I.R.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2003/2022, 23/6/2026
print
Τίτλος:
I.R.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2003/2022, 23/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 2003/2022

23 Ιουνίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

I.R.B.

 από Σιέρρα Λεόνε

                                            Αιτήτρια

 -και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

της Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

                                                                                                          

Δικηγόροι για Αιτήτρια: Γ. Κωνσταντίνου (κα) για Μ. Παπαλοΐζου (κος)

Δικηγόροι για Καθ’ ων η αίτηση: Θ. Βασιλάκη (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ημερ. 19.03.2022, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτησή της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Σιέρα Λεόνε, την οποία εγκατέλειψε στις 18.02.2021 και στις 19.02.2021 εισήλθε παράτυπα, μέσω κατεχομένων, στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Στις 15.07.2021 υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία και στις 17.01.2022 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»).  Στις 28.01.2022, ο Λειτουργός υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου ενέκρινε στις 19.03.2022 την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας και την επιστροφή της στη Σιέρα Λεόνε, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 30.03.2022 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου της ίδιας ημέρας. Την εν λόγω απόφαση αμφισβητεί η Αιτήτρια μέσω της υπό εξέταση προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως η Αιτήτρια, δια του συνηγόρου της, ισχυρίζεται κατά πρώτον ότι η διοίκηση παρέλειψε να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης της Αιτήτριας, καθώς οι Καθ’ ων η αίτηση δεν της έδωσαν το δικαίωμα να αποδείξει τους ισχυρισμούς της, υποβάλλοντας ότι ενώ η προφορική της συνέντευξη ήταν ανεπαρκής, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να την καλέσουν σε συμπληρωματική συνέντευξη προκειμένου να της δώσουν το δικαίωμα να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς της. Ακολούθως ο συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας χωρίς ωστόσο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και καταλήγει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση ουδέποτε εξέτασαν ουσιαστικά εάν η Αιτήτρια πληροί τις προυποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τον περί Προσφύγων Νόμο.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν ενδελεχούς έρευνας όλων των σχετικών περιστατικών της υπόθεσης, εύλογα και εντός των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, εφαρμόζοντας τον Νόμο και ότι αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη. Ειδικότερα υποστηρίζουν επιγραμματικά ότι η Αιτήτρια δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση της ως πρόσφυγα ή δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας και ζητούν από το παρόν Δικαστήριο όπως απορριφθεί η προσφυγή της Αιτήτριας και επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Δια της συμπληρωματικής αγόρευσής του, ο συνήγορος της Αιτήτριας αναπτύσσει περαιτέρω τον ισχυρισμό περί πλημμελούς και μη δέουσας διερεύνησης της αίτησής της και, προς υποστήριξη των θέσεών της, επαναλαμβάνει ότι η Αιτήτρια εξαναγκάστηκε σε γάμο και υπήρξε θύμα ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας από τον σύζυγό της. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι υπέστη ψυχολογική και συναισθηματική κακοποίηση από τις λοιπές συζύγους του καθώς και από τα παιδιά τους. Περαιτέρω, τονίζει ότι, ως συνέπεια της κακοποιητικής συμπεριφοράς του συζύγου της, η Αιτήτρια απέβαλε το έμβρυο που κυοφορούσε, στοιχείο το οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να αξιολογήσουν δεόντως. Ακολούθως, ο συνήγορος υποβάλλει ότι η Αιτήτρια αδυνατούσε να καταγγείλει τον σύζυγό της στις αρχές της Σιέρα Λεόνε, αφενός λόγω των απειλών που δεχόταν από τον ίδιο και το περιβάλλον του και αφετέρου λόγω της νεαρής ηλικίας της και της έλλειψης ασφαλούς χώρου ή δομής φιλοξενίας όπου θα μπορούσε να καταφύγει. Σε σχέση με τον τρόπο διαφυγής της από τη χώρα καταγωγής της, ο συνήγορός της ισχυρίζεται ότι έλαβε βοήθεια από γείτονά της, ο οποίος ήταν σε θέση να αντιλαμβάνεται τα περιστατικά βίας που λάμβαναν χώρα σε καθημερινή βάση εντός της οικίας της. Αναφορικά με την παράλειψη της Αιτήτριας να κινήσει διαδικασία διαζυγίου στη χώρα καταγωγής της, ο συνήγορός της επικαλείται, αφενός, ότι στη Σιέρα Λεόνε εφαρμόζεται σε σημαντικό βαθμό το εθιμικό δίκαιο, το οποίο δεν ευνοεί ή περιορίζει ουσιωδώς τη λύση του γάμου, και, αφετέρου, ότι η ίδια εξακολουθούσε να τελεί υπό καθεστώς απειλών από τον σύζυγό της και το περιβάλλον του, ενώ δεν διέθετε εναλλακτικό τόπο διαμονής.

 

Εξειδικεύοντας τον ισχυρισμό περί πλημμελούς και μη δέουσας διερεύνησης της αίτησης, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να εξετάσουν κατά πόσον η Αιτήτρια υπέστη Ακρωτηριασμό Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ), καθώς και εάν υφίσταται κίνδυνος επαναϋποβολής της στην εν λόγω πρακτική σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν υπέβαλαν οποιαδήποτε ουσιαστική ερώτηση αναφορικά με τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη από τον σύζυγό της, ενώ παρέλειψαν να την παραπέμψουν σε ιατρό ή/και ψυχολόγο προς αξιολόγηση της ενδεχόμενης ευαλωτότητάς της και των συνεπειών της φερόμενης κακοποίησης.

 

Ο συνήγορος της Αιτήτριας τονίζει, επίσης, ότι οι Πληροφορίες Χώρας Καταγωγής (ΠΧΚ) στις οποίες στηρίχθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση αφορούν γενικώς την κατάσταση ασφαλείας στη Σιέρα Λεόνε και δεν σχετίζονται ειδικώς με τους ατομικούς ισχυρισμούς και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας. Ακολούθως, παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν στη Σιέρα Λεόνε γυναίκες οι οποίες στερούνται υποστηρικτικού ή οικογενειακού δικτύου, τις οποίες προσκόμισε υπό τη μορφή Υπομνήματος. Επικαλείται δε ότι, λαμβανομένου υπόψη πως η Αιτήτρια εξακολουθεί να τελεί σε γάμο, καθώς και ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής αδυνατούν ή/και δεν επιδεικνύουν επαρκή βούληση να παράσχουν αποτελεσματική προστασία σε θύματα έμφυλης, ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί εκ νέου παρόμοια μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής της.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί τη θέση ότι η τελευταία εντάσσεται σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου.

 

Στη συνέχεια, ο συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει τον ισχυρισμό περί πλάνης περί τα πράγματα και/ή περί τον νόμο. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι, λόγω της πλημμελούς και επιφανειακής εξέτασης του αιτήματός της, οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας. Κατά τον συνήγορό της, η παράλειψη αυτή καταδεικνύει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν άσκησαν τη διακριτική τους ευχέρεια κατά τον προσήκοντα τρόπο και, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση εδράζεται σε πλάνη περί τα πράγματα. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση υπέπεσαν και σε πλάνη περί τον νόμο, καθότι παρέλειψαν να εξετάσουν κατά πόσον η Αιτήτρια εμπίπτει στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας στη χώρα καταγωγής της, παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς και τα πραγματικά δεδομένα που τέθηκαν ενώπιόν τους. Καταληκτικά, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, η τελευταία διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί εκ νέου σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση από τον σύζυγό της και τα μέλη της οικογένειάς του. Υπό το φως των ανωτέρω, ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να αναγνωρίσει την Αιτήτρια ως πρόσφυγα και/ή, επικουρικώς, ως δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας.

 

Δια της συμπληρωματικής γραπτής αγόρευσής τους και απαντώντας στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στη συμπληρωματική αγόρευση της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν ότι, ακόμη και εάν οι ισχυρισμοί της τελευταίας γίνουν αποδεκτοί ως αξιόπιστοι και θεωρηθεί ότι υφίσταται φόβος σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, ο φόβος αυτός εντάσσεται στο πλαίσιο ιδιωτικής διαφοράς και δεν συνδέεται με οποιονδήποτε από τους λόγους δίωξης που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι, εν πάση περιπτώσει, ο φόβος που επικαλείται η Αιτήτρια δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως βάσιμος και δικαιολογημένος, καθότι δεν πληρούται το αντικειμενικό στοιχείο του φόβου δίωξης, με αποτέλεσμα να μην συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια αδυνατούσε να επιδιώξει τη λύση του γάμου της στη χώρα καταγωγής της, οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν σε νομολογία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η οποία, στηριζόμενη σε Πληροφορίες Χώρας Καταγωγής (ΠΧΚ), καταγράφει ότι οι γυναίκες στη Σιέρα Λεόνε απολαμβάνουν, σε νομοθετικό επίπεδο, ίσα δικαιώματα με τους άνδρες σε ζητήματα οικογενειακού δικαίου, κληρονομικού δικαίου και δικαίου ακίνητης ιδιοκτησίας. Σε σχέση δε με το εθιμικό δίκαιο, υποστηρίζουν ότι η εφαρμογή του είναι περιορισμένη στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, όπως η πόλη Freetown, όπου υπερισχύει το τυπικό νομικό πλαίσιο.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί υποβολής της Αιτήτριας σε Ακρωτηριασμό Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ), οι Καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν ότι αυτός εγείρεται για πρώτη φορά μέσω της συμπληρωματικής αγόρευσης της Αιτήτριας, χωρίς να έχει προβληθεί κατά τα προγενέστερα στάδια της παρούσας διαδικασίας και χωρίς να περιλαμβάνεται στους λόγους ακύρωσης που δικογραφούνται στο εισαγωγικό δικόγραφο. Ως εκ τούτου, υποστηρίζουν ότι ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά νέο λόγο ακύρωσης, ο οποίος προβάλλεται εκπροθέσμως και δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια έπρεπε να παραπεμφθεί σε ψυχολόγο προς αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι ουδέν στοιχείο προέκυψε κατά τη διοικητική διαδικασία που να καθιστά αναγκαία μια τέτοια παραπομπή. Εν πάση περιπτώσει, προβάλλουν ότι η απόφαση περί παραπομπής σε ειδικό εμπειρογνώμονα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου λειτουργού, ο οποίος, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ορθώς έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της σχετικής διαδικασίας. Σε σχέση με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που προσκομίστηκαν από τον συνήγορο της Αιτήτριας υπό τη μορφή υπομνήματος, οι Καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν ότι οι πληροφορίες αυτές αφορούν τις γενικές συνθήκες που επικρατούν στη Σιέρα Λεόνε και δεν τεκμηριώνουν ούτε επιβεβαιώνουν τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν τη φερόμενη προσωπική εμπειρία της Αιτήτριας.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί πλάνης περί τα πράγματα και/ή περί τον νόμο, οι Καθ’ ων η αίτηση προωθούν ότι ουδεμία πλάνη εμφιλοχώρησε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας αξιολογήθηκαν πλήρως και δεόντως. Υποστηρίζουν δε ότι η κρίση περί αναξιοπιστίας της Αιτήτριας ήταν εύλογη, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης. Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση υποβάλλουν ότι, παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια εκπροσωπείται από δικηγόρο καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας, δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί η αξιοπιστία των ισχυρισμών της ούτε να αποδειχθεί η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ως εκ τούτου, υποστηρίζουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα ή ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας και ζητούν από το Δικαστήριο την απόρριψη της προσφυγής και την επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Δια της απαντητικής του αγόρευσης, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι στην παρούσα υπόθεση υφίστανται ουσιώδεις ισχυρισμοί και πραγματικά περιστατικά τα οποία ουδέποτε διερευνήθηκαν επαρκώς ούτε λήφθηκαν δεόντως υπόψη κατά την εξέταση του αιτήματός της. Ειδικότερα, αναφέρεται στον ισχυρισμό περί υποβολής της Αιτήτριας σε Ακρωτηριασμό Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ), στον εξαναγκαστικό γάμο στον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, υποβλήθηκε, στην έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της, καθώς και στη σημασία που διαδραματίζει το εθιμικό δίκαιο στη Σιέρα Λεόνε.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί υποβολής της Αιτήτριας σε ΑΓΓΟ, ο συνήγορός της απορρίπτει τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι πρόκειται για νέο ισχυρισμό ο οποίος προβάλλεται για πρώτη φορά μέσω της συμπληρωματικής αγόρευσης. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός αυτός ανέκυψε κατά την εξέταση του διοικητικού φακέλου της Αιτήτριας, από τον οποίο διαπίστωσε ότι δεν διενεργήθηκε οποιαδήποτε αξιολόγηση της ευαλωτότητάς της, παρά το γεγονός ότι, κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, είχε αναφερθεί σε περιστατικά κακοποίησης που, κατά την άποψή του, επέβαλλαν περαιτέρω διερεύνηση της κατάστασής της.

 

Καταληκτικά, ο συνήγορος της Αιτήτριας απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών που προβάλλονται στη συμπληρωματική αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση και ζητεί από το Δικαστήριο την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και την αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα και/ή, επικουρικώς, ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και υπό το φως των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου.

Διαφαίνεται από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιόν μου, ότι η Αιτήτρια, υπήκοος Σιέρα Λεόνε, ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της καταχωρισθείσας αίτησής , ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της επειδή προέρχεται από μία πολυγαμική οικογένεια, καθώς ο πατέρας της είχε 3 συζύγους, εκ των οποίων απέκτησε 10 τέκνα. Η Αιτήτρια ήταν η νεότερη θυγατέρα του πατέρα της και η πρωτότοκη θυγατέρα της μητέρας της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η οικογένειά της αντιτασσόταν στη μόρφωση των κοριτσιών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα οι δύο ετεροθαλείς αδελφές της να έχουν παντρευτεί σε νεαρή ηλικία. Η δική της περίπτωση, ωστόσο, διαφοροποιήθηκε, καθώς η μητέρα της κατόρθωσε να πείσει τον πατέρα της να της επιτρέψει να φοιτήσει αρχικά στο σχολείο και ακολούθως στο πανεπιστήμιο πριν από τον γάμο της. Η μεταχείριση αυτή προκάλεσε τη ζήλεια και τον φθόνο των λοιπών συζύγων του πατέρα της, καθώς και των τέκνων τους.

Η Αιτήτρια ανέφερε περαιτέρω ότι αμφότεροι οι γονείς της απεβίωσαν αιφνιδίως συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Μετά τον θάνατό τους, οι θείοι της και οι μητριές της την εξανάγκασαν να διακόψει τις σπουδές της και, το έτος 2015, την πάντρεψαν παρά τη θέλησή της με άνδρα ηλικίας 55 ετών, ο οποίος ήταν ήδη έγγαμος με δύο συζύγους και πατέρας έξι τέκνων, μεγαλύτερων σε ηλικία από την ίδια.

 

Κατά τους ισχυρισμούς της, οι λοιπές σύζυγοι του συζύγου της, καθώς και τα τέκνα του, την υπέβαλλαν σε συστηματική κακομεταχείριση, εκφοβισμό και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σωματική βία. Παράλληλα, ο σύζυγός της την αντιμετώπιζε ως υπηρέτρια και επέδειξε επανειλημμένα σεξουαλικά βίαιη συμπεριφορά εις βάρος της, γεγονός που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, είχε ως συνέπεια την αποβολή του εμβρύου που κυοφορούσε. Υπό τις συνθήκες αυτές, και καθώς η κατάσταση επιδεινωνόταν συνεχώς, ένας γείτονάς της αποφάσισε να τη βοηθήσει, καθώς η ίδια είχε πλέον την πεποίθηση ότι η ζωή της βρισκόταν σε άμεσο κίνδυνο (βλ. ερ. 1 και 22 δ.φ.).

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής της συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1998, μεγάλωσε και έζησε αποκλειστικά στην πόλη Freetown. Οι γονείς της απεβίωσαν το 2015 σε τροχαίο δυστύχημα και διαθέτει 9 ετεροθαλή αδέρφια τα οποία εξακολουθούν να διαμένουν στην πόλη Freetown. Σχετικά με την οικογενειακή της κατάσταση, η Αιτήτρια δήλωσε έγγαμη μεν, άτεκνη δε, εξηγώντας ότι ο σύζυγός της εξακολουθεί να διαμένει στην πόλη Freetown. Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι φοίτησε στο σχολείο για 11 χρόνια, από το 2004 μέχρι το 2015, χρόνο κατά τον οποίων σκοτώθηκαν οι γονείς της. Ερωτηθείσα εάν εργαζόταν στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια απάντησε αποφατικά, επικαλούμενη ότι ήταν μαθήτρια. Ως προς το θρήσκευμά της και τη φυλετική της καταγωγή, η Αιτήτρια αποσαφήνισε ότι είναι Μουσουλμάνα και ανήκει στη φυλετική ομάδα Fullah.

 

Σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, η Αιτήτρια προσέθεσε με απόλυτη ακρίβεια αυτά που δήλωσε κατά την καταγραφή του αιτήματός της, προσθέτοντας ότι δεν μπορούσε να καταγγείλει το σύζυγό της και την οικογένεια του επειδή τότε η ίδια ήταν μόλις 17 ετών.

 

Αναφορικά με τον θάνατο των γονέων της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αυτοί απεβίωσαν συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος το έτος 2015, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, πληροφορήθηκε κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας από την αστυνομία. Ερωτηθείσα ως προς το πρόσωπο με το οποίο διέμενε μετά τον θάνατο των γονέων της, δήλωσε ότι παρέμεινε στην πατρική οικία μαζί με τις μητριές της μέχρι τις 26 Απριλίου 2015, ημερομηνία κατά την οποία τελέστηκε ο γάμος της. Κληθείσα να περιγράψει τη συμπεριφορά των μητριών της απέναντί της, ανέφερε ότι δεν της μιλούσαν και δεν την αποδέχονταν. Ερωτηθείσα ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι μητριές της εντόπισαν τον άνδρα με τον οποίο την πάντρεψαν, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, προσθέτοντας ότι της γνωστοποιήθηκε πως θα παντρευόταν ανεξαρτήτως της βούλησής της.

 

Κληθείσα να παράσχει πληροφορίες για τον σύζυγό της, η Αιτήτρια ανέφερε ονοματεπώνυμο του. Ερωτηθείσα πώς οι μητριές της κατάφεραν να τη συνδέσουν με έναν εύπορο άνδρα, παρά το γεγονός ότι η ίδια προερχόταν από φτωχή οικογένεια, δήλωσε ότι αγνοεί τις σχετικές περιστάσεις, εξηγώντας ότι γνώρισε τον σύζυγό της για πρώτη φορά την ημέρα του γάμου τους, στις 26 Απριλίου 2015. Ως προς το επάγγελμά του, ανέφερε ότι ήταν επιχειρηματίας, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει τον τομέα δραστηριοποίησής του. Ερωτηθείσα σχετικά με τη γενικότερη συμπεριφορά του απέναντί της, δήλωσε ότι ήταν αγενής και ασκούσε σεξουαλική βία εις βάρος της.

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους δεχόταν σωματική βία από τα τέκνα του συζύγου της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αυτά τη ζήλευαν και αντιδρούσαν στον νέο γάμο του πατέρα τους. Τόνισε δε ότι όλα τα τέκνα του ήταν μεγαλύτερα σε ηλικία από την ίδια, αναφέροντας ότι ο νεότερος υιός του ήταν 25 ετών και ο μεγαλύτερος 35 ετών.

 

Κληθείσα να αποσαφηνίσει τον ισχυρισμό της ότι αντιμετωπιζόταν ως σκλάβα, δήλωσε ότι επωμιζόταν αποκλειστικά όλες τις οικιακές εργασίες, ενώ οι λοιπές σύζυγοι του συζύγου της δεν συμμετείχαν σε αυτές. Ζητηθείσα να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο εγκατέλειψε τη συζυγική οικία και τον τόπο στον οποίο μετέβη στη συνέχεια, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αναχώρησε από την οικία της στις 18 Φεβρουαρίου 2021, χωρίς ωστόσο να μεταβεί σε συγκεκριμένο τόπο.

 

Ερωτηθείσα σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο γείτονάς της αποφάσισε να τη βοηθήσει, η Αιτήτρια απάντησε ότι εκείνος φοβόταν πως η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο εάν συνέχιζε να διαμένει στη συζυγική οικία. Ως προς τα χρήματα που, κατά τους ισχυρισμούς της, καταβλήθηκαν για τη διευκόλυνση της αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, δήλωσε ότι αγνοεί τις σχετικές λεπτομέρειες. Αναφορικά με το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο γείτονάς της τής γνωστοποίησε την πρόθεσή του να τη βοηθήσει, ανέφερε ότι αυτό συνέβη στις 25 Φεβρουαρίου 2019. Όταν κλήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι τελικώς αφίχθηκε στην Κύπρο δύο έτη αργότερα, απάντησε ότι ο γείτονάς της τής είχε διαβεβαιώσει πως θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να τη βοηθήσει. Ερωτηθείσα εάν το πρόσωπο που μερίμνησε για την έκδοση του διαβατηρίου της το 2021 ήταν ο ίδιος γείτονας, απάντησε καταφατικά. Κληθείσα να εξηγήσει τον λόγο της διετούς καθυστέρησης στην οργάνωση της αναχώρησής της από τη Σιέρα Λεόνε, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι η προβληματική κατάσταση που επικρατούσε στην οικία της συνεχιζόταν αδιαλείπτως κατά το διάστημα μεταξύ 2019 και 2021.

 

Τέλος, ερωτηθείσα ως προς το τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, η Αιτήτρια απάντησε ότι φοβάται πως θα χάσει τη ζωή της.

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης της Αιτήτριας, ο Λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις της Αιτήτριας.

 

Ο πρώτος αφορά τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ο οποίος και έγινε αποδεκτός.

 

Ως δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός προσδιορίστηκε ο ισχυρισμός περί φόβου δίωξης της Αιτήτριας από τις μητριές της, σε συνδυασμό με τον εξαναγκαστικό γάμο στον οποίο φέρεται να υποβλήθηκε και την κακοποίηση που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη από τον σύζυγό της και τα τέκνα αυτού.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας χαρακτηρίζονταν από ασάφεια, αοριστία και έλλειψη επαρκούς περιγραφικής λεπτομέρειας. Ειδικότερα, παραπέμπουν αρχικά στις δηλώσεις της σχετικά με το τροχαίο δυστύχημα των γονέων της, χωρίς ωστόσο να προβαίνουν σε ουσιαστική αξιολόγηση αυτών, και στη συνέχεια εξετάζουν τους ισχυρισμούς της περί εξαναγκαστικού γάμου. Στο πλαίσιο αυτό, έκριναν ότι ευλόγως θα αναμενόταν από την Αιτήτρια να γνωρίζει βασικές πληροφορίες αναφορικά με τον σύζυγό της, όπως ο τομέας της επαγγελματικής του δραστηριότητας, στοιχείο το οποίο δήλωσε ότι αγνοούσε.

 

Περαιτέρω, ως προς τη μεταχείριση που ισχυρίστηκε ότι υπέστη από τον σύζυγό της και τα τέκνα του, οι Καθ’ ων η αίτηση θεώρησαν ότι οι σχετικές δηλώσεις της παρέμειναν γενικόλογες και ελλιπώς τεκμηριωμένες. Συγκεκριμένα, σημείωσαν ότι, όταν κλήθηκε να περιγράψει τη συμπεριφορά που δεχόταν, η Αιτήτρια περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο σύζυγός της ήταν αγενής απέναντί της και ότι τα τέκνα του τη χτυπούσαν. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι της δόθηκε εκ νέου η ευκαιρία να παράσχει λεπτομερέστερη περιγραφή της φερόμενης κακοποιητικής συμπεριφοράς του συζύγου της, εκείνη επανέλαβε, κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, με αόριστο τρόπο ότι αυτός ήταν αγενής και σεξουαλικά βίαιος απέναντί της.

 

Αντίστοιχα, όταν κλήθηκε να διευκρινίσει τον ισχυρισμό της ότι αντιμετωπιζόταν ως «σκλάβα», η Αιτήτρια δήλωσε ότι επωμιζόταν το σύνολο των οικιακών εργασιών, ενώ οι λοιπές σύζυγοι του συζύγου της δεν συμμετείχαν σε αυτές. Οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η απάντηση αυτή παρέμεινε γενική και αόριστη και δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με τη φύση και την έκταση της φερόμενης κακομεταχείρισης.

 

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει πειστικά για ποιο λόγο ο γείτονας, ο οποίος φέρεται να είχε δεσμευθεί να τη βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της ήδη από το 2019, προέβη τελικώς στις σχετικές ενέργειες μόλις δύο έτη αργότερα. Κατά την κρίση τους, η επίκληση άγνοιας εκ μέρους της ως προς το ζήτημα αυτό υπονόμευε περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

 

Τέλος, αναφορικά με τον φόβο που προέβαλε ότι θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο εν λόγω φόβος δεν τεκμηριώνεται επαρκώς, καθότι, σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις της, δεν είχε έρθει σε επαφή ούτε είχε δει τα πρόσωπα που φέρεται να τη δίωκαν από το έτος 2019 και εντεύθεν.

 

Προτού ολοκληρώσουν την αξιολόγηση του υπό εξέταση ισχυρισμού, οι Καθ΄ων η αίτηση επισημαίνουν ότι η Αιτήτρια ζούσε μια φυσιολογική ζωή στη χώρα καταγωγής της πριν παντρευτεί. Δεν αναφέρθηκε σε οιαδήποτε άλλη μορφή δίωξης από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, δε συνελήφθη, δε καταδικάστηκε και εξέδωσε ταξιδιωτικά έγγραφα και ταξίδεψε χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα. Η ίδια άλλωστε επιβεβαίωσε ότι θα της επιτραπεί η είσοδος στη χώρα αφού δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα με τις αρχές.

 

Στη βάση των ανωτέρω, οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι δε θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.

 

Αναφορικά με την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων της Αιτήτριας,  οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι τα όσα εκείνη δήλωσε αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.

 

Για τους ανωτέρω λόγους, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό  του ως μη αξιόπιστος.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου οι Καθ΄ων η αίτηση έκριναν ότι στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού της Αιτήτριας γύρω από τα προσωπικά της στοιχεία, δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο έκθεσης σε σοβαρή βλάβη.

 

Αξιολογώντας ακολούθως, κατά τη Νομική Ανάλυση, το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας στις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ως προς το προσφυγικό καθεστώς, οι Καθ΄ων η αίτηση καταλήγουν ότι ελλείψει βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξής της Αιτήτριας, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 εδάφιο 1 του περί Προσφύγων Νόμου, δεν δικαιολογείται η αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος στο πρόσωπό της.

 

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, οι Καθ΄ων η αίτηση αρχικά έκριναν ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στο Ιράκ, δεν θα αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια των άρθρων 19 (2) (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να της αναγνωριστεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Για όλους τους ανωτέρω λόγους, το αίτημα της Αιτήτριας για διεθνή προστασία έτυχε απόρριψης.

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Κατά την ενώπιόν μου ακρόαση της 09.10.2024, η Αιτήτρια επανέλαβε αρχικώς ότι το μοναδικό συγγενικό πρόσωπο που διαθέτει στη Σιέρα Λεόνε είναι η αδελφή της μητέρας της, η οποία διαμένει στο χωριό Guine, χωρίς ωστόσο να διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της.

 

Περαιτέρω, επανέλαβε ότι, μετά τον θάνατο των γονέων της το έτος 2015, αναγκάστηκε να παραμείνει στην πατρική οικία μαζί με τις μητριές της. Κληθείσα να περιγράψει τις συνθήκες διαβίωσής της κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι η συμπεριφορά των μητριών της μεταβλήθηκε ουσιωδώς μετά τον θάνατο των γονέων της. Ειδικότερα, ανέφερε ότι αρχικώς την υποχρέωναν να διεκπεραιώνει μόνη της το σύνολο των οικιακών εργασιών, ενώ ακολούθως, σε συνεργασία με τον θείο της, την εξανάγκασαν να συνάψει γάμο παρά τη θέλησή της.

 

Ερωτηθείσα ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να παντρευτεί, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ενημερώθηκε την ίδια ημέρα της τέλεσης του γάμου της, ήτοι στις 26 Απριλίου 2015. Κληθείσα να περιγράψει τη γαμήλια τελετή, ανέφερε ότι της τοποθέτησαν στο κεφάλι παραδοσιακό κάλυμμα, ότι φορούσε λευκή σατέν ζώνη στη μέση και παραδοσιακή ενδυμασία. Περαιτέρω, ερωτηθείσα σχετικά με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της τελετής, δήλωσε ότι ακολούθησαν χοροί και εορτασμοί και ότι, μετά την ολοκλήρωση του γάμου, μετέβησαν στη συζυγική οικία.

 

Αναφορικά με την αντίδρασή της όταν πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να παντρευτεί έναν άγνωστο προς αυτήν άνδρα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αρνήθηκε αρχικά να αποδεχθεί τον γάμο. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι συγγενείς της τής απάντησαν ότι ο γάμος θα πραγματοποιείτο ανεξαρτήτως της βούλησής της, επικαλούμενοι το γεγονός ότι ο μέλλων σύζυγός της ήταν ευκατάστατος και κοινωνικά προβεβλημένος. Η ίδια υποστήριξε ότι, λόγω της ηλικίας της, η οποία τότε ήταν μόλις 17 ετών, δεν είχε ουσιαστική δυνατότητα να αντιδράσει ή να αντισταθεί στις αποφάσεις των συγγενών της.

 

Τέλος, η Αιτήτρια τόνισε ότι, εάν οι γονείς της βρίσκονταν εν ζωή, ο εν λόγω γάμος δεν θα είχε πραγματοποιηθεί, καθότι ο πατέρας της είχε δεσμευθεί έναντι της μητέρας της ότι θα της επέτρεπε να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή της πριν από οποιονδήποτε γάμο.

 

Ερωτηθείσα πόσο χρονών είθισται να παντρεύονται τα κορίτσια της φυλής της, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι τα παντρεύουν μόλις ωριμάσουν και μεγαλώσει το στήθος τους. Ερωτηθείσα που έμενε κατά τη διάρκεια του γάμου της, η Αιτήτρια απάντησε ότι διέμενε σε ένα σπίτι με το σύζυγό της, την έτερη σύζυγό του και τα έξι τους τέκνα, εκ των οποίων ο μεγαλύτερος γιος ήταν 35 ετών και ο μικρότερος 23.

 

Ζητηθείσα να περιγράψει την κακοποίηση στην οποία υποβλήθηκε από τα τέκνα του συζύγου της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εγκαταστάθηκε στην κατοικία τους μετά το γάμο, εκείνοι την είχαν σαν σκλάβα. Ο δε σύζυγός της μπορούσε να τη δείρει και ήταν σεξουαλικά βίαιος απέναντί της. Ως προς το επάγγελμά του, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι ήταν  επιχειρηματίας, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει τον τομέα δραστηριοποίησής του.

 

Ερωτηθείσα για πόσο διάστημα ήταν με το σύζυγό της, η Αιτήτρια απάντησε ότι παντρεύτηκαν τον Απρίλιο του 21025 και παρέμεινε μαζί του μέχρι την ημέρα που την έσωσε ο γείτονάς της επειδή φοβήθηκε για να μην χάσει, η Αιτήτρια, τη ζωή της.

 

Αναφορικά με τον τρόπο δια του οποίου υπέμενε την εν λόγω κατάσταση, η Αιτήτρια προέβαλε ότι δεν είχε άλλη επιλογή επειδή εκείνη ήταν 17 ετών και εκείνος δημοφιλής και πλούσιος.

 

Ερωτηθείσα εάν τον κατήγγειλε στην αστυνομία, η Αιτήτρια απάντησε καταφατικά, εξηγώντας ωστόσο ότι οι αρχές την αγνόησαν. Την τελευταία φορά μάλιστα, κατά την οποία ο σύζυγός της διαπίστωσε ότι τον κατήγγειλε στην αστυνομία, της απαγόρευσε να εξέρχεται της κατοικίας τους.

 

Ερωτηθείσα πότε έμεινε έγκυος, η Αιτήτρια απάντησε ότι όταν παντρεύτηκε ήταν παρθένα, αργότερα όμως έμεινε έγκυος και δύο μήνες αργότερα απέβαλε επειδή τη χτύπησε ο σύζυγός της. Κληθείσα να περιγράψει τι συνέβη και απέβαλε, η Αιτήτρια δήλωσε ότι την ξυλοκόπησαν από κοινού η έτερη σύζυγος του άνδρα της μαζί με τα τέκνα του επειδή δεν είχε πλύνει τα πιάτα. Ερωτηθείσα εάν νοσηλεύτηκε, η Αιτήτρια απάντησε αποφατικά, επικαλούμενη ότι την επισκέφτηκε ο γιατρός στο σπίτι. Αποσαφήνισε ωστόσοι ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα σήμερα ως απόρροια της αποβολής.

 

Κληθείσα να αποσαφηνίσει πότε εγκατέλειψε την κατοικία του συζύγου της, η Αιτήτρια υπέδειξε ότι στις 18.02.2021 το βράδυ ήρθε και την πήρε ο γείτονας, καθώς η πτήση της ήταν στις 1 το πρωί. Ζητηθείσα να εξηγήσει πως κατάφερε να εξέλθει της οικίας της, η Αιτήτρια απάντησε ότι ο γείτονας έβαλε ένα δέρμα πάνω στο κάγκελο της εξωτερικής κουζίνας, εκείνη το μετακίνησε και έτσι κατάφερε να φύγει. Ερωτηθείσα πως κατάφερε να βρίσκεται σε επικοινωνία με το γείτονά της, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι τον έβλεπε έξω γιατί μαγείρευαν στον ίδιο χώρο.

 

Ως προς το εάν όλα αυτά τα χρόνια προσέτρεξε για βοήθεια σε κάποιο συγγενικό της πρόσωπο, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι δε μπορούσαν να τη βοηθήσουν, ενώ αποσαφήνισε ότι μετά το γάμο της δεν είχε καμία επαφή με την μητριές της.

 

Ερωτηθείσα πότε εξέδωσε το διαβατήριό της, η Αιτήτρια αποκρίθηκε ότι στο έπραξε όταν τη βρήκε ο γείτονάς της. Ερωτηθείσα εάν εξέδωσε το διαβατήριό της την ημέρα που ταξίδεψε, η Αιτήτρια απάντησε αποφατικά, δηλώνοντας ότι στις 25.02.2019 ο γείτονάς της, της υποσχέθηκε ότι θα τη βοηθήσει. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι αγνοεί τις ενέργειες στις οποίες προέβη ο γείτονάς της έτσι ώστε να εκδοθεί το διαβατήριό της. Κληθείσα να περιγράψει πως συνάντησε το γείτονά της, η Αιτήτρια απάντησε ότι όταν εκείνος διαπίστωσε ότι τη χτυπούσαν, πήγε να της μιλήσει έξω στην κουζίνα. Ερωτηθείσα ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο ο γείτονάς της κατάφερε να τη βοηθήσει δύο χρόνια αργότερα, η Αιτήτρια επέδειξε άγνοια, προβάλλοντας ότι εκείνη απλά περίμενε.

 

Αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης διαζυγίου, η Αιτήτρια υπέβαλε ότι στη χώρα της τα πράγματα δουλεύουν αλλιώς, καθώς επικρατεί η παράδοση, η οποία απαγορεύει το διαζύγιο, ασχέτως των συνθηκών που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στα πλαίσια των γάμων τους.

 

Ερωτηθείσα τέλος τι φοβάται ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, η Αιτήτρια απάντησε ότι θα την εντοπίσει ο σύζυγός της και θα βιώσει αντίστοιχες του παρελθόντος καταστάσεις.

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου, της σχετικής νομολογίας και του συνόλου του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν μου, και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου Λειτουργού όσο και τις δηλώσεις και ισχυρισμούς της Αιτήτριας, όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία αλλά και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα.

 

Καταρχάς, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι των στοιχείων του προσωπικού προφίλ της Αιτήτριας, της ταυτότητάς της, της υπηκοότητάς της, της φυλετικής και θρησκευτικής της καταγωγής, καθώς και του τόπου συνήθους διαμονής της στη Σιέρα Λεόνε. Οι σχετικές δηλώσεις της υπήρξαν σαφείς και συνεπείς καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ ουδέν στοιχείο προέκυψε από τον διοικητικό φάκελο που να δικαιολογεί αμφισβήτηση των εν λόγω δεδομένων.

 

Ως προς την απομόνωση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, παρατηρώ ότι οι Καθ’ ων η αίτηση τον διατύπωσαν ως φόβο δίωξης της Αιτήτριας από τις μητριές της λόγω εξαναγκαστικού γάμου, καθώς και κακοποίησής της από τον σύζυγο και τα τέκνα του. Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, κυρίως στη βάση της αοριστίας και της έλλειψης περιγραφικής λεπτομέρειας σε ορισμένες από τις απαντήσεις της Αιτήτριας.

 

Εντούτοις, από το περιεχόμενο της αίτησης, της προσωπικής συνέντευξης και της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας της προκύπτει ότι ο πυρήνας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας συνδέεται με το ότι, μετά τον θάνατο των γονέων της, εξαναγκάστηκε να συνάψει γάμο σε ηλικία δεκαεπτά ετών, ήτοι ενώ ήταν ακόμη ανήλικη, με άνδρα σημαντικά μεγαλύτερής της ηλικίας, ο οποίος διέθετε ήδη άλλες συζύγους και τέκνα, και ότι κατά τη διάρκεια του γάμου της υπέστη σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση από τον ίδιο, ενώ παράλληλα δεχόταν κακομεταχείριση και βία από τις λοιπές συζύγους του και τα τέκνα του. Στον ίδιο πυρήνα εντάσσεται και η θέση της ότι, συνεπεία της κακοποίησης αυτής, υπέστη αποβολή εγκυμοσύνης, καθώς και ο φόβος επανάληψης αντίστοιχης μεταχείρισης σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε.

 

Παρά τη διατύπωση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού από τους Καθ’ ων η αίτηση κατά σχετικά ευρύ τρόπο, δεν παραγνωρίζεται ότι αυτός καλύπτει τον βασικό κορμό του αιτήματος της Αιτήτριας, ήτοι τον εξαναγκαστικό γάμο, την ενδοοικογενειακή και σεξουαλική βία και τον φόβο επιστροφής στο ίδιο κακοποιητικό περιβάλλον. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην τυπική απομόνωση του ισχυρισμού, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο αυτός αξιολογήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Από την επισκόπηση της Έκθεσης-Εισήγησης διαπιστώνεται ότι η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας επικεντρώθηκε κυρίως σε επιμέρους πτυχές της αφήγησης της Αιτήτριας, όπως η αδυναμία της να περιγράψει με ακρίβεια το επάγγελμα του συζύγου της, ο τρόπος με τον οποίο οι μητριές της εντόπισαν τον άνδρα με τον οποίο την πάντρεψαν, καθώς και οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο γείτονας που φέρεται να τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της. Οι Καθ’ ων η αίτηση απέδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στην αοριστία και στην έλλειψη λεπτομερειών ως προς τα ζητήματα αυτά, καταλήγοντας στην απόρριψη του ισχυρισμού στο σύνολό του.

 

Ωστόσο, από το περιεχόμενο της συνέντευξης και της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας της προκύπτει ότι η Αιτήτρια διατήρησε σταθερό τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών της. Συγκεκριμένα, τόσο κατά την καταγραφή του αιτήματός της όσο και κατά την προσωπική της συνέντευξη και την επ’ ακροατηρίω εξέτασή της, επανέλαβε ότι μετά τον θάνατο των γονέων της εξαναγκάστηκε να παντρευτεί άνδρα μεγαλύτερης ηλικίας, ότι βίωνε κακοποιητική συμπεριφορά εντός της συζυγικής οικίας και ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας των συνθηκών αυτών.

 

Ως εκ τούτου, το ζήτημα που ανακύπτει δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην ύπαρξη ή μη περιγραφικής λεπτομέρειας ως προς επιμέρους πτυχές της αφήγησής της, αλλά επεκτείνεται στο κατά πόσον διερευνήθηκε επαρκώς ο συνολικός πυρήνας των ισχυρισμών της υπό το πρίσμα του φύλου της, της ηλικίας της κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου, της φερόμενης ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας, της εξάρτησής της από το οικογενειακό και συζυγικό της περιβάλλον, της επικαλούμενης αποβολής συνεπεία κακοποίησης και της δυνατότητας ή μη εξασφάλισης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας στη χώρα καταγωγής της.

 

Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι δεν προκύπτει από την Έκθεση-Εισήγηση ουσιαστική αξιολόγηση της ενδεχόμενης ευαλωτότητας της Αιτήτριας ως νεαρής γυναίκας που ισχυρίζεται ότι υπήρξε θύμα εξαναγκαστικού γάμου και ενδοοικογενειακής και σεξουαλικής βίας. Ούτε προκύπτει ότι οι δηλώσεις της αναφορικά με την αποβολή εγκυμοσύνης, την αδυναμία αναζήτησης αποτελεσματικής προστασίας και την έλλειψη ουσιαστικού υποστηρικτικού δικτύου αξιολογήθηκαν αυτοτελώς και με την απαιτούμενη προσοχή.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ευσταθεί ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν στην απαιτούμενη εξατομικευμένη αξιολόγηση όλων των ουσιωδών πτυχών του αιτήματος της Αιτήτριας, καθότι η αξιολόγησή τους επικεντρώθηκε κυρίως σε επιμέρους ασάφειες και ελλείψεις, χωρίς να προκύπτει ότι διερευνήθηκε επαρκώς ο πυρήνας των ισχυρισμών της ή ότι εξετάστηκε η υπόθεσή της υπό το πρίσμα των ιδιαίτερων προσωπικών χαρακτηριστικών της.

 

Ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλημμελούς διερεύνησης ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, γεγονός που καθιστά την αιτιολογία της ελλιπή και δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι η Διοίκηση άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια κατόπιν πλήρους και επαρκούς εξέτασης όλων των κρίσιμων δεδομένων της υπόθεσης.

 

Τέλος, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι κατά τη νομική ανάλυση του ενδεχομένου υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας γίνεται αναφορά σε ενδεχόμενη επιστροφή της στο Ιράκ, ενώ η χώρα καταγωγής της είναι η Σιέρα Λεόνε. Παρότι το στοιχείο αυτό δύναται να αποδοθεί σε παραδρομή, εντούτοις καταδεικνύει έλλειψη της δέουσας επιμέλειας κατά τη σύνταξη της τελικής αξιολόγησης και ενισχύει περαιτέρω το συμπέρασμα περί μη πλήρους και ενδελεχούς εξέτασης του αιτήματος της Αιτήτριας.

 

Προχωρώ τώρα σε αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, ήτοι του ισχυρισμού της περί εξαναγκαστικού γάμου, κακοποίησης από τον σύζυγό της και τα μέλη της οικογένειάς του, αποβολής συνεπεία άσκησης βίας και φόβου επανάληψης αντίστοιχης μεταχείρισης σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε.

 

Κατά την κρίση μου, ο βασικός πυρήνας του εν λόγω ισχυρισμού παρέμεινε, σε ουσιώδη σημεία, σταθερός τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ανέφερε ήδη από το στάδιο καταγραφής του αιτήματός της ότι, μετά τον θάνατο των γονέων της σε τροχαίο δυστύχημα, οι μητριές της και ο θείος της την εξανάγκασαν να εγκαταλείψει το σχολείο και να συνάψει γάμο, σε ηλικία δεκαεπτά ετών, με άνδρα σημαντικά μεγαλύτερής της ηλικίας, ο οποίος είχε ήδη άλλες συζύγους και τέκνα. Την ίδια ουσία επανέλαβε κατά την προσωπική της συνέντευξη, αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Ως προς τις συνθήκες που προηγήθηκαν του γάμου, η Αιτήτρια υπήρξε επίσης συνεπής ως προς το ότι ο θάνατος των γονέων της αποτέλεσε το καθοριστικό σημείο μεταβολής της ζωής της. Δήλωσε ότι, ενόσω ζούσαν οι γονείς της, φοιτούσε στο σχολείο, ενώ μετά τον θάνατό τους οι μητριές της και ο θείος της αποφάσισαν τον γάμο της. Ενώπιον του Δικαστηρίου εξήγησε περαιτέρω ότι ενημερώθηκε την ίδια ημέρα του γάμου ότι θα παντρευόταν, ότι αντέδρασε αρνούμενη, πλην όμως της ειπώθηκε ότι θα παντρευτεί είτε το ήθελε είτε όχι. Η εν λόγω εκδοχή δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από όσα είχε αναφέρει κατά την προσωπική της συνέντευξη.

 

Αναφορικά με τον σύζυγό της, η Αιτήτρια δήλωσε σταθερά ότι επρόκειτο για άνδρα πολύ μεγαλύτερής της ηλικίας, πλούσιο και γνωστό στην κοινότητα, ο οποίος είχε ήδη άλλες συζύγους και έξι τέκνα μεγαλύτερα από την ίδια. Η αδυναμία της να περιγράψει με ακρίβεια το είδος της επιχειρηματικής του δραστηριότητας ασφαλώς αποτελεί στοιχείο που δύναται να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση της λεπτομέρειας της αφήγησής της. Εντούτοις, υπό τις περιστάσεις που η ίδια περιγράφει, ήτοι γάμο που φέρεται να της επιβλήθηκε σε νεαρή ηλικία με άνδρα τον οποίο γνώρισε την ημέρα του γάμου, η συγκεκριμένη άγνοια δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να κλονίσει τον συνολικό πυρήνα του ισχυρισμού της. Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η Αιτήτρια ήταν ανήλικη κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου, δεν συμμετείχε στην επιλογή του συζύγου της και γνώρισε τον εν λόγω άνδρα μόλις κατά την ημέρα της γαμήλιας τελετής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι παράλογο να μην διαθέτει λεπτομερείς γνώσεις για την προσωπική ή επαγγελματική του ζωή.

 

Ως προς τη μεταχείριση που υπέστη στη συζυγική οικία, η Αιτήτρια ανέφερε επανειλημμένως ότι ο σύζυγός της ήταν σεξουαλικά βίαιος απέναντί της, ότι τη μεταχειριζόταν με τρόπο καταπιεστικό και ότι οι λοιπές σύζυγοι και τα τέκνα του την κακομεταχειρίζονταν, την κτυπούσαν και την αντιμετώπιζαν ως κατώτερη. Κατά τη διοικητική διαδικασία χρησιμοποίησε τη διατύπωση ότι την είχαν «σαν σκλάβα», εξηγώντας ότι έκανε όλες τις εργασίες του σπιτιού, ενώ οι λοιπές σύζυγοι δεν έκαναν τίποτα. Ενώπιον του Δικαστηρίου επανέλαβε ουσιαστικά την ίδια θέση, προσθέτοντας ότι δεν είχε άλλη επιλογή, λόγω της ηλικίας της, της κοινωνικής θέσης του συζύγου της και της απουσίας προσώπου που θα μπορούσε να τη βοηθήσει.

 

Δεν παραγνωρίζεται ότι οι σχετικές αναφορές της Αιτήτριας περί σεξουαλικής βίας και κακομεταχείρισης δεν συνοδεύτηκαν πάντοτε από εκτενή περιγραφική λεπτομέρεια. Ωστόσο, λαμβάνεται υπόψη η φύση των εν λόγω ισχυρισμών, η προσωπική και ευαίσθητη διάστασή τους, καθώς και το ότι η Αιτήτρια περιέγραψε ένα πλαίσιο διαρκούς εξάρτησης και υποταγής εντός της συζυγικής οικίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η περιορισμένη λεκτική ανάπτυξη ορισμένων πτυχών της κακοποίησης δεν αρκεί, από μόνη της, για να οδηγήσει σε απόρριψη του συνόλου του ισχυρισμού.

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ισχυρισμός της περί αποβολής εγκυμοσύνης συνεπεία ξυλοδαρμού. Κατά την καταγραφή του αιτήματός της είχε ήδη συνδέσει την αποβολή της με την κακοποιητική συμπεριφορά του συζύγου της. Ενώπιον του Δικαστηρίου εξειδίκευσε περαιτέρω ότι έμεινε έγκυος μετά τον γάμο της και απέβαλε δύο μήνες αργότερα, μετά από ξυλοδαρμό από την έτερη σύζυγο του άνδρα της και τα τέκνα του, επειδή δεν είχε πλύνει τα πιάτα. Η εν λόγω περαιτέρω εξειδίκευση δεν συνιστά, κατά την κρίση μου, ουσιώδη διαφοροποίηση από τον αρχικό ισχυρισμό, αλλά ανάπτυξη της ίδιας πραγματικής βάσης. Παρά ταύτα, δεν παραγνωρίζεται ότι η συγκεκριμένη πτυχή δεν υποστηρίχθηκε από ιατρική μαρτυρία ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο. Ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτή ως μέρος της συνολικής αφήγησης περί κακοποιητικής μεταχείρισης εντός της συζυγικής οικίας, χωρίς το Δικαστήριο να παραβλέπει την έλλειψη ανεξάρτητης τεκμηρίωσής της.

 

Ως προς την αναζήτηση προστασίας, κατά την προσωπική της συνέντευξη η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν μπορούσε να καταγγείλει τον σύζυγό της και την οικογένειά του επειδή ήταν τότε μόλις δεκαεπτά ετών. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ωστόσο, ανέφερε ότι προσέφυγε στην αστυνομία, πλην όμως οι αρχές την αγνόησαν, και ότι όταν ο σύζυγός της διαπίστωσε την καταγγελία, της απαγόρευσε να εξέρχεται από την οικία. Το σημείο αυτό συνιστά διαφοροποίηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο περιγράφει την επαφή της με τις αρχές. Παρά ταύτα, η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά τον πυρήνα του ισχυρισμού περί εξαναγκαστικού γάμου και κακοποίησης, αλλά το ζήτημα της δυνατότητας πρόσβασης σε προστασία. Ως εκ τούτου, χρήζει προσεκτικής συνεκτίμησης, χωρίς όμως να οδηγεί αυτομάτως σε απόρριψη ολόκληρου του ισχυρισμού ως αναξιόπιστου.

 

Αναφορικά με τη διαφυγή της από τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ανέφερε σταθερά ότι βοηθήθηκε από γείτονά της, ο οποίος αντιλήφθηκε τη βία που υφίστατο και φοβήθηκε ότι θα έχανε τη ζωή της εάν παρέμενε στο σπίτι. Η αφήγησή της παρουσιάζει ορισμένες ασάφειες ως προς τον λόγο για τον οποίο ο γείτονας καθυστέρησε περίπου δύο έτη να τη βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα, καθώς και ως προς τις πρακτικές ενέργειες στις οποίες εκείνος προέβη για την έκδοση των ταξιδιωτικών εγγράφων και τη διευθέτηση του ταξιδιού της. Οι ασάφειες αυτές δικαιολογημένα αξιολογούνται ως αρνητικά στοιχεία. Εντούτοις, αφορούν κυρίως τον μηχανισμό διαφυγής και όχι τον ίδιο τον πυρήνα του ισχυρισμού περί κακοποίησης και εξαναγκαστικού γάμου.

 

Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, κρίνω ότι, παρά την ύπαρξη ορισμένων ασαφειών και επιμέρους διαφοροποιήσεων, η Αιτήτρια υπήρξε συνεπής ως προς τα βασικά και ουσιώδη στοιχεία του δεύτερου ισχυρισμού της. Οι δηλώσεις της αναφορικά με τον θάνατο των γονέων της, τον εξαναγκαστικό γάμο, την ηλικία της κατά τον χρόνο τέλεσης αυτού, την ηλικία και την οικογενειακή κατάσταση του συζύγου της, την κακομεταχείριση εντός της συζυγικής οικίας, τη σεξουαλική βία, την αποβολή και τον φόβο επιστροφής στο ίδιο περιβάλλον διατηρούν ουσιαστική συνοχή.

 

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι η Αιτήτρια κατέβαλε, κατά την κρίση μου, ουσιαστική προσπάθεια να παρουσιάσει τα περιστατικά που βίωσε, παρέχοντας τον βασικό χρόνο, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, το οικογενειακό πλαίσιο, τις συνθήκες του γάμου και τις συνθήκες διαφυγής της. Η απουσία εγγράφων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων ως προς ορισμένες πτυχές της αφήγησης δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και λαμβανομένης υπόψη της φύσης των ισχυρισμών, να αποβεί καθοριστική εις βάρος της, εφόσον ο βασικός πυρήνας των δηλώσεών της παραμένει συνεπής και δεν αντιφάσκει προς τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Στο μέτρο δε που ορισμένες επιμέρους πτυχές δεν μπορούν να τεκμηριωθούν με αντικειμενικά στοιχεία, και δεδομένου ότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αξιολόγησης των δηλώσεών της, κρίνω ότι χωρεί υπέρ της Αιτήτριας εφαρμογή του ευεργετήματος της αμφιβολίας, ιδίως ως προς τις επιμέρους λεπτομέρειες που περιβάλλουν την κακοποίηση, την αποβολή και τον τρόπο διαφυγής της.΄

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω στο γεγονός ότι τα γεγονότα τα οποία περιγράφει η Αιτήτρια εκκινούν από περίοδο κατά την οποία η ίδια ήταν ακόμη ανήλικη. Η νεαρή ηλικία της κατά τον χρόνο του εξαναγκαστικού γάμου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο κατά την αξιολόγηση τόσο της συμπεριφοράς της όσο και της δυνατότητάς της να αντιδράσει αποτελεσματικά, να αναζητήσει προστασία ή να απομακρυνθεί από το περιβάλλον κακοποίησης. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση των δηλώσεών της δεν μπορεί να γίνεται με βάση το μέτρο συμπεριφοράς ενός ενήλικου και πλήρως αυτοδύναμου προσώπου, αλλά υπό το πρίσμα της ιδιαίτερης ευαλωτότητας που απορρέει από την ηλικία της κατά τον χρόνο έναρξης των επίμαχων γεγονότων.

 

Κατά συνέπεια, δεν συμφωνώ με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός έπρεπε να απορριφθεί στο σύνολό του λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Οι επιμέρους ασάφειες και διαφοροποιήσεις που εντοπίζονται στην αφήγηση της Αιτήτριας δύνανται μεν να επηρεάσουν την αποδεικτική βαρύτητα ορισμένων πτυχών της, πλην όμως δεν είναι τέτοιας έκτασης ή βαρύτητας ώστε να ανατρέπουν τον βασικό πυρήνα του ισχυρισμού της. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται εσωτερικά αξιόπιστος ως προς τον βασικό του πυρήνα.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο προχώρησε σε αυτεπάγγελτη έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούν στη Σιέρα Λεόνε σε σχέση με τους εξαναγκαστικούς και παιδικούς γάμους, την πολυγαμία, την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία και την αποτελεσματικότητα της κρατικής προστασίας των γυναικών.

 

Καταρχάς, οι δηλώσεις της Αιτήτριας περί εξαναγκαστικού γάμου σε νεαρή ηλικία βρίσκουν ουσιαστικό έρεισμα στις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση Bertelsmann Transformation Index (BTI) 2026 για τη Σιέρα Λεόνε, οι εξαναγκαστικοί γάμοι εξακολουθούν να αποτελούν κοινωνική πραγματικότητα στη χώρα[1]. Περαιτέρω, κοινή έρευνα που εκπονήθηκε το 2021 από περισσότερες από τριάντα οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, ερευνητές και τοπικούς υποστηρικτές στη Σιέρα Λεόνε και τη Γουινέα, με την υποστήριξη του Ιδρύματος NoVo και σε συνεργασία με το Sierra Leone Adolescent Girls Network, καταγράφει ότι η Σιέρα Λεόνε συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά παιδικών γάμων παγκοσμίως, σημειώνοντας ότι «44% των κοριτσιών παντρεύονται πριν από την ηλικία των 18 ετών και 18% πριν από την ηλικία των 15 ετών»[2].

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω και στο γεγονός ότι μόλις στις 2 Ιουλίου 2024 τέθηκε σε ισχύ νομοθεσία που απαγορεύει τους παιδικούς γάμους στη Σιέρα Λεόνε. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Διεθνής Αμνηστία, η νέα νομοθεσία «ποινικοποιεί τον γάμο ατόμων κάτω των 18 ετών» και αποσκοπεί στην προστασία των κοριτσιών από μία «βαθιά επιβλαβή πρακτική». Η ίδια η ανάγκη ψήφισης τέτοιας νομοθεσίας καταδεικνύει ότι το φαινόμενο εξακολουθούσε να αποτελεί υπαρκτό κοινωνικό πρόβλημα μέχρι και προσφάτως[3].

 

Οι δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με το ότι εξαναγκάστηκε να ενταχθεί σε πολυγαμική οικογένεια βρίσκουν επίσης στήριγμα στις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Η έκθεση Law Gratis του 2025 αναφέρει ότι οι εθιμικοί γάμοι εξακολουθούν να αποτελούν κυρίαρχη μορφή γάμου σε σημαντικό μέρος της χώρας και συχνά συνδέονται με παραδοσιακές πρακτικές, οικογενειακές συμφωνίες και καταβολή τιμήματος νύφης. Παράλληλα, έκθεση του London School of Economics του 2025 επιβεβαιώνει ότι οι πολυγαμικές παραδόσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν σημαντικά το οικογενειακό δίκαιο και την πραγματική θέση των γυναικών στη Σιέρα Λεόνε[4].

 

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της περί συστηματικής κακοποίησης από τον σύζυγό της και τα μέλη της οικογένειάς του, διαπιστώνω ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι η έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ιδιαίτερα εκτεταμένο φαινόμενο. Ειδικότερα, σύμφωνα με έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας του 2024, «οι πιο συχνά αναφερόμενες μορφές έμφυλης βίας μεταξύ γυναικών και κοριτσιών ηλικίας 15-49 ετών είναι η σωματική και σεξουαλική βία (62%), καθώς και η συζυγική βία (61%)». Η ίδια πηγή επισημαίνει ότι τα θύματα συχνά στερούνται των οικονομικών πόρων που απαιτούνται για πρόσβαση σε νομικές και ιατρικές υπηρεσίες.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με έκθεση της Media Reform Coordinating Group (MRCG) του 2025, «62% των γυναικών ηλικίας 15-49 ετών ανέφεραν ότι έχουν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία, κυρίως στα χέρια των συντρόφων τους», ενώ το 2023 καταγράφηκαν περισσότερες από 10.000 περιπτώσεις εγκλημάτων κατά γυναικών και κοριτσιών, εκ των οποίων σχεδόν 8.000 αφορούσαν ενδοοικογενειακή βία. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν ότι η μορφή μεταχείρισης που περιγράφει η Αιτήτρια δεν είναι ασύμβατη με τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες της χώρας καταγωγής της[5].

 

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το ζήτημα της δυνατότητας αποτελεσματικής κρατικής προστασίας. Παρότι το ισχύον συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο της Σιέρα Λεόνε περιλαμβάνει σημαντικές εγγυήσεις υπέρ της ισότητας των φύλων και της προστασίας των γυναικών, οι ίδιες οι εξωτερικές πηγές αναδεικνύουν σημαντική απόσταση μεταξύ νομοθεσίας και εφαρμογής. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση Women, Business and the Law 2026, η αποτελεσματικότητα των υποστηρικτικών μηχανισμών προστασίας αξιολογείται σημαντικά χαμηλότερα από την ύπαρξη του νομοθετικού πλαισίου, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη ουσιωδών κενών στην πρακτική εφαρμογή της προστασίας των γυναικών[6]..

 

Περαιτέρω, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι, παρά τη συνταγματική κατοχύρωση της ισότητας, εξακολουθεί να υφίσταται ισχυρή επιρροή του εθιμικού δικαίου σε ζητήματα γάμου, διαζυγίου και οικογενειακών σχέσεων. Όπως επισημαίνεται τόσο στην έκθεση Law Gratis όσο και στην έκθεση του London School of Economics, οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πρακτικές δυσχέρειες κατά τη λύση γάμων και την άσκηση των περιουσιακών και οικογενειακών τους δικαιωμάτων, ιδίως σε περιβάλλοντα όπου εφαρμόζονται παράλληλα εθιμικοί ή θρησκευτικοί κανόνες.

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των ανωτέρω πληροφοριών, καταλήγω ότι οι βασικές δηλώσεις της Αιτήτριας περί εξαναγκαστικού γάμου σε νεαρή ηλικία, ένταξής της σε πολυγαμική οικογένεια, υποβολής της σε ενδοοικογενειακή και σεξουαλική βία και δυσχερειών πρόσβασης σε αποτελεσματική προστασία δεν αντίκεινται στις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Αντιθέτως, οι εν λόγω πληροφορίες καταδεικνύουν ότι τα περιστατικά που περιγράφει εντάσσονται σε κοινωνικά φαινόμενα τα οποία τεκμηριώνονται ευρέως στη Σιέρα Λεόνε.

 

Ως εκ των ανωτέρω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός κρίνεται και εξωτερικά αξιόπιστος.

 

Νομική εκτίμηση της εκπλήρωσης των ουσιαστικών προϋποθέσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας

 

Έχοντας πλέον αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που έχω ενώπιόν μου και εξακριβώσει τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, προχωρώ στην νομική αξιολόγηση των προϋποθέσεων χορήγησης διεθνούς προστασίας και κατά πόσο αυτές πληρούνται στην υπό εξέταση υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ουσιώδεις ισχυρισμούς.

 

Χρήσιμη είναι η επαναφορά στην μνήμη των προνοιών του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου δυνάμει του οποίου: 

 

«3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ’ αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5».

 

Λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει γίνει ήδη αποδεκτό ότι η Αιτήτρια κατάγεται από τη Σιέρρα Λεόνε και, όντας στην Κύπρο, βρίσκεται εκτός της χώρας ιθαγενείας της αναζητώντας προστασία από την Κυπριακή Δημοκρατία, απομένει να εξεταστούν τα λοιπά συστατικά στοιχεία που τίθενται στο άρθρο 3.

 

Βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης Αιτήτριας - εκτίμηση κινδύνου

 

Το πρώτο ερώτημα που απασχολεί είναι κατά πόσον υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε. Προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου είναι η ύπαρξη φόβου, τόσο ως ενδιάθετης κατάστασης του αιτητή, ήτοι υποκειμενικός φόβος, όσο και ως πραγματικής κατάστασης, ήτοι αντικειμενικός φόβος. Με τον όρο «υποκειμενικό στοιχείο του φόβου» υποδηλώνεται συγκεκριμένο και επιτακτικό κίνητρο φυγής από τη χώρα καταγωγής.

 

Εν προκειμένω, το υποκειμενικό στοιχείο του φόβου πληρούται, καθότι η Αιτήτρια, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, εξέφρασε φόβο ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, θα εντοπιστεί από τον σύζυγό της και θα υποβληθεί εκ νέου σε αντίστοιχη κακοποιητική μεταχείριση με αυτήν που ισχυρίστηκε ότι υπέστη κατά το παρελθόν.

 

Ως προς το αντικειμενικό στοιχείο, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν πρέπει να εκτιμώνται με τρόπο αφηρημένο, αλλά σε συσχετισμό με το συνολικό πλαίσιο της κατάστασης που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της. Ο φόβος του αιτητή θεωρείται δικαιολογημένος εάν μπορεί να θεμελιωθεί, σε εύλογο βαθμό, ότι η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα τον εξέθετε σε πραγματική πιθανότητα δίωξης. Η αξιολόγηση του «βασίμου» του φόβου είναι μελλοντοστραφής και συναρτάται με την εκτίμηση του κινδύνου υπό το φως των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών και των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής.

 

Συνιστά η μεταχείριση την οποία υπέστη η Αιτήτρια «πράξη δίωξης»;

 

Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 δεν περιέχει ορισμό της έννοιας της δίωξης. Ωστόσο, από το άρθρο 33 αυτής συνάγεται ότι η απειλή κατά της ζωής ή της ελευθερίας για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα θεωρείται πάντοτε δίωξη. Άλλες σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων δύνανται επίσης, για τους ίδιους λόγους, να συνιστούν δίωξη.

 

Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι πράξεις δίωξης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψής τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στο άρθρο 3Γ(2) του ίδιου Νόμου παρατίθεται μη εξαντλητικός κατάλογος πράξεων δίωξης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι πράξεις σωματικής ή ψυχικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας, καθώς και πράξεις που στοχεύουν το φύλο ή τα παιδιά.

 

Σύμφωνα με το Εγχειρίδιο Δικαστικής Ανάλυσης για την Αναγνώριση Προσώπων ως Δικαιούχων Διεθνούς Προστασίας του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, το καθοριστικό στοιχείο της δίωξης είναι η σοβαρότητα των μέτρων ή της μεταχείρισης που επιβλήθηκαν ή ενδέχεται να επιβληθούν στον αιτητή. Περαιτέρω, όπως έχει επισημανθεί και στη νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, η δίωξη νοείται ως μεταχείριση που προκαλεί σοβαρή βλάβη και χαρακτηρίζεται από επιμονή ή συστηματικότητα, χωρίς να αποκλείεται, αναλόγως της έντασης, ακόμη και ένα περιστατικό να αρκεί.

 

Εν προκειμένω, ο καταναγκαστικός γάμος αναγνωρίζεται διεθνώς ως προσβολή ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως μορφή έμφυλης βίας. Εθνικά δικαστήρια άλλων κρατών μελών έχουν κρίνει ότι ο καταναγκαστικός γάμος συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ενδεικτικά, το γερμανικό Διοικητικό Δικαστήριο του Augsburg έκρινε ότι καταναγκαστικός γάμος υπάρχει όταν μία γυναίκα παντρεύεται ενάντια στη δηλωμένη πρόθεσή της και εξαναγκάζεται προς τούτο μέσω πιέσεων και απειλών, επηρεάζοντας τόσο το δικαίωμά της στην αυτοδιάθεση και την αυτόνομη διαβίωση όσο και το δικαίωμά της στη σεξουαλική αυτοδιάθεση[7]. Ομοίως, το γερμανικό Διοικητικό Δικαστήριο του Gelsenkirchen επισήμανε ότι η επιβολή προσυμφωνημένου γάμου παραβιάζει το δικαίωμα σύναψης γάμου υπό την αρνητική του διάσταση, ήτοι το δικαίωμα ενός προσώπου να μην υποχρεώνεται να συνάψει γάμο αντίθετα προς τη βούλησή του[8].

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο εξαναγκαστικός γάμος στον οποίο υποβλήθηκε η Αιτήτρια, η σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση που υπέστη από τον σύζυγό της και τα μέλη της οικογένειάς του, καθώς και η αποβολή εγκυμοσύνης συνεπεία άσκησης βίας, συνιστούν πράξεις αρκούντως σοβαρές ώστε να εμπίπτουν στην έννοια της δίωξης. Πρόκειται για σοβαρές παραβιάσεις βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων της, περιλαμβανομένου του δικαιώματος στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, στη σωματική και ψυχική ακεραιότητα και στη σεξουαλική αυτοδιάθεση.

 

Προχωρώντας στην ανάλυση του μελλοντικού κινδύνου της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 18(4) του περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο το γεγονός ότι ο αιτητής έχει ήδη υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη ή άμεσες απειλές τέτοιας δίωξης ή βλάβης αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι είναι βάσιμος ο φόβος του ότι θα υποστεί δίωξη ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να πιστεύει κάποιος ότι η εν λόγω δίωξη ή σοβαρή βλάβη δεν θα επαναληφθεί.

Έχοντας αποδεχθεί ότι η Αιτήτρια υπέστη πράξεις δίωξης κατά το παρελθόν, δεν διαπιστώνω βάσιμο λόγο ώστε να θεωρηθεί ότι η εν λόγω μεταχείριση αποτέλεσε απομονωμένο περιστατικό το οποίο δεν είναι πιθανό να επαναληφθεί. Αντιθέτως, η Αιτήτρια εξακολουθεί να τελεί τυπικά σε γάμο, ο σύζυγός της εξακολουθεί να διαμένει στη Freetown, όπου και η ίδια διέμενε πριν από την αναχώρησή της, ενώ δεν προκύπτει ότι διαθέτει ουσιαστικό οικογενειακό ή κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της.

 

Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι οι συνθήκες που κατέστησαν δυνατή την αρχική δίωξη δεν προκύπτει ότι έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς. Η Αιτήτρια εξακολουθεί να θεωρείται σύζυγος του εν λόγω προσώπου, δεν προκύπτει ότι έχει λυθεί ο γάμος της, δεν διαθέτει αποτελεσματικό οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης στη χώρα καταγωγής της και οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι η έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία, καθώς και οι δυσχέρειες πρόσβασης των γυναικών σε αποτελεσματική προστασία, εξακολουθούν να αποτελούν διαδεδομένα φαινόμενα στη Σιέρα Λεόνε. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτει ουσιώδης μεταβολή των πραγματικών ή κοινωνικών συνθηκών που να ανατρέπει το τεκμήριο μελλοντικού κινδύνου που απορρέει από την προηγούμενη δίωξη.

 

Προς αξιολόγηση του αντικειμενικού στοιχείου του φόβου της Αιτήτριας, κρίσιμες είναι και οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Ειδικότερα, η έρευνα της BTI του 2026 για τη Σιέρα Λεόνε επιβεβαιώνει ότι οι εξαναγκαστικοί γάμοι είναι συνήθεις στη χώρα[9]. Περαιτέρω, κοινή έκθεση του 2021, αποτέλεσμα συνεργασίας περισσότερων από 30 οργανώσεων της τοπικής κοινωνίας, ερευνητών και τοπικών υποστηρικτών στη Σιέρα Λεόνε και τη Γουινέα, με την υποστήριξη του Ιδρύματος NoVo και σε συνεργασία με το Δίκτυο Εφήβων Κοριτσιών της Σιέρα Λεόνε, αναφέρει ότι η Σιέρα Λεόνε έχει το 15ο υψηλότερο παγκοσμίως ποσοστό παιδικών γάμων, με το 44% των κοριτσιών να παντρεύονται πριν από την ηλικία των 18 ετών και το 18% πριν από την ηλικία των 15 ετών[10].

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με έκθεση του Law Gratis, στη Σιέρα Λεόνε και δη στις αγροτικές περιοχές κυριαρχούν οι εθιμικοί γάμοι, οι οποίοι συχνά περιλαμβάνουν παραδοσιακές τελετές και ενδέχεται να μην τηρούν τις νόμιμες απαιτήσεις ηλικίας. Συνήθως ζητείται η συναίνεση και από τις δύο οικογένειες και η γαμήλια αμοιβή, ήτοι τίμημα νύφης, είναι συνήθης. Ωστόσο, η νομική αναγνώριση και προστασία τέτοιων γάμων μπορεί να είναι ασυνεπής[11].

 

Ως προς την έμφυλη και ενδοοικογενειακή βία, έρευνα της Παγκόσμιας Τράπεζας του 2024 εξηγεί ότι στην πράξη, στη Σιέρα Λεόνε, οι γυναίκες και τα κορίτσια βιώνουν ένα αέναο κύκλο έμφυλης βίας. Από την παιδική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση και ακόμη και στις ενήλικες γυναίκες, η έμφυλη βία παραμένει ένα σημαντικό εμπόδιο για την ενδυνάμωση των γυναικών και τη δυνατότητά τους να προοδεύσουν εντός της κοινωνίας. Οι πιο συχνά αναφερόμενες μορφές έμφυλης βίας μεταξύ γυναικών και κοριτσιών ηλικίας 15-49 ετών είναι η σωματική και σεξουαλική βία (62%), καθώς και η συζυγική βία (61%). Τα θύματα συχνά δεν διαθέτουν οικονομικούς πόρους για πρόσβαση σε νομικές και ιατρικές υπηρεσίες, ιδίως στις αγροτικές περιοχές.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με έκθεση της Συντονιστικής Ομάδας Μεταρρύθμισης των Μέσων Ενημέρωσης (MRCG) του 2025, παρά την ψήφιση σημαντικών νόμων για την ισότητα των φύλων και τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για τον περιορισμό της έμφυλης βίας, η ενδοοικογενειακή βία παραμένει ένα επίμονο και βαθιά ριζωμένο πρόβλημα για τις γυναίκες στη Σιέρα Λεόνε. Η ίδια έκθεση, επικαλούμενη την Έρευνα Δημογραφικής και Υγείας της Σιέρα Λεόνε του 2019, αναφέρει ότι 62% των γυναικών ηλικίας 15-49 ετών ανέφεραν ότι έχουν βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία, κυρίως στα χέρια των συντρόφων τους. Το 2023, η αστυνομία της Σιέρα Λεόνε κατέγραψε περισσότερες από 10.000 περιπτώσεις εγκλημάτων κατά γυναικών και κοριτσιών, από τις οποίες σχεδόν 8.000 χαρακτηρίστηκαν ως ενδοοικογενειακή βία[12].

 

Υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών της Αιτήτριας και των ανωτέρω πληροφοριών χώρας καταγωγής, κρίνω ότι υφίσταται εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, να υποβληθεί εκ νέου σε μεταχείριση η οποία θα μπορούσε να ανέλθει σε επίπεδο δίωξης. Ως εκ τούτου, ο φόβος της Αιτήτριας κρίνεται βάσιμος και δικαιολογημένος.

 

Σύνδεση της δίωξης με λόγο της Σύμβασης - ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα

 

Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι ανωτέρω πράξεις δίωξης συνδέονται με κάποιον από τους περιοριστικά προβλεπόμενους λόγους δίωξης. Σύμφωνα με το άρθρο 3Γ(3) του περί Προσφύγων Νόμου, απαιτείται να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στο άρθρο 3Δ και της πράξης δίωξης ή της έλλειψης προστασίας κατά των πράξεων αυτών.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3Δ(1)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων, τα μέλη της έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει, και η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.

 

Ειδικά δε ως προς τον προσδιορισμό της ιδιότητας μίας αιτήτριας ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας στη βάση του φύλου της, η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες επισημαίνει στις κατευθυντήριες οδηγίες της σχετικά με τη δίωξη λόγω γένους, ότι «το φύλο μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της κοινωνικής ομάδας. Οι γυναίκες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής υπο-ομάδας που καθορίζεται από έμφυτα και ανεπίδεκτα αλλαγής γνωρίσματα και συχνά απολαμβάνουν μεταχείριση διαφορετική από αυτή των αντρών. Τα χαρακτηριστικά τους τις ξεχωρίζουν ως κοινωνική ομάδα και σε κάποιες χώρες υπομένουν διαφορετικά κριτήρια και επίπεδο μεταχείρισης[13]

 

Επιπλέον, στο Εγχειρίδιο Δικαστικής Ανάλυσης για την Αναγνώριση Προσώπων ως Δικαιούχων Διεθνούς Προστασίας του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο, αναφέρεται ότι:

 

 «[ο]ι γυναίκες έχουν αναγνωριστεί ως υφιστάμενες δίωξη για λόγους που σχετίζονται με τη συμμετοχή τους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα τόσο αποκλειστικά λόγω του φύλου τους όσο και ειδικότερα όπου σχηματίζουν υποομάδες. Όπως δήλωσε το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας, «δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι γυναίκες, γενικά, ή γυναίκες που υφίστανται βία λόγω φύλου, μπορεί να αποτελούν μία συγκεκριμένο κοινωνική ομάδα για τους σκοπούς της Σύμβασης.[14]»[15]

 

Σύμφωνα δε με το ίδιο εγχειρίδιο, μεταξύ των παραδειγμάτων τέτοιων υποομάδων γυναικών που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βάσει της νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων των ευρωπαϊκών κρατών, περιλαμβάνονται και οι γυναίκες οι οποίες απειλούνται με καταναγκαστικό γάμο ή οι οποίες έχουν διαφύγει από τέτοιο γάμο[16].

 

Στο ίδιο πλαίσιο, το ΔΕΕ, στην απόφαση της 16ης Ιανουαρίου 2024 στην υπόθεση C-621/21, WS[17], έκρινε ότι, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής, μπορεί να θεωρηθεί ότι τόσο οι γυναίκες της χώρας αυτής στο σύνολό τους όσο και μικρότερες ομάδες γυναικών που έχουν πρόσθετο κοινό χαρακτηριστικό έχουν την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Το ΔΕΕ επισήμανε, μεταξύ άλλων, ότι το ανήκειν στο γυναικείο φύλο συνιστά εγγενές χαρακτηριστικό, ότι οι γυναίκες μπορεί να γίνονται αντιληπτές με διαφορετικό τρόπο από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο λόγω των κοινωνικών, ηθικών ή νομικών κανόνων που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους και ότι οι γυναίκες, στο σύνολό τους, μπορεί να έχουν την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας όταν, λόγω του φύλου τους, εκτίθενται στη χώρα καταγωγής τους σε σωματική ή ψυχική βία, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής και ενδοοικογενειακής βίας.

 

Περαιτέρω, η νομολογία και η σχετική δικαστική ανάλυση της EUAA αναγνωρίζουν ότι γυναίκες οι οποίες απειλούνται με καταναγκαστικό γάμο ή οι οποίες έχουν διαφύγει από τέτοιο γάμο δύνανται, αναλόγως των συνθηκών της χώρας καταγωγής, να αποτελούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

 

Στην παρούσα υπόθεση, η Αιτήτρια μοιράζεται κοινό εγγενές χαρακτηριστικό, ήτοι το φύλο της, καθώς και κοινό ιστορικό παρελθόν με γυναίκες στη Σιέρα Λεόνε οι οποίες έχουν υποβληθεί σε εξαναγκαστικό γάμο και σε έμφυλη ή ενδοοικογενειακή βία. Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι κοινωνικοί κανόνες στη Σιέρα Λεόνε είναι παραδοσιακά πατριαρχικοί και ότι οι εθιμικοί κανόνες εξακολουθούν να επηρεάζουν δυσμενώς τη θέση των γυναικών σε ζητήματα γάμου, οικογενειακών σχέσεων, διαζυγίου και περιουσιακών δικαιωμάτων[18].

 

Συναφώς, το Σύνταγμα της Σιέρα Λεόνε του 1991 περιλαμβάνει εγγυήσεις ισότητας, πλην όμως οι ανωτέρω διατάξεις διαψεύδονται από το Άρθρο 27(4), το οποίο δηλώνει ότι το εθιμικό δίκαιο δεν υπόκειται στις αρχές της ισότητας και της μη διάκρισης. Αυτό δημιουργεί μια σημαντική κατάσταση εξαίρεσης, καθώς ουσιαστικά επιτρέπει τις διακρίσεις σε τομείς κληρονομιάς και γάμου, οι οποίοι συχνά διέπονται από το εθιμικό δίκαιο[19].

 

Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση του Law Gratis του 2025, το οικογενειακό δίκαιο στη Σιέρα Λεόνε επηρεάζεται από πολλαπλά νομικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένου του νομοθετικού, του εθιμικού και του ισλαμικού δικαίου. Τα συστήματα αυτά συνυπάρχουν, οδηγώντας συχνά σε πολύπλοκα νομικά σενάρια, ιδίως όσον αφορά τον γάμο, το διαζύγιο, την κληρονομιά και την επιμέλεια των παιδιών. Παρότι το νομοθετικό δίκαιο παρέχει νομικές οδούς για διαζύγιο, οι εθιμικοί και ισλαμικοί νόμοι συχνά δεν παρέχουν στις γυναίκες ίσα δικαιώματα σε περίπτωση διαζυγίου και κληρονομιάς, καθώς ενδέχεται να αντιμετωπίσουν προκλήσεις στην ιδιοκτησία περιουσίας και ενδέχεται να μην κληρονομήσουν αυτόματα από τους συζύγους τους[20].

 

Παράλληλα, έκθεση του London School of Economics του Ιουλίου 2025 αναφέρει ότι οι πολυπλοκότητες του συνδυασμού των εθιμικών νόμων με τη νομοθεσία περιπλέκονται περαιτέρω από τις πολυγαμικές παραδόσεις στη Σιέρα Λεόνε, αφού οι εθιμικοί νόμοι, που περιλαμβάνουν άγραφους κανόνες και παραδόσεις, συχνά αποτελούν σημαντικά εμπόδια στα δικαιώματα των γυναικών στη γη. Για τις γυναίκες σε πολυγαμικούς γάμους, το διαζύγιο συχνά αποτελεί σημαντικό εμπόδιο, ιδιαίτερα όσον αφορά την ιδιοκτησία γης[21].

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια ανήκει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, η οποία μπορεί να προσδιοριστεί ως η ομάδα των γυναικών στη Σιέρα Λεόνε οι οποίες έχουν υποβληθεί σε εξαναγκαστικό γάμο και σε έμφυλη ή ενδοοικογενειακή βία, και οι οποίες, λόγω των κοινωνικών, οικογενειακών, εθιμικών και πολυγαμικών δομών της χώρας καταγωγής τους, αντιμετωπίζουν ουσιώδεις δυσχέρειες αποδέσμευσης, αυτονομίας και πρόσβασης σε αποτελεσματική προστασία. Η ομάδα αυτή δεν ορίζεται αποκλειστικά από τη δίωξη που υφίστανται τα μέλη της, αλλά από το φύλο, το κοινό ιστορικό παρελθόν του εξαναγκαστικού γάμου και την κοινωνική αντίληψη περί γυναικών που αποκλίνουν από τις πατριαρχικές και εθιμικές προσδοκίες.

 

Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας συνδέεται με τη συμμετοχή της σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και, συνεπώς, οφείλεται σε έναν από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Υπάρχει υπεύθυνος φορέας δίωξης;

 

Ακολούθως, εξετάζεται η ύπαρξη φορέα δίωξης. Σύμφωνα με το άρθρο 3Α του περί Προσφύγων Νόμου, φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης δύνανται να είναι το κράτος, ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του, καθώς και μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι κρατικοί φορείς ή άλλοι φορείς προστασίας δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης.

 

Εν προκειμένω, ο φορέας δίωξης της Αιτήτριας είναι μη κρατικός. Ειδικότερα, ο κίνδυνος προέρχεται από τον σύζυγό της και τα μέλη της οικογένειάς του, ήτοι από πρόσωπα τα οποία την υπέβαλαν, κατά τους αποδεκτούς ισχυρισμούς της, σε σωματική, σεξουαλική και ψυχολογική βία εντός της συζυγικής οικίας. Ενόψει τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον υφίστανται φορείς προστασίας ικανοί και πρόθυμοι να της παράσχουν αποτελεσματική και μη προσωρινή προστασία.

 

Δυνατότητα εγχώριας προστασίας – Υπάρχει αποτελεσματική και διαρκής προστασία κατά των πράξεων δίωξης στην περιοχή καταγωγής της Αιτήτριας;

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3Β του περί Προσφύγων Νόμου, προστασία μπορεί να παρέχεται από το κράτος ή από ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του, υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν και είναι σε θέση να προσφέρουν προστασία. Η προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης πρέπει να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή και παρέχεται, κατά κανόνα, όταν οι φορείς προστασίας λαμβάνουν εύλογα μέτρα για να αποτρέψουν τη δίωξη, μεταξύ άλλων με τη λειτουργία αποτελεσματικού νομικού συστήματος για τον εντοπισμό, την ποινική δίωξη και τον κολασμό των πράξεων δίωξης, και όταν ο αιτητής έχει πρόσβαση στην προστασία αυτή.

 

Στην παρούσα υπόθεση, παρότι η Σιέρα Λεόνε διαθέτει νομοθετικό πλαίσιο που αποσκοπεί στην προστασία των γυναικών και των κοριτσιών, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ουσιώδες χάσμα μεταξύ νόμου και πρακτικής εφαρμογής. Μερικοί νόμοι ορόσημα που αποσκοπούν στην προώθηση των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών στη Σιέρα Λεόνε είναι το Σύνταγμα του 1991, ο Νόμος περί φύλου του 2007, ο Νόμος για τα δικαιώματα του παιδιού του 2007, ο Νόμος για τα σεξουαλικά αδικήματα του 2012, ο Νόμος για την ισότητα των φύλων και την ενδυνάμωση των γυναικών του 2022 και ο Νόμος για την απαγόρευση των γάμων παιδιών του 2024[22].

 

Ωστόσο, όπως ήδη εκτέθηκε, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, στην πράξη οι γυναίκες και τα κορίτσια στη Σιέρα Λεόνε βιώνουν ένα αέναο κύκλο έμφυλης βίας, ενώ τα θύματα συχνά δεν διαθέτουν οικονομικούς πόρους για πρόσβαση σε νομικές και ιατρικές υπηρεσίες. Περαιτέρω, σύμφωνα με την έκθεση MRCG του 2025, παρά την ψήφιση σημαντικών νόμων για την ισότητα των φύλων και τις συνεχιζόμενες προσπάθειες για τον περιορισμό της έμφυλης βίας, η ενδοοικογενειακή βία παραμένει ένα επίμονο και βαθιά ριζωμένο πρόβλημα για τις γυναίκες στη Σιέρα Λεόνε[23].

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην έκθεση Women, Business and the Law 2026, σύμφωνα με την οποία η βαθμολογία της Σιέρα Λεόνε για την αποτελεσματικότητα του νομικού πλαισίου της χώρας ανέρχεται σε 72 μονάδες, η βαθμολογία της αποτελεσματικότητας των υποστηρικτικών πλαισίων είναι 43 μονάδες και η βαθμολογία των αντιλήψεων περί επιβολής του νόμου είναι 51 μονάδες, γεγονός που δείχνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κενά μεταξύ νόμου και πρακτικής[24].

 

Οι ανωτέρω πληροφορίες καταδεικνύουν ότι η τυπική ύπαρξη νομοθετικών διατάξεων δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει αποτελεσματική προστασία. Αντιθέτως, στην περίπτωση της Αιτήτριας, λαμβανομένου υπόψη ότι η ίδια εξακολουθεί να τελεί τυπικά σε γάμο, ότι ο σύζυγός της εξακολουθεί να διαμένει στη Freetown, ότι η ίδια δεν διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο και ότι τα θύματα έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας αντιμετωπίζουν σοβαρά εμπόδια πρόσβασης σε προστασία, δεν διαπιστώνεται ότι θα μπορούσε να τύχει αποτελεσματικής και μη προσωρινής προστασίας από τις αρχές της χώρας καταγωγής της.

 

Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω πληροφοριών, διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται προστασία στη Σιέρα Λεόνε η οποία να είναι αποτελεσματική και μη προσωρινή σε σχέση με το προφίλ και τις περιστάσεις της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια δεν θα μπορέσει να προστατευθεί επαρκώς από τις πράξεις δίωξης στις οποίες αναμένεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

 

Υπάρχει δυνατότητα μετεγκατάστασης;

 

Ακολούθως, εξετάζεται η δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης της Αιτήτριας εντός της χώρας καταγωγής της. Δυνάμει του άρθρου 12Γ(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει ότι ο αιτητής δεν χρήζει διεθνούς προστασίας εάν σε τμήμα της χώρας ιθαγένειάς του δεν υπάρχει βάσιμος φόβος δίωξης ή πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης ή έχει πρόσβαση σε προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, και ο αιτητής μπορεί νόμιμα και με ασφάλεια να ταξιδέψει και να γίνει δεκτός σε εκείνο το τμήμα της χώρας και μπορεί εύλογα να αναμένεται να εγκατασταθεί εκεί.

 

Σύμφωνα με τις Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 4 της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, κατά την εξέταση της δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης πρέπει να αξιολογείται τόσο ο ασφαλής όσο και ο εύλογος χαρακτήρας της μετεγκατάστασης. Σε περίπτωση φόβου δίωξης από μη κρατικό φορέα, λαμβάνονται υπόψη η δυνατότητα και το κίνητρο του φορέα δίωξης να εντοπίσει τον αιτητή στην προτεινόμενη περιοχή, καθώς και η δυνατότητα των αρχών να παρέχουν προστασία. Περαιτέρω, σε περιπτώσεις έμφυλης δίωξης, η αδυναμία του κράτους να παράσχει προστασία σε μία περιοχή δύναται να αποτελεί ένδειξη ότι δεν θα είναι σε θέση ή δεν θα επιθυμεί να παράσχει προστασία και σε άλλη περιοχή.

 

Εν προκειμένω, η Αιτήτρια κατάγεται και διέμενε στη Freetown, όπου εξακολουθεί να διαμένει ο σύζυγός της, ήτοι ο βασικός μη κρατικός φορέας δίωξης. Δεν προκύπτει ότι διαθέτει ασφαλές και λειτουργικό υποστηρικτικό δίκτυο σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Σιέρα Λεόνε. Περαιτέρω, οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν γυναίκες με το προφίλ της Αιτήτριας δεν φαίνεται να περιορίζονται σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, αλλά συνδέονται με ευρύτερες κοινωνικές, πατριαρχικές, εθιμικές και οικογενειακές δομές που διατρέχουν τη χώρα.

 

Ως προς τον εύλογο χαρακτήρα της μετεγκατάστασης, λαμβάνεται υπόψη ότι η Αιτήτρια είναι γυναίκα η οποία υπήρξε θύμα εξαναγκαστικού γάμου και έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, εγκατέλειψε τη συζυγική οικία για να διαφύγει από την κακοποίηση και δεν διαθέτει ουσιαστικό οικογενειακό ή κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Επιπλέον, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι οι γυναίκες που αποχωρούν από πολυγαμικούς ή εξαναγκαστικούς γάμους αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσχέρειες ως προς την οικονομική τους αυτονόμηση, τη στέγαση και την πρόσβαση σε περιουσιακά και οικογενειακά δικαιώματα.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θεωρώ ότι μπορεί ευλόγως να αναμένεται από την Αιτήτρια να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της Σιέρα Λεόνε, αποκομμένη από κάθε υποστηρικτικό πλαίσιο και χωρίς πραγματική δυνατότητα πρόσβασης σε αποτελεσματική κρατική προστασία. Η εσωτερική μετεγκατάσταση δεν παρίσταται ούτε ασφαλής ούτε εύλογη.

 

Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα. Η Αιτήτρια έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε, ο οποίος συνδέεται με τη συμμετοχή της σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, οι φορείς δίωξης είναι μη κρατικοί αλλά δεν διαπιστώνεται αποτελεσματική κρατική προστασία, ενώ δεν υφίσταται ασφαλής και εύλογη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης.

 

Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως προς τον ισχυρισμό περί Ακρωτηριασμού Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ)

 

Πριν από την ολοκλήρωση της παρούσας κρίσης, κρίνεται σκόπιμο να γίνουν ορισμένες παρατηρήσεις αναφορικά με τον ισχυρισμό περί υποβολής της Αιτήτριας σε Ακρωτηριασμό Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ), ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά το στάδιο των συμπληρωματικών αγορεύσεων.

 

Συγκεκριμένα, ο συνήγορος της Αιτήτριας υποστήριξε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να διερευνήσουν κατά πόσον η Αιτήτρια είχε υποβληθεί σε ΑΓΓΟ κατά την παιδική της ηλικία, καθώς και κατά πόσον διέτρεχε κίνδυνο επαναθυματοποίησης ή έκθεσής της σε συναφείς επιβλαβείς παραδοσιακές πρακτικές σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε.

 

Το Δικαστήριο επισημαίνει εξαρχής ότι αντιλαμβάνεται πλήρως τη σοβαρότητα της πρακτικής του ΑΓΓΟ. Πρόκειται για μορφή έμφυλης βίας η οποία αναγνωρίζεται διεθνώς ως σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η οποία, αναλόγως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης, δύναται να συνιστά πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι η πρακτική αυτή εξακολουθεί να εμφανίζει ιδιαίτερα υψηλό επιπολασμό στη Σιέρα Λεόνε, παρά τις πρόσφατες νομοθετικές και πολιτικές πρωτοβουλίες που έχουν ληφθεί προς περιορισμό της[1]. Ως εκ τούτου, πρόκειται αναμφίβολα για ζήτημα το οποίο, όταν τίθεται ή προκύπτει επαρκώς από τα πραγματικά δεδομένα μίας υπόθεσης, απαιτεί ιδιαίτερα προσεκτική και εξατομικευμένη αξιολόγηση.

 

Το Δικαστήριο αναγνωρίζει επίσης ότι η διαδικασία εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας διέπεται από την αρχή της συνεργασίας μεταξύ αιτητή και αρμόδιων αρχών. Στο πλαίσιο αυτό, η Διοίκηση δεν περιορίζεται παθητικά στους ισχυρισμούς που προβάλλονται, αλλά υποχρεούται να συμβάλλει ενεργά στη διακρίβωση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ιδίως όταν πρόκειται για ευάλωτα πρόσωπα ή για πιθανούς ισχυρισμούς έμφυλης βίας. Η υποχρέωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιπτώσεις γυναικών που προέρχονται από χώρες όπου καταγράφεται υψηλή συχνότητα πρακτικών όπως ο ΑΓΓΟ ή άλλες μορφές έμφυλης βίας.

 

Πλην όμως, από την επισκόπηση του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια προέβαλε κατά τη διοικητική διαδικασία οποιονδήποτε συγκεκριμένο ισχυρισμό περί υποβολής της σε ΑΓΓΟ. Δεν προκύπτει ότι ανέφερε σχετική εμπειρία κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας ούτε κατά την προσωπική της συνέντευξη. Δεν προκύπτει επίσης ότι επικαλέστηκε φόβο έκθεσής της σε τέτοια πρακτική σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ο πραγματικός πυρήνας του αιτήματός της αφορούσε τον εξαναγκαστικό γάμο, την ενδοοικογενειακή και σεξουαλική βία που υπέστη εντός της συζυγικής οικίας, την αποβολή εγκυμοσύνης συνεπεία κακοποίησης και τον φόβο επιστροφής στο ίδιο περιβάλλον.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, ανεξαρτήτως του κατά πόσον θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η Διοίκηση όφειλε να διερευνήσει ευρύτερα ζητήματα ευαλωτότητας ή έμφυλης βίας υπό το φως των διαθέσιμων πληροφοριών για τη Σιέρα Λεόνε, παραμένει το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός περί ΑΓΓΟ δεν τέθηκε ενώπιόν της ούτε αποτέλεσε μέρος του πραγματικού πλαισίου επί του οποίου κλήθηκε να αποφανθεί.

 

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός αυτός δεν αναπτύχθηκε πραγματολογικά ούτε κατά τη δικαστική διαδικασία. Αντιθέτως, προβλήθηκε αποκλειστικά μέσω της συμπληρωματικής αγόρευσης της Αιτήτριας. Δεν συνοδεύθηκε από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση της ίδιας, δεν αποτέλεσε αντικείμενο προφορικής μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υποστηρίχθηκε από ιατρική ή άλλη πραγματογνωμονική έκθεση και δεν συνοδεύθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να επιτρέπει την ασφαλή διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που τον περιβάλλουν.

 

Επιπλέον, δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους της Αιτήτριας να προσκομισθεί πρόσθετη μαρτυρία ή να ζητηθεί η λήψη οποιουδήποτε δικονομικού μέτρου προς διερεύνηση του ζητήματος αυτού. Δεν προσδιορίσθηκαν οι συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να έλαβε χώρα ο ΑΓΓΟ, η ηλικία της Αιτήτριας κατά τον χρόνο αυτό, το είδος της πρακτικής που φέρεται να εφαρμόστηκε, οι ενδεχόμενες συνέπειες που είχε για την ίδια ή ο τρόπος με τον οποίο το περιστατικό αυτό συνδέεται με συγκεκριμένο και εξατομικευμένο μελλοντικό κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε.

 

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, μολονότι ασκεί πλήρη και ex nunc δικαιοδοσία επί των υποθέσεων διεθνούς προστασίας, η αγόρευση δεν υποκαθιστά τη μαρτυρία ούτε αρκεί αφ’ εαυτής για τη διαπίστωση σοβαρών πραγματικών περιστατικών. Η αναφορά ενός γεγονότος για πρώτη φορά σε δικόγραφο ή αγόρευση δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την ανάγκη ύπαρξης ενός ελάχιστου πραγματικού και αποδεικτικού υποβάθρου που να επιτρέπει την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της βασιμότητάς του.

 

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι, σε υποθέσεις έμφυλης βίας, τραύματος ή σεξουαλικής κακοποίησης, ενδέχεται να υφίστανται εύλογοι λόγοι καθυστερημένης αποκάλυψης ορισμένων βιωμάτων. Η σχετική όμως εκτίμηση προϋποθέτει να τεθούν ενώπιόν του συγκεκριμένα στοιχεία ή εξηγήσεις που να επιτρέπουν την αξιολόγηση των λόγων για τους οποίους ένας ισχυρισμός προβάλλεται σε τόσο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση, τέτοια εξήγηση δεν δόθηκε. Δεν προβλήθηκε ότι η αποσιώπηση του ισχυρισμού συνδεόταν με τραύμα, φόβο, αίσθημα ντροπής ή με πλημμέλειες της συνέντευξης. Ούτε επιχειρήθηκε να προσκομιστεί οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν διαθέτει επαρκές πραγματικό υπόβαθρο που να επιτρέπει ασφαλή διαπίστωση του κατά πόσον η Αιτήτρια υπέστη πράγματι ΑΓΓΟ κατά την παιδική της ηλικία ούτε, κατ’ επέκταση, να αξιολογήσει τυχόν εξατομικευμένο κίνδυνο που να απορρέει ειδικώς από το γεγονός αυτό.

 

Το συμπέρασμα αυτό δεν συνιστά διαπίστωση ότι η Αιτήτρια δεν υπέστη ΑΓΓΟ ούτε ότι τέτοιος ισχυρισμός στερείται κατ’ ανάγκη αξιοπιστίας. Αντιθέτως, το Δικαστήριο περιορίζεται να επισημάνει ότι, υπό τα συγκεκριμένα δικονομικά και αποδεικτικά δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν είναι δυνατή η ασφαλής δικανική αξιολόγησή του.

 

Τέλος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση κρίνεται, εν πάση περιπτώσει, υπέρ της Αιτήτριας. Όπως αναλύεται εκτενώς ανωτέρω, η Αιτήτρια πληροί ήδη τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών περί εξαναγκαστικού γάμου, σοβαρής έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, αποβολής εγκυμοσύνης συνεπεία κακοποίησης, έλλειψης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας και συμμετοχής της σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η περαιτέρω διερεύνηση του όψιμα προβληθέντος ισχυρισμού περί ΑΓΓΟ δεν είναι αναγκαία για τη διάγνωση της παρούσας διαφοράς ούτε για την παροχή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας που η Αιτήτρια δικαιούται.

 

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν θεμελιώνει την παρούσα κρίση του επί του ισχυρισμού περί ΑΓΓΟ. Το ζήτημα αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο περαιτέρω δικανικής κρίσης στην παρούσα υπόθεση, καθότι δεν αναπτύχθηκε επαρκώς πραγματολογικά και δεν είναι αναγκαίο για την επίλυση της διαφοράς, δεδομένης της κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς την αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα για τους λοιπούς αποδεκτούς λόγους.

 

ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

 

Συνεκτιμώντας το σύνολο των αποδεκτών ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, τις διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες χώρας καταγωγής, τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και την εξατομικευμένη εκτίμηση του προσωπικού της προφίλ, της ανήλικης ηλικίας της κατά τον χρόνο τέλεσης του εξαναγκαστικού γάμου και της ιδιαίτερης ευαλωτότητάς της ως θύματος έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια έχει τεκμηριώσει, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της στη Σιέρα Λεόνε.

 

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η δίωξη αυτή συνδέεται επαρκώς με λόγο της Σύμβασης της Γενεύης και συγκεκριμένα με τη συμμετοχή της σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, αποτελούμενη από γυναίκες οι οποίες έχουν υποβληθεί σε εξαναγκαστικό γάμο και σε έμφυλη ή ενδοοικογενειακή βία και οι οποίες, λόγω των κοινωνικών, οικογενειακών και εθιμικών δομών της χώρας καταγωγής τους, αντιμετωπίζουν ουσιώδεις δυσχέρειες αποδέσμευσης και πρόσβασης σε αποτελεσματική προστασία.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίσταται αποτελεσματική κρατική προστασία διαθέσιμη προς την Αιτήτρια στη χώρα καταγωγής της ούτε αποδείχθηκε η ύπαρξη ασφαλούς και εύλογης δυνατότητας εσωτερικής μετεγκατάστασης.

 

Υπό τα δεδομένα αυτά, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα.

Ως εκ των ανωτέρω, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς την αιτούμενη υπό το στοιχείο (Α) του αιτητικού της προσφυγής θεραπεία, με έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται δυνάμει του άρθρου 146(4)(δ) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18) και η Αιτήτρια αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου

 

 

 

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] BTI, Sierra Leone, 2026 Country Report, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.ecoi.net/en/file/local/2138474/country_report_2026_SLE.pdf, (30/03/2026), σελ.

[2] CHILD MARRIAGE IN SIERRA LEONE AND GUINEA CULTURAL ROOTS AND GIRL CENTRED SOLUTIONS, 2021, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://wearepurposeful.org/wp-content/uploads/2021/05/Purposeful-Productions_Child-Marriage_Sierra-Leone-and-Guinea.pdf, (30/03/2026), σελ. 5

[3] Amnesty International, Sierra Leone: Historic bill to end child marriage passed – sustained efforts to raise community awareness must now follow, 3 July 2024, https://www.amnesty.org/en/latest/news/2024/07/sierra-leone-historic-bill-to-end-child-marriage-passed-sustained-efforts-to-raise-community-awareness-must-now-follow/, (30/03/2026),

[4] Law Gratis, Family Law in Sierra Leone, 20 May 2025, https://www.lawgratis.com/blog-detail/family-law-in-sierra-leone, (30/03/2026),

[5] Media Reform Coordinating Group Sierra Leone, Sierra Leone: Surge in Domestic Violence Undermines Progress in Pujehun District., 2025, https://mrcgonline.org/sierra-leone-surge-in-domestic-violence-undermines-progress-in-pujehun-district/, (30/03/2026).

[6] Women, Business and the Law, Sierra Leone, 2026, Key Findings, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://wbl.worldbank.org/content/dam/sites/wbl/economies/sierra-leone.pdf, (30/03/2026)

[7] European Database of Asylum Law (EDAL), Germany: Administrative Court Augsburg, 16 June 2011, Au 6 K 30092 (σύνοψη της απόφασης στην αγγλική γλώσσα), https://www.asylumlawdatabase.eu/en/case-law/germany-administrative-court-augsburg-16-june-2011-au-6-k-30092#content (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14.11.2023)

[8] European Database of Asylum Law (EDAL), Germany: Administrative Court Gelsenkirchen, 18 July 2013, 5a K 4418/11.A (σύνοψη της απόφασης στην αγγλική γλώσσα), https://www.asylumlawdatabase.eu/en/case-law/germany-administrative-court-gelsenkirchen-18-july-2013-5a-k-441811a#content (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14.11.2023)

[9] BTI, Sierra Leone, 2026 Country Report, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.ecoi.net/en/file/local/2138474/country_report_2026_SLE.pdf, (30/03/2026), σελ.

[10] CHILD MARRIAGE IN SIERRA LEONE AND GUINEA CULTURAL ROOTS AND GIRL CENTRED SOLUTIONS, 2021, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://wearepurposeful.org/wp-content/uploads/2021/05/Purposeful-Productions_Child-Marriage_Sierra-Leone-and-Guinea.pdf, (30/03/2026), σελ. 5

[11] Law Gratis, Family Law in Sierra Leone, 20 May 2025, https://www.lawgratis.com/blog-detail/family-law-in-sierra-leone, (30/03/2026),

[12] Media Reform Coordinating Group Sierra Leone, Sierra Leone: Surge in Domestic Violence Undermines Progress in Pujehun District., 2025, https://mrcgonline.org/sierra-leone-surge-in-domestic-violence-undermines-progress-in-pujehun-district/, (30/03/2026).

[13] Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Δίωξη λόγω γένους στα πλαίσια ερμηνείας του άρθρου 1 Α (2)  της Σύμβασης του 1951 και / ή του Πρωτοκόλλου του 1967 για το Καθεστώς των Προσφύγων, 7 May 2002, HCR/GIP/02/01, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/docid/3d36f1c64.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28.11.2023).

[14] High Court (Ireland), Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2016, SM v Refugee Appeals Tribunal, [2016] IEHC 638, παρα. 54, https://www.bailii.org/ie/cases/IEHC/2016/H638.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28.11.2023)

[15] EUAA, Qualification for International Protection: Judicial analysis (Δεύτερη έκδοση), Ιανουάριος 2023, σ. 100, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-01/Qualification_international_protection_judicial_analysis_2nd_edition_0.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 28.11.2023)

[16] Ό.π., σ. 101, Πίνακας αρ. 17

[17] Aπόφαση του Δικαστηρίου (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 16ης Ιανουαρίου 2024 – WS κατά Intervyuirasht organ na Darzhavna agentsia za bezhantsite pri Ministerskia savet

[18] Όπ. π.

[19] Sabisalone, Understanding Gender Laws in Sierra Leone: A Practical Guide for Students, Advocates, and Policymakers, n.d. , https://sabisalone.tech/blog/understanding-gender-laws-in-sierra-leone, (30/03/2026).

[20] Law Gratis, Family Law in Sierra Leone, 20 May 2025, https://www.lawgratis.com/blog-detail/family-law-in-sierra-leone, (30/03/2026)

[21] LSE, Documenting women’s land rights is precarious in polygamous communities, 23 July 2025, https://blogs.lse.ac.uk/africaatlse/2025/07/23/documenting-womens-land-rights-is-precarious-in-polygamous-communities/, (30/03/2026)

[22] Sabisalone, Understanding Gender Laws in Sierra Leone: A Practical Guide for Students, Advocates, and Policymakers, n.d. , https://sabisalone.tech/blog/understanding-gender-laws-in-sierra-leone, (30/03/2026).

[23] Media Reform Coordinating Group Sierra Leone, Sierra Leone: Surge in Domestic Violence Undermines Progress in Pujehun District., 2025, https://mrcgonline.org/sierra-leone-surge-in-domestic-violence-undermines-progress-in-pujehun-district/, (30/03/2026).

[24] Women, Business and the Law, Sierra Leone, 2026, Key Findings, chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://wbl.worldbank.org/content/dam/sites/wbl/economies/sierra-leone.pdf, (30/03/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο