.
2. A.D.
Αιτητών,
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Η Αιτήτρια 1 είναι παρούσα
Κ. Κουππαρή (κα.), Δικηγόρος για τους Αιτητές
Α. Αναστασιάδη (κα.), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι Αιτητές με την παρούσα προσφυγή στρέφονται κατά της απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 7.3.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τους για διεθνή προστασία, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Οι Αιτητές κατάγονται από τη Δημοκρατία του Καμερούν (στο εξής: Καμερούν). Η Αιτήτρια 1 είναι η μητέρα του Αιτητή 2 (γεννηθείς στις 8.1.2023 στη Δημοκρατία) Η Αιτήτρια 1 εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και περί τις 6.1.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Ο Αιτητής 2 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας περί τις ημερομηνίας 8.1.2023. Στις 19.2.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 1 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας 1. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 26.3.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής της Αιτήτριας 1 στη χώρα καταγωγής της. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια 1 στις 8.4.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Η Αιτήτρια 1 προβάλλει ως λόγους προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας και, γενικότερα, την πλημμελή αξιολόγηση των ισχυρισμών της από τους Καθ’ ων η αίτηση, υποστηρίζοντας ότι οι τελευταίοι εσφαλμένως απέρριψαν την αίτησή της για διεθνή προστασία.
3. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν δέουσας και εξατομικευμένης εξέτασης του αιτήματος της Αιτήτριας 1. Προς υποστήριξη της θέσης τους παραπέμπουν στα επιμέρους ευρήματα της διοικητικής διαδικασίας και, ιδίως, στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας 1.
1. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
2. Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
3. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
4. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: o περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
5. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
6. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
4. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Αιτήτριας 1 ότι έπρεπε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα λόγω της φερόμενης ευαλωτότητάς της ως θύμα βιασμού, σημειώνονται τα εξής: Από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικαστικές εγγυήσεις. Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τα ερυθρά 27-13 του διοικητικού φακέλου, η Αιτήτρια 1 αξιολογήθηκε κατά το στάδιο εκτίμησης ευαλωτότητας ως πρόσωπο «μεσαίου ρίσκου», βάσει του ισχυρισμού της ότι υπήρξε θύμα βιασμού. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και υποβλήθηκαν σχετικές εισηγήσεις για παραπομπή της στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (βλ. ερυθρά 27 και 20 του διοικητικού φακέλου).
5. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια 1 είχε πραγματική και αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία, καθώς και τη δυνατότητα να εκθέσει πλήρως τους ισχυρισμούς της και να προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία προς τεκμηρίωση της αίτησής της. Επιπλέον, κατά τη διενεργηθείσα συνέντευξη εξετάστηκαν διεξοδικά οι λόγοι επί των οποίων θεμελιώνει το αίτημά της για διεθνή προστασία, σε συνδυασμό με το προσωπικό της προφίλ.
6. Επισημαίνεται ότι η επίδικη πράξη συνίσταται στην απορριπτική απόφαση επί της αίτησής της για διεθνή προστασία. Συνεπώς, για τη λυσιτελή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, θα πρέπει αφενός να καταδεικνύεται η άμεση συνάφειά του με την αξιολόγηση της ουσίας της αίτησής της και αφετέρου να προκύπτει ότι το εύρος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τα δικονομικά μέσα που είχε στη διάθεσή της η Αιτήτρια 1, δεν επαρκούσε για την κάλυψη τυχόν ελλείψεων ή κενών στο αφήγημά της.
7. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια 1 δεν εξειδικεύει κατά τρόπο συγκεκριμένο με ποιον τρόπο η κατ’ ισχυρισμό ευαλωτότητά της επηρεάζει την εξέταση της αίτησής της, ενώ δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι, ως προς την ουσία των ισχυρισμών της, παραπέμπει γενικώς στις δηλώσεις της κατά το στάδιο της συνέντευξης, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ή ουσιαστικό σχολιασμό των επιμέρους ευρημάτων της Διοίκησης.
8. Περαιτέρω, ως προς τον συναφή ισχυρισμό περί μη παραπομπής της Αιτήτριας 1 σε ψυχολογική εξέταση, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 15 του περί Προσφύγων Νόμου, η παραπομπή σε ιατρικές ή/και ψυχολογικές εξετάσεις εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού που εξετάζει την αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία η υποβολή της Αιτήτριας 1 σε τέτοιες εξετάσεις, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν μη αξιόπιστοι. Περαιτέρω, κατά την έναρξη της συνέντευξης, η ίδια δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι συνέτρεχε υποχρέωση ή αναγκαιότητα παραπομπής της σε περαιτέρω ιατρικές ή ψυχολογικές εξετάσεις. Σε κάθε περίπτωση, η Αιτήτρια 1 διατηρούσε τη δυνατότητα να επικαλεστεί ζήτημα υγείας και να προσκομίσει σχετικά αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Ως εκ των ανωτέρω, ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αλυσιτελώς και σε κάθε περίπτωση, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, αβασίμως.
9. Ως προς τους λοιπούς εγειρόμενους λόγους προσφυγής, επισημαίνεται ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την του εκάστοτε αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C 283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια 1 εκπροσωπούμενη δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552].
10. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C 277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
11. Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας 1, επισημαίνονται συναφώς τα ακόλουθα. Στην αίτησή της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια 1 κατέγραψε ότι κατάγεται από την Mbanga Pongo του Βόρειου Καμερούν. Ανέφερε ότι όταν ξεκίνησε η κρίση στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας της όπου βρίσκεται και η περιοχή καταγωγής και διαμονής της, αναγκάσθηκε να διαφύγει στις γαλλόφωνες περιοχές και δη στη Yaoundé για να ζητήσει καταφύγιο, όπου παρέμεινε σε φιλικά της πρόσωπα, μία εκ των οποίων ήταν η φίλη της. Ανέφερε επιπλέον ότι στη συνέχεια διαδόθηκαν φήμες ότι η ίδια είχε απέχθεια στα άτομα του αντιθέτου φύλου και ενώ ένιωθε οικειότητα με άτομα του ιδίου φύλου. Μία μέρα ενώ βρισκόταν σε ιδιαίτερα προσωπικές στιγμές με τη φίλη της, διαπίστωσε ότι παρακολουθείτο από μέλη των στρατιωτικών δυνάμεων του Καμερούν με αποτέλεσμα να δεχθεί απειλές καθώς η ομοφυλοφιλία θεωρείται έγκλημα στη χώρα καταγωγής της.
12. Στο πλαίσιο της συνέντευξής και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1996 στο χωριό Banga Bongo, όπου διέμενε μέχρι το 2016. Στη συνέχεια μετοίκησε στη Yaoundé για σκοπούς σπουδών, όπου διέμενε σε φοιτητικές εστίες και παρέμεινε μέχρι το 2019. Ακολούθως μετέβη στη Douala, όπου διέμεινε για δύο εβδομάδες, μέχρι την ημέρα που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της. Ανέφερε ότι στη Douala διέμενε σε ξενοδοχείο, μέχρι να ετοιμαστούν τα ταξιδιωτικά της έγγραφα, και ότι κατά το διάστημα αυτό ήταν ασφαλής.
13. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι μεγάλωσε με τον πατέρα της, ο οποίος απεβίωσε το 2019, έπειτα από πυρκαγιά στην οικία τους, από την οποία δεν κατάφερε να διαφύγει λόγω μερικής παράλυσης από την οποία έπασχε. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τη μητέρα της και ότι δεν έχει αδέλφια. Ανέφερε επίσης ότι προσφάτως εντόπισε τον θείο της μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο οποίος την ενημέρωσε ότι έχει πλέον μετοικήσει στη Γαλλία. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή της το 2016 και στη συνέχεια φοίτησε επί δύο έτη στη Νομική Σχολή, χωρίς, ωστόσο, να ολοκληρώσει τις σπουδές της, καθώς, εξαιτίας της κατάρρευσης της επιχείρησης του πατέρα της, ο τελευταίος αδυνατούσε να τη στηρίξει οικονομικά. Δήλωσε ότι ομιλεί την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα. Ως προς την εργασιακή της πείρα, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των διακοπών της, όταν μετέβαινε στο χωριό καταγωγής της, ετοίμαζε και πωλούσε πρόγευμα έξω από την οικία της (βλ. ερ. 24-28).
14. Αναφορικά με το ταξίδι της, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της από τη Douala, όπου, παρόλο που τα ταξιδιωτικά της έγγραφα ήταν έγκυρα, αναγκάστηκε να δωροδοκήσει έναν αστυνομικό προκειμένου να της επιτραπεί να ταξιδέψει, χωρίς, ωστόσο, να μπορεί να ανακαλέσει την ακριβή ημερομηνία. Ταξίδεψε με φοιτητική θεώρηση εισόδου και με το διαβατήριό της και, μέσω Τουρκίας, εισήλθε παρατύπως στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
15. Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια 1 ισχυρίστηκε ότι καταζητείτο από τις αρχές του Καμερούν λόγω ομοφυλοφιλικών πράξεων. Ανέφερε ότι, μετά τη διακοπή των σπουδών της και τον θάνατο του πατέρα της, μετοίκησε σε φίλους της, όπου διατηρούσε ερωτική σχέση με γυναίκα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι περί τον Μάρτιο του 2019, ενώ βρισκόταν με τη σύντροφό της σε κατάλυμα κοντά στη Ngoussou, έγιναν αντιληπτές από τον ιδιοκτήτη σε προσωπική στιγμή, ο οποίος άρχισε να φωνάζει, με αποτέλεσμα να διαφύγουν και η ίδια να παραμείνει κρυμμένη. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι τόσο η ίδια όσο και η σύντροφός της ανακηρύχθηκαν καταζητούμενες, παρέμεινε κρυμμένη σε φίλους της και έκτοτε δεν αντιμετώπισε άλλο περιστατικό, ενώ δήλωσε ότι αγνοεί την τύχη της συντρόφου της (βλ. ερ. 22-23). Ως προς το διάστημα που κρυβόταν, ανέφερε ότι μετακινούνταν μεταξύ φίλων της, οι οποίοι της παρείχαν προσωρινή φιλοξενία, υπό συνθήκες φόβου και ανασφάλειας, ενώ αρκετοί αποστασιοποιήθηκαν λόγω της κατάστασής της.
16. Ως προς την προσωπική της κατάσταση, δήλωσε ότι είναι μητέρα ενός ανήλικου τέκνου, ο πατέρας του οποίου την εγκατέλειψε μετά την εγκυμοσύνη, ότι σήμερα διαμένει μόνη με το παιδί της και εργάζεται σε ψησταριά, όπου απασχολείται για περισσότερο από δύο έτη, αναθέτοντας τη φροντίδα του παιδιού της σε τρίτο πρόσωπο κατά τις ώρες εργασίας της (βλ. ερ. 21-22). Ερωτηθείσα σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι δυσκολεύεται να αυτοπροσδιορίσει τη σεξουαλική της ταυτότητα. Ωστόσο, δήλωσε ότι τείνει να εμπιστεύεται περισσότερο άτομα του ιδίου φύλου, ενώ δυσκολεύεται να εμπιστευθεί άτομα του αντίθετου φύλου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου την ανατροφή του παιδιού της (Αιτητή 2) και ότι επιθυμεί να είναι ευτυχισμένη. Εντούτοις, δεν προσδιόρισε εάν η ευτυχία αυτή συνδέεται με τη σύναψη σχέσης με άτομο του ιδίου ή του αντίθετου φύλου. Δήλωσε, ωστόσο, ότι έχει ανάγκη από ένα πρόσωπο που θα τη στηρίζει τόσο στις δύσκολες όσο και στις ευχάριστες στιγμές της ζωής της.
17. Ερωτηθείσα εάν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της καθώς καταζητείτο εξαιτίας του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλο άτομο, η Αιτήτρια 1 απάντησε καταφατικά ενώ πρόσθεσε ότι στη χώρα της η ομοφυλοφιλία τιμωρείται με 14 έτη φυλάκισης (βλ. ερ.21). Ερωτηθείσα για ποιο λόγο πιστεύει ότι δεν συνελήφθη ποτέ στη χώρα καταγωγής μέχρι το 2020 όταν και εγκατέλειψε το Καμερούν, ενώ καταζητείτο από το 2019 η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι στη χώρα της επικρατεί μεγάλη διαφθορά και οι λειτουργοί ενεργούν μόνο με δικό τους όφελος. Ερωτηθείσα σχετικά με το πώς κατάφερε να παραμείνει κρυμμένη χωρίς να καταγγελθεί στις αρχές, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι οι γονείς των φίλων που τη φιλοξενούσαν της ζητούσαν συχνά να αποχωρήσει, φοβούμενοι τις συνέπειες της κατάστασής της, ενώ ορισμένοι τη βοήθησαν οικονομικά ώστε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ως προς την αναζήτησή της, δήλωσε ότι δεν θυμάται πότε ακριβώς ανακηρύχθηκε καταζητούμενη, εκτιμώντας ότι αυτό συνέβη περί τον Μάρτιο του 2019.
18. Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές έλαβαν γνώση των στοιχείων της, ισχυρίστηκε ότι είχαν πρόσβαση στα προσωπικά της στοιχεία μέσω των εγγράφων ταυτοποίησης που είχε καταθέσει στο κατάλυμα όπου διέμενε, ενώ ενημερώθηκαν μετά την ειδοποίηση του ιδιοκτήτη. Δήλωσε ότι πληροφορήθηκε τις ενέργειες των αρχών από φίλους της και από σχετικά δημοσιεύματα και αναφορές στα μέσα ενημέρωσης.
19. Ακολούθως υποβλήθηκαν διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι θεωρεί πως είναι αμφιφυλόφιλη, καθώς είχε σχέσεις και με άνδρες και με γυναίκες, ενώ ανέφερε ότι αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό κατά τη διάρκεια των σπουδών της και ότι αισθανόταν μεγαλύτερη άνεση στις σχέσεις της με γυναίκες. Αναφερόμενη στη διαδικασία συνειδητοποίησης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, δήλωσε ότι αρχικά δυσκολεύτηκε να αποδεχθεί τα συναισθήματά της, ενώ πριν από αυτό αυτοπροσδιοριζόταν ως ετεροφυλόφιλη. Ως προς τη σύντροφό της, ανέφερε ότι τη γνώρισε στο πανεπιστήμιο, ότι διατηρούσαν ερωτική σχέση με αμοιβαία συναίνεση και ότι κατά το επίμαχο περιστατικό βρίσκονταν υπό την επήρεια αλκοόλ.
20. Τέλος, διευκρίνισε ότι το επίμαχο περιστατικό έλαβε χώρα σε κατάλυμα όπου είχαν μεταβεί για διανυκτέρευση μετά την αποχώρησή τους από κέντρο διασκέδασης και ότι στο περιστατικό ενεπλάκησαν τόσο ο υπάλληλος υποδοχής όσο και ο ιδιοκτήτης του καταλύματος (βλ. ερ. 19).
21. Υποβλήθηκαν περαιτέρω διευκρινιστικές ερωτήσεις σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό. Η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι θεωρεί εαυτόν αμφιφυλόφιλο, καθώς είχε σχέσεις με άνδρες και γυναίκες, ανέφερε ότι αντιλήφθηκε τον σεξουαλικό της προσανατολισμό κατά τη διάρκεια των σπουδών της και ότι αισθανόταν μεγαλύτερη άνεση στις σχέσεις της με γυναίκες. Περαιτέρω, ανέφερε ότι πριν από τη συνειδητοποίηση αυτή αυτοπροσδιοριζόταν ως ετεροφυλόφιλη και περιέγραψε τη διαδικασία αποδοχής του σεξουαλικού της προσανατολισμού ως σταδιακή. Ως προς τις σχέσεις της με γυναίκες, δήλωσε ότι είχε προηγούμενη σχέση με συμφοιτήτριά της, ενώ για τη σύντροφο που συνδέεται με το επίμαχο περιστατικό ανέφερε ότι διατηρούσαν ερωτική σχέση με αμοιβαία συναίνεση και ότι το περιστατικό έλαβε χώρα σε κατάλυμα όπου είχαν μεταβεί για διανυκτέρευση. Ερωτηθείσα σχετικά με προηγούμενες σχέσεις της, ανέφερε ότι είχε διατηρήσει σχέσεις τόσο με γυναίκες όσο και με άνδρα κατά τη διάρκεια της φοίτησής της στο λύκειο. Ακολούθως, ερωτήθηκε εκ νέου πώς αυτοπροσδιορίζεται ως προς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό όπου δήλωσε ότι αισθάνεται πως έλκεται και από τα δύο φύλα. Ερωτηθείσα κατά πόσο έχει αποδεχθεί τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι κατά τον χρόνο της συνέντευξης αισθανόταν σύγχυση ως προς την ταυτότητά της. Ανέφερε ότι επιθυμούσε να δοκιμάσει το ενδεχόμενο σύναψης σχέσης με άνδρα προκειμένου να διαπιστώσει εάν μια τέτοια σχέση θα μπορούσε να λειτουργήσει.
22. Αναφορικά με την ερωτική σχέση που διατηρούσε με πρόσωπο του ιδίου φύλου η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι είχε συνάψει σχέση με γυναίκα πριν από τη σύντροφο που είχε αναφέρει σε σχέση με το επίμαχο περιστατικό. Ανέφερε ότι επρόκειτο για τη γυναίκα με την οποία συγκατοικούσε στον ίδιο ξενώνα και στο ίδιο διαμέρισμα, όπως είχε ήδη περιγράψει. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, διέμεναν μαζί για περίπου έναν χρόνο και ήταν ιδιαίτερα προσεκτικές ώστε να μην αποκαλυφθεί η σχέση τους. Σε ερώτηση σχετικά με το εάν κάποιο άλλο πρόσωπο γνώριζε για τη σχέση τους, η Αιτήτρια 1 απάντησε αρνητικά. Δήλωσε ότι λόγω της συγκατοίκησής τους περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μαζί και δεν είχαν ανάγκη να συναντώνται σε άλλους χώρους, ενώ η Αιτήτρια 1 κλήθηκε να περιγράψει την καθημερινότητά της στο πλαίσιο της εν λόγω σχέσης.
23. Όταν της ζητήθηκε να περιγράψει τα συναισθήματά της σχετικά με τη σχέση αυτή, η Αιτήτρια 1 επανέλαβε ότι τη βίωνε κυρίως ως πηγή διασκέδασης. Ερωτηθείσα εάν αισθανόταν ενοχές, απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας ότι δεν αισθανόταν ενοχή αλλά φόβο μήπως αποκαλυφθεί η σχέση της. Αναπτύσσοντας περαιτέρω το αίσθημα αυτό, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι φοβόταν το ενδεχόμενο σύλληψης, φυλάκισης και απώλειας της ελευθερίας της. Παράλληλα, ερωτηθείσα πώς αισθανόταν με τον εαυτό της ως προς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να επιλέξει ή να ενταχθεί αποκλειστικά σε μία κατηγορία, καθώς θεωρούσε ότι έλκεται τόσο από άνδρες όσο και από γυναίκες.
24. Ερωτηθείσα εάν είχε αποκαλύψει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό σε οποιοδήποτε πρόσωπο, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι το είχε γνωστοποιήσει μόνο στον πατέρα του παιδιού της. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι κατά τον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης της τού εξήγησε ότι αισθανόταν έλξη και προς τα δύο φύλα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η αντίδρασή του ήταν αρνητική, καθώς της δήλωσε ότι θα έπρεπε να διακόψει την εγκυμοσύνη και ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τη σχέση του με μια γυναίκα σαν εκείνη. Όταν της επισημάνθηκε ότι προηγουμένως είχε αναφέρει πως φίλοι και συγγενικά της πρόσωπα γνώριζαν την κατάστασή της και τη βοήθησαν οικονομικά να εγκαταλείψει τη χώρα, η Αιτήτρια 1 διευκρίνισε ότι τα πρόσωπα αυτά άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα όταν παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στα σπίτια τους και ζητούσαν εξηγήσεις για την κατάστασή της.
25. Περαιτέρω, υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια 1 διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τους λόγους επιλογής της Κύπρου ως χώρας προορισμού, την απόφασή της να ταξιδέψει μόνη της, τα συναισθήματά της κατά το διάστημα που κρυβόταν, την ύπαρξη δικτύου υποστήριξης στη χώρα καταγωγής της, τις γνώσεις της σχετικά με οργανώσεις υπέρ των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων, τις θρησκευτικές της αντιλήψεις και τη στάση της κοινωνίας έναντι των ομοφυλόφιλων ατόμων, τις προσδοκίες της για το μέλλον σε σχέση με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, τους λόγους επιλογής της Κύπρου και τις γνώσεις της ως προς το καθεστώς προστασίας των ομοφυλόφιλων ατόμων, τους φόβους της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, τον τρόπο με τον οποίο εξήλθε νομίμως από το Καμερούν, καθώς και τις αποκλίσεις μεταξύ των δηλώσεών της κατά την καταγραφή της αίτησης διεθνούς προστασίας και όσων ανέφερε κατά την προσωπική της συνέντευξη.
26. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της η Αιτήτρια 1 προσκόμισε Ένταλμα έρευνας ( Avis de researches) (βλ.ερ.32).
27. Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά της στοιχεία, ο δεύτερος τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ως ομοφυλόφιλου ατόμου και ο τρίτος το φερόμενο περιστατικό κατά το οποίο εντοπίστηκε να επιδίδεται σε ομοφυλοφιλικές πράξεις, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, οδήγησαν στην έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον της από τις αρχές του Καμερούν.
28. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός της έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια 1 απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το προσκομισθέν από αυτήν διαβατήριο.
29. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια 1 δεν παρείχε επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες, κρίνοντας ότι οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις, ασάφειες, αοριστίες και έλλειψη επαρκούς αιτιολόγησης. Ειδικότερα, εφαρμόζοντας το μοντέλο της Διαφορετικότητας, του Στίγματος, της Ντροπής και της Βλάβης (Difference, Stigma, Shame and Harm – DSSH), οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι η Αιτήτρια 1 δεν κατόρθωσε να περιγράψει με επαρκώς προσωπικό, συνεκτικό και ευλογοφανή τρόπο τη διαδικασία συνειδητοποίησης και βίωσης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, ούτε τα συναισθήματα που συνδέονταν με τη διαφορετικότητα, το στίγμα και τη ντροπή. Παρότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαίωναν ότι η ομοφυλοφιλία ποινικοποιείται στο Καμερούν και ότι τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα αντιμετωπίζουν σοβαρές διώξεις και διακρίσεις, οι Καθ' ων η αίτηση δεν έκαναν αποδεκτό τον ισχυρισμό λόγω μη θεμελίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας του.
30. Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι η απόρριψη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού επηρέαζε καθοριστικά την αξιολόγησή του, δεδομένου ότι η φερόμενη δίωξη συνδεόταν άμεσα με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό προσανατολισμό της Αιτήτριας 1. Περαιτέρω, διαπίστωσαν ότι οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονταν από αντιφάσεις, ασάφειες, αοριστίες, χρονικές ασυνέπειες και έλλειψη ευλογοφάνειας, ιδίως ως προς τις συνθήκες του επίμαχου περιστατικού, την έκδοση του φερόμενου εντάλματος σύλληψης, την παραμονή της στη χώρα επί μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να συλληφθεί, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας 1, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι το προσκομισθέν ένταλμα σύλληψης δεν μπορούσε να επαληθευθεί ως γνήσιο, ενώ οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επιβεβαίωναν ότι η Αιτήτρια 1 καταζητείτο, ούτε συνάδουν με τους ισχυρισμούς της ως προς την αναχώρησή της από το Καμερούν. Επιπλέον κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί της δεν συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες για τα μέτρα ασφαλείας και τους ελέγχους στα διεθνή αεροδρόμια του Καμερούν, όπου διαπιστώθηκε ότι διενεργούνται έλεγχοι ταυτότητας, ταξιδιωτικών εγγράφων και ποινικού μητρώου. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στην αφήγηση της Αιτήτριας 1, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του. Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
31. Με βάση τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό της Αιτήτριας 1, ήτοι το προσωπικό της προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, καθώς και το γεγονός ότι η Αιτήτρια 1 έχει αποκτήσει ένα ανήλικο τέκνο στη Δημοκρατία, τη φροντίδα του οποίου ανέλαβε εξ’ ολοκλήρου η ίδια, οι Καθ' ων η αίτηση παρέπεμψαν σε εξωτερικές πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην ευρύτερη περιφέρεια όπου υπάγεται η Yaoundé, περιφέρεια Central, περιοχή όπου διέμενε η Αιτήτρια 1 τα τελευταία τρία έτη πριν εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της και η οποία κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ως εναλλακτική επιλογή για διαμονή σε περίπτωση επιστροφής της και κατέληξαν ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι ώστε να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, αυτή θα κινδυνεύσει να υποστεί μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
32. Επιπλέον, οι καθ’ ων η Αίτηση σημειώνουν σε ότι αφορά τη δυνατότητα οικονομικής επιβίωσης της Αιτήτριας 1, λαμβάνοντας υπόψη το γενικό προφίλ της σε συνδυασμό με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο και τη κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη περιοχή Yaoundé διαπιστώνεται ότι οι συνθήκες διαβίωσης που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της, δύναται να εγγυηθούν ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης.
33. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας 1 στο Καμερούν για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσαν πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια 1 να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ειδικά σε σχέση με το άρθρο 19(2)(γ), οι Καθ' ων η αίτηση κατέγραψαν ότι παρά την έκρυθμη κατάσταση ασφαλείας στη Yaoundé, Central Region, Cameroon, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας που επικρατεί στην περιοχή σε συνάρτηση με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας 1, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι εκ της παρουσίας της και μόνο διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή.
34. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, η Αιτήτρια 1 επανέλαβε, κατ' ουσίαν, τον πυρήνα του αιτήματός της, ήτοι ότι καταζητείται από τις αρχές του Καμερούν λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού και ότι εκκρεμούσε εις βάρος της ένταλμα σύλληψης. Κατόπιν ερωτημάτων του Δικαστηρίου, παρείχε διευκρινίσεις, μεταξύ άλλων, ως προς τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε την ύπαρξη του εντάλματος, τις συνθήκες υπό τις οποίες παρέμεινε κρυμμένη και εξασφάλιζε τα προς το ζην, τον τρόπο με τον οποίο εξήλθε από τη χώρα, το ένταλμα σύλληψης που προσκόμισε, τον πατέρα του ανήλικου τέκνου της, τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου της. Από την πλευρά τους, οι Καθ' ων η αίτηση επανέλαβαν τις επιφυλάξεις τους ως προς την αξιοπιστία του αφηγήματός της και τη γνησιότητα του προσκομισθέντος εντάλματος σύλληψης.
35. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
36. Όσον αφορά στο διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση αυτών από τους Καθ’ ων η αίτηση.
37. Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια 1 υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά της στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό της.
38. Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, περί του σεξουαλικού προσανατολισμού της Αιτήτριας 1, κρίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση εσφαλμένως αξιολόγησαν τον σχετικό ισχυρισμό υπό το πρίσμα της ομοφυλοφιλίας, ενώ από τις δηλώσεις της κατά τη συνέντευξη προκύπτει ότι η ίδια αυτοπροσδιορίστηκε ως αμφιφυλόφιλο άτομο. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός όφειλε να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα του δηλωθέντος αμφιφυλοφιλικού της προσανατολισμού. Καταρχάς αναφορικά με μοντέλο ανάλυσης που χρησιμοποιήσαν οι Καθ' ων η αίτηση (Difference, Stigma, Shame, Harm (DSSH) model), σημειώνεται ο σκεπτικισμός γύρω από τη χρήση του, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν στερεότυπα και να καταλήξει η αξιολόγηση αξιοπιστίας της Αιτήτριας 1 σε ένα κατάλογο τυποποιημένων στοιχείων που ένας αιτών θα πρέπει ή όχι να πληροί, εις βάρος της εξατομικευμένης εξέτασης.[2] Χωρίς το εν λόγω μοντέλο να αποκλείεται ως καθοδηγητική μέθοδος για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, της Αιτήτριας 1 εν προκειμένω, το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τον εν λόγω ισχυρισμό στη βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας, χωρίς να γίνεται ειδική αναφορά στο εν λόγω μοντέλο για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω. Προς τούτο επισημαίνονται τα κάτωθι. Αρχικώς, παρατηρείται πως κατά την συνέντευξή της η Αιτήτρια 1 υπεβλήθη σε πλήθος ερωτήσεων ανοικτού τύπου, αλλά και σε μεγάλο αριθμό διευκρινιστικών και κλειστού τύπου ερωτήσεων, ώστε να μπορέσει η ίδια να αναπτύξει με επαρκή λεπτομέρεια, τόσο τις εμπειρίες και τα βιώματά της, όσο και τις σκέψεις και τα συναισθήματά της και να αποσαφηνίσει τους ισχυρισμούς της περαιτέρω. Επίσης, ορθώς δεν τέθηκαν ερωτήσεις παρεμβατικές στην ιδιωτική ζωή της Αιτήτριας 1 (βλ. σχετικά την απόφαση του ΔΕΕ της 2ας Δεκεμβρίου 2014, C-148/13 έως C-150/13, A, B, C, A B and C, ECLI:EU:C:2014:2406). Επισημαίνεται εξάλλου πως δεν αναμένεται από όλα τα ΛΟΑΤΚI άτομα να βιώσουν με τον ίδιο τρόπο την σεξουαλικότητά τους, η αντίδραση απέναντι στην διαφορετικότητα εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως τα προσωπικά βιώματα, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση και το πολιτισμικό πλαίσιο της χώρας διαμονής.[3]
39. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει καταρχάς ότι ήδη κατά την αρχική καταγραφή της αίτησής της η Αιτήτρια 1 παρουσίασε ουσιώδεις αποκλίσεις σε σχέση με την κατοπινή της αφήγηση. Συγκεκριμένα, κατά το αρχικό στάδιο ανέφερε ότι είχαν διαδοθεί φήμες σχετικά με το μίσος που έτρεφε προς τους άνδρες και το ενδιαφέρον που ένιωθε προς τις γυναίκες, ενώ περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι στρατιωτικοί την ακολούθησαν και εισήλθαν στον χώρο όπου βρισκόταν με τη σύντροφό της. Αντιθέτως, κατά την προσωπική της συνέντευξη περιέγραψε διαφορετική αλληλουχία γεγονότων, αναφέροντας ότι η αποκάλυψη της σχέσης της επήλθε όταν ιδιοκτήτης καταλύματος τις εντόπισε γυμνές, ειδοποίησε τις αρχές και ακολούθως η ίδια κηρύχθηκε καταζητούμενη. Οι δύο αυτές εκδοχές δεν είναι δυνατόν να συμφιλιωθούν, καθώς διαφοροποιούνται ως προς τον τρόπο αποκάλυψης του σεξουαλικού της προσανατολισμού, τα πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται και τα περιστατικά που οδήγησαν στην υποτιθέμενη δίωξή της. Οι περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς τη φερόμενη δίωξή της από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, αναλύονται και αξιολογούνται υπό τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό. Ωστόσο ένεκα της συνάφειάς τους τα ευρήματα που άπτονται του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού αναπόδραστα ανακλούν και στην αξιολόγηση του παρόντος.
40. Περαιτέρω, η ίδια η αφήγηση της Αιτήτριας 1 ως προς τον σεξουαλικό της προσανατολισμό χαρακτηρίζεται από σημαντική ασάφεια και μεταβλητότητα. Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης αυτοπροσδιορίστηκε διαδοχικά ως ετεροφυλόφιλη, αμφιφυλόφιλη, πρόσωπο που «δεν γνωρίζει ακόμη» τον προσανατολισμό του, ενώ επανειλημμένα δήλωσε ότι θα αποφασίσει στο μέλλον «σε ποιο φύλο ανήκει». Παράλληλα, περιέγραψε τις σχέσεις της με γυναίκες κυρίως ως εμπειρίες «για διασκέδαση» ή «για πλάκα», χωρίς να είναι σε θέση να αναπτύξει με συνεκτικό τρόπο τις προσωπικές της σκέψεις, τα συναισθήματα και τη διαδικασία διαμόρφωσης της ταυτότητάς της. Αν και το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι δεν υφίσταται πρότυπο συμπεριφοράς ή συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο ένα πρόσωπο βιώνει ή εκφράζει τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, οι ουσιώδεις αυτές αντιφάσεις, σε συνδυασμό με τις σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ της αρχικής καταγραφής και της προσωπικής συνέντευξης ως προς το κεντρικό περιστατικό που φέρεται να προκάλεσε τη δίωξή της, πλήττουν τη συνολική αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού.
41. Ως προς την εξωτερική πτυχή του εν λόγω ισχυρισμού, το Δικαστήριο, ένεκα της προσωπικής φύσης του δεν κατέστη δυνατό να εντοπίσει οποιαδήποτε πηγή αφορούσα ειδικώς την Αιτήτρια 1. Η Αιτήτρια 1 προσκόμισε ένταλμα σύλληψης εναντίον της ίδιας εκδοθέν το Μάιο του 2019 (ερ. 32). Ως προς τούτο επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο εκ προοιμίου, δεν έχει αρμοδιότητα καταρχήν να αποφανθεί επί της γνησιότητας ενός εγγράφου, τόσο διότι κατά πάγια νομολογημένη αρχή ο δικαστής δεν υποχρεούται να αποφασίζει επί τεχνικών θεμάτων, όπως εν προκειμένω η γνησιότητα ενός εγγράφου, αλλά ούτε έχει τη δυνατότητα προς τούτο αφού δεν έχει την απαιτούμενη τεχνογνωσία για να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα (βλ. και Λάμπρου Λάμπρος v. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου, (2009) 3 Α.Α.Δ. 79). Εξάλλου, δεδομένης της απαγόρευσης συνεργασίας με τις αρχές της χώρας καταγωγής, ακόμα κι αν υπάρχουν δημόσια έγγραφα που στηρίζουν τους ισχυρισμούς, αυτά θα είναι κατά κανόνα αμετάφραστα και ανεπικύρωτα. Αξιολογήσεις περί γνησιότητας ή πλαστότητας είναι συνεπώς δυσχερείς. Τελικώς, ακόμα και εάν η γνησιότητα των εγγράφων διασταυρωθεί μέσω των προφορικών ισχυρισμών, αυτά θα ενισχύσουν προφορικούς ισχυρισμούς αλλά δεν επαρκούν αφ' εαυτών για να τους αποδείξουν (βλ. Βλ. Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης - Μάρκου, Προσφυγικό Δίκαιο, Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021, σελ. 31.). Τούτων λεχθέντων, η αξιολόγηση του προσκομισθέντος εγγράφου θα λάβει χώρα υπό το φως της ανωτέρω παραμέτρου και θα εκτιμηθεί ελεύθερα από το Δικαστήριο.
42. Ως προς το έγγραφο που η Αιτήτρια 1 προσκόμισε ως «ένταλμα αναζήτησης», το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το αντίγραφο είναι ιδιαίτερα δυσανάγνωστο, λόγω της χαμηλής ποιότητάς του, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ασφαλής εξακρίβωση του συνόλου του περιεχομένου του ούτε η επιβεβαίωση της γνησιότητας και της προέλευσής του ή του συντάκτη του. Ως εκ τούτου, το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί, αφ’ εαυτού, να αποδοθεί με ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα. Η αξιολόγησή του δύναται να γίνει μόνο σε συνάρτηση με τις δηλώσεις της ίδιας της Αιτήτριας 1 και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι το έγγραφο συνδέεται πρωτίστως με τον τρίτο ισχυρισμό της Αιτήτριας 1 περί δίωξής της από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, το περιεχόμενό του φαίνεται, στον βαθμό που είναι αναγνώσιμο, να αναφέρεται σε αναζήτηση για πράξεις σχετιζόμενες με ομοφυλοφιλική συμπεριφορά, στοιχείο το οποίο παρουσιάζει συνάφεια και με τον πρώτο ισχυρισμό της περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού. Εντούτοις, λόγω της δυσανάγνωστης μορφής του εγγράφου, το Δικαστήριο δεν δύναται να συναγάγει ασφαλή συμπεράσματα αποκλειστικά από αυτό, αλλά εξετάζει κατά πόσον το περιεχόμενό του συνάδει με το χρονικό και τα πραγματικά περιστατικά που η ίδια η Αιτήτρια 1 επικαλέστηκε. Συναφώς, παρατηρείται ότι στο έγγραφο διακρίνεται ως ημερομηνία έκδοσης η 9η Μαΐου 2019, γεγονός το οποίο, κατ’ αρχήν, δεν εμφανίζει προφανή χρονική αναντιστοιχία με τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1 ότι τα γεγονότα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, οδήγησαν στην αναζήτησή της από τις αρχές έλαβαν χώρα κατά το έτος 2019. Πλην όμως, η ως άνω χρονική σύμπτωση, από μόνη της, δεν αρκεί για να προσδώσει αξιοπιστία στον σχετικό ισχυρισμό, ιδίως ενόψει των ουσιωδών αντιφάσεων και αποκλίσεων που παρουσιάζει η αφήγησή της ως προς τον τρόπο με τον οποίο αποκαλύφθηκε ο σεξουαλικός της προσανατολισμός και τα περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς της, προκάλεσαν την αναζήτησή της από τις αρχές. Ως εκ τούτου, το εν λόγω έγγραφο δεν μπορεί να ανατρέψει το εύρημα περί αποδοχής του ισχυρισμού της περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού.
43. Ως προς τον γενικότερο και συναφή ισχυρισμό της Αιτήτριας 1 περί δίωξης προσώπων που επιδίδονται σε ομοφυλοφιλικές σχέσεις στη χώρα καταγωγής της, από την έρευνα που διενήργησαν οι Καθ’ ων η αίτηση, καθώς και από την ανεξάρτητη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ποινικός κώδικας της χώρας απαγορεύει τις ομόφυλες σχέσεις. Το άρθρο 347-1 του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν, που διατηρήθηκε κατά την αναθεώρηση του 2016, ορίζει τα εξής: «Κάθε άτομο που έχει σεξουαλική επαφή με άτομο του ιδίου φύλου, τιμωρείται με φυλάκιση από έξι (6) μήνες έως πέντε (5) έτη και με χρηματικό ποινή από είκοσι χιλιάδες (20.000) έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) φράγκα»[4]. Επίσης, ένας νόμος για το έγκλημα στον κυβερνοχώρο τιμωρεί όσους «ψαρεύουν» ομοφυλοφιλικές σχέσεις μέσω διαδικτύου με ποινές φυλάκισης έως δύο έτη[5]. Στις 12 Ιουνίου, όπως αναφέρεται σε έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας, το Εθνικό Συμβούλιο Επικοινωνίας απείλησε να αναστείλει τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εάν συνέχιζαν να μεταδίδουν «προγράμματα που προωθούν τις ομοφυλοφιλικές πρακτικές»[6]. Σύμφωνα με έκθεση του Bertelsmann Stiftung υπήρχαν ενδείξεις για «σημαντικές διακρίσεις και άνιση πρόσβαση στη δικαιοσύνη» για τα ΛΟΑΤ άτομα στο Καμερούν[7].
44. Σε σχέση με την εφαρμογή της νομοθεσίας και την μεταχείριση από τις κρατικές αρχές, έκθεση του US Department of State του Απριλίου 2024 αναφέρει ότι η κυβέρνηση εφάρμοσε τη νομοθεσία. Η αστυνομία συχνά συνέλαβε άτομα ΛΟΑΤΚΙ+/ LGBTQI+ αποκλειστικά με βάση τον αντιληπτό σεξουαλικό τους προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου ή την έκφραση φύλου τους, συμπεριλαμβανομένων ατόμων που είχαν ζητήσει αστυνομική βοήθεια αφού υπήρξαν θύματα βίαιων εγκλημάτων. Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τις οποίες επικαλείται η ανωτέρω έκθεση, καταγράφουν πως τα LGBTQI+ άτομα συνέχισαν να αναφέρουν αυθαίρετες συλλήψεις ατόμων LGBTQI+. Τα άτομα ΛΟΑΤΚΙ/LGBTQI+ συνέχισαν να αντιμετωπίζουν σημαντικό στίγμα, βία και διακρίσεις από τις οικογένειές τους, τις κοινότητές τους και την κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού επιβολής του νόμου.[.] Ανέκδοτες αναφορές έδειξαν ότι ορισμένα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ/LGBTQI+ κοινότητας υπήρξαν θύματα «διορθωτικού βιασμού» για να αλλάξουν τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους. Το κοινωνικό στίγμα και η ποινικοποίηση της σεξουαλικής συμπεριφοράς μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου απέτρεψαν τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας από την πλήρη συμμετοχή τους στην πολιτική διαδικασία[8]. Τα ανωτέρω εντοπίζονται και σε έκθεση της Freedom House στην οποία αναφέρεται ότι «οι διακρίσεις κατά της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας είναι διαδεδομένες και η βία κατά των ΛΟΑΤΚΙ+/LGBT+ ατόμων είναι συχνή. [.] Οι άνθρωποι διώκονται συχνά χωρίς να υπάρχουν στοιχεία σεξουαλικής δραστηριότητας, αλλά μάλλον βάσει υποψιών περί ομοφυλοφιλίας»[9]. Πηγές ανέφεραν ότι τα LGBT+ άτομα αναγκάζονταν να ζουν κρυφά ή να αποκρύπτουν την ταυτότητα τους στην χώρα[10]. Επίσης, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα αντιμετώπισαν σημαντικές κοινωνικές διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένης της απασχόλησης[11]. Στην έκτη περιοδική της έκθεση για το Καμερούν, η επιτροπή κατά των βασανιστηρίων των Ηνωμένων εθνών, εξέφρασε την ανησυχία της για τις διακρίσεις, την παρενόχληση, τον εκφοβισμό, τις σωματικές απειλές, τις αυθαίρετες συλλήψεις, τη βία και εγκλήματα μίσους τα οποία υφίστανται λεσβίες, γκέι, αμφιφυλόφιλα και τρανς άτομα, καθώς και οι υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που καταγγέλλουν τα ανωτέρω αδικήματα[12].
45. Η έκθεση του ΒΤΙ (2026) σημειώνει ότι οι κοινωνικά συντηρητικές αξίες που υποστηρίζονται από μεγάλες θρησκευτικές οργανώσεις πιθανότατα έχουν επηρεάσει τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στην κοινότητα LGBTQ+. Η σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου είναι παράνομη στο Καμερούν, με ποινή έως και πέντε χρόνια φυλάκισης[13]. Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι το Human Rights Watch έχει επισημάνει ότι το Καμερούν διώκει την ομοφυλοφιλία πιο επιθετικά από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο και, το 2021, εξέδωσε έκθεση που κατέγραφε σημαντική αύξηση στις συλλήψεις και την κακοποίηση ατόμων LGBTQ+. Τα τελευταία χρόνια, το έργο των ΜΚΟ που υπερασπίζονται την κοινότητα LGBTQ+ έχει επίσης περιοριστεί έντονα, όπως φαίνεται από την αναστολή λειτουργίας του Central African Human Rights Defenders Network (REHDAC) και την κλήτευση της ιδρύτριάς του, της δικηγόρου Alice Nkom. Το U.S. State Department ανέφερε το 2024 ότι υπήρχαν αναφορές για λεσβίες, γκέι, αμφιφυλόφιλα, τρανς, κουήρ ή ίντερσεξ (LGBTQ+) άτομα που δέχονταν ξυλοδαρμούς και σωματική κακοποίηση από απλούς πολίτες, με ελάχιστη ή καθόλου αντίδραση από την κυβέρνηση για την προστασία τους ή τη δίωξη των δραστών[14].
46. Η έκθεση της EUAA για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στο Καμερούν σημειώνει ότι το U.S. State Department ανέφερε ότι κρατικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων κυβερνητικών αξιωματούχων και δυνάμεων επιβολής του νόμου, προέβαιναν σε διακρίσεις εις βάρος των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων[15].
Οι αρχές δεν παρείχαν προστασία σε «λεσβίες, αμφιφυλόφιλα, τρανς και ίντερσεξ (LGBTI) άτομα» και, σύμφωνα με τη Human Rights Watch, οι δυνάμεις ασφαλείας προχωρούσαν σε αυθαίρετες συλλήψεις.[16]
47. Τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα υφίστανται βία και διακρίσεις από την κοινωνία στο Καμερούν[17]. Το U.S. State Department σημείωσε ότι οικογένειες και κοινότητες προβαίνουν σε διακρίσεις εις βάρος των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων[18]. Το The Observers, μια συνεργατική πλατφόρμα και τηλεοπτική εκπομπή του France 24[19], παρήγαγε ένα βίντεο που καταγράφει περιστατικά βίας κατά γκέι και τρανς ατόμων. Σχολιάζοντας το βίντεο, το France 24 ανέφερε ότι «τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στο Καμερούν αντιμετωπίζουν καθημερινές απειλές, βία και καχυποψία. Συχνά πέφτουν θύματα ξυλοδαρμών, εξώσεων από τα σπίτια τους, ποινών φυλάκισης ή ακόμη και θανάτου, αποκλειστικά λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού ή της έκφρασης φύλου τους»[20].
Σε σχέση με τη δυνατότητα κρατικής προστασίας, η Διεθνής Ένωση Λεσβιών, Ομοφυλόφιλων, Αμφιφυλόφιλων, Τρανς και Διεμφυλικών Ατόμων (ILGA) ανέφερε στην έκθεση του 2020 ότι στο Καμερούν δεν υπήρχε καμία προστασία για τα ΛΟΑΤ άτομα[21]. Οι οργανισμοί Advocates for Human Rights και Alternatives Cameroon κατήγγειλαν το 2023 ότι το Καμερούν απέτυχε να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στη βία από αξιωματούχους και ιδιώτες κατά των ΛΟΑΤ ατόμων. Η ίδια πηγή υποστήριξε ότι οι αρχές δεν προχωρούσαν σε άμεσες ή αμερόληπτες έρευνες για «καταγγελίες που σχετίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα ή έκφραση φύλου ή τα χαρακτηριστικά φύλου, συμπεριλαμβανομένων πράξεων βασανιστηρίων, κακομεταχείρισης και διορθωτικού βιασμού»[22].
48. Παρά τα ανωτέρω, η γνώση της Αιτήτριας 1 αναφορικά με την ποινικοποίηση των ομοφυλοφιλικών σχέσεων και τη γενικότερη αντιμετώπιση των ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη χώρα καταγωγής της δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να θεωρηθεί ενδεικτική του δηλούμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού. Πρόκειται για πληροφορίες οι οποίες, δεδομένου ότι η Αιτήτρια 1 ισχυρίζεται ότι διέμενε σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής της στη χώρα καταγωγής της, είναι ευλόγως αναμενόμενο να αποτελούν μέρος της γενικής γνώσης που διαθέτει κάθε πρόσωπο το οποίο ζει και κοινωνικοποιείται στο συγκεκριμένο κοινωνικό και νομικό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας 1 δεν γίνεται αποδεκτός.
49. Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας 1, περί της δίωξής της από τις αρχές της χώρας καταγωγής της και της έκδοσης εντάλματος σύλληψης εις βάρος της, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε κατά την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της επεκτείνονται κατ’ ανάγκην και στην εξέταση του παρόντος ισχυρισμού, καθόσον η βασική πραγματική του θεμελίωση ερείδεται στον ίδιο απορριφθέντα πυρήνα περί του δηλούμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού.
50. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι, παρά την επίκληση της ύπαρξης εντάλματος σύλληψης εις βάρος της, η Αιτήτρια 1 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διά της νόμιμης οδού, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα ή περιορισμό, τόσο κατά την παραμονή της στη χώρα όσο και κατά την αναχώρησή της. Το στοιχείο αυτό δεν συνάδει με τον ισχυρισμό της ότι καταζητείτο ενεργά από τις αρχές της χώρας καταγωγής της.
51. Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβανομένου υπόψη ότι τα ευρήματα επί του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού επηρεάζουν άμεσα την αξιολόγηση του παρόντος, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται ως μη αξιόπιστος και απορρίπτεται στο σύνολό του.
52. Επόμενο στάδιο της αξιολόγησης συνιστά η εκτίμηση του κινδύνου που τυχόν διατρέχει η Αιτήτρια 1, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών της. Πλην όμως, επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν, λανθασμένως, να λάβουν υπόψη, κατά την εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας 1 και την εκδοθείσα συναφώς απόφαση επιστροφής, ως αναπόσπαστο στοιχείο του προφίλ της, το γεγονός ότι αυτή είναι μητέρα ανήλικου τέκνου γεννηθέντος το 2023 (ήτοι πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης), καθώς και να προβούν, ως εκ τούτου, σε ανάλυση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου.
53. Αξιοσημείωτο είναι ότι, εντός του διοικητικού φακέλου και μεταγενέστερα της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, εντοπίζεται βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας 1, ήτοι του Αιτητή 2 στην παρούσα διαδικασία, ημερομηνίας 8.1.2023 (ερ. 92), η οποία καταχωρίστηκε στο διοικητικό φάκελο στις 24.4.2024. Παρότι στην Έκθεση Εισήγησης γίνεται αναφορά στην ύπαρξη του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας 1 και αναγράφεται ότι οι Αιτητές είναι δύο, εντούτοις ουδεμία εξατομικευμένη αξιολόγηση ή έστω ειδική αναφορά γίνεται στην αίτηση του ανηλίκου ή στην προσωπική του κατάσταση. Αντιθέτως, το σύνολο της ανάλυσης και της αιτιολογίας της Έκθεσης Εισήγησης αφορά αποκλειστικά την Αιτήτρια 1 (ερ. 56 επ.). Ομοίως, ούτε από το περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης της Αιτήτριας 1 προκύπτει ότι εξετάστηκε αυτοτελώς η αίτηση του ανηλίκου ή ότι αξιολογήθηκαν οι ιδιαίτερες περιστάσεις που τον αφορούν. Ως εκ τούτου, η απλή αναφορά στην επιστολή κοινοποίησης της απόφασης ότι αυτή αφορά και τον Αιτητή 2, καθώς και η λακωνική αναγραφή στο τυποποιημένο έντυπο της Έκθεσης Εισήγησης ότι οι Αιτητές είναι δύο, δεν αρκούν για να καταδείξουν ότι εκδόθηκε αυτοτελής και δεόντως αιτιολογημένη απόφαση και ως προς το ανήλικο τέκνο. Ελλείψει οποιασδήποτε εξατομικευμένης αξιολόγησης ή ειδικής αιτιολογίας που να αφορά τον Αιτητή 2, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε ουσιαστική εξέταση της αίτησής του. Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η ίδια ερωτήθηκε σχετικά με το ανήλικο τέκνο της και ότι η ύπαρξη αυτού τελούσε σε πλήρη γνώση των Καθ’ ων η αίτηση ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία. Επομένως, η παράλειψη οποιασδήποτε ειδικής αξιολόγησης της αίτησης του Αιτητή 2 δεν δύναται να αποδοθεί σε έλλειψη γνώσης εκ μέρους της Διοίκησης.
54. Από το ίδιο το γράμμα του περί Προσφύγων Νόμου, σε πλείστα σημεία αυτού γίνεται αναφορά στην υποχρέωση εξατομικευμένης εξέτασης της αίτησης ασύλου εκάστου των αιτητών. Στο εδάφιο (3) του άρθρου 18 του περί Προσφύγων Νόμου, όπου καταγράφονται οι βασικές αρχές που διέπουν τη διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, προβλέπεται ότι η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα, και περιλαμβάνει τη συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, της ατομικής κατάστασης και των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως το προσωπικό ιστορικό, το φύλο και η ηλικία, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν, βάσει των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή, οι συνθήκες στις οποίες έχει ήδη ή θα μπορούσε να εκτεθεί ισοδυναμούν με δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
7. Δυνάμει περαιτέρω του εδαφίου (1Α) του άρθρου 10 του περί Προσφύγων Νόμου, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την εφαρμογή των διατάξεων του υπό αναφορά νόμου οι οποίες αφορούν τη διεθνή προστασία και τους ανηλίκους.
8. Ερμηνεύοντας το εννοιολογικό εύρος του όρου «εξατομικευμένη αξιολόγηση» το ΔΕΕ, στη απόφασή του ημερομηνίας 4.10.2018, Ahmedbekova, C-652/16 σκέψη 58, επεσήμανε ότι η κατάσταση εκάστου των μελών της οικογένειας εξετάζεται σε εξατομικευμένη βάση, ακόμα και όταν υποβάλλονται στο πλαίσιο μιας κοινής διαδικασίας. Οι αιτήσεις δεν αποτελούν αντικείμενο κοινής αξιολόγησης. Στη σκέψη 60 στην ίδια απόφασή του, το ΔΕΕ συνεχίζει τονίζοντας ότι επιτρέπεται οι αιτήσεις διεθνούς προστασίας που έχουν υποβληθεί χωριστά από τα μέλη της ίδιας οικογένειας να εξετάζονται στο πλαίσιο κοινής διαδικασίας, αλλά δεν επιτρέπεται οι αιτήσεις αυτές να αποτελούν αντικείμενο κοινής αξιολόγησης.
9. Η υποχρέωση εξέτασης του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού δεν αίρεται λόγω της υποβολής κοινής ή εξαρτημένης αίτησης με τον γονέα. Συγκεκριμένα το Άρθρο 24 παράγραφος 2 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι: «Σε όλες τις πράξεις που αφορούν παιδιά, είτε λαμβάνονται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς φορείς, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό κριτήριο». Αντίστοιχα, το Άρθρο 3 παράγραφος 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού (CRC) προβλέπει ότι: «Σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά … το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχική μέριμνα». Η υποχρέωση αυτή επαναλαμβάνεται και εξειδικεύεται στο ενωσιακό δίκαιο ασύλου, το οποίο δεσμεύει τα κράτη μέλη ανεξαρτήτως της μορφής της διαδικασίας (ατομικής ή κοινής).
10. Υπενθυμίζεται ότι στην προοιμιακή σκέψη 18 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, προβλέπεται ότι το μείζον συμφέρον του παιδιού θα πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα των κρατών μελών κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, σύμφωνα με τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1989 για τα δικαιώματα του παιδιού. Κατά την αξιολόγηση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ιδίως υπόψη τους την αρχή της οικογενειακής ενότητας, την ευημερία και την κοινωνική ανάπτυξη του ανηλίκου, ζητήματα ασφάλειας και προστασίας και τις απόψεις του ανηλίκου ανάλογα με την ηλικία του και την ωριμότητά του. Στο άρθρο 20 της ίδιας οδηγίας αναφέρεται στην παράγραφο 4 αυτού ότι το μείζον συμφέρον του παιδιού αποτελεί πρωταρχικό μέλημα για τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου που αφορούν ανηλίκους. Σύμφωνα συνεπώς με το ενωσιακό δίκαιο, το παιδί θεωρείται αυτόνομος φορέας δικαιωμάτων, ακόμη και όταν δεν υποβάλλει αυτοτελές αίτημα, και ακόμη και όταν η εξέταση λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της αίτησης του γονέα.
11. Στις κατευθυντήριες οδηγίες του το EASO / νυν EUAA (Οργανισμός της Ε.Ε. για το Άσυλο) – Practical Guide on the Best Interests of the Child in Asylum Procedures (2019) ρητώς αναφέρεται ότι: η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού είναι υποχρεωτική, εξατομικευμένη κα πρέπει να λαμβάνει χώρα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης της απόφασης επιστροφής,
12. Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ της 15ης Φεβρουαρίου του 2023, C‑484/22, Bundesrepublik Deutschland κατά GS, ECLI:EU:C:2023:122, η προστασία των βέλτιστων συμφερόντων του παιδιού και της οικογενειακής ζωής του επιβάλλεται και στο πλαίσιο διαδικασίας που οδηγεί στην έκδοση απόφασης για την επιστροφή ανηλίκου, έστω και αν ο ανήλικος έχει τη δυνατότητα να τα επικαλεστεί στο πλαίσιο μεταγενέστερης διαδικασίας για την αναγκαστική εκτέλεση της εν λόγω απόφασης επιστροφής, προκειμένου να επιτύχει, ενδεχομένως, την αναστολή της εκτέλεσης.
13. Οι δε αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμα και κατά την εξέταση της απόφασης επιστροφής του γονέα του.
14. Εν προκειμένω, ουδέν έγγραφο εντός του διοικητικού φακέλου καταδεικνύει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε αξιολόγηση του Αιτητή 2. Η βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας εκ μέρους του Αιτητή (ερ. 92) καταδεικνύει ότι και ο ίδιος αυτοτελώς φέρει την ιδιότητα της Αιτητή ασύλου.
15. Πλην όμως, ούτε από τα πρακτικά των συνεντεύξεων ούτε από την Έκθεση Εισήγησης προκύπτει ότι η Διοίκηση προέβη σε εξέταση δύο αιτήσεων διεθνούς προστασίας, παρά το γεγονός ότι στο σχετικό πεδίο της Έκθεσης Εισήγησης, υπό τον τίτλο «Αριθμός αιτητών διεθνούς προστασίας», αναγράφεται ο αριθμός «2». Πέραν της τυπικής αυτής αναφοράς, το σύνολο της αιτιολογίας της Έκθεσης Εισήγησης αφορά αποκλειστικά στην Αιτήτρια 1. Ειδικότερα, ουδεμία μνεία γίνεται στον ανήλικο Αιτητή 2, ενώ όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα πορίσματα και τα συμπεράσματα διατυπώνονται αποκλειστικά σε ενικό αριθμό και αναφέρονται μόνο στην Αιτήτρια 1.
16. Η Έκθεση Εισήγησης αποτελεί την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον με την έγκρισή της από τον Προϊστάμενο εκδίδεται η επίδικη διοικητική πράξη. Επομένως, το μοναδικό στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί ότι η απόφαση αφορά και δεύτερο αιτητή είναι η καταχώριση του αριθμού «2» στο αντίστοιχο πεδίο του τυποποιημένου εντύπου. Ωστόσο, η αναφορά αυτή ουδόλως αντανακλάται στο κυρίως σώμα της Έκθεσης Εισήγησης, όπου η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, η αξιολόγηση των ισχυρισμών και η εισήγηση περί επιστροφής αφορούν αποκλειστικά την Αιτήτρια 1.
17. Εξάλλου, ούτε από τα πρακτικά της προσωπικής συνέντευξης προκύπτει ότι εξετάστηκε η αίτηση του ανηλίκου. Αντιθέτως, στο αντίστοιχο πεδίο των πρακτικών αναγράφεται ως αριθμός αιτητών ο αριθμός «1», μολονότι κατά τον χρόνο διενέργειας της συνέντευξης ο ανήλικος είχε ήδη υποβάλει τη δική του αίτηση διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, ουδεμία ερώτηση υποβλήθηκε στην Αιτήτρια 1 αναφορικά με τυχόν ιδιαίτερες περιστάσεις που αφορούσαν τον ανήλικο υιό της ή τους λόγους για τους οποίους αυτός αιτείτο διεθνή προστασία.
18. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε από τυπικής ούτε από ουσιαστικής πλευράς προκύπτει ότι εκδόθηκε διοικητική απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή 2. Η δε μεταγενέστερη αναφορά του ονόματός του στην επιστολή κοινοποίησης της προσβαλλόμενης απόφασης δεν δύναται να θεραπεύσει την ως άνω πλημμέλεια ούτε να υποκαταστήσει την απαιτούμενη εξατομικευμένη εξέταση και αιτιολόγηση. Επισημαίνεται ότι η κοινοποίηση της ήδη εκδοθείσας απόφασης αφορούσας αποκλειστικά την Ατήτρια 1 δεν αποτελεί η ίδια πράξη έκδοσης, καθώς αυτή αφορά κυρίως το χρόνο έναρξης των έννομων αποτελεσμάτων της διοικητικής πράξης που εκδόθηκε προηγουμένως (βλ. άρθρα 3 και 6 των περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμων του 1999 έως 2020). Αντιθέτως, βάσει των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, διαπιστώνεται ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας του ανηλίκου ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο αυτοτελούς αξιολόγησης, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει ότι εκδόθηκε νομίμως διοικητική απόφαση επ' αυτής.
19. Όπως δε επισημαίνεται στη συνέχεια, η εξέταση και τήρηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου κατά τη λήψη απόφασης τόσο επί της αίτησης διεθνούς προστασίας της μητέρας, όσο και επί της συναφούς απόφασης επιστροφής, δεν συνιστά ζήτημα διακριτικής ευχέρειας ή διοικητικής πρακτικής της αρμόδιας αρχής, αλλά δεσμευτική υποχρέωση απορρέουσα ευθέως από το ενωσιακό δίκαιο, την εθνική νομοθεσία και ιδίως από τις εναρμονιστικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.
20. Ο Αιτητής 2 εκ της ηλικίας του αποτελεί ευάλωτο πρόσωπο (άρθρο 9ΚΓ το περί Προσφύγων Νόμου). Επιπλέον, το βέλτιστον συμφέρον του ανηλίκου αποτελεί αρχή που οφείλει να διαρρέει όλη τη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του από τις διαδικαστικές εγγυήσεις μέχρι και την έκδοση της τελικής απορριπτικής απόφασης επί της αιτήσεώς του και την τυχόν απόφαση επιστροφής του.
21. Η ανηλικότητα του Αιτητή 2, ως δεδομένο αδιαμφισβήτητο και παραδεκτό, οφείλει να τύχει ξεχωριστής ανάλυσης και αξιολόγησης ως προς τον τυχόν κίνδυνο που απορρέει από αυτήν τόσο για τον ίδιο όσο και για την Αιτήτρια 1 σε συνάρτηση με τις συνθήκες που επικρατούν στην χώρα καταγωγής τους. Στο άρθρο 9ΚΕ(2) του περί Προσφύγων Νόμου περιλαμβάνονται κατευθύνσεις ως προς το περιεχόμενο της έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου. Οι δε αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις, οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμα και κατά την εξέταση της απόφασης επιστροφής του γονέα του.
22. Ακόμα και στις περιπτώσεις όπου τα ανήλικα τέκνα δεν προβάλλουν αυτοτελείς ουσιώδεις ισχυρισμούς ή δεν είναι σε θέση να τους διατυπώσουν, όπως εν προκειμένω, αυτό δεν απαλλάσσει τη διοίκηση από την υποχρέωση να προβεί σε εξατομικευμένη ανάλυση του κινδύνου που τυχόν αυτά διατρέχουν άμα τη επιστροφή στη χώρα καταγωγής και την υπαγωγή στις κρίσιμες διατάξεις του νόμου, κατά τρόπο ανάλογο με αυτόν του γονέα τους. Ο τυχόν δε κίνδυνος που διατρέχουν τα τέκνα του γονέα, σε κάποιες περιπτώσεις, ενδέχεται να επεκτείνεται και στον ίδιο τον γονέα, επί παραδείγματι όταν ο γονέας αντίκεται με την υποβολή του τέκνου του σε κάποια πρακτική που ισοδυναμεί με δίωξη από τρίτους. Επιπλέον, όπως εξηγείται ανωτέρω, η παρουσία των ανηλίκων επηρεάζει και την αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχουν οι γονείς τους, σε περίπτωση όπου υφίσταται έκρυθμη κατάσταση στο τόπο συνήθους διαμονής.
23. Ως εκ τούτου, εν απουσία εξατομικευμένης αξιολόγησης της αίτησης διεθνούς προστασίας του ανήλικου Αιτητή 2 και γενικότερα της εξέτασης των περιστάσεών του υπό το φως και της αρχής του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου δεν είναι δυνατή η πλήρης αξιολόγηση του τυχόν κινδύνου που διατρέχει και η Αιτήτρια 1 στην παρούσα προσφυγή.
24. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου η σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 13/2025 Δημοκρατία ν. Μ.Υ.Α.L., ημερ. 18.12.2025, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025, Δημοκρατία ν. Μ. A. L., ημερ. 18.12.2025) στο πλαίσιο των οποίων διευκρινίστηκε το εύρος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου. Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Για τους λόγους που εξηγούμε στη Δημοκρατία ν. Β.Α. ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ασκεί διττό έλεγχο νομιμότητας και ορθότητας επί έκαστης διοικητικής πράξης η οποία εμπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία του βάσει του Άρθρου 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, περιλαμβανομένων των διοικητικών αποφάσεων περί αποκλεισμού αιτητών από το καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή παραβιάστηκε από την εκ της Υπηρεσίας Ασύλου πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει -στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειάς του -τις ακόλουθες επιλογές:
(α) μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να παράσχει στον αιτητή το δικαίωμα ακρόασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα συναφή πορίσματά της, δηλαδή το πρακτικό ή/και την απομαγνηματοφώνηση της συνέντευξης ή/και τις θέσεις της Υπηρεσίας Ασύλου επί των διαλαμβανόμενων κατά τη συνέντευξη·
(β) να υποβάλει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αιτητή, αν το κρίνει αναγκαίο (βλ. Β. Α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω), σε προσωπική συνέντευξη, τηρώντας τις προς τούτο διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες θέτει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ·
(γ) αν κρίνει ότι η επιλογή (β) δεν είναι εφικτή, τότε απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν ώστε η τελευταία να προβεί σε επανεξέταση, χορηγώντας το δικαίωμα ακρόασης και τηρώντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.».
25. Στην παρούσα υπόθεση, η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας του ανήλικου Αιτητή 2 διαπιστώνεται ότι δεν έχει αξιολογηθεί σε κανένα διαδικαστικό στάδιο παρά μόνο ως απλή μνεία περί έκδοσης απόφασης. Για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, δεδομένης της κρίσιμης παράλειψης της διοίκησης, κρίνεται ότι τυχόν ανάλυση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου και κυρίως εξατομικευμένη αξιολόγηση του ενδεχόμενου δίωξης ή σοβαρού κινδύνου που αυτό διατρέχει θα ερχόταν σε αντίθεση με τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εξέτασης των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, καθώς η διοίκηση δεν έχει ακόμα διατυπώσει την αξιολογική της κρίση επί της αιτήσεως του ανηλίκου.
26. Περαιτέρω, μια τέτοια προσέγγιση δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας ασύλου, καθόσον θα υποκαθιστούσε την αρμοδιότητα της Διοίκησης και θα οδηγούσε σε αποσπασματική αξιολόγηση.
27. Υπό τα δεδομένα αυτά, η παρούσα συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, παρά τις διευρυμένες εξουσίες του, ενδείκνυται να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, με την επιφύλαξη των ευρημάτων του αναφορικά με την αξιοπιστία των ισχυρισμών της Αιτήτριας 1, τα οποία δεσμεύουν τη διοίκηση σε μεταγενέστερη εξέταση της υπόθεσης. Συναφώς, οι Καθ’ ων η αίτηση οφείλουν να σπεύσουν με την ταχύτητα που αρμόζει στη σοβαρότητα της υπόθεσης και στον χρόνο που έχει ήδη παρέλθει από την υποβολή των αιτήσεων της Αιτήτριας 1 και του ανήλικου Αιτητή 2 της, προβαίνοντας στην άμεση εξέταση της αίτησης ασύλου του ανηλίκου και στην εκ νέου αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας 1, σύμφωνα με τα ανωτέρω ευρήματα του παρόντος Δικαστηρίου.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, με €1000 συν Φ.Π.Α. υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση.
Κ. Κ. ΚΛΕΑΝΘΟΥΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2]ΕUAA, Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis, Second edition, σ. 263-266
[3] Erin Gomez, The Post-ABC Situation of LGB Refugees in Europe, 30 Emory Int'l L. Rev. 475 (2016), σ. 496-49
https://scholarlycommons.law.emory.edu/eilr/vol30/iss3/4
[4] Law No. 2016/007 of July 12, 2016, relating to the Penal Code, Cameroon, WIPO Lex¨https://wipolex-res.wipo.int/edocs/lexdocs/laws/en/cm/cm014en.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[5] Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of the Congo: Treatment of individuals based on their sexual orientation, gender identity and expression, and/or sex characteristics (SOGIESC) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2020-February 2022), COD200957.E, 22 March 2022
https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458565&pls=1(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[6] Office of the Commissioner General for Refugees and Stateless Persons, Minorit?s sexuelles et de genre, 13 September 2024
https://www.cgrs.be/en/country-information/minorites-sexuelles-et-de-genre-1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[7] Oasis RD Congo, Alternative Report, Situation of LGBTQIA+ people in the Democratic Republic of the Congo (DRC), Submitted to the Human Rights Committee (HRC), 145th Session, January 2025, σ. 15-16
United Nations General Assembly, 14th Session, Geneva, 4-15 November 2024, Democratic Republic of the Congo: Compilation of information prepared by the Office of the United Nations High Commissioner for Human Rights, 29 August 2024, σ. 9
https://docs.un.org/en/A/HRC/WG.6/47/COD/2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[8] Democratic Republic of the Congo (DRC), 1940 (amended 2004), Code p?nal congolais https://www.wipo.int/wipolex/en/legislation/details/7510
[9] Immigration and Refugee Board of Canada (IRB), Democratic Republic of the Congo: Documents issued by the Congolese National Police (Police nationale congolaise, PNC), including wanted notices (avis de recherche), police reports and appearance notices (citations ? compara?tre); their appearance, their security features and the procedure for obtaining these documents; samples (2021 - March 2023) [COD201410.FE], 31 March 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2092757.html(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[10] U.S. Department of State, Democratic Republic of Congo (2023)
https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[11] U.S. Department of State, Democratic Republic of Congo (2023)
https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[12] U.S. Department of State, 2022 Country Reports on Human Rights Practices: Republic of the Congo- Section 6: Discrimination and societal abuse - Acts of violence, criminalization, and other abuses based on sexual orientation, gender identity or expression, or sex characteristics,
https://www.state.gov/reports/2022-country-reports-on-human-rights-practices/republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[13] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[14] Bertelsmann Stiftung, BTI 2026 Country Report - Cameroon, 2026, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2026_CMR.pdf
[15] USDOS, Country Reports on Human Rights Practices for 2022 - Cameroon, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/02/415610_CAMEROON-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , σελ. 45-46 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[16] 8HRW, Cameroon: Rising Violence Against LGBTI People, 11 May 2022, https://www.hrw.org/news/2022/05/11/cameroon-rising-violence-against-lgbti-people (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[17] Freedom House, Freedom in the World 2023 - Cameroon, 2023, https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2023; USDOS, Country Reports on Human Rights Practices for 2022 - Cameroon, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/02/415610_CAMEROON-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf, σελ. 45; Bertelsmann Stiftung, BTI 2022 Country Report – Cameroon, 23 February 2022, https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2022_CMR.pdf, σελ. 26 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20.06.2026)
[18] USDOS, Country Reports on Human Rights Practices for 2022 - Cameroon, 20 March 2023, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2023/02/415610_CAMEROON-2022-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , σελ. 45-46 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[19] France 24 Observers, Who we are, n.d, https://observers.france24.com/en/who-are-we (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[20] France 24 Observers, The fight against homophobia and transphobia in Cameroon, 7 April 2022, https://www.france24.com/en/tv-shows/the-observers-direct/20220407-the-fight-against-homophobia-and-transphobia-in-cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[21] EUAA, COI Query, Democratic Republic of Congo (DRC): Situation of LGBTIQ people; legislation and implementation; treatment by the state; treatment by society; availability of state protection; access to support services, Reference Period: September 2021 to 12 February 2024, Completion Date: 14 February 2024, σ. 8,
https://www.ecoi.net/en/file/local/2104697/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q14_Democratic_Republic_of_Congo_LGBTIQ.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
[22] Washington Blade, Congolese Law Maker Introduces Anti-Homosexuality Bill, 15.04.2024
https://www.washingtonblade.com/2024/04/15/congolese-lawmaker-introduces-anti-homosexuality-bill/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.06.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο