Μ. A. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1795/25, 24/6/2026
print
Τίτλος:
Μ. A. D. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1795/25, 24/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

    Υπόθεση Αρ. 1795/25

24 Ιουνίου 2026

[Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ. A. D.

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η αίτηση.

 Αίτηση ημερομηνίας 18/05/2026 για επαναφορά της προσφυγής

Α. Μαρκουλή (κα) για Χρ. Λάρκου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ελ. Ιωάννου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α. Α.ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ: Ο Αιτητής με την προσφυγή του προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, κοινοποιηθείσα προς αυτόν μέσω επιστολής ημερομηνίας 20/06/2025 σύμφωνα με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Η προσφυγή καταχωρήθηκε στις 17/07/2025 και ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 15/09/2025, όπου και δόθηκαν σχετικές οδηγίες για καταχώρηση τόσο της Ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση όσο και της καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή. Κατά τη δικάσιμο της 09/12/2025 διαπιστώθηκε η από πλευράς Αιτητή μη συμμόρφωση με τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να επαναλάβει τις ίδιες οδηγίες, ήτοι 4 βδομάδες για την καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή και 4 βδομάδες στη συνέχεια για την καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης των Καθ’ ων η αίτηση, ορίζοντας την υπόθεση στις 10/03/2026. Εκείνη τη μέρα, διαπιστώθηκε η εκ νέου μη συμμόρφωση των συνηγόρων του Αιτητή με τις οδηγίες για καταχώρηση της γραπτής του αγόρευσης οπόταν και δόθηκε παράταση 4 βδομάδων με ρήτρα απόρριψης της προσφυγής σε περίπτωση μη εκ νέου συμμόρφωσης, ορίζοντας την υπόθεση στις 12/05/2026.

 

Την προηγούμενη ημέρα της δικασίμου 12/05/2026, και μετά την έκδοση και δημοσίευση του πινακίου των υποθέσεων του Δικαστηρίου, όπου διαφαίνεται ότι το Δικαστήριο θα επιλαμβανόταν της προσφυγής με φυσική παρουσία των μερών, οι συνήγοροι του Αιτητή, απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα στο Δικαστήριο με το οποίο και πάλι ζητούσαν παράταση χρόνου καταχώρησης της γραπτής τους αγόρευσης, χωρίς ωστόσο να αναφέρουν τους λόγους μη συμμόρφωσης ή τυχόν κώλυμά τους να εμφανιστούν στη διαδικασία.

 

Κατά τη δικάσιμο της 12/05/2026, διαπιστώθηκε η μη εμφάνιση του συνηγόρου του Αιτητή, και η μη συμμόρφωση με τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου για καταχώρηση γραπτής αγόρευσης με ρήτρα απόρριψης. Μετά από αίτημα της συνηγόρου για τους Καθ’ ων η αίτηση για απόρριψη της προσφυγής λόγω μη προώθησής της, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης για τυχόν κώλυμα του συνηγόρου να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου για προώθηση της προσφυγής, σε συνδυασμό με τη μη συμμόρφωση στις οδηγίες για καταχώρηση αγόρευσης, ενεργοποίησε τη ρήτρα απόρριψης της προσφυγής, αποφασίζοντας την απόρριψή της λόγω μη προώθησης.

 

Στις 18/05/2026 οι συνήγοροι του Αιτητή καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτούνται την επαναφορά της προσφυγής του Αιτητή.

 

Η αίτησή του βασίζεται στους περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (Ν 73(Ι)/2018), στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Θεσμούς Δ.33 Θ.1-5, Δ.48 ΘΘ. 1-9 και Δ.57.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από συνημμένη ένορκη δήλωση της κ. Σβιτλάνα Ντρισλιουκ, γραμματέα στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, η οποία εξηγεί ότι η μη έγκαιρη καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης οφειλόταν αποκλειστικά σε ακούσιο ανθρώπινο λάθος της ίδιας η οποία καταχώρησε λανθασμένα την ημερομηνία εκδίκασης ως 12/06/2026 αντί 12/05/2026. Το λάθος διαπιστώθηκε μια ημέρα προηγουμένως οπότε ενημερώθηκε άμεσα η δικηγόρος και υπέβαλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Δικαστήριο η ώρα 3:18 μ.μ. ζητώντας τελευταία αναβολή, ωστόσο η προσφυγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης. Η ομνύουσα δηλώνει περαιτέρω ότι δεν υπήρξε πρόθεση καθυστέρησης ή αδιαφορίας, ότι ο Αιτητής δεν φέρει καμία ευθύνη για το περιστατικό και ότι θα ήταν άδικο και αντίθετο προς τις αρχές της δικαιοσύνης να απορριφθεί οριστικά η προσφυγή του Αιτητή εξαιτίας ενός ακούσιου και ανθρώπινου λάθους που έγινε εκ παραδρομής. Τέλος εισηγείται ως ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης, όπως η προσφυγή επαναφερθεί.

 

Η αίτηση του Αιτητή έφερε την αντίδραση των Καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι την 11/06/2026 καταχώρησαν ένσταση, εισηγούμενοι την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή. Αποτελεί θέση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι δεν πληρούνται οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος επαναφοράς και ότι η αίτηση προωθείται κακόπιστα, εφόσον παρουσιάζει τα γεγονότα διαφορετικά ή αποκρύβει ουσιώδη γεγονότα καθιστώντας την αίτηση παραπλανητική. Υποστηρίζουν ότι δεν αποκαλύπτεται κανένας επαρκής ή βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την επαναφορά της προσφυγής ή να αποδεικνύει ότι η μη προώθησή της δεν συνιστούσε εγκατάλειψη αυτής. Επιπλέον προβάλλεται η θέση ότι η επαναφορά της προσφυγής δεν επιτρέπεται όταν από τη συμπεριφορά του Αιτητή προκύπτει πρόθεση εγκατάλειψης ή μη προώθηση της προσφυγής. Υποστηρίζουν επιπλέον ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και των ευεργετημάτων που παρέχονται από τον σχετικό κανονισμό, ενώ αποσκοπεί στην παράταση των προβλεπόμενων από το Σύνταγμα και τη νομοθεσία προθεσμιών. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση τονίζουν ότι τυχόν λάθη, αμέλεια ή παραλείψεις ή ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν συνιστούν νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο αναγέννησης ή επαναφοράς της διαδικασίας και σε κάθε περίπτωση δεν έχουν καταδειχθεί οποιεσδήποτε εξαιρετικές συνθήκες ή περιστάσεις ή ότι υπήρχε εύλογη αιτία ή ουσιαστική αδυναμία που να δύναται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αποδοχής του αιτήματος.

 

Ενώπιον του Δικαστήριο αγορεύοντας οι συνήγοροι των μερών εμμένουν στις εκατέρωθεν θέσεις τους.

 

Έχω ακούσει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις των διαδίκων όπως έχουν προωθηθεί από τις ευπαίδευτες συνηγόρους τους.  

 

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αίτηση επαναφοράς προσφυγής αντιμετωπίζεται πάντοτε με αυστηρότητα, εφόσον η προθεσμία καταχώρησης προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, δεν μπορεί να επεκταθεί με οποιοδήποτε τρόπο (βλ. Issam Lotfy Mohamed El Aassy v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 1252/2010, ημερ. 17.5.2011 και Nader Mt Matanes v. Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. 540/2012, ημερ. 30.11.2012).  

 

Θα πρέπει βέβαια να αναφερθεί πως, ακριβώς λόγω της προθεσμίας καταχώρησης προσφυγής λαμβάνεται υπόψη το κατά πόσον υπήρχε πρόθεση εγκατάλειψης της προσφυγής και κατά πόσον ο χρόνος που ο Aιτητής υποβάλλει το αίτημα επαναφοράς του, ήταν εύλογο. Το εύλογο χρονικό διάστημα καταχώρησης αίτησης επαναφοράς μπορεί να καθοριστεί και από τα γεγονότα που ο Aιτητής προωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση ο λόγος που απορρίφθηκε η προσφυγή του Αιτητή την12/05/2026 αποτέλεσε τόσο η μη εμφάνιση του συνηγόρου του Αιτητή κατά την ημέρα που η υπόθεση ήταν ορισμένη με φυσική παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς την οποιαδήποτε ενημέρωση του Δικαστηρίου για τυχόν κώλυμα του, όσο και η μη συμμόρφωσή του με προηγούμενες οδηγίες, από 10/03/2026 για εντός τεσσάρων βδομάδων καταχώρηση γραπτής αγόρευσης με ρήτρα απόρριψης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.

 

Μάλιστα το Δικαστήριο αναμένοντας την εμφάνιση του συνηγόρου του Αιτητή επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 10.20 π.μ. αντί στις 8.30 π.μ. που ήταν ορισμένη, δίδοντας με τον τρόπο αυτό αρκετό περιθώριο χρόνου για την εμφάνιση του συνηγόρου για την προώθηση της υπόθεσής του, δεδομένου ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη με φυσική παρουσία.   

 

Πέραν των πιο πάνω, σημαντικό στοιχείο στην εξέταση της αίτησης επαναφοράς αποτελεί και η σπουδή με την οποία καταχωρείται μία αίτηση επαναφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε εντός μίας βδομάδας από την απόρριψη της προσφυγής, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη, ωστόσο ουδέν αναφέρθηκε για την μη εμφάνιση κατά την επίδικη δικάσιμο.

 

Ο μοναδικός ισχυρισμός που προβάλλεται από τους συνηγόρους του Αιτητή, αφορά στην μη καταχώρηση της αγόρευσης και στο αίτημά του για παράταση του χρόνου, εφόσον είχαν διαπιστώσει μια ημέρα προηγουμένως ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη στις 12/05/2026 και όχι στις 12/06/2026 ως λανθασμένα είχαν σημειώσει. Ωστόσο οφείλω να παρατηρήσω ότι οι τελευταίες οδηγίες για καταχώρηση της αγόρευσης δόθηκαν από τον Μάρτιο 2026 (10/03/2026) για καταχώρηση αυτής εντός 4 βδομάδων ήτοι μέχρι τον Απρίλιο. Αντ’ αυτού ακόμα και μέχρι τον Μάιο ήτοι 2 μήνες αργότερα παρέλειψαν να συμμορφωθούν, σε συνδυασμό δε με την παράλειψη εμφάνισης ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή από την ενεργοποίηση της ρήτρας απόρριψης της προσφυγής.

 

Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση υπ’αριθμόν 540/12, NADER MT MATANES v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 30/11/2012, στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Όπως έχει αναφερθεί στην El Aassy (ανωτέρω), απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με έρεισμα την υπόθεση Ανδρέα Μαύρου ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3020, δεν υπάρχει πρόνοια στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που εφαρμόζονται με βάση τον Καν. 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, για επαναφορά αγωγής και κατ΄ επέκταση προσφυγής στην αναθεωρητική δικαιοδοσία όταν η αγωγή ή η προσφυγή αποσύρεται και απορρίπτεται. Στην υπό κρίση περίπτωση βεβαίως η προσφυγή δεν αποσύρθηκε, αλλά απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης της. Οπότε λειτουργούν οι αντίστοιχες διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για απορριφθείσα αγωγή λόγω μη εμφάνισης κατά την ακρόαση, κατά τη Δ.35 θ.4 και το ενδεχόμενο ακύρωσης της απόφασης που δόθηκε σε αίτηση που καταχωρείται εντός 15 ημερών, με βάση τη Δ.35 θ.5, στην οποία όμως δεν εδράζεται η επίδικη αίτηση.

 

Λειτουργεί βεβαίως υπέρ του αιτητή, η σπουδή με την οποία καταχώρησε την αίτηση επαναφοράς, μόλις την επόμενη μέρα, αλλά και εναντίον του η παντελής έλλειψη ουσιαστικής αιτιολογίας για την μη έγκαιρη εμφάνιση του συνηγόρου του. Όχι μόνο η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν επεξηγεί το λόγο μη εμφάνισης (αναφέρει απλώς ότι λόγω φόρτου εργασίας δεν κατέστη δυνατή η έγκαιρη ετοιμασία και κατάθεση της γραπτής αγόρευσης του αιτητή, που αφορά βεβαίως άλλο γεγονός από το ζητούμενο), αλλά και εντελώς λανθασμένα παρουσιάζει την υπόθεση ως να ήταν για οδηγίες ορισμένη στις 9.10.2012 (που δεν ήταν), αναμένοντας μάλιστα να ειδοποιείτο για την επόμενη ορισθείσα ημερομηνία από το Πρωτοκολλητείο λόγω μη εμφάνισης. Αυτό αναγράφεται στην παρ. 4 της ένορκης δήλωσης, σε αντίθεση, πρέπει να παρατηρηθεί, με το γεγονός που καταγράφεται στην παρ. 2, ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις.

[………]

 

Η υποχρέωση του δικηγόρου να εμφανισθεί κατά τη δικάσιμο συνιστά μια σοβαρή ευθύνη που σχετίζεται άμεσα με την ίδια την απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον δεν αποτελεί ζήτημα απλής τυπικότητας, αλλά ζήτημα ουσίας. Αποφάσεις όπως η Ξενοφώντος ν. Χατζηαράπη (1999) 1 Α.Α.Δ. 221 και Βαρδιάνος ν. Richards- πιο πάνω -, τονίζουν την επιτακτική ανάγκη συμμόρφωσης με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και τον κανόνα ότι λάθος ή παράλειψη του δικηγόρου δεν νοείται να προβάλλεται προς υπερφαλάγγιση των προθεσμιών ή την αναγέννηση των διαδικασιών.

[……..]

 

Στην Tsingi v. Republic (1984) 3C.L.R. 1262 και Rousos and Another v. Republic (1985) 3C.L.R. 119, τονίσθηκε ότι αιτήσεις επαναφοράς πρέπει να εξετάζονται υπό το φως της αναθεωρητικής φύσης της όλης διαδικασίας, ώστε να μην θεωρείται ως εγκαταληφθείσα, αν πράγματι δεν υπήρξε πρόθεση εγκατάλειψης. Όμως, η αναθεωρητική δικαιοδοσία, παρά τον εξεταστικό της χαρακτήρα, θεωρείται από πλευράς διαδικασίας ως ιδιαίτερης φύσης, εφόσον η ίδια η προσφυγή πρέπει να καταχωρηθεί, χωρίς περιθώριο επέκτασης, εντός 75 ημερών. Η απόρριψη της θέτει τέρμα στην ίδια την ύπαρξη της, οπότε η αναβίωση της, μέσω επαναφοράς ανατρέπει την ανατρεπτική αυτή προθεσμία εφόσον δίδει νέα ευκαιρία στο διοικούμενο να προωθήσει την αίτηση ακύρωσης.»

 

Πέραν των πιο πάνω, παραπέμπω και στην απόλυτα σχετική απόφαση Henria Tchabon Tchioundje ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 152/2023, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σύμφωνα με τον Κανονισμό 6(α) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως τροποποιήθηκαν (εφεξής «ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 2019»), ο αιτητής/προσφεύγων θα καταχωρεί τη γραπτή του αγόρευση εντός 30 ημερών από την καταχώρηση της ένστασης των καθ'ων η αίτηση, υπό την αίρεση διαφορετικών οδηγιών του Δικαστηρίου.

 

Η διατύπωση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής υποχρεούται να συμμορφώνεται με την προθεσμία στην οποία υπόκειται για καταχώρηση της γραπτής αγόρευσής του (της τριακονταήμερης ή άλλης την οποία διατάσσει το πρωτόδικο Δικαστήριο).

 

Η προβλεπόμενη στον Κανονισμό 6(β) του Διαδικαστικού Κανονισμού του 2019 ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου να ορίσει την υπόθεση για ακρόαση, διατάσσοντας τους διάδικους να αγορεύσουν μόνο προφορικώς (αναλόγως της πολυπλοκότητας των εγειρόμενων στην προσφυγή νομικών και πραγματικών ζητημάτων), ουδόλως αναιρεί την υποχρέωση του αιτητή να καταχωρίσει την γραπτή του αγόρευση εντός της προθεσμίας που τον δεσμεύει, άπαξ και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφασίσει την ενώπιόν του καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων (και να μην ασκήσει, συνεπώς, την ευχέρεια του Κανονισμού 6(β)).

 

Ομοίως, ούτε το γεγονός ότι ο Κανονισμός 3(γ) του Διαδικαστικού Κανονισμού του 2019 ρητά προβλέπει την απόρριψη (μη εμπροθέσμως επιδοθείσας) προσφυγής ως εγκαταλειφθείσας (εκτός αν άλλως ήθελε ορίσει το πρωτόδικο Δικαστήριο) σημαίνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δύναται να απορρίψει προσφυγή ως εγκαταλειφθείσα ένεκα άλλης δικονομικής παράβασης από πλευράς του αιτητή/προσφεύγοντα.

 

Περαιτέρω, ο Κανονισμός 2 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 2019 καθιστά (τηρουμένων των αναλογιών) εφαρμοστέο στην ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δίκη (εκτός αν το πρωτόδικο Δικαστήριο άλλως ορίσει) τον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 (εφεξής «ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 1962») και τους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2015 (εφεξής «ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 2015»), με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες τις οποίες αναφέρει ο ίδιος ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 2019 και κατ' ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές.

 

Εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο εφαρμόζει τον Διαδικαστικό Κανονισμό του 1962 εκτός αν ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 2019 έχει ειδική πρόνοια (που δεν έχει, εν προκειμένω), έχει την εξουσία που ανέκαθεν είχε -βάσει του ίδιου δικονομικού πλαισίου- το αναθεωρητικής δικαιοδοσίας Δικαστήριο να απορρίπτει προσφυγή ως εγκαταλειφθείσα, λόγω της εκπρόθεσμης καταχώρησης γραπτής αγόρευσης από πλευράς του προσφεύγοντα.

 

Συναφώς, υπομνύεται ότι ο Κανονισμός 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 καθιστά εφαρμοστέους (τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις το επιτρέπουν) τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (εφεξής «οι Θεσμοί») που ίσχυαν κατά την ημερομηνία έκδοσης του Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 «εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εκτός το Δικαστήριον ή Δικαστής άλλως ήθελεν ορίσει».

 

Η δε Διαταγή 26, Θ. 13(2) των Θεσμών επιτρέπει στο Δικαστήριο να απορρίψει την αγωγή ελλείψει προώθησης.

 

Στην Rousos v. Republic (1985) 3 CLR 119 (η οποία έτυχε αναφοράς στη μεταγενέστερη Σταυρινάκης ν. Δημοκρατίας (2014) 3 Α.Α.Δ. 40) κρίθηκε ότι, όταν προσφυγή απορρίπτεται ελλείψει προώθησης, τότε το ορθό δικονομικό διάβημα είναι η υποβολή αίτησης επαναφοράς στο πρωτόδικο Δικαστήριο και όχι η έφεση κατά της απορριπτικής δικαστικής απόφασης.

 

Στην Ελεύθερο Εργατικό Σωματείο Μεταφορών και Γεωργίας ΣΕΚ Λεμεσού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 4853, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάνθηκε τα εξής, σε σχέση τόσο με την δικαστική εξουσία απόρριψης προσφυγής λόγω μη προώθησης, ένεκα της μη εμπρόθεσμης καταχώρησης γραπτής αγόρευσης, όσο και με την αίτηση επαναφοράς:

 

«Το μονομελές Δικαστήριο, όπως είναι καθαρό από το πρακτικό που έχει προεκτεθεί, παρέτεινε το χρόνο καταχώρισης γραπτής αγόρευσης για δέκα μέρες και πρόσθεσε: "If they fail to file an address, the case will be dismissed as abandoned".

Οι αιτητές παρέλειψαν να καταχωρίσουν τη γραπτή αγόρευσή τους και, ως εκ τούτου, η υπόθεση θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε. Αυτό είναι πλήρης παραίτηση από την προσφυγή, η οποία επίσημα καταγράφτηκε από το Δικαστήριο. Η παραίτηση αυτή και το πρακτικό του Δικαστηρίου τερματίζουν την ύπαρξη της προσφυγής.

Η προσφυγή, μετά τη λήξη της δεκαήμερης προθεσμίας που έταξε το δικαστήριο, έπαυσε να είναι ζώσα και η διαδικασία τερματίστηκε.  Η παράδοση, μετά τον τερματισμό της διαδικασίας, στο Πρωτοκολλητείο ενός εγγράφου τιτλοφορούμενου «Γραπτή Αγόρευση» καμία επιρροή δεν ασκεί στην υπόθεση.

Δικαστική πράξη για τον τερματισμό της προσφυγής είναι το πρακτικό που έχουμε παραθέσει.

Προσφυγή που εγκαταλείφθηκε ή απορρίφθηκε μπορεί να επαναφερθεί όπως η αστική αγωγή.

Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν, εκτός εάν άλλωσπως προβλέπεται από ειδικούς κανονισμούς του Ανωτάτου Συνταγματικού ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Η προσέγγιση του Δικαστηρίου σε αίτημα για επαναφορά προσφυγής που απορρίφθηκε γιατί είχε εγκαταλειφθεί είναι σύμφωνη με τις αρχές που διέπουν την ακύρωση απόφασης που εκδίδεται σε αστικές υποθέσεις. Στην περίπτωση, όμως των προσφυγών, η προθεσμία υποβολής αίτησης για επαναφορά, που προβλέπεται από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, δεν εφαρμόζεται. Η αίτηση για επαναφορά πρέπει να γίνεται μέσα σε εύλογα σύντομο χρόνο. Ο εύλογα σύντομος χρόνος κρίνεται από το δικαστήριο με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.».

 

Στην Σταυρινάκης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου παρέπεμψε στην Υπόθεση Αρ. 540/2012 Matanes ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 30.11.2012 (στην οποία απορρίφθηκε αίτηση επαναφοράς παρά τη σύντομη καταχώρησή της μετά την απόρριψή της εκεί προσφυγής, λόγω αδιαφορίας στη δικαστική διαδικασία και εγκατάλειψη της Προσφυγής, ένεκα της μη καταχώρησης γραπτής αγόρευσης και μη εμφάνισης του συνηγόρου του προσφεύγοντα αιτητή ασύλου κατά τις διευκρινίσεις) για να σημειώσει ότι οι αιτήσεις επαναφοράς αντιμετωπίζονται πάντοτε με αυστηρότητα. 

 

Στην παράγραφο 29 του περιγράμματός του, ο Εφεσείων επικαλείται δικαστική πρακτική, κατά την οποία το Δικαστήριο προειδοποιεί τους διάδικους περί πρόθεσης απόρριψης λόγω μη προώθησης και ότι «Θα μπορούσε το πρωτόδικο Δικαστήριο να θέσει ρήτρα απόρριψης σε κάποιο στάδιο λόγω της καθυστέρησης καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης ή έστω να προειδοποιήσει [sic] για πιθανότητα απόρριψης σε περίπτωση έγκαιρης καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης εκ μέρους του Εφεσείοντα/Αιτητή.».

 

Ως προς τούτο, εγκύπτοντας στα δικαστικά πρακτικά, τα οποία συνιστούν το μόνο αυθεντικό οδηγό ως προς τη διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας (Πολιτική Έφεση Αρ. 315/2014 Ερωτοκρίτου (υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Ι. Ερωτοκρίτου) ν. Κιτρομηλίδη (υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Χ. Κιτρομηλίδη) κ.ά., απόφαση ημερ. 30.10.2024) και τα οποία δεν δύνανται να αμφισβητηθούν ενώπιον του Εφετείου ως προς την ορθότητά τους (Πολιτική Έφεση Αρ. 188/2010 Μαυρουδής ν. GLOBAL CONSOLIDATED RESOURCES LTD απόφαση ημερ. 4.6.2015), παρατηρούμε τα εξής:

 

Σύμφωνα με το πρακτικό για τη δικάσιμο της 6.10.2023, η συνήγορος του Εφεσείοντα ήταν παρούσα, οπότε είχε την ευκαιρία να ακουστεί πριν το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίψει την Προσφυγή και -κατά την εφεσιβαλλόμενη απόφαση- όντως ακούστηκε αφού ζήτησε για μια φορά ακόμα παράταση της προθεσμίας, χωρίς να προειδοποιήσει εκ των προτέρων το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι και πάλι δεν θα ήταν έτοιμη. Ο Εφεσείων προβάλλει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει -βάσει δικαστικής πρακτικής- να προειδοποιεί τους συνήγορους περί της πρόθεσής του να απορρίψει προσφυγή, χωρίς όμως να διευκρινίζει ποιος δικονομικός κανόνας ή νομολογία συνιστά τη βάση τέτοιας πρακτικής. Πέραν τούτου, παρατηρούμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έπραξε κατ' επανάληψη το ελάχιστο το οποίο ο Εφεσείων προτείνει στο περίγραμμμά του, δηλαδή (κατά τα δικαστικά πρακτικά) όταν το πρωτόδικο Δικαστήριο όριζε προθεσμία για την καταχώρηση γραπτής αγόρευσης από πλευράς του Εφεσείοντα, αυτή η προθεσμία συνοδευόταν πάντοτε από ρήτρα απόρριψης.

 

Εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε στον Εφεσείοντα οδηγίες για εμπρόθεσμη καταχώρηση της γραπτής αγόρευσής του υπό ρήτρα απόρριψης (και δη κατ' επανάληψη) και οι οδηγίες δεν ακολουθήθηκαν, η Ελεύθερο Εργατικό Σωματείο Μεταφορών και Γεωργίας ΣΕΚ Λεμεσού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) δεικνύει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε την εξουσία να θεωρήσει άνευ ετέρου την Προσφυγή ως εγκαταλειφθείσα και είχε εξουσία να την απορρίψει για αυτό τον λόγο.

 

Όσον αφορά την εξέταση της αίτησης επαναφοράς, συνυπολογίζεται ο χρόνος καταχώρησής της και, εν προκειμένω, η επίδικη αίτηση επαναφοράς καταχωρίστηκε στις 10.10.2023, μόλις 4 ημέρες μετά από την απόρριψη της Προσφυγής στις 6.10.2023, δηλαδή με σπουδή όπως ρητά αναγνωρίζεται στην εφεσιβαλλόμενη απόφαση (παράγραφος 14).

 

Πλην όμως, συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το έγκαιρο της καταχώρησης της αίτησης επαναφοράς δεν είναι ο μόνος παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκασή της, ώστε να δύναται να λεχθεί ότι έγκαιρη αίτηση επαναφοράς εγκρίνεται άνευ ετέρου.

 

Σημαντικός, κατά τη γνώμη μας, παράγοντας (ως δεικνύει και η Matanes ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω) είναι και η όλη στάση του προσφεύγοντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μέσω των συνηγόρων του οι οποίοι τον αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν (με συνέπεια και να τον δεσμεύουν: Πολιτική Έφεση Αρ. 284/2014 Παπαντωνίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και Marfin Popular Bank Public Co. Ltd, απόφαση ημερ. 16.1.2023·Πολιτική Έφεση Αρ. 353/2018 Τ & Μ Οικονόμου & Υιός Λτδ κ.ά. ν. ScySac Limited, απόφαση ημερ. 28.3.2024).

 

Καταρχήν, αφού η δίκη εκκινείται από τον ίδιο τον προσφεύγοντα διά καταχώρησης της προσφυγής του, έχει το πλεονέκτημα να γνωρίζει εκ των προτέρων τους λόγους ακύρωσης τους οποίους προωθεί και συνεπώς υπέχει την υποχρέωση να προωθεί την υπόθεσή του με την δέουσα επιμέλεια, ώστε να τυγχάνουν σεβασμού τόσο τα δικονομικά δικαιώματα των λοιπών διαδίκων ως προς την υπέρ τους έγκαιρη απονομή της Δικαιοσύνης όσο και ο πολύτιμος δικαστικός χρόνος ο οποίος εξ ορισμού δεν είναι αποκλειστικά αφιερωμένος στη συγκεκριμένη προσφυγή.

 

Όσον αφορά ιδιαίτερα το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 2019 θέτει ως κανόνα την καταχώρηση της αγόρευσης του αιτητή/προσφεύγοντα εντός 30 ημερών από την καταχώρηση της ένστασης της καθ' ης η αίτηση.

 

Aφού ο δικονομικός νομοθέτης όρισε την τριακονταήμερη προθεσμία ως κανόνα, αυτή αναμένεται κανονικώς να θεωρείται επαρκής και να τηρείται, όπερ εμμέσως πλην σαφώς σημαίνει ότι ο συνήγορος του προσφεύγοντα δεν μπορεί να παραβαίνει αυτή την προθεσμία απλά επικαλούμενος φόρτο εργασίας.

 

Συνάγεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο θα εδύνατο να δώσει μόνο προθεσμία 30 ημερών στους συνήγορους του Εφεσείοντα για την καταχώρηση γραπτής αγόρευσης.

 

Αντ' αυτού, το πρωτόδικο Δικαστήριο χορήγησε προθεσμία από τις 20.9.2022 και ανέμενε τους συνήγορους του Εφεσείοντα να την τηρήσουν μέχρι την 6.10.2023, παρατείνοντας την προθεσμία 3 φορές και προεκτείνοντάς την πέραν του έτους, με αποτέλεσμα να του χορηγηθεί πολλαπλάσιος χρόνος από την κανονική προθεσμία».

 

Κατ΄ αναλογία των πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο ανέμενε την γραπτή αγόρευση του Αιτητή από τον Νοέμβριο 2025[1] και μέχρι και τον Μάιο του 2026, ήτοι έξι μήνες, ουδεμία ενέργεια από πλευράς Αιτητή έγινε για προώθηση της προσφυγής.

 

Όλων των πιο πάνω λεχθέντων η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει διότι δεν έχει υποστηριχτεί με επάρκεια ούτε το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο Αιτητής όντως δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την προσφυγή του.

 

Για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω, η αίτηση επαναφοράς απορρίπτεται, με €300 έξοδα, υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

                                                                                        Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ.

 



[1] Δεδομένου ότι η Ένσταση καταχωρήθηκε 17/10/2025 και έκτοτε δίδεται παράταση χρόνου καταχώρησης της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο