R.L. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1464/2025, 4/6/2026
print
Τίτλος:
R.L. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1464/2025, 4/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1464/2025

 

04 Ιουνίου, 2026

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    R.L. and her child S.M.M.

Αιτητές

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Ρ. Μαλεκκίδου (κα), Δικηγόροι για Αιτητές.

Ν. Νικολάου (κος) για Α. Φιλίππου (κος), Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Αιτήτρια Παρούσα

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 29/05/25 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη, παράνομη και στερούμενη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να της αναγνωρίζεται προσφυγικό καθεστώς ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 16/06/22, ακολούθως, στις 09/02/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, ακολούθησε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 01/04/25 και στις 30/04/25 ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας και έκδοση απόφασης επιστροφής στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η Αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της, υποστηρίζει ότι η απόφαση ελήφθη με πλάνη περί τα γεγονότα και/ή το νόμο, η διερεύνηση ήτο ελλιπής και/ή απόφαση πάσχει λόγω μη δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα και είναι αναιτιολόγητη και/ή είναι αποτέλεσμα κατάχρησης εξουσίας. 

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου της Αιτήτριας αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί.

 

Ανεξάρτητα, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας, πλάνης περί τα πράγματα και ανεπαρκούς αιτιολόγησης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»). 

 

Με βάση την αίτηση διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια πρόβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της διότι υπήρξε θύμα βιασμού από φίλο του πατέρα της, ο οποίος ήταν στρατιωτικός. Ισχυρίστηκε ότι, όταν τον κατήγγειλε για την πράξη του, εκείνος επέλεξε να την απειλήσει με θάνατο (ερυθρό 17 ΔΦ). Ως προς τις προσωπικές της πληροφορίες, ισχυρίστηκε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείσα στην Kinshasa, ότι είναι χριστιανή, άγαμη και ομιλεί τις γλώσσες Λινγκάλα και Γαλλικά. Ανέφερε ότι στην Κυπριακή Δημοκρατία απέκτησε ένα τέκνο, αγόρι, γεννηθέν στις 07/11/24, του οποίου πατέρας είναι αιτητής διεθνούς προστασίας, με τον οποίο συμβιώνει και επιθυμεί να συνάψει γάμο. Δήλωσε επίσης ότι ο σύντροφός της έχει δύο παιδιά στο Κονγκό και δεν είναι παντρεμένος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η ίδια έχει μία κόρη, γεννηθείσα στις 26/08/20, η οποία διαμένει στο Κονγκό με φίλο του πατέρα της, στην κοινότητα Kasavubu. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, ισχυρίστηκε ότι ολοκλήρωσε τριτοβάθμιες σπουδές στον τομέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών σε πανεπιστήμιο της Kinshasa το 2019, ενώ ως προς την επαγγελματική της κατάσταση δήλωσε ότι δεν εργάστηκε ποτέ (ερυθρά 61-77 ΔΦ). Αναφορικά με τους λόγους που την οδήγησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η φυγή της οφειλόταν στο ότι εγκατέλειψε το σπίτι του φίλου του πατέρα της P.D. με τον οποίο μεγάλωσε κι απέκτησε παιδί μαζί του, κι αυτός έκτοτε την αναζητεί. Συγκεκριμένα, εξήγησε ότι ο φίλος του πατέρα της με τον οποίο μεγάλωσε, άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά από την ηλικία των 17 ετών και όταν η ίδια έμεινε έγκυος, το 2020, αυτός της είπε να μην πεί τιποτε σε κανέναν ώστε να μην καταστρέψει τον γάμο του. Μάλιστα, την απείλησε ότι εάν μιλούσε θα την σκότωνε. Η ίδια για τον λόγο αυτό, δεν μίλησε στην σύζυγο του P.D. και είπε ότι έμεινε έγκυος από άλλο άτομο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν γέννησε, η ίδια συνέχισε να διαμένει στο σπίτι του. Ανέφερε ότι ο P.D. της ζητούσε επανειλημένα να έρθουν σε επαφή κι η ίδια φοβόταν μήπως μείνει ξανά έγκυος, αλλά επειδή αυτός επέμενε, η ίδια ενέδιδε. Η ίδια αργοτερα αποφάσισε να μιλήσει σε κάποιον φίλο του, με το όνομα P.L. και στην σύζυγό του, λέγοντάς τους ότι την πίεζε να κάνει έρωτα μαζί του αλλά δεν τους ανέφερε ότι το παιδί το οποίο απέκτησε είναι δικό του. Από τον 3ο/2022 όταν έφυγε από το σπίιτι διέμενε στο σπιτι του P.L. στην κοινότητα Kalamu, μέχρι να εγκαταλείψει τον 4ο χώρα καταγωγής της. Αργότερα, ο P.L. συναντήθηκε με τον P.D. κι όταν του μίλησε, ο P.D. αρνήθηκε ότι παρενοχλούσε την Αιτήτρια σεξουαλικά κι απείλησε ότι θα την σκοτώσει εάν καταστρέψει τον γάμο κι την φήμη του. Ανέφερε ότι ο Ρ.D. επισκεπτόταν το σπίτι στο οποίο αυτή διέμενε με τον P.L., αλλά με την ίδια δεν συναντήθηκαν ποτέ. Εξαιτίας, αυτού και επειδή η ίδια βρισκόταν σε κίνδυνο η οικογένεια του P.L. την βοήθησε τελικά να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της (ερυθρό 60-43 ΔΦ).

 

Από τις απαντήσεις της Αιτήτριας έγιναν αποδεκτά  το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και ο τόπος συνήθους διαμονής της (ερυθρό 174-175 ΔΦ), ωστόσο απορρίφθηκε ο ισχυρισμός της ότι αναζητείται από τον φίλο του πατέρα της, με τον οποίο μεγάλωσε και από τον οποίο απέκτησε παιδί. Ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της δεν ήταν επαρκώς αξιόπιστες, καθώς παρουσίαζαν αντιφάσεις, ασυνέπειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και ανεπαρκείς πληροφορίες ως προς ουσιώδεις πτυχές του αιτήματός της. Παρότι υποστήριξε ότι δεχόταν πίεση να έχει σεξουαλικές σχέσεις μαζί του και δεν επιθυμούσε να διαμένει μαζί του, όταν ερωτήθηκε αν είχε επιχειρήσει να εγκαταλείψει την οικία του πριν το 2022, δήλωσε ότι δεν είχε προσπαθήσει ποτέ να φύγει, ενώ σε άλλο σημείο ανέφερε ότι παρέμενε εκεί επειδή ο ίδιος τη βοηθούσε στις σπουδές της και δεν είχε άλλο μέρος να μεταβεί. Σημειώθηκε, ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί δεν αναζήτησε βοήθεια από πρόσωπα του περιβάλλοντός της. Ως δε προς την επικοινωνία με τον πατέρα ή τον αδελφό της, οι απαντήσεις της κρίθηκαν ελλιπείς και μη ευλογοφανείς, καθώς υποστήριξε ότι αναζητούσε τον πατέρα της μέσω κοινωνικών δικτύων, χωρίς να εξηγήσει επαρκώς γιατί δεν επιχείρησε να εξασφαλίσει τα στοιχεία επικοινωνίας του μέσω άλλων προσώπων του περιβάλλοντός της ή γιατί δεν προσπάθησε να εντοπίσει τον αδελφό της. Αντίφαση, επίσης, εντοπίστηκε στις δηλώσεις της αναφορικά με την αντίδραση του P.D. όταν πληροφορήθηκε την εγκυμοσύνη της. Συγκεκριμένα, σε ένα σημείο ανέφερε ότι εκείνος θύμωσε και της φώναζε επειδή είχε μείνει έγκυος, ενώ αργότερα υποστήριξε ότι ο ίδιος εξέφρασε χαρά για την εγκυμοσύνη, επειδή η σύζυγός του δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά. Ο λειτουργός έκρινε ότι οι δύο αυτές εκδοχές δεν ήταν συμβατές μεταξύ τους και πλήττουν την αξιοπιστία του ισχυρισμού της. Επιπλέον, διαπιστώθηκε αδυναμία της Αιτήτριας να παραθέσει σαφείς και συνεκτικές πληροφορίες ως προς κρίσιμα χρονικά στοιχεία της αφήγησής της ήτοι δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με σαφήνεια πότε ακριβώς εγκατέλειψε την οικία του P.D., παρείχε ασαφείς και μεταβαλλόμενες αναφορές ως προς τις ημερομηνίες, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με επάρκεια πότε ο P.D. επισκέφθηκε την οικία του P.L. αναζητώντας την, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές ως προς τον αριθμό των επισκέψεων και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αυτές έλαβαν χώρα. Παράλληλα, δήλωσε ότι από τη στιγμή που εγκατέλειψε την οικία του μέχρι και την αναχώρησή της από τη χώρα δεν συναντήθηκε ποτέ μαζί του ούτε εκείνος την προσέγγισε ή την εντόπισε προσωπικά. Υπό το πρίσμα αυτό, ο λειτουργός έκρινε ότι από τα λεγόμενά της δεν προέκυπτε ότι είχε υποστεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη μορφή δίωξης ή στοχοποίησης από τον P.D. κατά το εν λόγω διάστημα. Περαιτέρω, ασυνέπειες εντοπίστηκαν μεταξύ των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασία ασύλου καθότι, ενώ στην αίτησή της είχε αναφέρει ότι ο Papa Didier ήταν στρατιωτικός, κατά τη συνέντευξη δήλωσε αρχικά ότι δεν γνώριζε το επάγγελμά του και στη συνέχεια υποστήριξε ότι υπήρξε στρατιωτικός στο παρελθόν και ακολούθως επιχειρηματίας, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς τον χρόνο αποχώρησής του από τον στρατό. Επιπλέον, διαπιστώθηκαν αποκλίσεις και σε σύγκριση με τις δηλώσεις της κατά τον χρόνο διεξαγωγής της συνέντευξης ευαλωτότητας. Συγκεκριμένα, ως προς την ηλικία κατά την οποία έλαβαν χώρα οι πρώτες σεξουαλικές επαφές μαζί του, η Αιτήτρια στην συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε την ηλικία των 16 ετών, ενώ αργότερα την ηλικία των 17 ετών. Επίσης, ως προς το πολιτικό κόμμα στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, συμμετείχε ο πατέρας της, κατ΄ατην συνέντευξη ευαλωτότητας ανέφερε ότι ήταν το MLC, ενώ αργότερα δήλωσε πως δεν γνωρίζει (ερυθρό 171-174 ΔΦ).

 

Από την έκθεση/εισήγηση προκύπτει ότι η έρευνα του λειτουργού ήτο ενδελεχής και επεκτάθηκε σε όλα τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από την Αιτήτρια (Βλέπε Nicolaou v. Minister of Interior a.ο. (1974) 3 C.L.R. 189, Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 447, Χαράλαμπος Κύπρου Χωματένος ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. Αρ. 102/09, 14/03/13 και Logicom Public Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.α.,  Α.Ε. Αρ. 153/2009, ημερ.14/01/14).  Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου της, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων μόνο διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία επί αυτού του σημείου του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Στο αφήγημα της Αιτήτριας προκύπτουν δηλώσεις από τις οποίες έλειπαν βιωματικά στοιχεία, συνοχή και λεπτομέρεια που να τεκμηρίωναν προσωπική εμπλοκή και δίωξη. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια. (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ούτε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων ήταν ικανή να παράσχει ικανοποιητικές απαντήσεις[2] αλλά ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών).  Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν έπεισε για το υπαρκτό οιασδήποτε μορφής δίωξης (Άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025,(Ν.6(Ι)/2000) αλλά ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή, καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ως προς το εάν η περίπτωση της Αιτήτριας 1 εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (ερυθρά 161-158 ΔΦ) επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησής της ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ανευρέθηκε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ[3], ενώ από τη βάση δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project) προκύπτει ότι τα περιστατικά  ασφαλείας που αφορούν συνολικά την Κινσάσα παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με βία κατά αμάχων[4], έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μην μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών της περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[5]. Σημειώνεται, ότι ο λειτουργός κατά την εκτίμηση επιστροφής της Αιτήτριας και ανήλικου τέκνου της αποφάσισε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής τους θα αντιμετωπίσουν δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης – αξιολογώντας πλήρως τις συνθήκες βέλτιστου συμφέροντος του ανήλικου (ήτοι ασφάλεια, ευημερία, πρόσβαση εκπαίδευσης, σύστημα υγείας, ανάπτυξη, απόκτηση ιθαγένειας, οικονομική διαβίωση).  Ειδικότερα, αναφορικά με το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση των παραγόντων της ασφάλειας, της ευημερίας και της ανάπτυξής του, σύμφωνα με το Άρθρο 9ΚΕ(3)(β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Ως προς την ασφάλεια, διαπιστώθηκε ότι στην πόλη Kinshasa δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης σύρραξης ή γενικευμένης βίας και ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί πως η Αιτήτρια και το τέκνο της θα αντιμετώπιζαν κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης λόγω της γενικής κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή. Ως προς την ευημερία του παιδιού, ο λειτουργός έλαβε υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες, παρά τις προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται, λειτουργούν δομές εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, συμπεριλαμβανομένης της πόλης Kinshasa, παρέχοντας πρόσβαση σε βασικές εκπαιδευτικές και ιατρικές υπηρεσίες. Ως προς την ανάπτυξη του παιδιού, διαπιστώθηκε ότι η Αιτήτρια διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, συμπεριλαμβανομένου του αδελφού της και προσώπων με τα οποία διατηρούσε καλές σχέσεις στην Kinshasa, ενώ δύναται επίσης να αποταθεί σε οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στη στήριξη ευάλωτων ατόμων και ανύπαντρων μητέρων. Περαιτέρω, λήφθηκε υπόψη ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικη, δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, διαθέτει τριτοβάθμια εκπαίδευση και, ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει εργασία και να υποστηρίξει οικονομικά το τέκνο της. Υπό το φως των ανωτέρω, ο λειτουργός κατέληξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας και του τέκνου της στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, διασφαλίζεται το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού (ερυθρά 168-161 ΔΦ).

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.

[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[3]WarWatch, Geneva Academy of International Humanitarian Law and Human Rights, Armed Conflicts in Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/?tab=tab-1 , UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un_documents_type/security-council-resolutions/?ctype=Democratic%20Republic%20of%20the%20Congo&cbtype=democratic-republic-of-the-congo , 

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 15/05/26) στην περιφέρεια Kinshasa της Λ.Δ.Κ. (τόπος διαμονής της Αιτήτριας, σημειώθηκαν συνολικά 56 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 49 ανθρώπινες απώλειες. Σημειώνεται ακόμη ότι ο πληθυσμός της περιoχης της Kinshasa ανέρχεται στα 14,565,700 εκατομμύρια κατοίκους

[5] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο