ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.:1764/2025
29 Ιουνίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
A.F.N.
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Κ. Κουπαρή (κα) για Μ. Μικελλίδου (κα), Δικηγόροι για την Αιτήτρια.
Χ. Καστάνας (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Η Αιτήτρια παρούσα.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 24/06/25 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και/ή ζητά την παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στην Αιτήτρια και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνεται ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 18/03/25, στις 25/04/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας, στις 23/05/25 συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση σχετικά με την αίτησή της και στις 26/05/25 απορρίφθηκε η αίτησή της και έκδοση απόφασης επιστροφής στην Ακτή Ελεφαντοστού, απόφαση η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, μέσω της Γραπτής Αγόρευσης της δικηγόρου της, υιοθέτησε τον πυρήνα του αιτήματος ασύλου της, τα προσωπικά της στοιχεία. Προώθησε τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ελλείψει δέουσας έρευνας, καθότι ως υπέδειξε μέσω των απαντήσεων και/ή τοποθετήσεων της ήταν σαφής, συνεπής και/ή προσκόμισε όλα τα στοιχεία που μπορούσε υπό τις περιστάσεις για να τεκμηριώσει την αξιοπιστία των δηλώσεων της. Η Υπηρεσία Ασύλου απέτυχε να προβεί σε ενδελεχή έρευνα για τις προσωπικές της περιστάσεις και τους πραγματικούς λόγους που υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας και την πιθανότητα δίωξης στην χώρα της λόγω του σεξουαλικού της προσανατολισμού και/ή η απόφαση λήφθηκε με πλάνη περί τον Νόμο και/ή τα πράγματα και είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς αιτιολογίας.
Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, από την πλευρά τους, πρόβαλαν ότι ενήργησαν ορθά, νόμιμα και καλόπιστα υπό τις περιστάσεις, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας. Η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, κρίθηκε αναξιόπιστη και ως εκ τούτου, καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα προσφυγή ως αβάσιμη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Οι θέσεις της Αιτήτριας, μέσω της Γραπτής Αγόρευσης, επικεντρώνονται στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας (με βάση τους νομικούς της ισχυρισμούς). Αντλώντας, λοιπόν, τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτήν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Στην αίτησή της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα της επειδή δεχόταν απειλές θανάτου. Ισχυρίστηκε ότι η φίλη της ήθελε να τη σκοτώσει επειδή αρνήθηκε να έχει σχέση μαζί της. Ανέφερε ότι το περιστατικό συνέβη στα γενέθλιά της, στις 27/11/24, όταν μετά το πάρτι τρία πρόσωπα την ακολούθησαν μέχρι το σπίτι της, την έσπρωξαν μέσα σε αυτό και τη χτύπησαν. Πρόσθεσε ότι βιάστηκε από έναν εξ αυτών και ότι δεν γνωρίζει ποιοι ήταν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, τα πρόσωπα αυτά της είπαν ότι «όταν κάποιος σου μιλά, πρέπει να ακούς», φράση που, όπως ανέφερε, χρησιμοποιούσε και η φίλη της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η φίλη της εξακολουθεί να την καλεί και να την απειλεί, γεγονός που της προκαλεί φόβο. Τέλος, δήλωσε ότι κατά το ταξίδι της προς την Κύπρο δεν αντιμετώπισε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία και ότι αισθάνεται ασφαλής εντός του κέντρου φιλοξενίας (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου στο εξής Δ.Φ.). Κατά τη συνέντευξη, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Ακτής Ελεφαντοστού και κατάγεται από την κοινότητα Adjame της πόλης Abidjan, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της. Ανέφερε ότι είναι διαζευγμένη, Χριστιανή Προτεστάντισσα και ομιλεί τη γαλλική γλώσσα. Δήλωσε ότι ολοκλήρωσε μέχρι το τρίτο έτος της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ παρακολούθησε εκπαίδευση σχετική με τη φροντίδα ζώων. Εργαζόταν ως φροντίστρια ζώων σε φάρμα από το 2011 μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι γονείς της βρίσκονται εν ζωή, ότι έχει δύο αδελφούς και τρεις αδελφές, ενώ ένας αδελφός της απεβίωσε λόγω ασθένειας. Δήλωσε ότι διαθέτει ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο στην Abidjan και ότι διατηρεί επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειάς της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι έχει τέσσερα παιδιά, τα οποία διαμένουν με τον πατέρα τους στην Abidjan, με τον οποίο υπήρξε έγγαμη από το 2004 μέχρι τη λύση του γάμου τους το 2018, και ότι εξακολουθεί να διατηρεί επικοινωνία μαζί τους (ερυθρό 67-71 Δ.Φ.). Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης πρόβαλε ότι μετά το διαζύγιό της, διατηρούσε σχέση με γυναίκα η οποία ήταν ιδιαίτερα ζηλότυπη και τη κακομεταχειριζόταν, επειδή θεωρούσε ότι την απατούσε. Ανέφερε ότι η σύντροφός της τη χτυπούσε συστηματικά και ότι, μετά από επανειλημμένα περιστατικά βίας, αποφάσισε να τερματίσει τη σχέση τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η πρώην σύντροφός της άρχισε τότε να την απειλεί. Πρόσθεσε ότι, την ημέρα των γενεθλίων της, μετά από σχετική εκδήλωση, τρία άγνωστα πρόσωπα την ακολούθησαν μέχρι την οικία της, της επιτέθηκαν, την ξυλοκόπησαν, της αφαίρεσαν χρήματα και ένας εξ αυτών τη βίασε. Ανέφερε ότι, πριν αποχωρήσουν, ένα από τα πρόσωπα αυτά επανέλαβε φράση που χρησιμοποιούσε συχνά η πρώην σύντροφός της («όταν κάποιος σου μιλά, πρέπει να ακούς»), γεγονός που την οδήγησε να θεωρήσει ότι το περιστατικό συνδεόταν με εκείνη. Ισχυρίστηκε ακόμη ότι, μετά το περιστατικό, η πρώην σύντροφός της συνέχισε να την καλεί και να την απειλεί, ακόμη και από διαφορετικούς τηλεφωνικούς αριθμούς, γεγονός που της προκάλεσε φόβο και την οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της (ερυθρό 66 Δ.Φ.).
Αφού ο λειτουργός αξιολόγησε τα όσα καταγράφηκαν κατά την συνέντευξη αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως προς τα προσωπικά στοιχεία και το εν γένει προφίλ της (ερυθρό 125-126 Δ.Φ.) απορρίφθηκαν, όμως, ως εσωτερικά αναξιόπιστοι, οι λοιποί ισχυρισμοί της - (σεξουαλικού της προσανατολισμού ως ομοφυλόφιλου ατόμου (δεύτερος ισχυρισμός/ ερυθρά 119-124 Δ.Φ.), τον ισχυρισμό ότι υπέστη βία από τη σύντροφό της (τρίτος ισχυρισμός/ ερυθρά 118-119 Δ.Φ.), τον ισχυρισμό ότι ξυλοκοπήθηκε και βιάστηκε από αγνώστους (τέταρτος ισχυρισμός/ ερυθρό 115-117 Δ.Φ), καθώς και τον ισχυρισμό περί απειλών κατά της ζωής της από τη σύντροφό της (πέμπτος ισχυρισμός/ ερυθρά 113-114 Δ.Φ.)).
Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού, κατά την εξέταση της υπόθεσης χρησιμοποιήθηκε το μοντέλο/εργαλείο DSSH (Difference, Stigma, Shame, Harm - Διαφορετικότητα, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη), στα πλαίσια του οποίου ο λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις και προσωπικές εμπειρίες της Αιτήτριας καθώς και άλλες σημαντικές πληροφορίες από τα όσα η ίδια ανέφερε. Προέβη σε σειρά ερωτήσεων (ανοικτού και κλειστού τύπου) προκειμένου να διαπιστωθεί η εσωτερική αξιοπιστία της, καταλήγοντας ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές πληροφορίες και οι ισχυρισμοί της παρουσιάζουν αοριστίες και επιπολαιότητα. Κατά την εξέταση των δηλώσεων της Αιτήτριας κρίθηκε ότι δεν παρείχε επαρκείς, σαφείς και συνεκτικές πληροφορίες αναφορικά με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό. Ειδικότερα, παρότι δήλωσε ότι είναι λεσβία και ότι μετά το διαζύγιό της διατηρούσε σχέση με γυναίκα, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επάρκεια τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ή βιώνει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές ότι αισθανόταν καλά όταν βρισκόταν με τη σύντροφό της. Παρομοίως, όταν ερωτήθηκε πώς περιγράφει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και πώς αισθάνεται ως λεσβία, οι απαντήσεις της κρίθηκαν αόριστες και ανεπαρκείς. Περαιτέρω, οι δηλώσεις της κρίθηκαν ασυνεπείς ως προς τον χρόνο συνειδητοποίησης της σεξουαλικότητάς της. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια του γάμου της δεν της άρεσαν οι άνδρες, αργότερα δήλωσε ότι αντιλήφθηκε πως είναι λεσβία μόνο μετά το διαζύγιό της και τη σχέση που ανέπτυξε με τη συγκεκριμένη γυναίκα. Κρίθηκε επίσης ότι δεν εξέφρασε προσωπικές σκέψεις, προβληματισμούς ή συναισθήματα που να συνδέονται με τη διαδικασία συνειδητοποίησης και αποδοχής της σεξουαλικότητάς της, ούτε περιέγραψε πώς βίωνε η ίδια τη διαφορετικότητά της. Αναφορικά με την αποδοχή του σεξουαλικού της προσανατολισμού, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι αισθανόταν καλά και ότι η σύντροφός της την είχε πείσει πως η σχέση τους θα παρέμενε μυστική. Κατά τον λειτουργό, δεν περιέγραψε με σαφήνεια τη διαδικασία αντίληψης και αποδοχής της διαφορετικότητάς της, ενώ οι αναφορές της χαρακτηρίζονταν από αοριστία και έλλειψη προσωπικού βιώματος. Ως προς τη σχέση που ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε με γυναίκα από το 2018 και για περίοδο επτά ετών, κρίθηκε ότι δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες για την εξέλιξη της σχέσης, τα συναισθήματά της ή τον τρόπο με τον οποίο η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση. Παρά το γεγονός ότι επρόκειτο, κατά τους ισχυρισμούς της, για τη μοναδική της σχέση με άτομο του ίδιου φύλου και μακράς διάρκειας, οι σχετικές αναφορές της παρέμειναν γενικές και στερούνταν προσωπικών στοιχείων. Αντίστοιχα, οι δηλώσεις της σχετικά με τον γάμο της κρίθηκαν ανεπαρκείς. Παρότι ανέφερε ότι δεν ήταν ευτυχισμένη με τον σύζυγό της και ότι παντρεύτηκε για να αποκρύψει τον σεξουαλικό της προσανατολισμό, δεν προέκυπτε από τα λεγόμενά της ότι βίωνε οποιαδήποτε μορφή καταπίεσης λόγω του γάμου αυτού ή ότι οδηγήθηκε σε αυτόν προκειμένου να αποφύγει κοινωνικό αποκλεισμό. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επάρκεια πώς βίωνε ως ομοφυλόφιλο άτομο την κοινωνική και θρησκευτική πραγματικότητα της χώρας καταγωγής της. Οι αναφορές της για τη στάση της κοινωνίας, της θρησκείας και του κράτους έναντι των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων χαρακτηρίστηκαν γενικές, στερεοτυπικές και χωρίς προσωπική διάσταση, ενώ δεν εξέφρασε αισθήματα φόβου, ντροπής, απομόνωσης ή άλλες συνέπειες που η ίδια ενδεχομένως βίωνε λόγω του ισχυριζόμενου σεξουαλικού της προσανατολισμού. Υπό το πρίσμα του μοντέλου DSSH, κρίθηκε ότι δεν διαφαινόταν στο πρόσωπό της αίσθηση διαφορετικότητας, ούτε περιέγραψε τη διαδικασία συνειδητοποίησης και αποδοχής της διαφορετικότητάς της. Επιπλέον, δεν εξέφρασε αισθήματα στίγματος, ντροπής ή φόβου, ούτε παρείχε επαρκείς πληροφορίες για τυχόν βλάβη ή επιπτώσεις που η ίδια ή άλλα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα ενδέχεται να αντιμετωπίζουν στη χώρα καταγωγής της. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι, μολονότι οι πηγές πληροφόρησης καταγράφουν κοινωνικές διακρίσεις, περιστατικά βίας και περιορισμένη κρατική προστασία των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στην Ακτή Ελεφαντοστού, τα στοιχεία αυτά δεν κρίθηκαν επαρκή για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό της, ελλείψει ικανοποιητικής εσωτερικής αξιοπιστίας. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας παρουσίαζαν έλλειψη συνοχής, προσωπικού βιώματος και επαρκών πληροφοριών ως προς τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια υπέστη βία από τη σύντροφό της, κρίθηκε καταρχάς ότι η γενεσιουργός αιτία της επικαλούμενης δίωξης συνδεόταν με τον ισχυριζόμενο σεξουαλικό της προσανατολισμό, ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός κατά την αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός ούτε ο ισχυρισμός περί δίωξης που απορρέει από αυτόν. Διαπιστώθηκε δε έλλειψη επαρκών πληροφοριών και συνοχής στις δηλώσεις της. Ειδικότερα, παρότι ισχυρίστηκε ότι η σύντροφός της αντιδρούσε επειδή η ίδια άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία, όταν κλήθηκε να εξηγήσει περαιτέρω τον ισχυρισμό αυτό περιορίστηκε σε γενικές αναφορές σχετικά με τη σημασία που είχε για την ίδια η εκκλησία και το γεγονός ότι η σύντροφός της επιθυμούσε να περνούν μαζί τα σαββατοκύριακα, χωρίς να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό της. Ως προς τα περιστατικά βίας, ανέφερε ότι η σύντροφός της θύμωνε όταν επέστρεφε από την εκκλησία, της φώναζε και τελικά τη χτύπησε με τσάντα, με αποτέλεσμα να χάσει ένα δόντι. Ωστόσο, όταν ζητήθηκε να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τον ισχυριζόμενο ξυλοδαρμό, οι απαντήσεις της κρίθηκαν ανεπαρκείς και γενικές. Επιπλέον, όταν ερωτήθηκε τι ακριβώς είπε στη σύντροφό της κατά τον χωρισμό τους, δεν απάντησε στο ερώτημα αλλά επανέλαβε ότι συνήθιζε να τη χτυπά και ότι το συγκεκριμένο περιστατικό προκάλεσε την απώλεια δοντιού. Περαιτέρω, ερωτηθείσα πότε δέχθηκε για πρώτη φορά βία από τη σύντροφό της, αρχικά δήλωσε ότι δεν γνώριζε, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι συνέβη το προηγούμενο έτος όταν άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία, γεγονός που κρίθηκε ως έλλειψη συνοχής. Τέλος, όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν τερμάτισε τη σχέση από το πρώτο περιστατικό βίας, απάντησε αόριστα ότι δεν το έκανε επειδή την αγαπούσε. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί στηρίζονταν αποκλειστικά στις δηλώσεις της Αιτήτριας και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνησή τους μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.Υπό το φως των ανωτέρω, και δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί του σεξουαλικού της προσανατολισμού δεν έγινε αποδεκτός, ενώ παράλληλα οι δηλώσεις της παρουσίαζαν έλλειψη επαρκών πληροφοριών και συνοχής, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Ως προς τον τέταρτο ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυριζόμενο ξυλοδαρμό και βιασμό της Αιτήτριας από αγνώστους, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις της δεν παρείχαν ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες επί ζητημάτων που άπτονταν του πυρήνα του αιτήματός της και παρουσίαζαν έλλειψη συνοχής και ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι, επιστρέφοντας στην οικία της μετά το πάρτι των γενεθλίων της, δέχθηκε επίθεση από τρεις αγνώστους, οι οποίοι την εξανάγκασαν να εισέλθει στην οικία της, την ξυλοκόπησαν, της αφαίρεσαν χρήματα και ένας εξ αυτών τη βίασε. Ωστόσο, όταν κλήθηκε να περιγράψει το περιστατικό, περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές, χωρίς να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες για την εκτύλιξή του. Περαιτέρω, ερωτηθείσα πώς τα πρόσωπα αυτά γνώριζαν πού διέμενε, αρχικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και ότι απλώς υποθέτει πως τους είχε αποστείλει η σύντροφός της. Στη συνέχεια όμως απέδωσε με βεβαιότητα το περιστατικό στη σύντροφό της, επικαλούμενη ότι οι δράστες χρησιμοποίησαν φράσεις που εκείνη συνήθιζε να της λέει και ότι μόνο η σύντροφός της γνώριζε για τον βιασμό, γεγονός που κρίθηκε ως έλλειψη συνοχής. Αντίστοιχα, όταν ερωτήθηκε εάν η σύντροφός της παραδέχθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στο περιστατικό, αρχικά ανέφερε ότι εκείνη το αρνήθηκε, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι της τηλεφωνούσε και της έλεγε ότι «αυτό που της έκανε ήταν λίγο», γεγονός που κρίθηκε ως ασυνεπές και μη ευλογοφανές. Επιπλέον, όταν κλήθηκε να περιγράψει αναλυτικά την εκτύλιξη των γεγονότων κατά τη διάρκεια της επίθεσης και του βιασμού, δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες πέραν της γενικής αναφοράς ότι βιάστηκε. Παράλληλα, δήλωσε ότι ουδέποτε ξαναείδε ή προσεγγίστηκε από τους τρεις νεαρούς μετά το περιστατικό, ότι δεν μπορεί να τους αναγνωρίσει και ότι από την ημερομηνία του συμβάντος μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της δεν υπέστη οποιαδήποτε περαιτέρω βλάβη από αυτούς. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, η Αιτήτρια προσκόμισε (α) ιατρικό πιστοποιητικό από την κλινική «Les Oliviers Medical Clinic», το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, εκδόθηκε μετά τον βιασμό της και αφορούσε τους τραυματισμούς που υπέστη, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να περιγράψει επαρκώς το περιεχόμενό του ή να δώσει πληροφορίες για τον ιατρό που την εξέτασε, (β) Προσκόμισε επίσης απόδειξη υποβολής καταγγελίας στην αστυνομία για επίθεση, τραυματισμό και σεξουαλική επίθεση, την οποία ανέφερε ότι υπέβαλε κατά αγνώστων προσώπων την επομένη του περιστατικού και αφορούσε τον ισχυριζόμενο βιασμό και τους τραυματισμούς της, (γ) Επιπλέον, κατέθεσε λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας, για τον οποίο δήλωσε ότι χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς έκδοσης βίζας, καθώς, και (δ) πιστοποιητικό φορολογικής κατάστασης, (ε) πιστοποιητικό ορθότητας φορολογικής κατάστασης, και (στ) φορολογική ταυτότητα, τα οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, αφορούσαν τις φορολογικές της υποχρεώσεις. Ο λειτουργός έκρινε ότι τα πιο πάνω έγγραφα έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα και δεν δύνανται αφ’ εαυτών να στοιχειοθετήσουν τον προβαλλόμενο ισχυρισμό, η δε αποδεικτική τους αξία έπρεπε να αξιολογηθεί σε συνδυασμό με την προσωπική αφήγηση και την εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς, συνεκτικές και ευλογοφανείς πληροφορίες προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού της, ο οποίος και απορρίφθηκε.
Ως προς τον πέμπτο ισχυρισμό, ήτοι ότι η Αιτήτρια δεχόταν απειλές κατά της ζωής της από τη σύντροφό της, οι Καθ’ ων έκριναν ότι ο ισχυρισμός δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός, καθότι η γενεσιουργός αιτία της επικαλούμενης δίωξης, δηλαδή ο ισχυριζόμενος σεξουαλικός προσανατολισμός της ως ομοφυλόφιλου προσώπου, είχε ήδη απορριφθεί. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε έλλειψη επαρκών πληροφοριών και ευλογοφάνειας στις δηλώσεις της. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε έλαβε την πρώτη απειλή από τη σύντροφό της, δηλώνοντας ότι δεν θυμάται. Επίσης, ερωτηθείσα ως προς το περιεχόμενο των απειλών, περιορίστηκε να αναφέρει ότι η σύντροφός της της έλεγε πως «ό,τι της έκανε ήταν λίγο» και ότι την ήθελε μόνο για τον εαυτό της, χωρίς να παράσχει περαιτέρω συγκεκριμένες πληροφορίες. Κρίθηκε επίσης μη ευλογοφανής η εξήγησή της ότι συνέχισε να εμπιστεύεται τη σύντροφό της και δεν την απέκλεισε νωρίτερα, παρότι ισχυρίστηκε ότι είχε τερματίσει τη σχέση τους επειδή δεχόταν βία από αυτήν. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς πώς αντέδρασε στις απειλές ούτε πότε δέχθηκε την τελευταία απειλή, ενώ χαρακτήρισε τη σύντροφό της ως «πολύ ευγενικό άνθρωπο», χωρίς να μπορεί να εξηγήσει πειστικά πώς συνάδει η περιγραφή αυτή με τη φερόμενη συμπεριφορά της. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί της αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπήρχαν αντικειμενικά δεδομένα ή εξωτερικές πηγές που να μπορούσαν να τους επιβεβαιώσουν. Υπό το φως των ανωτέρω, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας της Αιτήτριας, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και ενώπιον του Δικαστηρίου[1], διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία της επί των ανωτέρων σημείων του αιτήματός της, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου της, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί της σε σχέση με τον κατ’ ισχυρισμό σεξουαλικό της προσανατολισμό αλλά ούτε ότι υφίσταται δίωξη εναντίον της λόγω τούτου, μέσω της κατ΄ ισχυρισμού συντρόφου της και/ή μέσω τρίτων, ούτε παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής της, αλλά ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς της με επαρκή λεπτομέρεια (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, βλέπε επίσης §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Από τα γεγονότα της περίπτωσης της σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις της, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο της εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Η Αιτήτρια απέτυχε να εξηγήσει με λεπτομέρεια, σαφήνεια και επάρκεια τη διαφορετικότητα της όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό της, αλλά ούτε και ήταν σε θέση να τεκμηριώσει επαρκώς οποιαδήποτε εμπειρία που παραπέμπει σε βιωματικό γεγονός κατά το οποίο η ίδια προσωπικά ένιωθε στιγματισμένη. Ούτε ήταν σε θέση να αναφερθεί εκτενέστερα στα βιώματα, τις σκέψεις και τις εμπειρίες της σχετικά με τη διαφορετικότητα της, αλλά ούτε και έδωσε σαφείς εξηγήσεις για τα κατ’ ισχυρισμό ομοφυλοφιλικά αισθήματα και εμπειρίες της. Οι απαντήσεις της αναφορικά με τις σκέψεις, τα συναισθήματά και εν γένει τον εσωτερικό της κόσμο σχετικά με τον σεξουαλικό της προσανατολισμό ήταν γενικές και αόριστες. Το δε αφήγημα της αναφορικά με την κακοποιητική σχέση της, τον ισχυριζόμενο ξυλοδαρμό και βιασμό από τρίτους και απειλές από την σύντροφο της ως άρρηκτα συνδεδεμένο με τον κατ΄ ισχυρισμό σεξουαλικό της προσανατολισμό και/ή κατ’ ισχυρισμό δεσμό της με γυναίκα (που καθόρισε ως πρωταγωνιστή διώκτη της) θεωρώ ότι στερείται αληθοφάνειας και λεπτομερειών, ενδεικτικών μιας γνήσιας προσωπικής εμπειρίας. Μέσα από έρευνα του Δικαστηρίου σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης, η ομοφυλοφιλία δεν ποινικοποιείται, αλλά η δημόσια ετεροφυλόφιλη και ομόφυλη έκφραση οικειότητας καταδικάζεται ως μορφή προσβολής της δημοσίας αιδούς που επισύρει ποινή φυλάκισης έως και δύο ετών. Επίσης μπορεί τα άτομα αυτής της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας να αντιμετωπίζουν κοινωνικές προκαταλήψεις καθώς και παρενόχληση από τις κρατικές δυνάμεις ασφαλείας[3], η κρατική δε προστασία θεωρείται
κατά διαστήματα αργή και αναποτελεσματική[4], υπάρχει περιθωριοποίηση και στιγματισμός[5], συγκριτικά ενώ η χώρα είναι πιο ανεκτική από άλλα κράτη της Δυτικής Αφρικής, εξακολουθούν να καταγράφονται περιστατικά κοινωνικού στιγματισμού, διακρίσεων και εχθρικής αντιμετώπισης[6]. Παρόλο, λοιπόν, των πιο πάνω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης η εσωτερική αξιοπιστία της Αιτήτριας δεν τεκμηριώθηκε και/ή κρίθηκε αναξιόπιστη, συνεπώς, δεν θα μπορούσαν οι Καθ΄ ων η αίτηση, λόγω της επικρατούσας κατάστασης για τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα στη χώρα καταγωγής, να θεωρήσει εξ υπαρχής ότι έχει τον συγκεκριμένο σεξουαλικό προσανατολισμό. Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑148/13 έως C‑150/13 Α,Β,C v Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημερ.02/12/2014, σκέψη 49[7] αναφέρθηκε ότι:
«Συναφώς, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες των κύριων δικών, κατά τους οποίους οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εξέταση αιτήσεως ασύλου στηριζόμενης σε φόβο διώξεως λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του αιτούντος άσυλο οφείλουν να θεωρήσουν τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό ως πραγματικό γεγονός που έχει αποδειχθεί αποκλειστικά και μόνον βάσει των δηλώσεων του ενδιαφερόμενου αιτούντος, οι οικείες δηλώσεις δεν μπορούν, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερου πλαισίου στο οποίο εντάσσονται οι αιτήσεις ασύλου, παρά να συνιστούν απλώς το σημείο αφετηρίας της διαδικασίας εξετάσεως των κρίσιμων γεγονότων και περιστάσεων την οποία προβλέπει το άρθρο 4 της οδηγίας 2004/83.»
Πέραν των πιο πάνω, από τις σχετικές της δηλώσεις, διακρίνεται το γεγονός ότι η Αιτήτρια έφυγε από τη χώρα καταγωγής της νόμιμα μέσω του αεροδρομίου, χρησιμοποιώντας το διαβατήριο της χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ζητήματα κατά την έξοδο της από τη χώρα, ούτε αντιμετώπισε οποιαδήποτε προβλήματα κατά το ταξίδι της, ενώ ουδέποτε είχε συλληφθεί ή κρατηθεί στη χώρα καταγωγής της για οιονδήποτε λόγο και οι αρχές της χώρας της θα της επέτρεπαν να επιστρέψει εκεί όπου βρίσκονται και τα μέλη της οικογενείας της (πρώην σύζυγος και παιδιά της). Κρίνεται, συνεπώς, ότι δεν τεκμηρίωσε η Αιτήτρια με τους ισχυρισμούς της ότι ανήκει σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνοτική, φυλετική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής της, ούτε ότι καταζητείται και σε περίπτωση επιστροφής της θα διωχθεί, συλληφθεί ή καταδικασθεί λόγω του ότι ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις της Αιτήτριας δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000). Ούτε έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις της και τα όσα παρουσίασε, ότι έχει συλληφθεί/καταδικασθεί, ή καταζητείται/διώκεται είτε από τις αρχές της χώρας της είτε από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(I)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση της εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο η Αιτήτρια θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται (ερυθρά 113-110 ΔΦ). Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι η ίδια προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε, ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή της Αιτήτριας δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, η ίδια σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης της δεν ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα της, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 16/06/26) στη περιοχή Abidjan της Ακτής Ελεφαντοστού καταγράφηκαν 10 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 4 θάνατοι[8]. Να σημειωθεί επίσης ότι ο πληθυσμός της περιοχής Abidjan (καταμέτρηση 2021) ανέρχεται στους 6,321,017 κατοίκους[9]. Συνεπώς, ο αριθμός των επεισοδίων είναι χαμηλός σε συνάρτηση με τον πληθυσμό – επομένως ο βαθμός αδιάκριτης βίας δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία της Αιτήτριας στο έδαφος της περιοχής την εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης. Σημειώνεται ότι μέλη της οικογενείας της βρίσκονται στην χώρα καταγωγής της και διατηρεί καλές σχέσεις/επικοινωνία μαζί τους (πρώην σύζυγος και 4 ανήλικα/ενήλικα τέκνα).
Ούτε διαπιστώνω από τα ενώπιον μου στοιχεία ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Αποτελεί δε, βασική νομολογιακή αρχή ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που θα ακολουθηθεί ποικίλλουν ανάλογα με το υπό εξέταση ζήτημα, ανάγονται δε, στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε.Aρ.3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 05/06/2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης περιέχει τους πραγματικούς λόγους και τη νομική βάση στην οποία υπήγαγε τα γεγονότα το αρμόδιο όργανο ώστε να καταλήξει στη συγκεκριμένη απόφαση. Το Δικαστήριο, μετά από πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων της Αιτήτριας, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να της αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή της συμπληρωματικής προστασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)
[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), απόφαση της 24/09/2009 IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, σκέψη 11.
[3] Freedom House (Author): Freedom in the World 2023 - Côte d'Ivoire, 2023
https://www.ecoi.net/en/document/2090177.html ; USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cote d'Ivoire, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089133.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/06/2026)
[4] USDOS – US Department of State (Author): 2022 Country Report on Human Rights Practices: Cote d'Ivoire, 20 March 2023 https://www.ecoi.net/en/document/2089133.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/06/2026)
[5] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Côte d'Ivoire: Treatment of individuals with diverse sexual orientation and gender identity and expression (SOGIE) by society and authorities, including legislation, state protection and support services (2019–August 2021) [CIV200766.FE], 1 October 2021 https://www.ecoi.net/en/document/2063714.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/06/2026).
[6] Elsa Meunier, «The Right to Be Different», Africa Is a Country, 12 Ιουνίου 2024, διαθέσιμο στο: https://africasacountry.com/2024/06/the-right-to-be-different, Agence France-Presse (AFP), «New wave of anti-LGBTQ laws sweeps Africa», Global Nation (Inquirer), 19 Ιουνίου 2026, διαθέσιμο στο: https://globalnation.inquirer.net/327773/new-wave-of-anti-lgbtq-laws-sweeps-africa (ημερομηνία πρόσβασης: 24 Ιουνίου 2026).
[7] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, Feb.2023, σελ.116-117
[8] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Ivory Coast, Abidjan, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/06/2026).
[9] City Population, Ivory Coast, Abidjan, https://www.citypopulation.de/en/ivorycoast/admin/abidjan/0111__abidjan/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 25/06/2026).
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο