ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 1493/2022
30 Ιουνίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.G.K.,
από την Ακτή Ελεφαντοστού
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτήτρια: Γ. Κωνσταντινίδου (κα) για Μ. Παπαλοίζου (κος)
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Χ. Καστάνας (κος)
Η Αιτήτρια παρούσα
[Διερμηνέας: Μέλπω Σταύρου, για διερμηνεία από την γαλλική στην ελληνική και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 13.09.2021 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των
γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Ακτής Ελεφαντοστού την οποία εγκατέλειψε στις 16.12.2019 και αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές περί τις 17.12.2019 κάνοντας χρήση του διαβατηρίου της. Ακολούθως, εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 20.01.2020. Στις 06.11.2020 και 22.03.2021 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις στην Αιτήτρια από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο («EUAA») (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος την 01.09.2021 υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 13.09.2021 την εισήγηση, αποφασίζοντας την επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της. Στις 27.09.2021, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια στις 11.03.2022. Η απόφαση αυτή αποτελεί το αντικείμενο της υπό εξέταση προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια μέσω του συνηγόρου της, προέβαλε στα πλαίσια του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους περιόρισε και εξειδίκευσε κατά την γραπτή της αγόρευση.
Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, προέβαλε ισχυρισμούς περί παραβίασης της ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ιδίως σε σχέση με τις διαδικασίες που διέπουν την πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων και την προστασία των θυμάτων αυτής.
Ειδικότερα, υποστήριξε ότι δεν διενεργήθηκε αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της, αλλά μόνο αξιολόγηση ειδικών αναγκών, στο πλαίσιο της οποίας καταγράφηκαν πληροφορίες σχετικά με την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, χωρίς, ωστόσο, να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στους ισχυρισμούς της περί κακοποίησης.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο αρμόδιος λειτουργός που διεξήγαγε τις προσωπικές της συνεντεύξεις, παρά τις αναφορές της σε σεξουαλική και σωματική κακοποίηση, καθώς και σε προβλήματα υγείας, παρέλειψε να προβεί στην απαιτούμενη από τον νόμο παραπομπή της στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Επιπρόσθετα, προέβαλε παραβίαση του δικαιώματός της σε προηγούμενη ακρόαση, καταλήγοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά πλάνη περί τα πράγματα και τον νόμο.
Είναι περαιτέρω η θέση της Αιτήτριας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται δέουσας έρευνας, και η ίδια εμπίπτει στην κατηγορία ευάλωτων προσώπων ως θύμα σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης, μονογονέας (μητέρα ενός τέκνου) με προβλήματα υγείας, και πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων. Ως εκ τούτου, εγείρεται θέμα παραβίασης διαδικαστικών εγγυήσεων εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι Καθ’ ων η αίτηση απέτυχαν να εξετάσουν επαρκώς τον πυρήνα και την ουσία του αιτήματός της, και η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης αιτιολογίας.
Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποστηρίζοντας ότι οι λόγοι ακύρωσης όπως προβάλλονται από την Αιτήτρια στην προσφυγή της είναι αόριστοι, ασαφείς, και δεν γίνεται υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στους έννομους κανόνες που κατ’ ισχυρισμόν παραβιάζονται, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Περαιτέρω προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας και/ή πλήρης έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος, καθώς δόθηκε στην Αιτήτρια η ευκαιρία και ο χρόνος για να απαντήσει στα ερωτήματα που της τέθηκαν και να αναφέρει οτιδήποτε επιθυμούσε προς υποστήριξη του αιτήματός της. Είναι η θέση των Καθ’ ων η αίτηση, ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, ούτε και να ανατρέψει το τεκμήριο της κανονικότητας. Η επίδικη απόφαση αποτελεί προϊόν ορθών, νόμιμων και καλόπιστων υπό τις περιστάσεις ενεργειών των Καθ’ ων η αίτηση.
Αναφορικά με τους λόγους ακυρώσεως αυτοί συνεξετάζονται ως αλληλένδετοι τόσο μεταξύ τους όσο και με την ουσία της υπόθεσης. Προς τον σκοπό εξέτασης αυτών, καταγραφής χρήζουν οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ως αυτοί προωθήθηκαν κατά την διοικητική διαδικασία:
Κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω των δυσχερών οικονομικών συνθηκών που αντιμετώπιζε. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ενώ φοιτούσε ακόμη στο σχολείο έμεινε έγκυος, γεγονός που οδήγησε τον θείο της να την εκδιώξει από την οικογενειακή οικία. Ως εκ τούτου, αναγκαζόταν να διαμένει περιστασιακά σε οικίες φίλων, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός προκειμένου να εξασφαλίζει τα προς το ζην και να φροντίζει τον ανήλικο γιο της. Όπως ανέφερε, κατάφερε να συγκεντρώσει ένα χρηματικό ποσό για να αναχωρήσει από τη χώρα της, ενώ κατά την άφιξή της την παρέλαβε πρόσωπο το οποίο είχε προηγουμένως γνωρίσει μέσω διαδικτύου (βλ. ερυθρό 3 και μετάφραση αυτού στο ερυθρό 108 του διοικητικού φακέλου).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, ημερομηνίας 06.11.2020, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος της Ακτής Ελεφαντοστού, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την περιοχή Abobo, μία από τις αστικές κοινότητες της πρωτεύουσας Abidjan. Είναι Χριστιανή Ευαγγελίστρια στο θρήσκευμα και ομιλεί Γαλλικά και Baoule, καθώς Baoule είναι και η εθνικότητά της. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο δήλωσε ότι σταμάτησε στο τρίτο έτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Αναφορικά με το επάγγελμά της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της ημέρας πωλούσε τρόφιμα, ενώ τα βράδια εργαζόταν στους δρόμους ως ιερόδουλη. Σχετικά με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε άγαμη και μητέρα ενός υιού ο οποίος διαμένει στην Ακτή Ελεφαντοστού με φιλικό της πρόσωπο. Ως προς την πατρική της οικογένεια, ανέφερε ότι οι γονείς της εξακολουθούν να διαμένουν στην Ακτή Ελεφαντοστού στο χωριό Diabo, αναφέροντας ότι διατηρεί επικοινωνία τόσο με τον γιο της όσο και με τους γονείς της (βλ. ερυθρά 27, 31-34, 36 δ.φ.).
Ως προς το ιστορικό του ταξιδιού της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αφίχθηκε στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές στις 17.12.2019. Το άτομο το οποίο επρόκειτο να την παραλάβει από το αεροδρόμιο δεν εμφανίστηκε, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να αναζητήσει διαμονή σε ξενοδοχείο όπου και παρέμεινε για δύο εβδομάδες. Στη συνέχεια η Αιτήτρια εγκατέλειψε το ξενοδοχείο λόγω έλλειψης χρημάτων, και προσέγγισε έναν Αφρικανό άντρα τον οποίο γνώρισε στο δρόμο, του εξήγησε την κατάστασή της και αυτός προσφέρθηκε να την φιλοξενήσει με αντάλλαγμα σεξουαλική σχέση. Μετά από μία εβδομάδα όμως, εκείνος προσπάθησε να την εξωθήσει στην πορνεία και σε ομαδικό σεξ με φίλους επί πληρωμή, με την ίδια να αρνείται. Ένα πρωινό, 3-4 άτομα πήγαν στο σπίτι και την κρατούσαν έγκλειστη. Κατάφερε να αποδράσει φωνάζοντας για βοήθεια, όταν ένας γείτονας, αλλά και συνεργός του Αφρικανού άντρα, την άκουσε και άνοιξε την πόρτα, επιτρέποντάς της να διαφύγει προς ένα πάρκο. Στη συνέχεια ένας άγνωστος άντρας, τον οποίο γνώρισε στον δρόμο, την βοήθησε χωρίς αντάλλαγμα να εισέλθει παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές (βλ. ερυθρά 27- 31 δ.φ).
Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός της και κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι τα προβλήματά της ξεκίνησαν το 2002, όταν, κατά τη διάρκεια πραξικοπήματος στη χώρα καταγωγής της, καταστράφηκε η οικογενειακή τους κατοικία και η αδελφή της έχασε τη ζωή της. Όπως ανέφερε, η ίδια και οι γονείς της, οι οποίοι αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας, αναγκάστηκαν να αναζητήσουν καταφύγιο στην οικία του θείου της. Το 2003 οι γονείς της επέστρεψαν στο χωριό τους, ενώ η ίδια παρέμεινε στην οικία του θείου της προκειμένου να συνεχίσει τη φοίτησή της στο σχολείο.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, το 2005, σε ηλικία δεκαέξι ετών, άρχισε να υφίσταται κατ’ εξακολούθηση σεξουαλική και σωματική κακοποίηση από τον θείο της, ο οποίος, όπως υποστήριξε, ήταν έμπορος ναρκωτικών και την κακοποιούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Ένα μήνα αργότερα διαπίστωσε ότι ήταν έγκυος και αναζήτησε τη βοήθεια φίλων της προκειμένου να τερματίσει την εγκυμοσύνη. Κατά τους ισχυρισμούς της, οι φίλοι της την παρότρυναν να ενημερώσει τον θείο της, πλην όμως η ίδια, φοβούμενη την αντίδρασή του, αποκάλυψε την κακοποίηση που δεχόταν σε νεαρό άνδρα της γειτονιάς, χωρίς να του αναφέρει την εγκυμοσύνη της. Όπως ανέφερε, ο τελευταίος προσφέρθηκε να τη βοηθήσει ζητώντας ανταλλάγματα, με αποτέλεσμα να υποστεί εκ νέου κακοποίηση από το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Ακολούθως, κατόπιν παρότρυνσης των φίλων της, γνωστοποίησε στον θείο της την εγκυμοσύνη της. Η αντίδρασή του, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ήταν βίαιη, ενώ της χορήγησε χάπια με σκοπό τη διακοπή της κύησης. Η Αιτήτρια υποστήριξε ότι αρνήθηκε να τα λάβει λόγω φόβου, με αποτέλεσμα ο θείος της να τη χτυπήσει και να επιχειρήσει να της τα χορηγήσει διά της βίας. Η ίδια ισχυρίστηκε ότι αργότερα κατάφερε να τα αποβάλει στο μπάνιο. Την επόμενη ημέρα εγκατέλειψε την οικία του θείου της και αναζήτησε καταφύγιο στον προαναφερθέντα νεαρό άνδρα, στον οποίο αποκάλυψε την εγκυμοσύνη της, ισχυριζόμενη ότι το παιδί ήταν δικό του. Ο τελευταίος, κατά τους ισχυρισμούς της, αρνήθηκε την πατρότητα και την απομάκρυνε από την οικία του, με αποτέλεσμα να επιστρέψει στον θείο της.
Η Αιτήτρια δήλωσε περαιτέρω ότι, μετά την επιστροφή της, δέχθηκε εκ νέου σωματική επίθεση από τον θείο της, γεγονός που την οδήγησε να εγκαταλείψει και πάλι την οικία του και να φιλοξενηθεί από φιλικό της πρόσωπο. Όπως υποστήριξε, κατά την περίοδο από το 2006 έως το 2018 ζούσε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, καθώς ο θείος της είχε μετακινηθεί σε άλλη πόλη λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων. Κατά το διάστημα αυτό εργαζόταν κατά τη διάρκεια της ημέρας πωλώντας φαγητό, ενώ τα βράδια εργαζόταν ως ιερόδουλη προκειμένου να συντηρεί και να ανατρέφει τον γιο της.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι το 2018 συνάντησε τυχαία τον θείο της στον δρόμο. Παρά την προσπάθειά της να τον αποφύγει, εκείνος την προσέγγισε και η ίδια τον ενημέρωσε για την ύπαρξη του παιδιού της, καθώς και για την πρόθεσή της να αποκαλύψει στη σύζυγό του και στους γονείς της ότι αυτός ήταν ο πατέρας του τέκνου της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο θείος της αντέδρασε απειλώντας ότι θα σκοτώσει τόσο την ίδια όσο και το παιδί της. Η Αιτήτρια υποστήριξε επίσης ότι δεν μπορούσε να απευθυνθεί στις αστυνομικές αρχές, καθώς ο θείος της ήταν έμπορος ναρκωτικών και διέθετε επιρροή.
Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, όταν ο θείος της πληροφορήθηκε ότι εργαζόταν ως ιερόδουλη, έστειλε άτομα να την παρακολουθούν με σκοπό να εντοπίσουν τον γιο της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ενημέρωσε διαδικτυακό της γνωστό για την κατάστασή της, ο οποίος προσφέρθηκε να τη βοηθήσει έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Καθότι δεν διέθετε το απαιτούμενο ποσό, προέβη, κατά τους ισχυρισμούς της, σε κλοπή εις βάρος της γυναίκας για την οποία εργαζόταν, προκειμένου να χρηματοδοτήσει το ταξίδι της, αφήνοντας τον γιο της υπό τη φροντίδα φιλικού της προσώπου (βλ. ερυθρά 24-26 του διοικητικού φακέλου).
Σε διευκρινιστικά ερωτήματα που της τέθηκαν, η Αιτήτρια επανέλαβε την ενασχόληση του θείου της με το εμπόριο ναρκωτικών, τη διασύνδεση του με πρόσωπα της κυβέρνησης, και την αδυναμία της να διασφαλίσει προστασία στη χώρα της λόγω αυτού (βλ. ερυθρό 62/7Χ δ.φ.). Ερωτηθείσα αν ο θείος της κατάφερε τελικά να εντοπίσει τον γιο της, η ίδια απάντησε αρνητικά αναφέροντας ότι δεν τον είδε ποτέ και δεν γνωρίζει ποιος είναι (βλ. ερυθρό 62/8Χ δ.φ.).
Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας της, η Αιτήτρια δήλωσε κατά τη διάρκεια της πρώτης συνέντευξης ημερομηνίας 06.11.2020, ότι υποφέρει από πόνους στο στήθος και την πλάτη, ενώ περαιτέρω αιτήθηκε ψυχολογική στήριξη (βλ. ερυθρό 32 δ.φ.). Κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνέντευξης ημερομηνίας 22.03.2021, ερωτηθείσα σχετικά με την κατάσταση της υγείας της, αναφέρθηκε σε προβλήματα στην κοιλιά, σε επίσκεψη της σε κλινική, και σε διάγνωση που αφορά ινομυώματα (fibroma), πρόβλημα το οποίο χρήζει παρακολούθησης και θεραπείας, την οποία ωστόσο δεν μπορεί να ακολουθήσει λόγω υψηλού οικονομικού κόστους (βλ. ερυθρό 63 δ.φ.). Επιπρόσθετα, ερωτηθείσα αν διευθέτησε ψυχολογική υποστήριξη, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά προβάλλοντας ότι της λέχθηκε η ανάγκη για διευθέτηση ραντεβού (βλ. ερυθρό 63 δ.φ.).
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, ο Λειτουργός σχημάτισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα και χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ο δεύτερος αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον θείο της, και ο τρίτος αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε από τον θείο της και τους έμπιστούς του (his men).
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός στο σύνολο του. Ομοίως, αποδεκτός έγινε και ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας. Ειδικότερα, οι δηλώσεις της, αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον θείο της κρίθηκαν επαρκείς και σαφείς, ενώ παράλληλα κρίθηκε ότι βρίσκονται σε συνάρτηση με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της (βλ. ερυθρά 78-76 δ.φ.).
Ωστόσο, ο τρίτος ισχυρισμός, ο οποίος αφορά τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε από τον θείο της και πρόσωπα που ενεργούσαν κατ’ εντολή του, δεν έγινε αποδεκτός από τη διοίκηση. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε ουσιώδη χρονική αντίφαση, καθότι αρχικώς ανέφερε ότι συνάντησε εκ νέου τον θείο της το 2018, ενώ ακολούθως υποστήριξε ότι η συνάντηση αυτή έλαβε χώρα στις αρχές του 2019.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι οι εξηγήσεις που παρείχε αναφορικά με την παράλειψή της να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της δεν ήταν επαρκώς τεκμηριωμένες, αλλά στηρίζονταν κυρίως σε προσωπικές υποθέσεις και εικασίες ως προς την επιρροή που φέρεται να διέθετε ο θείος της λόγω της ενασχόλησής του με το εμπόριο ναρκωτικών. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί ισχυρισμοί της δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι (βλ. ερυθρά 75-76 του διοικητικού φακέλου).
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός έκρινε ότι λόγω της προσωπικής φύσεως του συγκεκριμένου ισχυρισμού, οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν δύναται να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Εν συνεχεία, ο Λειτουργός προχώρησε στην αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει των δύο πρώτων ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί. Σε σχέση με τον πρώτο ισχυρισμό, παρατέθηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα και ειδικότερα στην περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καταλήγοντας πως δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στην πόλη Abidjan της Ακτής Ελεφαντοστού.
Σε σχέση με τον δεύτερο αποδεκτό ισχυρισμό της, που αφορά την σεξουαλική κακοποίηση της από τον θείο της, επισημάνθηκε η αδυναμία της να στοιχειοθετήσει μελλοντικό κίνδυνο, ενώ παράλληλα λήφθηκε υπόψη και το γεγονός ότι ο γιος της (που αποτελεί και ο ίδιος στόχος του θείου της) εξακολουθεί να βρίσκεται στην Abidjan. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια επιστρέψει στον τόπο συνήθους διαμονής, στη χώρα καταγωγής της, ήτοι στην Abidjan της Ακτής Ελεφαντοστού, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω της παρελθοντικής σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη από τον θείο της.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του ιδίου νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στην Ακτή Ελεφαντοστού δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, εφόσον η χώρα καταγωγής της δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Έχοντας παραθέσει το πιο πάνω ιστορικό, θεωρώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά προτεραιότητα τον λόγο ακυρώσεως που αφορά στην παραβίαση των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων οι οποίες προβλέπονται για ευάλωτα πρόσωπα, αιτητές διεθνούς προστασίας, και, συνακόλουθα, την αξιολόγηση ευαλωτότητας και παραπομπής της στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες ως θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων. Ο λόγος αυτός προηγείται της εξέτασης των λοιπών ισχυρισμών, καθότι άπτεται της ίδιας της νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας μέσω της οποίας συλλέχθηκαν, καταγράφηκαν και αξιολογήθηκαν τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης. Εάν διαπιστωθεί ότι η Αιτήτρια δεν έτυχε των διαδικαστικών εγγυήσεων που ο νόμος επιφυλάσσει σε ευάλωτα πρόσωπα, η παράλειψη αυτή επηρεάζει αναπόφευκτα την αξιοπιστία και την πληρότητα της διαδικασίας επί της οποίας εδράζεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
Ενόψει της φύσεως των προβαλλόμενων ισχυρισμών και των στοιχείων που προέκυπταν από τον διοικητικό φάκελο, το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας προσφυγής, να ζητήσει από τους Καθ’ ων η αίτηση να τοποθετηθούν ειδικώς επί του ζητήματος της ευαλωτότητας της Αιτήτριας κατά τη διοικητική διαδικασία. Ειδικότερα, ζητήθηκε να διευκρινισθεί κατά πόσον είχε διενεργηθεί αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της, κατά πόσον είχαν εξετασθεί οι ενδεχόμενες ειδικές ανάγκες υποδοχής και διαδικαστικές εγγυήσεις που τυχόν απαιτούσε, καθώς και κατά πόσον είχε εξετασθεί το ενδεχόμενο παραπομπής της στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες ως θύμα σεξουαλικής βίας ή πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων.
Σε απάντηση των πιο πάνω ερωτημάτων, οι Καθ’ ων η αίτηση, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12.01.2026, το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 κατά την δικάσιμο της 2ας Φεβρουαρίου 2026, ανέφεραν ότι κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης είχε συμπληρωθεί το έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών αιτητή διεθνούς προστασίας και ότι, βάσει των πληροφοριών που είχαν τότε τεθεί ενώπιόν τους, η Αιτήτρια δεν είχε κριθεί ως ευάλωτο πρόσωπο. Περαιτέρω, υποστήριξαν ότι κατά τις προσωπικές συνεντεύξεις της είχαν τεθεί ερωτήματα αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της και ότι εξετάσθηκε το ενδεχόμενο να αποτελεί θύμα εμπορίας προσώπων, χωρίς ωστόσο να προκύψουν, κατά την κρίση της Διοίκησης, επαρκείς ενδείξεις που να δικαιολογούν την ενεργοποίηση των προβλεπόμενων μηχανισμών παραπομπής.
Εντούτοις, στην ίδια τοποθέτηση οι Καθ’ ων η αίτηση αναγνώρισαν ότι, εφόσον η Υπηρεσία Ασύλου είχε αποδεχθεί ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι υπήρξε θύμα βιασμού στη χώρα καταγωγής της, θα έπρεπε να της είχαν παρασχεθεί η κατάλληλη υποστήριξη και οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από τον νόμο. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, καταγράφονται τα ακόλουθα (-έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Ωστόσο, όντως προκύπτει από την εισήγηση, και αφού η Υπηρεσία Ασύλου έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι ήταν θύμα βιασμού στη χώρα καταγωγής της, θα έπρεπε να της παρασχεθεί η κατάλληλη υποστήριξη και διαδικαστικές εγγυήσεις που προνοούνται από τον Νόμο.
Με βάση τα πιο πάνω, είναι η πρότασή μας όπως, για αποφυγή άσκοπης ταλαιπωρίας της αιτήτριας, και προς εξοικονόμηση πολύτιμου χρόνου, τόσο της αιτήτριας, όσο και των αρχών, όπως η υπόθεση οριστεί για μελέτη, ούτως ώστε η Υπηρεσία Ασύλου να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες και στα αναγκαία διαβήματα, τα οποία το δικαστήριο θεωρεί σκόπιμα.
Η Υπηρεσία Ασύλου δεσμεύεται όπως παραπέμψει την αιτήτρια σε ιατρική/ψυχολογική αξιολόγηση και στήριξη στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον και η ίδια το επιθυμεί, και όπως αξιολογηθούν οι ανάγκες της από την ΥΠΑΣ, ως ευάλωτο πρόσωπο. Επίσης η αιτήτρια θα παραπεμφθεί στο Αρμόδιο Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων με σκοπό να διερευνηθεί αν η Αιτήτρια εντάσσεται στα θύματα εμπορίας προσώπων ή όχι, εάν το Δικαστήριο το θεωρεί σκόπιμο και ορθό.
Όταν προβούμε στα πιο πάνω, και όταν οι πιο πάνω υπηρεσίες επανέλθουν με τα δικά τους πορίσματα, τα οποία θα κοινοποιηθούν στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο θα έχει μια πιο πλήρη εικόνα προκειμένου να καταλήξει σε απόφαση. Θεωρούμε ότι η εν λόγω διαδικασία αποτελεί τη λιγότερο επαχθή λύση για την αιτήτρια, καθότι αποφεύγεται η εμπλοκή της σε πρόσθετα διοικητικά στάδια, όπως η εκ νέου εξέταση της αίτησής της και η υποβολή της σε νέες, εκτενείς συνεντεύξεις ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, διαδικασίες που θα συνεπάγονταν περαιτέρω καθυστέρηση και ενδεχομένως πρόσθετη ψυχολογική επιβάρυνση για την ίδια. Τονίζεται ότι η διαδικασία παραπομπής σε άλλες υπηρεσίες είναι μια ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία, καθώς εμπλέκονται και άλλες υπηρεσίες του Κράτους οι οποίες είναι επίσης επιφορτισμένες με μεγάλο φόρτο εργασίας και δεν είναι στο χέρι της Υπηρεσίας Ασύλου το διάστημα εντός του οποίου οι Υπηρεσίες αυτές θα επανέλθουν. Επομένως, και επιπρόσθετα των όσων αναφέρω πιο πάνω, εάν οι παραπομπές γίνουν μεσούσης της προσφυγής, εξοικονομείται χρόνος και άσκοπη ταλαιπωρία όλων των μερών σε περίπτωση που τα πορίσματα των πιο πάνω υπηρεσιών δεν διαφοροποιούν τα δεδομένα και τις ανάγκες χορήγησης διεθνούς προστασίας της εν λόγω αιτήτριας. Σε περίπτωση που τα πορίσματα των πιο πάνω αρχών διαφοροποιούν τα δεδομένα και τις ανάγκες χορήγησης διεθνούς προστασίας, η Υπηρεσία Ασύλου επιφυλάσσεται και δεσμεύεται όπως προβεί σε ανάκληση της απόφασής της, και επανεξέταση με βάση τα διαφοροποιημένα δεδομένα που θα έχει ενώπιόν της. Στο μεταξύ η αιτήτρια θα έχει πρόσβαση στις διαδικαστικές εγγυήσεις που δικαιούται ως ευάλωτο άτομο.
Η πιο πάνω λύση επίσης ευθυγραμμίζεται και με την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ v. M. A. L., Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025, 18/12/2025, στην οποία το Εφετείο επιβεβαιώνει την δυνατότητα του Δικαστηρίου, μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να προβεί σε πράξεις που παρέλειψε να προβεί, και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα πορίσματά της».
Η πιο πάνω τοποθέτηση των Καθ’ ων η αίτηση δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να καθορίσει την έκβαση του υπό εξέταση λόγου ακυρώσεως. Ασφαλώς, η παραδοχή ότι, μετά την αποδοχή του ισχυρισμού της Αιτήτριας περί βιασμού, θα έπρεπε να της είχαν παρασχεθεί η κατάλληλη υποστήριξη και οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται από τον Νόμο, αποτελεί στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει. Πλην όμως, το παρόν Δικαστήριο, ως Δικαστήριο ουσίας, δεν περιορίζεται στην καταγραφή ή αποδοχή των θέσεων των διαδίκων, αλλά οφείλει να εξετάσει αυτοτελώς και εφ’ όλης της ύλης τα πραγματικά και νομικά δεδομένα της υπόθεσης και να καταλήξει στη δική του κρίση αναφορικά με το κατά πόσον, υπό το φως του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου και των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, υφίσταντο πράγματι ενδείξεις οι οποίες ενεργοποιούσαν τις υποχρεώσεις της Διοίκησης ως προς την αξιολόγηση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας, την παροχή ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και την παραπομπή της στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Περαιτέρω, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι, ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται τη διενέργεια των πιο πάνω ενεργειών μεσούσης της παρούσας διαδικασίας, αναγνωρίζουν ταυτόχρονα ότι η διαδικασία παραπομπής σε άλλες υπηρεσίες αποτελεί, κατά τα λεγόμενά τους, «ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία», η ολοκλήρωση της οποίας εξαρτάται από τρίτες κρατικές υπηρεσίες και δεν τελεί υπό τον έλεγχό τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και ανεξαρτήτως του εύρους της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο υποχρεούται να διατηρεί επ’ αόριστον μία δικαστική διαδικασία σε εκκρεμότητα μέχρι να ολοκληρωθούν διοικητικές ενέργειες που, κατά τους ίδιους τους Καθ’ ων η αίτηση, όφειλαν να είχαν εξετασθεί σε προγενέστερο στάδιο.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσον, από τα στοιχεία που ήδη βρίσκονται ενώπιόν του, προκύπτει ότι η Αιτήτρια έπρεπε να είχε τύχει των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και μηχανισμών προστασίας που προβλέπει το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για τα ευάλωτα πρόσωπα.
Από τη συνολική ανάγνωση των πρακτικών των προσωπικών συνεντεύξεων, της Έκθεσης/Εισήγησης του Λειτουργού και του λοιπού περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, προκύπτει ότι ήδη κατά το διοικητικό στάδιο υπήρχαν πολλαπλές και σαφείς ενδείξεις ότι η Αιτήτρια ενδεχομένως αποτελούσε πρόσωπο με ειδικές διαδικαστικές ανάγκες.
Καταρχάς, η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε ως αξιόπιστο τον ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι, ενώ ήταν ανήλικη, υπέστη κατ’ εξακολούθηση σεξουαλική κακοποίηση και βιασμό από τον θείο της, συνεπεία των οποίων απέκτησε τέκνο. Η αποδοχή του ισχυρισμού αυτού δεν αποτελούσε απλώς στοιχείο του πραγματικού υπόβαθρου της αίτησής της, αλλά γεγονός ικανό να ενεργοποιήσει την υποχρέωση των αρμοδίων αρχών να εξετάσουν κατά πόσον η Αιτήτρια εμπίπτει στην κατηγορία των ευάλωτων προσώπων και χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια και των δύο προσωπικών της συνεντεύξεων, η Αιτήτρια προέβαλε επανειλημμένα ζητήματα σωματικής και ψυχικής υγείας. Ειδικότερα, ανέφερε πόνους στο στήθος και στην πλάτη, αϋπνία, δυσκολίες πρόσβασης σε ιατρική φροντίδα, καθώς και ότι είχε ζητήσει να δει ψυχολόγο χωρίς να καταστεί δυνατή η παροχή σχετικής στήριξης (βλ. ερυθρό 32 δ.φ.). Παράλληλα, περιέγραψε έντονη ψυχολογική επιβάρυνση λόγω του αποχωρισμού από τον ανήλικο γιο της, η οποία επηρέαζε τον ύπνο και τη συναισθηματική της κατάσταση, ενώ κατά τη διάρκεια της πρώτης συνέντευξης ο ίδιος ο Λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια έκλαιγε όταν αναφερόταν στο παιδί της (βλ. ερυθρό 46 δ.φ.).
Τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν ότι η ψυχική κατάσταση της Αιτήτριας δεν προέκυψε μεταγενέστερα κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία αλλά, αντιθέτως, είχε τεθεί ρητώς ενώπιον του Λειτουργού κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, σε συνδυασμό με ιστορικό σοβαρής σεξουαλικής κακοποίησης, αποχωρισμό από ανήλικο τέκνο και έντονη συναισθηματική κατάρρευση.
Κατά τη δεύτερη συνέντευξη, η εικόνα αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω. Η Αιτήτρια ανέφερε σοβαρά γυναικολογικά προβλήματα, έντονη αιμορραγία, διάγνωση περί ινομυώματος, αδυναμία κάλυψης του κόστους της αναγκαίας θεραπείας και συνεχιζόμενη αδυναμία πρόσβασης σε ψυχολογική υποστήριξη (βλ. ερυθρά 60-63 δ.φ.). Μάλιστα, κατά το πέρας της συνέντευξης επανήλθε αυθόρμητα στο ζήτημα της υγείας της, ζητώντας βοήθεια για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε και εκφράζοντας φόβο για τις συνέπειες που αυτό θα μπορούσε να έχει στην υγεία και τη δυνατότητά της να αποκτήσει παιδιά.
Παρά τα πιο πάνω, δεν προκύπτει ότι ενεργοποιήθηκε οποιοσδήποτε μηχανισμός αξιολόγησης της ευαλωτότητάς της ή ότι πραγματοποιήθηκε παραπομπή της σε αρμόδιες υπηρεσίες για ιατρική, ψυχολογική ή άλλη εξειδικευμένη αξιολόγηση. Αντιθέτως, ο Λειτουργός περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί ύπαρξης Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που ενδεχομένως θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε συγκεκριμένη ενέργεια ή θεσμική παραπομπή εκ μέρους της Υπηρεσίας.
Εξίσου σημαντικό είναι ότι από το αφήγημα της Αιτήτριας προέκυπταν και στοιχεία που, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, μπορούσαν να εγείρουν ζήτημα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή πιθανής εμπορίας προσώπων. Η ίδια ανέφερε ότι, μετά την άφιξή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, έλαβε στέγη από άνδρα με αντάλλαγμα σεξουαλική σχέση και ότι στη συνέχεια επιχειρήθηκε η σεξουαλική της εκμετάλλευση μέσω τρίτων προσώπων, ενώ ισχυρίστηκε ότι κρατήθηκε εντός οικίας μέχρι να καταφέρει να διαφύγει. Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων ο Λειτουργός υπέβαλε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με την εργασία της ως ιερόδουλης στην Ακτή Ελεφαντοστού, διερευνώντας μεταξύ άλλων τον τρόπο άσκησης της δραστηριότητας αυτής, την ύπαρξη τυχόν διαχειριστή και τον τρόπο διαχείρισης των εισοδημάτων της. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η Υπηρεσία είχε αντιληφθεί πως το ιστορικό της Αιτήτριας άγγιζε ζητήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και είχε ήδη στρέψει τη διερεύνησή της προς την κατεύθυνση αυτή. Παρά ταύτα, δεν προκύπτει ότι ακολούθησε οποιαδήποτε παραπομπή ή εξειδικευμένη αξιολόγηση από τα αρμόδια όργανα, ούτε ότι εξετάστηκε θεσμικά το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να αποτελεί πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων ή άλλης μορφής σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι οι ενδείξεις ευαλωτότητας της Αιτήτριας ήταν όχι μόνο υπαρκτές αλλά και επανειλημμένα καταγεγραμμένες κατά τη διοικητική διαδικασία. Παρά ταύτα, από τον διοικητικό φάκελο δεν προκύπτει ότι διενεργήθηκε ουσιαστική και εξατομικευμένη αξιολόγηση των ειδικών αναγκών της ή ότι εξετάστηκε η ανάγκη παροχής ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και παραπομπής της στις αρμόδιες υπηρεσίες, παρά το περιεχόμενο των δηλώσεών της και παρά το γεγονός ότι ο πυρήνας του ισχυρισμού της περί σεξουαλικής κακοποίησης είχε γίνει αποδεκτός από την ίδια τη Διοίκηση.
Πέραν των ανωτέρω, παρατηρώ ότι οι αναφορές της Αιτήτριας περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης και ενδεχόμενης εμπορίας προσώπων δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προσήκουσας, εξειδικευμένης και συνεπούς διερεύνησης, ούτε κατά το στάδιο της συνέντευξης, ούτε κατά τη σύνταξη της εισηγητικής έκθεσης, ούτε κατά τη λήψη της απορριπτικής απόφασης. Το ζήτημα είναι ουσιώδες, διότι η ύπαρξη εύλογων ενδείξεων πιθανής θυματοποίησης ενεργοποιεί ειδικές διαδικαστικές υποχρεώσεις και επηρεάζει άμεσα τόσο τον τρόπο διεξαγωγής της συνέντευξης όσο και τα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται η αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή.
Τούτο καθίσταται ακόμη σημαντικότερο αν ληφθεί υπόψη ότι τα θύματα βιασμού ή άλλων σοβαρών μορφών σεξουαλικής βίας, καθώς και τα πιθανά θύματα εμπορίας προσώπων ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης, εμπίπτουν στον πυρήνα της κατηγορίας των ευάλωτων προσώπων κατά το άρθρο 9ΚΓ του περί Προσφύγων Νόμου. Η ιδιότητα αυτή συνεπάγεται εκ του νόμου υποχρέωση αξιολόγησης ειδικών αναγκών υποδοχής και ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 9ΚΔ και 10Α του ίδιου Νόμου.
Ειδικότερα, από την εξέταση του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι, πριν από τη διεξαγωγή της πρώτης προσωπικής συνέντευξης, συμπληρώθηκε το έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών αιτητή διεθνούς προστασίας (βλ. ερυθρά 7-8 δ.φ.). Ωστόσο, παρά το ότι το έντυπο περιλαμβάνει ειδικές κατηγορίες που αφορούν πρόσωπα τα οποία ενδέχεται να έχουν υποστεί βιασμό, σοβαρές μορφές σωματικής ή σεξουαλικής βίας ή να αποτελούν πιθανά θύματα εμπορίας προσώπων, δεν καταγράφεται οποιαδήποτε σχετική ένδειξη. Ομοίως, στο μέρος του εντύπου όπου προβλέπεται η καταγραφή ενεργειών, παραπομπών ή μέτρων στήριξης σε περίπτωση εντοπισμού ειδικών αναγκών, δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε ενέργεια.
Η απλή συμπλήρωση του εν λόγω εντύπου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με ουσιαστική αξιολόγηση ευαλωτότητας. Πρόκειται για αρχική καταγραφή πληροφοριών κατά την πρώτη επαφή του αιτητή με την Υπηρεσία Ασύλου και όχι για εξατομικευμένη εκτίμηση των ειδικών αναγκών του. Η δε υποχρέωση των αρμοδίων αρχών δεν εξαντλείται στην αρχική αυτή καταγραφή. Αντιθέτως, η αξιολόγηση της ευαλωτότητας και των ειδικών διαδικαστικών αναγκών αποτελεί δυναμική διαδικασία, η οποία οφείλει να ενεργοποιείται και να επανεκτιμάται κάθε φορά που προκύπτουν νέα στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ότι ο αιτητής ενδέχεται να χρήζει ειδικής στήριξης.
Στην παρούσα υπόθεση, τέτοια στοιχεία προέκυψαν κατ’ επανάληψη κατά τη διάρκεια των προσωπικών συνεντεύξεων της Αιτήτριας. Παρά τις αναφορές της σε βιασμό, σωματική κακοποίηση, ψυχική επιβάρυνση, αδυναμία πρόσβασης σε ψυχολογική υποστήριξη, σοβαρά γυναικολογικά προβλήματα και περιστατικά που μπορούσαν να εγείρουν ζήτημα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή εμπορίας προσώπων, δεν προκύπτει ότι διενεργήθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της ή ότι εξετάστηκε η ανάγκη παροχής συγκεκριμένων διαδικαστικών εγγυήσεων. Ούτε προκύπτει ότι ενεργοποιήθηκαν οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί παραπομπής προς τις αρμόδιες υπηρεσίες για ιατρική, ψυχολογική ή άλλη εξειδικευμένη αξιολόγηση και στήριξη. Αντιθέτως, οι συνεντεύξεις ολοκληρώθηκαν χωρίς να φαίνεται η συμμετοχή ψυχολόγου, κοινωνικού λειτουργού ή άλλου ειδικού προσώπου υποστήριξης, ενώ ο κωδικός CY061 που καταγράφεται στο σχετικό πεδίο της πρώτης συνέντευξης αφορά δεύτερο διερμηνέα και όχι πρόσωπο παροχής εξειδικευμένης υποστήριξης.
Ως εκ των ανωτέρω, είναι η κατάληξή μου ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν προέβη σε νόμιμη, πλήρη και εξατομικευμένη αξιολόγηση της ευαλωτότητας και των ειδικών αναγκών της Αιτήτριας, ούτε διασφάλισε την εφαρμογή των υποστηρικτικών μέτρων και διαδικαστικών εγγυήσεων που προβλέπει το νομοθετικό πλαίσιο. Η παράλειψη αυτή δεν συνιστά απλώς διαδικαστικό ή τυπικό ελάττωμα. Αντιθέτως, επηρεάζει τον ίδιο τον τρόπο διεξαγωγής της διοικητικής διαδικασίας, την ποιότητα της συλλογής των πραγματικών στοιχείων και, κατ’ επέκταση, την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Αιτήτριας.
Το συμπέρασμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι η Υπηρεσία απέρριψε τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, μεταξύ άλλων, λόγω φερόμενων χρονικών αντιφάσεων και ανεπαρκών εξηγήσεων ως προς τη μη προσφυγή της στις αρχές της χώρας καταγωγής της. Η αξιολόγηση αυτή, όμως, έλαβε χώρα χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική διερεύνηση του κατά πόσον το τραυματικό ιστορικό της, η ψυχολογική της κατάσταση και η ενδεχόμενη ιδιότητά της ως ευάλωτου προσώπου μπορούσαν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αφηγείτο τα γεγονότα, τη χρονολογική ακρίβεια των δηλώσεών της ή την ικανότητά της να εκθέσει με συνοχή και πληρότητα τις εμπειρίες της.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η παράλειψη παροχής των προβλεπόμενων διαδικαστικών εγγυήσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί άνευ ουσιαστικής επιρροής επί της τελικής διοικητικής κρίσης. Αντιθέτως, συνιστά ουσιώδη διαδικαστική πλημμέλεια, η οποία επηρεάζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αναγκαία την ακύρωσή της.
Αντίστοιχο ζήτημα είχα την ευκαιρία να εξετάσω στην υπόθεση 6696/2021, F.E.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, 10.06.2024 (στο εξής αναφερόμενη ως «η F.E.A.») όπου επισημάνθηκε ότι η ευαλωτότητα αιτητή διεθνούς προστασίας συνδέεται άρρηκτα τόσο με την αξιολόγηση ειδικών αναγκών υποδοχής όσο και με την παροχή ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Όπως υπογραμμίστηκε στην εν λόγω απόφαση, τα άρθρα 9ΚΔ και 10Α του περί Προσφύγων Νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, επιβάλλουν στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να εντοπίζουν εγκαίρως τους αιτητές που ενδέχεται να χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και να τους παρέχουν την αναγκαία υποστήριξη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ασύλου. Η υποχρέωση αυτή περιλαμβάνει, όπου απαιτείται, τη διενέργεια εξατομικευμένης αξιολόγησης, καθώς και την εμπλοκή αρμόδιων επαγγελματιών ή υπηρεσιών για τη διαπίστωση και αντιμετώπιση των ιδιαίτερων αναγκών του αιτητή.
Υπό το φως των διαπιστώσεων στις οποίες έχω ήδη καταλήξει, κρίνω ότι οι παραλείψεις που εντοπίζονται στην παρούσα υπόθεση συνιστούν ουσιώδεις πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας και της υποχρέωσης δέουσας έρευνας. Η Διοίκηση παρέλειψε να αξιολογήσει επαρκώς κρίσιμα στοιχεία τα οποία προέκυπταν από το ίδιο το περιεχόμενο των δηλώσεων της Αιτήτριας και τα οποία ενεργοποιούσαν τις υποχρεώσεις της ως προς την αξιολόγηση ευαλωτότητας, την παροχή ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και την ενδεχόμενη παραπομπή στις αρμόδιες υπηρεσίες. Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί πλήρης και σφαιρική διερεύνηση όλων των ουσιωδών πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τον οδηγό δικαστικής ανάλυσης του Οργανισμού Ασύλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ευαλωτότητα στο πλαίσιο των αιτημάτων διεθνούς προστασίας[1] η ευαλωτότητα πρέπει να αξιολογείται τόσο για τις ιδιαιτέρες ανάγκες που προκύπτουν στα πλαίσια των υλικών συνθηκών υποδοχής[2] και για την εφαρμογή των διαδικαστικών εγγυήσεων κατά την εξέταση των αιτημάτων ασύλου[3] - όπως αναλύθηκε ήδη- όσο και για την αξιολόγησή της ως ιδιαίτερη περίσταση κατά την εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας.[4]
Για τους λόγους λοιπόν που επεξηγήθηκαν, είναι η κατάληξη μου ότι στοιχειοθετούνται λόγοι ακυρώσεως λόγω παράβασης ουσιωδών τύπων της διαδικασίας και παράβαση νόμου, συνιστάμενοι ιδίως στην παράλειψη εντοπισμού και αξιολόγησης της ευαλωτότητας και των ειδικών διαδικαστικών αναγκών της Αιτήτριας, κατά παράβαση των άρθρων 21 και 24 των Οδηγιών 2013/33/ΕΕ και 2013/32/ΕΕ και των άρθρων 9ΚΔ και 10Α του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και από έλλειψη δέουσας έρευνας, η οποία οδήγησε σε πλάνη περί τα πράγματα και σε πλημμελή αιτιολογία, οι οποίες καθιστούν την προσβαλλόμενη απόφαση ακυρωτέα.
Η ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Ενόψει της ανωτέρω κατάληξής μου, με έχει προβληματίσει η έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, δεδομένης της υποχρέωσης του να προβαίνει σε ουσιαστικό έλεγχο της προσφυγής, εξετάζοντας την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και τροποποιώντας, εάν κριθεί εύλογο, την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με το ζήτημα αυτό έχω απασχοληθεί και στην F.E.A. (ανωτέρω), στα πλαίσια της οποίας κατέληξα σε ορισμένες κρίσιμες διαπιστώσεις οι οποίες τυγχάνουν πλήρους αναλογικής εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση, χωρίς να απαιτείται επανάληψη του πλήρους κειμένου τους. Συνοπτικά στην F.E.A. διαπιστώθηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν εσφαλμένα στη διενέργεια της συνέντευξης και στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης χωρίς προηγουμένως να αναμένουν ή να εξασφαλίσουν τα αποτελέσματα αναγκαίας ιατρικής ή/και ψυχολογικής εξέτασης της εκεί αιτήτριας, παρά το ότι υπήρχαν σαφείς ενδείξεις ευαλωτότητας, καθώς και εύλογες υποψίες ότι η αιτήτρια ενδέχεται να είναι θύμα εμπορίας προσώπων. Η παράλειψη αυτή είχε ως συνέπεια την απουσία ορθής και έγκαιρης αξιολόγησης των ειδικών διαδικαστικών αναγκών και εγγυήσεων που η αιτήτρια ενδεχομένως να απαιτούσε πριν ακόμη από το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης.
Όπως έχω ήδη επισημάνει στην F.E.A., τέτοια ουσιώδη διαδικαστικά ελαττώματα δεν είναι δυνατό να «θεραπευθούν» μεταγενέστερα στο πλαίσιο της ex nunc δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της διοικητικής λειτουργίας και με μετατροπή του δικαστικού ελέγχου σε πρωτογενή αξιολόγηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Οι διαπιστώσεις αυτές εδράζονται και σε νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου στις A.D.[5] και A.K.M.[6] σύμφωνα με τις οποίες η μη αναμονή των αποτελεσμάτων ιατρικών/ψυχολογικών εξετάσεων ή η μη παραπομπή σε αυτές όταν συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις ευαλωτότητας, θυματοποίησης ή βασανιστηρίων, συνιστούν σοβαρές πλημμέλειες της διοικητικής διαδικασίας που στερούν από το Δικαστήριο τη δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου και καθιστούν βάσιμο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας.
Οι πιο πάνω διαπιστώσεις τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση. Όπως ήδη έχει αναλυθεί εκτενώς κατά την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου ακυρώσεως, από τον διοικητικό φάκελο προκύπτουν σοβαρές παραλείψεις ως προς την αξιολόγηση της ευαλωτότητας της Αιτήτριας, την παροχή ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και την ενεργοποίηση των προβλεπόμενων μηχανισμών παραπομπής και υποστήριξης. Οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν το αναγκαίο υπόβαθρο για την εξέταση του κατά πόσον οι εν λόγω πλημμέλειες δύνανται να θεραπευθούν στο πλαίσιο της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου ή αν επιβάλλουν την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης και την αναπομπή της υπόθεσης στη Διοίκηση.
Καθοριστική ερμηνευτική καθοδήγηση ως προς το πλαίσιο άσκησης της πλήρους και ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου παρέχουν οι πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου στις υποθέσεις B.A.[7] M.A.L.[8] M.Y.A.L.[9] Από τη μελέτη της εν λόγω νομολογίας προκύπτει ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση δεν συνιστά υποχρέωση του πρωτόδικου δικαστηρίου να αποφαίνεται σε κάθε περίπτωση επί της ουσίας των αναγκών διεθνούς προστασίας, αλλά κατοχύρωση της δυνατότητας να προβεί σε τέτοια εξέταση, εφόσον αυτό είναι δικονομικά και θεσμικά εφικτό υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι η B.A., στην οποία το Διοικητικό Εφετείο αναγνώρισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δύναται, υπό προϋποθέσεις και τηρουμένων των αναγκαίων διαδικαστικών εγγυήσεων, να προβεί ακόμη και το ίδιο σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, δεν αναγνωρίστηκε ως υποχρέωση, ούτε ως μηχανισμός θεραπείας κάθε μορφής διοικητικής πλημμέλειας. Αντιθέτως, η νομολογία καταδεικνύει ότι το εύρος της δικαστικής παρέμβασης εξαρτάται πάντοτε από τη φύση και τη βαρύτητα της διαπιστωθείσας πλημμέλειας και από το κατά πόσον η θεραπεία της είναι συμβατή με τον θεσμικό ρόλο του Δικαστηρίου.
Στο ίδιο πνεύμα, το Διοικητικό Εφετείο στην M.A.L. αναγνώρισε ότι, σε περίπτωση διαπίστωσης παραβίασης ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων κατά το πρωτογενές διοικητικό στάδιο, το πρωτόδικο Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της πλημμέλειας. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, αν το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίνει ότι το δικαίωμα ακρόασης του αιτητή παραβιάστηκε από την εκ της Υπηρεσίας Ασύλου πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας, έχει -στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειάς του -τις ακόλουθες επιλογές:
(α) μεσούσης της δίκης, να διατάξει την Υπηρεσία Ασύλου να παράσχει στον αιτητή το δικαίωμα ακρόασης και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα συναφή πορίσματά της, δηλαδή το πρακτικό ή/και την απομαγνηματοφώνηση της συνέντευξης ή/και τις θέσεις της Υπηρεσίας Ασύλου επί των διαλαμβανόμενων κατά τη συνέντευξη·
(β) να υποβάλει το ίδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο τον αιτητή, αν το κρίνει αναγκαίο (βλ. Β. Α. ν. Δημοκρατίας ανωτέρω), σε προσωπική συνέντευξη, τηρώντας τις προς τούτο διαδικαστικές εγγυήσεις τις οποίες θέτει η Οδηγία 2013/32/ΕΕ·
(γ) αν κρίνει ότι η επιλογή (β) δεν είναι εφικτή, τότε απόκειται σε αυτό να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου και να αναπέμψει την υπόθεση σε αυτήν ώστε η τελευταία να προβεί σε επανεξέταση, χορηγώντας το δικαίωμα ακρόασης και τηρώντας τις διαδικαστικές εγγυήσεις της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ».
Από τη συλλογιστική του Εφετείου προκύπτει ότι οι δυνατότητες αυτές δεν εφαρμόζονται μηχανιστικά ούτε λειτουργούν ως εναλλακτικές λύσεις ίσης βαρύτητας σε κάθε περίπτωση. Αντιθέτως, η επιλογή της κατάλληλης θεραπείας εξαρτάται από τη φύση, την έκταση και τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας πλημμέλειας, καθώς και από το κατά πόσον η θεραπεία της μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να διακυβευθούν ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις του αιτητή.
Στην παρούσα υπόθεση, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια δεν αφορά μία απλή ελλιπή διερεύνηση επιμέρους πραγματικών περιστατικών ούτε την ανάγκη συλλογής πρόσθετου αποδεικτικού υλικού. Αντιθέτως, αφορά θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας τα οποία όφειλαν να προηγηθούν της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και να διαμορφώσουν το πραγματικό και αποδεικτικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η διοικητική κρίση.
Ειδικότερα, η πλημμέλεια αφορά την παράλειψη αξιολόγησης της ευαλωτότητας της Αιτήτριας, την παράλειψη διερεύνησης της ανάγκης παροχής ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, τη μη παραπομπή της στις αρμόδιες υπηρεσίες για ιατρική, ψυχολογική ή άλλη εξειδικευμένη αξιολόγηση και τη μη διερεύνηση, μέσω των προβλεπόμενων θεσμικών μηχανισμών, του ενδεχομένου να αποτελεί θύμα εμπορίας προσώπων ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Πρόκειται, δηλαδή, για παραλείψεις οι οποίες επηρεάζουν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συλλέχθηκαν τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης και αξιολογήθηκε η αξιοπιστία της Αιτήτριας.
Η διαπίστωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι η ίδια η Υπηρεσία Ασύλου αποδέχθηκε ως αξιόπιστο τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί κατ’ εξακολούθηση βιασμού κατά την ανηλικότητά της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η ενεργοποίηση των μηχανισμών αξιολόγησης ευαλωτότητας και των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων δεν αποτελούσε διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης αλλά νόμιμη υποχρέωσή της.
Περαιτέρω, η παράλειψη αυτή δεν στερείται πρακτικής σημασίας ως προς την ουσία της υπόθεσης. Υπενθυμίζεται ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, ο οποίος αφορούσε τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε από τον θείο της και τα πρόσωπα που ενεργούσαν κατ’ εντολήν του, απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, λόγω φερόμενων χρονικών αντιφάσεων και λόγω κρίσης της Διοίκησης ότι οι εξηγήσεις της αναφορικά με τη μη προσφυγή στις αρχές της χώρας καταγωγής της δεν ήταν επαρκείς.
Η αξιολόγηση αυτή, όμως, έλαβε χώρα χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε ουσιαστική διερεύνηση της ψυχολογικής κατάστασης της Αιτήτριας, του ενδεχόμενου τραυματικού αντίκτυπου των αποδεκτών περιστατικών σεξουαλικής βίας που είχε υποστεί ή της ανάγκης παροχής ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων λόγω της ευαλωτότητάς της. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι οι διαπιστωθείσες χρονικές ανακρίβειες ή η πληρότητα των εξηγήσεών της επηρεάστηκαν από παράγοντες οι οποίοι ουδέποτε αξιολογήθηκαν από τα αρμόδια όργανα, παρότι αυτά είχαν εκ του νόμου υποχρέωση να το πράξουν.
Υπό το πρίσμα αυτό, η παράλειψη αξιολόγησης της ευαλωτότητας της Αιτήτριας δεν επηρεάζει μόνο τη νομιμότητα της διαδικασίας καθαυτής, αλλά συνδέεται άμεσα και με την αξιολόγηση του μοναδικού ουσιώδους ισχυρισμού που απορρίφθηκε από τη Διοίκηση και επί του οποίου στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, οι ίδιοι οι Καθ’ ων η αίτηση αναγνώρισαν ότι η διαδικασία παραπομπής και αξιολόγησης από τις αρμόδιες υπηρεσίες αποτελεί «ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία», η ολοκλήρωση της οποίας εξαρτάται από τρίτες κρατικές υπηρεσίες και δεν τελεί υπό τον έλεγχό τους. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί ευλόγως να αναμένεται από το Δικαστήριο να διατηρεί την παρούσα διαδικασία σε εκκρεμότητα επί αόριστο χρονικό διάστημα, αναμένοντας την ολοκλήρωση ενεργειών οι οποίες, κατά νόμο, όφειλαν να είχαν προηγηθεί της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και να είχαν ληφθεί υπόψη κατά τη διαμόρφωση της διοικητικής κρίσης.
Η αποδοχή μιας τέτοιας προσέγγισης θα είχε ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση του βάρους συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις νόμιμες υποχρεώσεις της στο στάδιο της δικαστικής διαδικασίας και θα οδηγούσε, στην πράξη, στη διατήρηση της εκκρεμοδικίας μέχρι την ολοκλήρωση μιας διοικητικής διαδικασίας η οποία έπρεπε να είχε ήδη συντελεσθεί. Ούτε η πλήρης και ex nunc δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου ούτε η νομολογία του Διοικητικού Εφετείου δύνανται να ερμηνευθούν ως επιβάλλουσες στο Δικαστήριο την υποχρέωση να αναμένει επ’ αόριστον την ολοκλήρωση ενεργειών που συνιστούν μέρος της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας και όχι της δικαστικής λειτουργίας.
Αντιθέτως, όταν η διαπιστωθείσα πλημμέλεια αφορά παραλείψεις που επηρεάζουν τον πυρήνα της διοικητικής διαδικασίας και τη διαμόρφωση του πραγματικού και αποδεικτικού υποβάθρου της υπόθεσης, η θεραπεία τους πρέπει κατ’ αρχήν να λάβει χώρα ενώπιον της αρμόδιας διοικητικής αρχής, στο πλαίσιο νέας και νόμιμης εξέτασης της αίτησης, και όχι με τη διατήρηση της δικαστικής διαδικασίας σε κατάσταση αόριστης αναμονής.
Όπως επεξήγησα και στην A.N.I. [10] η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε ιδίως στις αποφάσεις Alheto, Addis και CV, από τις οποίες προκύπτει ότι η πλήρης και ex nunc εξέταση του άρθρου 46 παρ. 3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ δεν συνεπάγεται υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να εξετάζει πάντοτε την ουσία των αναγκών διεθνούς προστασίας. Αντιθέτως, η εν λόγω εξέταση μπορεί, κατά περίπτωση, να περιορίζεται στις διαδικαστικές πτυχές της αίτησης, ιδίως όταν το δικαστήριο διαπιστώνει ότι η αποφαινόμενη αρχή είναι καταλληλότερη να προβεί στην απαιτούμενη εξειδικευμένη αξιολόγηση ή όταν δεν έχουν διασφαλιστεί οι θεμελιώδεις δικονομικές εγγυήσεις στο πρωτογενές στάδιο. Η δε πρόσφατη απόφαση Barouk[11] δεν αναιρεί την πιο πάνω προσέγγιση, αλλά την επιβεβαιώνει, καθόσον αναγνωρίζει μεν τη δυνατότητα του δικαστηρίου να διαθέτει πρόσθετα δικονομικά εργαλεία για την ουσιαστική εκτίμηση μιας αίτησης, πλην όμως δεν επιβάλλει την υποκατάσταση της Διοίκησης ούτε τη θεραπεία συνολικά θεμελιωδώς ελαττωματικών διοικητικών διαδικασιών. Η δυνατότητα συμπλήρωσης του φακέλου λειτουργεί επικουρικά και προϋποθέτει μια κατά τα λοιπά νόμιμη, αντικειμενική και διεξοδική διοικητική έρευνα.
Εν προκειμένω, η διαπιστωθείσα πλημμέλεια αφορά θεμελιώδη στάδια της πρωτογενούς διοικητικής διαδικασίας, τα οποία όφειλαν να προηγηθούν της έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης και να διαμορφώσουν το ουσιαστικό και πραγματικό της υπόβαθρο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι η θεραπεία της πλημμέλειας εντός της δικαστικής διαδικασίας δεν είναι θεσμικά πρόσφορη, καθότι θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη υποκατάσταση της Διοίκησης αλλά και, κυρίως, σε υπονόμευση των διαδικαστικών εγγυήσεων που όφειλαν να παρασχεθούν στην Αιτήτρια ως ευάλωτο πρόσωπο. Συνεπώς, οι επιλογές (α) και (β), όπως αυτές προσδιορίζονται από το Διοικητικό Εφετείο στην B.A. και στην M.A.L., δεν κρίνονται εν προκειμένω πρόσφορες.
Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα πραγματικά και νομικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το παρόν Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν υφίσταται άλλη θεσμικά επιτρεπτή και δικονομικώς πρόσφορη επιλογή, ικανή να διασφαλίσει αποτελεσματικά τις ουσιώδεις διαδικαστικές εγγυήσεις της Αιτήτριας, πέραν της ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης.
Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ν. 73(Ι)/2018 με έξοδα πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Η υπόθεση αναπέμπεται στους Καθ' ων η αίτηση προς επανεξέταση, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα διά της παρούσας απόφασης και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Νοείται ότι, κατά την επανεξέταση της επίδικης υπόθεσης, οι Καθ' ων η αίτηση δεσμεύονται από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου που αποτυπώνονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και οφείλουν να συμμορφωθούν πλήρως προς το παραγόμενο δεδικασμένο, διασφαλίζοντας την τήρηση των ουσιωδών διαδικαστικών εγγυήσεων της Αιτήτριας, ιδίως δε την αξιολόγηση της ως ευάλωτο πρόσωπο και την παραπομπή της στις αρμόδιες υπηρεσίες.
Περαιτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να προβούν τάχιστα στις επιβαλλόμενες ενέργειες, ούτως ώστε το αίτημα διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας να εξεταστεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, Judicial Analysis - Vulnerability in the context of applications for International Protection, 2021, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/Vulnerability_CJ_EN.pdf
[2] Αιτιολογική σκέψη 14 και άρ. 2(κ), 21 και 22 της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση)
[3] Αιτιολογικές σκέψεις 27, 29 και 31 και άρ. 2(δ) και 24 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)
[4] Άρ. 20 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[5] A. D. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλο, υπόθεση με αρ. 5999/2021, 07.11.2023, της αδελφής μου Δικαστού Χ. Πλαστήρα.
[6] A.K.M. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1259/22, 09.02.2024, απόφαση της Προέδρου του Δ.Δ.Δ.Π. Μ. Παπαντωνίου.
[7] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. B.A., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 12/2025, 18.12.2025.
[8] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. M.A.L., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 19/2025, 18.12.2025.
[9] Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. M.Y.A.L., Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 13/2025, 18.12.2025.
[11] C-283/24, Barouk.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο