Η. Ν. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2036/24, 23/6/2026
print
Τίτλος:
Η. Ν. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2036/24, 23/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ


Υπόθεση Αρ.: 2036/24

 

23 Ιουνίου, 2026

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

Η. Ν. S.

                                                                                                                         Αιτήτριας

           

  και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 .........

 

Αιτήτρια παρούσα

 

Α. Ιωάννου (κ.), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

 

Κ. Ιμανίμης (κ.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Ρ. Ευαγγέλου (κ.) για πιστή διερμηνεία από γαλλική στην ελληνική και αντίστροφα

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια, διά της παρούσας προσφυγής, ζητεί την ακύρωση της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 30.4.2024, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για διεθνή προστασία, κατόπιν διαπίστωσης ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023, και αποφασίστηκε η επιστροφή της στη χώρα καταγωγής της. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ζητεί την αναγνώρισή της ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής: ΛΔΚ) και περί τις 25.5.2021, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 28.5.2021, διεξήχθη συνέντευξη ευαλωτότητας της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός). Στις 24.4.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 30.4.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.  Οι εν  λόγω αποφάσεις, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην Αιτήτρια στις 22.5.2024, αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Το νομικό πλαίσιο

2.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

3.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί μέχρι και τον περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2026, έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

4.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

5.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

6.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

7.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

8.             Ως προς τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης επισημαίνεται Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του εκάστοτε αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ' ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Απόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C-283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτήτρια αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς της και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

9.             Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman &; Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος άσυλο να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτούντος να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C-277/11, MM., ECLIEU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

10.          Προχωρώντας στην κατ’ ουσίαν εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, διαπιστώνεται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της, αυτή ισχυρίστηκε ότι απειλήθηκε από κακοποιούς («bandits») και αναζητείτο από τις αστυνομικές αρχές μετά τον θάνατο ενός κοριτσιού. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι καταζητείτο για ανθρωποκτονία, ενώ ο πατέρας του αποβιώσαντος κοριτσιού είχε αποστείλει κακοποιούς για να τη σκοτώσουν. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω επίθεση έχασαν τη ζωή τους οι γονείς της (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού στο ερυθρό 11 του δ.φ.).  

11.          Στις 28.5.2021 διενεργήθηκε αξιολόγηση ειδικών αναγκών και ευαλωτότητας της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό. Κατά τη σχετική συνέντευξη, η Αιτήτρια ανέφερε ότι καταζητείτο από τις αστυνομικές αρχές και δεχόταν απειλές μετά τον θάνατο φίλης της, με την οποία είχε προηγουμένως διαπληκτιστεί. Ισχυρίστηκε ότι θεωρήθηκε υπεύθυνη για τον θάνατό της, παρά το γεγονός ότι αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο πατέρας της αποθανούσας, πρόσωπο με επιρροή στη χώρα καταγωγής της, την αναζητούσε και την απειλούσε, ενώ ευθυνόταν και για τη δολοφονία των γονέων της περί τον Ιούνιο του 2020. Κατόπιν τούτου, ισχυρίστηκε ότι κρυβόταν σε εκκλησία μέχρι την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της.

12.          Κατά το στάδιο της συνέντευξης, και ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε το 2001 στη περιοχή Lukunga, της  κοινότητας Limete της Kinshasa της ΛΔΚ, η οποία αποτελεί και τον συνήθη τόπο διαμονής της. Δήλωσε ότι είναι Καθολική Πεντηκοστιανή ως προς το θρήσκευμα, ανήκουσα στη φυλή Mucongo. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι απόφοιτη δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ωστόσο αν και συνέχισε πανεπιστημιακές σπουδές τις διέκοψε γιατί αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα της. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, ανέφερε ότι έχει 3 αδέρφια, με τα οποία δε διατηρεί επικοινωνία και άλλους συγγενείς με τους οποίους επίσης δε διατηρεί επικοινωνία. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι στη χώρα της δεν εργαζόταν.  

13.          Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ταξίδεψε αεροπορικώς από τη χώρα της, με την οικονομική συνδρομή ενός προσώπου από την εκκλησία, και έφτασε μέσω Κωνσταντινούπολης στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές από όπου εισήλθε παρατύπως,

14.          Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια ενός πικνίκ στις 13 Ιουνίου καβγάδισε με ένα κορίτσι με αποτέλεσμα μετά από επιπλοκές στην υγεία του να αποβιώσει. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, το κορίτσι ήταν κόρη ενός προσώπου με επιρροή στη χώρα της. Μετά το θάνατο του κοριτσιού, οι αστυνομικές αρχές άρχισαν να την αναζητούν, ενώ παράλληλα δεχόταν απειλές από κακοποιούς. Ακόμα, ανέφερε ότι στη προσπάθειά του ο πατέρας της να την προστατεύσει σκοτώθηκε. Επιπρόσθετα, μαζί με τη μητέρα της αφού η διεύθυνση του σπιτιού τους έγινε γνωστή, διέφυγαν. Λίγους μήνες αργότερα, τις εντόπισαν και σκότωσαν τη μητέρα της. Η ίδια κατάφερε να διαφύγει και βρήκε καταφύγιο στην εκκλησία όπου γνώρισε ένα άνδρα, ο οποίος τη βοήθησε να φτάσει στη Κυπριακή Δημοκρατία. 

15.          Ακολούθησαν διευκρινιστικές ερωτήσεις προς την Αιτήτρια σχετικά με το ανωτέρω αφήγημά της. Ειδικότερα, κληθείσα η Αιτήτρια να αναφερθεί στο περιστατικό της συμπλοκής με το κορίτσι, δήλωσε ότι προηγήθηκε διαφωνία μεταξύ της ίδιας και του κοριτσιού με έντονη αντιπαράθεση μεταξύ τους. Σε απάντηση σχετικών ερωτήσεων, ανέφερε ότι το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα στις 30 Ιουνίου 2020 στη παραλία όπου είχε μεταβεί μαζί με φίλους της για αναψυχή. Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δε γνώριζε προηγουμένως το συγκεκριμένο κορίτσι και ισχυρίστηκε ότι εκείνο άρχισε να τους προκαλεί, γεγονός που την εξόργισε και οδήγησε σε καβγά ενώ βρίσκονταν στο νερό. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, δεν γνώριζε ότι το κορίτσι αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και παρευρισκόμενοι στη παραλία παρενέβησαν. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι πληροφορήθηκε τον θάνατο του κοριτσιού στις 2 Ιουλίου 2020, ημερομηνία κατά την οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, άγνωστα πρόσωπα μετέβησαν στην οικία της αναζητώντας την. Ωστόσο, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει με ποιον τρόπο τα πρόσωπα αυτά πληροφορήθηκαν τη διεύθυνσή της. Ερωτηθείσα σχετικά με την ταυτότητα του πατέρα του κοριτσιού, η Αιτήτρια απάντησε ότι δεν γνωρίζει το όνομά του, αλλά θεωρεί ότι πρόκειται για πρόσωπο με σημαντική επιρροή στη χώρα καταγωγής της. Ως λόγο για την πεποίθησή της, η Αιτήτρια επικαλέστηκε το γεγονός ότι,  ο εν λόγω άνδρας κινητοποίησε τόσο τις αστυνομικές αρχές όσο και κακοποιούς για τον εντοπισμό της. Κληθείσα να εξηγήσει πώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για πρόσωπο με επιρροή, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα άτομα που την αναζητούσαν αναφέρονταν σε αυτόν ως «αφεντικό». Περιέγραψε τα πρόσωπα αυτά ως κακοποιούς λόγω της εμφάνισής τους, αναφέροντας ειδικότερα ότι ήταν μασκοφόροι, έφεραν μαχαίρια και είχαν επικίνδυνη παρουσία.

16.          Ερωτηθείσα τι της ανέφεραν τα πρόσωπα που την αναζητούσαν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι της ανέφεραν ότι την έψαχναν επειδή είχε σκοτώσει κάποιο άτομο. Ανέφερε ότι αρχικά δεν κατανοούσε σε ποιο πρόσωπο αναφέρονταν και τους ζήτησε διευκρινίσεις. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, της απάντησαν ότι επρόκειτο για το κορίτσι με το οποίο είχε προηγουμένως διαπληκτιστεί. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι τα πρόσωπα αυτά επιχείρησαν να την πάρουν μαζί τους με σκοπό να τη σκοτώσουν∙ ο πατέρας της παρενέβη με αποτέλεσμα τον τραυματισμό και θάνατό του, ενώ η ίδια και η μητέρα της κατάφεραν να διαφύγουν. Κληθείσα να αναφερθεί στο πως ακριβώς σκοτώθηκε ο πατέρας της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, κατά τη σύγκρουση, και στη προσπάθεια του να την προστατεύσει, τον μαχαίρωσαν.

17.          Με τη μητέρα της η Αιτήτρια ανέφερε ότι όταν διέφυγαν κρύβονταν σε διάφορα μέρη για μερικούς μήνες και συγκεκριμένα μέχρι τις 22 Οκτωβρίου (2020). Κληθείσα να εξηγήσει πως, σύμφωνα με προηγούμενη της αναφορά κατά τη περίοδο που συνέβησαν τα περιστατικά ήταν φοιτήτρια, ανέφερε ότι επρόκειτο για την ακαδημαϊκή χρονιά 2020/2021, και μετά διέκοψε τις σπουδές της. Σε σχετικά ερωτήματα, ερωτηθείσα πότε αρχίζει το ακαδημαϊκό έτος στη χώρα της, δήλωσε ότι λόγω της πανδημίας COVID-19, το εκπαιδευτικό σύστημα είχε αλλάξει έτσι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει με βεβαιότητα, γιατί τα μαθήματα διενεργούνταν εξ αποστάσεως. Όταν της επισημάνθηκε ότι, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της, το ακαδημαϊκό έτος αρχίζει τον Σεπτέμβριο και της ζητήθηκαν διευκρινίσεις ως προς το πώς ήταν δυνατόν να παρακολουθούσε μαθήματα του εν λόγω ακαδημαϊκού έτους τον Ιούνιο, η Αιτήτρια απάντησε ότι είχε ξεκινήσει τη φοίτησή της τον Σεπτέμβριο του 2020, αλλά από τον Ιούλιο δεν παρακολουθούσε πλέον μαθήματα. Όταν της επισημάνθηκε η χρονική αντίφαση μεταξύ της δήλωσής της ότι ξεκίνησε το σχολικό έτος τον Σεπτέμβριο του 2020 και της αναφοράς της ότι σταμάτησε να παρακολουθεί από τον Ιούλιο του ίδιου έτους, η Αιτήτρια διόρθωσε, αναφέροντας ότι στην πραγματικότητα παρακολουθούσε μαθήματα μέχρι τον Ιούνιο του 2020 και στη συνέχεια διέκοψε τη φοίτησή της, επειδή δεν διέθετε πλέον φορητό υπολογιστή.

18.          Περαιτέρω, ερωτηθείσα αν κατά το διάστημα από τις 2 Ιουλίου έως τις 22 Οκτωβρίου διέμενε στους δρόμους, απάντησε καταφατικά. Κληθείσα να περιγράψει την καθημερινότητά της κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, ανέφερε ότι ξυπνούσε το πρωί και προσπαθούσε να εξασφαλίσει τροφή ζητώντας βοήθεια από άλλους ανθρώπους και τις καθολικές εκκλησίες. Δήλωσε επίσης ότι ζούσε υπό συνεχή φόβο και κρυβόταν, καθώς ανησυχούσε μήπως την εντοπίσουν τα πρόσωπα που την αναζητούσαν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, παρέμενε σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και κοιμόταν στον δρόμο μόνο κατά τις νυχτερινές ώρες και πρόσθεσε ότι μετακινούνταν σε διάφορες περιοχές, χωρίς να αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αστυνομικές αρχές. Κληθείσα να αναφέρει συγκεκριμένη εκκλησία που ζητούσαν βοήθεια δήλωσε την καθολική εκκλησία του Αγίου Ραφαήλ.

19.          Ερωτηθείσα αν υπέβαλε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές αναφορικά με την αναζήτησή της από κακοποιούς, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά. Ως λόγο για τη μη προσφυγή της στις αρχές ανέφερε ότι η ίδια καταζητείτο επίσης από την αστυνομία και ότι σε περίπτωση που απευθυνόταν στις αρχές, δε θα της δινόταν η ευκαιρία να εκθέσει τη δική της εκδοχή των γεγονότων λόγω της επιρροής που ασκούσε ο πατέρας του αποβιώσαντος κοριτσιού. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ούτε ο θάνατος του πατέρα της διερευνήθηκε ή έτυχε της δέουσας προσοχής από τις αρμόδιες αρχές. Ερωτηθείσα πώς πληροφορήθηκε ότι οι αστυνομικές αρχές την αναζητούσαν, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το γνώριζε από τους κακοποιούς, καθότι τα πρόσωπα αυτά της ανέφεραν ότι ενεργούσαν από κοινού με την αστυνομία και ότι θα της προκαλούσαν την ίδια βλάβη, ότι δηλαδή θα τη σκότωναν. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα πρόσωπα αυτά ενεργούσαν υπό τις οδηγίες ενός ανώτερου προσώπου, το οποίο αποκαλούσαν «αφεντικό» («boss»). Ερωτηθείσα εάν το εν λόγω πρόσωπο ήταν ο πατέρας του κοριτσιού, απάντησε καταφατικά. Τέλος, κληθείσα να παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πρόσωπο αυτό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι από αυτά που είχε ακούσει επρόκειτο για πολιτικό πρόσωπο με επιχειρηματικές δραστηριότητες στη χώρα καταγωγής της.

20.          Κληθείσα να περιγράψει τη μέρα που τελικά εντόπισαν την ίδια και τη μητέρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι τη συγκεκριμένη μέρα η μητέρα της δεν αισθανόταν καλά, λόγω των άσχημων συνθηκών διαβίωσης στο δρόμο, και προσπαθούσαν να βρουν βοήθεια για να μεταφερθεί στο νοσοκομείο. Ωστόσο, πριν προλάβουν να μεταβούν στο νοσοκομείο, οι κακοποιοί τους εντόπισαν. Η μητέρα της την παρότρυνε να την αφήσει και να τρέξει μακριά και κατάφερε εν τέλει να κρυφτεί από τους κακοποιούς. Τότε, η Αιτήτρια, ανέφερε ότι παρέμεινε μόνη της, κοιμόταν στο δρόμο και κρυβόταν μέχρι που γνώρισε ένα πάστορα ο οποίος τη βοήθησε και την προστάτευσε στην εκκλησία «Melca». Η Αιτήτρια από κόσμο στο δρόμο άκουσε ότι βρέθηκε μια νεκρή γυναίκα και αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τη μητέρα της. Κληθείσα να περιγράψει τη καθημερινότητά της στην εκκλησία, η Αιτήτρια ανέφερε ότι συμμετείχε στη λειτουργεία και ότι ασχολείτο με το μαγείρεμα.

21.          Τον Δεκέμβριο, η Αιτήτρια, διηγήθηκε την ιστορία της στο πρόσωπο που τελικά τη βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα και το οποίο την παρότρυνε να αναχωρήσει. Ερωτηθείσα πως κατόρθωσε να εκδώσει το διαβατήριο της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι αυτό κατέστη δυνατό με τη βοήθεια του συγκεκριμένου προσώπου το οποίο διέθετε σχετικές διασυνδέσεις.

22.          Η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές όταν μετέβη σε επίσημο κυβερνητικό κτήριο, και ότι επισκέφθηκε τον συγκεκριμένο χώρο μόνο κατά την ημέρα λήψης των φωτογραφιών της και ότι, κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, παρέμενε κρυμμένη. Όπως επίσης ανέφερε δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές κατά τη διέλευσή της από τους ελέγχους στο αεροδρόμιο και εξήγησε ότι το πρόσωπο που τη βοηθούσε τη συνόδευσε μέχρι το αεροδρόμιο και τη συνέδραμε καθ’ όλη τη διαδικασία. Κληθείσα να εξηγήσει πως οι αρχές δεν επιχείρησαν να την εμποδίσουν ούτε κατά την έκδοση του διαβατηρίου της ούτε κατά την αναχώρησή της από το αεροδρόμιο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι στη ΛΔΚ οι αρχές επηρεάζονται από πρόσωπα με ισχυρές διασυνδέσεις και επιρροή και ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο (που την αναζητούσε) διέθετε τέτοια επιρροή.

23.          Ερωτηθείσα να επιβεβαιώσει τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη ΛΔΚ, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβάται πως θα τη σκοτώσουν, καθώς οι γονείς της έχουν ήδη δολοφονηθεί, ενώ αγνοεί την τύχη των αδελφών της και δεν γνωρίζει εάν είναι ακόμη εν ζωή ή εάν έχουν επίσης σκοτωθεί. Τέλος, ερωτηθείσα σχετικά με το τι πιστεύει ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα της, ανέφερε ότι φοβάται ότι θα την σκοτώσουν. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, ως γυναίκα, σε περίπτωση επιστροφής της θα αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα στα οποία δεν θα είναι σε θέση να αντεπεξέλθει. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι οι αρχές της χώρας της δεν θα της επιτρέψουν την είσοδο στη χώρα. Ερωτηθείσα κατά πόσον θα μπορούσε να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της και να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή, όπως η Lubumbashi, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι τα πρόσωπα που την αναζητούν διαθέτουν επιρροή και ισχύ σε ολόκληρη τη χώρα.

24.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με τη ταυτότητα, προσωπικά στοιχεία, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας και ο δεύτερος ότι η Αιτήτρια κατά  λάθος σκότωσε ένα κορίτσι κατά τη διάρκεια ενός καβγά∙ έτσι, ο πατέρας του αποθανόντος κοριτσιού έστειλε κακοποιούς εναντίον της Αιτήτριας, γεγονός που οδήγησε στο θάνατο των  γονιών της και την απώλεια επαφής με τα αδέρφια της κατά τη διάρκεια της καταδίωξης

25.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός. Κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι οι συναφείς δηλώσεις της Αιτήτριας υπήρξαν συνεκτικές, αποδεικνύονται από τα έγγραφα ταυτοποίησης που προσκόμισε καθώς και από έτερες εξωτερικές πηγές, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ' ων η αίτηση.

26.           Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό αυτός έτυχε απόρριψης, καθώς κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ήταν μη λεπτομερείς, μη συγκεκριμένοι και μη συνεπείς. Η Αιτήτρια αν και ανέφερε ότι η αρχή των προβλημάτων της συνδέεται με περιστατικό που έλαβε χώρα στις 30 Ιουνίου 2020, παρά τις σχετικές ερωτήσεις, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιώδεις λεπτομέρειες σχετικά με τις συνθήκες της συμπλοκής κατά το χρόνο του περιστατικού ή τις ενέργειες της μετά το περιστατικό, περιοριζόμενη σε γενικές και αόριστες αναφορές.

27.          Αναφορικά με το περιστατικό όπου πρόσωπα μετέβησαν στην οικία της για να την αναζητήσουν, κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με ακρίβεια τα γεγονότα, αναφερόμενη μόνο στο ότι ήταν κακοποιοί, και είχαν επικίνδυνη παρουσία. Επίσης κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει στοιχεία για τη ταυτότητα ή τις δραστηριότητες του πατέρα του αποθανόντος κοριτσιού, περιοριζόμενη μόνο στην περιγραφή του γενικά ως πρόσωπο με επιρροή και σημαντικός στη χώρα καταγωγής της.

28.          Ως προς την αρνητική απόκρισή της για το ότι δεν υπέβαλε καταγγελία στις αρχές, κρίθηκε από τους Καθ’ ων ότι οι αναφορές της Αιτήτριας ήταν γενικές και αόριστες καθότι δήλωσε ότι θα της έκαναν το ίδιο, αφού έχουν τον ίδιο αρχηγό.

29.          Σχετικά με τις αναφορές της για την διαφυγή της μαζί με τη μητέρα της μετά το περιστατικό, σημειώθηκαν από τους Καθ΄ων η αίτηση οι  χρονικές αντιφάσεις σχετικά με τη φοίτησή της στο πανεπιστήμιο, αφού αρχικά ανέφερε ότι φοίτησε κατά το ακαδημαϊκό έτος 2020/2021 ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι μετά τα γεγονότα διέκοψε τη φοίτησή της.

30.          Ακόμα, οι Καθ’ ων επεσήμαναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς το θάνατο της μητέρας της παρουσιάζουν ασάφειες και έλλειψη συνοχής. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η μητέρα της απεβίωσε στις 22 Οκτωβρίου λόγω των δυσμενών συνθηκών διαβίωσης στον δρόμο, χωρίς να έχουν αναζητήσει ή λάβει ιατρική περίθαλψη, παρά την προσπάθεια εξεύρεσης βοήθειας από περαστικούς. Περαιτέρω, προβάλλει ότι η ίδια και η μητέρα της εντοπίστηκαν από τα άτομα που τις αναζητούσαν, ενώ κατά τη διαφυγή τους η μητέρα της την προέτρεψε να τρέξει, με αποτέλεσμα να διαφύγει ενώ οι δράστες συνέχισαν να την καταδιώκουν. Ωστόσο, οι Καθ’ ων σημείωσαν ότι οι σχετικές περιγραφές είναι αόριστες και μη συνεκτικές ως προς τις συνθήκες διαφυγής. Τέλος, αναφορικά με τον τρόπο που πληροφορήθηκε τον θάνατο της μητέρας της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι το πληροφορήθηκε από φήμες στον δρόμο, χωρίς να παρέχει περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία, γεγονός που κατά τους Καθ’ ων ενισχύει την έλλειψη αξιοπιστίας και σαφήνειας στους ισχυρισμούς της.

31.          Αναφορικά με το υπόλοιπο διάστημα παραμονής της στη χώρα καταγωγής της, οι αναφορές της κρίθηκαν από τους Καθ’ ων ασυνεπείς και με έλλειψη συνοχής. Ειδικότερα, για το αν αντιμετώπισε προβλήματα από τις αρχές κατά το διάστημα αυτό, απάντησε αρνητικά∙ ωστόσο, σύμφωνα με τους Καθ’ ων προκύπτει αντίφαση στα λεγόμενα της καθότι η Αιτήτρια κατόρθωσε να εκδώσει διαβατήριο σε κυβερνητική υπηρεσία της χώρας. Οι αποκρίσεις και εξηγήσεις της όταν της επισημάνθηκε το ανωτέρω κρίθηκαν μη συνεκτικές καθότι αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο που την βοήθησε μεταβαίνοντας μόνο κατά την ημέρα λήψης των φωτογραφιών της. Επιπρόσθετα, αναφορικά με την έξοδο της από τη χώρα, χωρίς εμπλοκή από τις αρχές κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια προέβαλα γενικούς και μη συνεκτικούς ισχυρισμούς σύμφωνα με τους οποίους το εν λόγω πρόσωπο τη συνόδευσε καθ’ όλη τη διαδρομή και τη διευκόλυνε λόγω της επιρροής που διέθετε.   

32.          Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη πρωτεύουσα Kinshasa, κατά τη χρονική περίοδο που η Αιτήτρια βρισκόταν στη πρωτεύουσα, και παρά το ότι από ανευρεθείσες  εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν μερικώς το εγκληματικό πλαίσιο στη Kinshasa, εντούτοις λόγω της μη απαιτούμενης σαφήνειας και συνοχής  στις αναφορές της Αιτήτριας ο εν λόγω ισχυρισμός της έτυχε απόρριψης.

33.          Στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού της προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση η συνδρομή φόβου δίωξης ή βλάβης της Αιτήτριας. 

34.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπαγωγής της Αιτήτριας στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι αυτή δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας καθώς η Kinshasa δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη διαμάχη, χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε επικαιροποιημένη εξέταση της κατάστασης ασφαλείας στο τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας (παραπομπή σε πηγές αφορούσες το 2020 - 2021).

35.          Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι οι γονείς της έχουν αποβιώσει το 2020 στη χώρα καταγωγής της και ότι για το ταξίδι της οικονομικά τη βοήθησαν κάποια πρόσωπα. Κατά την παραμονή της στη χώρα της μετά το θάνατο των γονιών της η Αιτήτρια για να επιβιώσει ζητιάνευε στο δρόμο. Ερωτηθείσα αν διαθέτει συγγενείς στη χώρα της, ανέφερε ότι διαθέτει αδέρφια τα οποία δεν γνωρίζει που βρίσκονται και δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί τους. Τέλος ανέφερε ότι τα μόνα πρόσωπα με τα οποία διατηρεί επικοινωνία είναι φίλοι της από το πανεπιστήμιο.

36.          Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα επισημαίνονται τα κάτωθι:

37.          Ως προς τον διαχωρισμό των ουσιωδών ισχυρισμών, οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν δύο ισχυρισμούς, ήτοι αφενός τα προσωπικά στοιχεία, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και αφετέρου τα περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς της, έλαβαν χώρα μετά τον θάνατο ενός κοριτσιού με το οποίο είχε συμπλακεί. Παρότι θα ήταν ορθότερο ο δεύτερος ισχυρισμός να διακριθεί σε επιμέρους ισχυρισμούς, ήτοι ως προς τον θάνατο του κοριτσιού, την καταδίωξή της από τον πατέρα της αποθανούσας, καθώς και τον θάνατο των γονέων της, από τη μελέτη του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν το σύνολο των σχετικών ισχυρισμών της Αιτήτριας. Πράγματι, σύμφωνα με τον Πρακτικό Οδηγό της EUAA[1], η ορθή ταυτοποίηση των ουσιωδών ισχυρισμών είναι αναγκαία τόσο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας όσο και για την εκτίμηση κινδύνου. Εντούτοις, δεδομένου ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίνονται αναξιόπιστες στο σύνολό τους ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό, όπως αναλύεται κατωτέρω, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην κατ’ ουσίαν εξέτασή του υπό τη μορφή που αξιολογήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση.

38.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά της στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριο της Αιτήτριας.

39.          Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι καταδιώχθηκε από τον πατέρα κοπέλας η οποία απεβίωσε μετά από συμπλοκή στην οποία φέρεται να ενεπλάκη η ίδια, με αποτέλεσμα να δολοφονηθούν οι γονείς της και να εξαναγκαστεί να διαφύγει από τη χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν χαρακτηρίζονται από το απαιτούμενο επίπεδο συνοχής, λεπτομέρειας και ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι ο φερόμενος πατέρας της αποβιώσασας κοπέλας αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς της, το πρόσωπο που κινητοποίησε την αστυνομία και κακοποιούς εναντίον της, με αποτέλεσμα τον θάνατο των γονέων της και την πολυετή αναζήτησή της, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε ουσιώδη πληροφορία αναφορικά με την ταυτότητα του εν λόγω προσώπου. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει το όνομά του, το επάγγελμά του, τον τόπο κατοικίας του ή οποιοδήποτε άλλο αναγνωριστικό στοιχείο του, περιοριζόμενη σε αόριστες αναφορές ότι επρόκειτο για πρόσωπο με επιρροή, το οποίο κάποιοι αποκαλούσαν «boss» και για το οποίο άκουσε ότι ήταν πολιτικός. Το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία για το πρόσωπο που φέρεται να αποτελεί τον κεντρικό φορέα δίωξής της αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία του αφηγήματός της.

40.          Περαιτέρω, το χρονολόγιο των γεγονότων παρουσιάζει ασάφειες και ασυνέπειες. Ειδικότερα, κατά τη συνέντευξή της η Αιτήτρια δήλωσε ότι άρχισε τις πανεπιστημιακές της σπουδές κατά το ακαδημαϊκό έτος 2020/2021, ενώ στη συνέχεια προέβη σε δηλώσεις οι οποίες δεν συνάδουν με την ανωτέρω χρονική τοποθέτηση, αναφέροντας ότι είχε ήδη διακόψει τη φοίτησή της από τον Ιούλιο του 2020. Οι εξηγήσεις που κλήθηκε να παράσχει επί του ζητήματος δεν κατέστησαν σαφές το πραγματικό χρονικό πλαίσιο των σπουδών της, δημιουργώντας αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια των δηλώσεών της.

41.          Επιπροσθέτως, ιδιαίτερα προβληματική κρίνεται η περιγραφή της φερόμενης τετράμηνης διαβίωσής της στους δρόμους του Κονγκό από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο του 2020. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για περίοδο η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, υπήρξε καθοριστική για τη ζωή της, οι σχετικές περιγραφές της χαρακτηρίζονται από έντονη γενικότητα και έλλειψη βιωματικών λεπτομερειών. Συγκεκριμένα, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με επάρκεια τις περιοχές στις οποίες διέμενε, τους χώρους στους οποίους διανυκτέρευε, τον τρόπο με τον οποίο εξασφάλιζε καθημερινά τροφή και στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης ή τις πρακτικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, περιοριζόμενη σε αόριστες αναφορές ότι περιπλανιόταν σε διάφορες περιοχές και λάμβανε βοήθεια από καθολικές εκκλησίες. Η έλλειψη συγκεκριμένων και βιωματικών πληροφοριών για γεγονότα τα οποία φέρεται να βίωσε επί συνεχές χρονικό διάστημα αποδυναμώνει περαιτέρω την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

42.          Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το γενικό κοινωνικό και οικογενειακό προφίλ της Αιτήτριας, όπως το ίδιο περιγράφεται από αυτήν. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της εργαζόταν ως ακτινολόγος ιατρός, η μητέρα της ως νοσοκόμα, ενώ η ίδια φοιτούσε στη Νομική Σχολή πανεπιστημίου της χώρας της. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι διέθετε φίλους και κοινωνικές επαφές τόσο κατά τη διάρκεια των σπουδών της όσο και μεταγενέστερα. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν κατέστη επαρκώς κατανοητό για ποιο λόγο, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν αναζήτησε οποιαδήποτε ουσιαστική συνδρομή από φίλους, συμφοιτητές, συγγενείς ή άλλα πρόσωπα του κοινωνικού της κύκλου κατά την περίοδο που φέρεται να ζούσε στους δρόμους και να αντιμετώπιζε σοβαρό κίνδυνο. Οι σχετικές εξηγήσεις που παρείχε παρέμειναν γενικές και δεν κρίνονται ικανές να άρουν τις αμφιβολίες που ανακύπτουν ως προς την ευλογοφάνεια του αφηγήματός της.

43.          Συναφώς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως έχασε κάθε επαφή με τα αδέλφια της μετά τα επίμαχα γεγονότα και ότι μέχρι σήμερα αγνοεί ακόμη και εάν βρίσκονται εν ζωή. Ωστόσο, δεν προέκυψε ότι προέβη σε ουσιαστικές και συγκεκριμένες ενέργειες προς εντοπισμό τους, πέραν αόριστης αναφοράς σε προσπάθεια επικοινωνίας μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η περιορισμένη αυτή προσπάθεια δεν συνάδει ευχερώς με το έντονο ενδιαφέρον που ευλόγως θα ανέμενε κανείς να επιδείξει πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι έχασε κάθε επαφή με τα αδέλφια του μετά από τόσο σοβαρά γεγονότα.

44.          Τέλος, προβληματισμό προκαλεί και ο τρόπος με τον οποίο η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της. Παρά τους ισχυρισμούς της ότι αναζητείτο τόσο από τις αρχές όσο και από πρόσωπο με σημαντική πολιτική και κοινωνική επιρροή, η ίδια ανέφερε ότι κατόρθωσε να αποκτήσει διαβατήριο μέσω των αρμόδιων αρχών, να μεταβεί σε κρατικές υπηρεσίες για την έκδοσή του και να αναχωρήσει αεροπορικώς από τη χώρα χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Η δε εξήγηση που παρέσχε, ότι το πρόσωπο που τη βοήθησε διέθετε γνωριμίες και επιρροή, παρέμεινε γενική και αόριστη, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένα περιστατικά ή πληροφορίες που να καθιστούν την εκδοχή αυτή πειστική.

45.          Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν χαρακτηρίζεται από το απαιτούμενο επίπεδο συνοχής, λεπτομέρειας και ευλογοφάνειας και, ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται όχι σε μεμονωμένες ανακρίβειες ή ασυνέπειες, αλλά στη σωρευτική αξιολόγηση των δηλώσεών της, οι οποίες παρουσιάζουν ουσιώδη κενά ως προς κρίσιμες πτυχές του αφηγήματος και αδυνατούν να αποδώσουν με πειστικό και βιωματικό τρόπο γεγονότα τα οποία, εάν είχαν πράγματι συμβεί όπως περιγράφονται, θα αναμενόταν ευλόγως να έχουν αποτυπωθεί με πολύ μεγαλύτερη σαφήνεια και λεπτομέρεια στη μνήμη της.

46.          Λόγω της κατ' εξοχήν προσωπικής φύσεως των περιστάσεων που συνθέτουν τα εν λόγω γεγονότα, αυτά δεν δύνανται, ως τέτοια, να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, ενώ η ίδια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς τεκμηρίωση οποιασδήποτε πτυχής του αφηγήματός της

47.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει η Αιτήτρια, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού της, επισημαίνεται ότι ως προς τις προσωπικές περιστάσεις της, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό της προφίλ ως καθολική, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[2] Ως εκ τούτου, δεν αναμένεται ευλόγως ένεκα του θρησκευτικού της προφίλ η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.

48.          Ακολούθως, το Δικαστήριο προβαίνει σε περαιτέρω εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στη ΛΔΚ, ιδίως ως προς τις γυναίκες που τελούν υπό παρόμοιες ατομικές περιστάσεις με την Αιτήτρια, ήτοι ανύπαντρες γυναίκες, οι οποίες στερούνται ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου επισημαίνονται τα κάτωθι:

49.           Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρει ότι η κοινωνία στη ΛΔΚ είναι πατριαρχική, γεγονός το οποίο έχει εδραιώσει την ανισότητα ανάμεσα στα φύλα, τις διακρίσεις κατά των γυναικών, καθώς και την αποδοχή της σεξουαλικής βίας ως φυσιολογικής. Αναφέρεται επίσης πως οι μονήρεις γυναίκες ή γυναίκες επικεφαλής των νοικοκυριών στη χώρα πιθανόν να βρίσκονται σε μεγαλύτερο ρίσκο διακρίσεων. Οι ανύπανδρες γυναίκες χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες. Η προστασία που παρέχεται στις γυναίκες δεν είναι επαρκής ούτε αποτελεσματική, καθότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε νομικές υπηρεσίες, ενώ οι αστυνομικές αρχές χαρακτηρίζονται από διαφθορά και προκαταλήψεις λόγω των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων.[3]

50.          Αναφορικά με τη δυνατότητα πρόσβασης σε στέγη, σε συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023, αναφέρεται ότι σύμφωνα με εκπρόσωπο της Afia Mama, μιας ΜΚΟ με έδρα τη ΛΔΚ, οι γυναίκες στερούνται πόρων για να έχουν πρόσβαση σε στέγαση και, ιδίως, οι γυναίκες χωρίς ακαδημαϊκό πτυχίο.[4] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, για τις γυναίκες αυτές οι επιλογές στέγασης περιορίζονται στο να ζουν σε οικογενειακά σπίτια, να μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο με πολλά άτομα, ή σε προσωρινά καταφύγια ή παράγκες, και ότι ορισμένες ανύπανδρες γυναίκες μπορεί να πέσουν θύματα εμπορίας προσώπων, σεξουαλικής εκμετάλλευσης και πορνείας εάν δεν μπορούν να βρουν στέγη. Παλαιότερη πηγή στην οποία παραπέμπει η ανωτέρω συλλογή πληροφοριών είχε αναφέρει ότι «η κοινωνική στέγαση δεν είναι διαθέσιμη για τις γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη».[5]

51.          Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023, αναφέρθηκε ότι οι γυναίκες αντιμετώπιζαν οικονομικές διακρίσεις στη ΛΔΚ. Ο νόμος επιτρέπει στις γυναίκες να συμμετέχουν σε οικονομικούς τομείς χωρίς την έγκριση ανδρών συγγενών τους, προβλέπει φροντίδα για τη μητρότητα, απαγορεύει τις ανισότητες που συνδέονται με την καταβολή προίκας και καθορίζει πρόστιμα και άλλες κυρώσεις για όσους ασκούν διακριτική μεταχείριση ή ασκούν βία λόγω φύλου. Η κυβέρνηση ωστόσο δεν εφάρμοσε αποτελεσματικά τον νόμο. Οι γυναίκες βίωσαν οικονομικές διακρίσεις και υπήρχαν νομικοί περιορισμοί για τις γυναίκες στην απασχόληση.[6]

52.          Ως προς την πρόσβαση γυναικών μόνων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο σε υπηρεσίες υγείας, η συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023 αναφέρει ότι οι γυναίκες χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγικής υγείας και της θεραπείας για τον HIV, λόγω στιγματισμού.[7]

53.          Έκθεση της Αυστριακής ACCORD του Νοεμβρίου του 2020 αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν δεν έχει οικονομικά μέσα.[8]

54.          Σε συνέντευξη μέσω zoom με τον José Bazonzi, από το University of Kinshasa, UNIKIN με την Υπηρεσία Μετανάστευσης της Δανίας σημειώνεται σε έκθεση του Οκτωβρίου του 2022 ως προς την κατάσταση για τους ανθρώπους στην Kinshasa χωρίς κοινωνικό δίκτυο, ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Kinshasa ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις... Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Kinshasa, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας».[9]

55.           Αναφορικά με την πρόσβαση στην εργασία η συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά παραπέμπει σε πηγές οι οποίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες στην Kinshasa στρέφονται προς το άτυπο εμπόριο για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ένα άρθρο στη L' Avenir,[10] μιας καθημερινής εφημερίδας της Kinshasa, σχετικά με τις ανάγκες των ανύπαντρων γυναικών στο νοικοκυριό, αναφέρει: [μετάφραση] «Αυτές οι γυναίκες χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές για να επιβιώσουν. Μερικές ασχολούνται με μικρές επιχειρήσεις, όπως η πώληση ψωμιού, το πλέξιμο των μαλλιών, το ράψιμο και ακόμη και η πορνεία» και «αδράχνουν κάθε ευκαιρία που προκύπτει στο δρόμο τους, δηλαδή ως 'nounou' (υπηρέτρια ή οικονόμος) προκειμένου να φροντίσουν το σπίτι τους».[11] Πολλές γυναίκες από τη ΛΔΚ ανέλαβαν το ρόλο του κύριου παρόχου για τις οικογένειές τους. Εργάζονται συχνά σε χαμηλά αμειβόμενες και σωματικά απαιτητικές θέσεις εργασίας και πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια. Σύμφωνα με το UNDP (2017), η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 61.2% σε σύγκριση με 69.1% για τους άνδρες.[12]

56.           Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει πως οι γυναίκες στη ΛΔΚ αφενός υφίστανται διακριτική μεταχείριση και βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με τους άντρες, αφετέρου είναι ευάλωτες σε επιθέσεις σωματικής και σεξουαλικής βίας ένεκα των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων και παραδοσιακών κανόνων που επικρατούν σε όλες τις πτυχές της ζωής στη χώρα, κατά τους οποίους η ταυτότητα μιας γυναίκας ορίζεται από την ύπαρξη οικογένειας και ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου. Ειδικότερα, οι ανύπανδρες γυναίκες επικεφαλής νοικοκυριού όπως η Αιτήτρια, χωρίς οικογένεια, χωρίς περιουσία και χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς στην πρόσβαση στην εργασία, στη στέγαση, στη δικαιοσύνη και στην κατοχή περιουσίας, ενώ συχνά προσφεύγουν στην πορνεία προκειμένου να εξεύρουν στέγαση ή να αποκτήσουν εισόδημα για τις οικογένειές τους.

57.          Κατόπιν εξειδικευμένης έρευνας στην οποία προέβη το Δικαστήριο σχετικά με τη στήριξη που μπορούν να παρέχουν οι εκκλησίες στη ΛΔΚ διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα. Έκθεση του Bertelsmann Stiftung (2024) για τη ΛΔΚ αναφέρει ότι οι χριστιανικές εκκλησίες και ιδιαίτερα η Καθολική Εκκλησία, η οποία παραμένει η μεγαλύτερη σε μέλη, ασκούν σημαντική κοινωνική επιρροή μέσω της παροχής εκπαιδευτικών και υγειονομικών υπηρεσιών.[13] Στην ίδια έκθεση, στο κομμάτι για την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, καταγράφεται ότι η ΛΔΚ συνεχίζει να υποφέρει από κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, κυρίως λόγω της ανικανότητας των δομών διακυβέρνησης, μιας βαθιά ριζωμένης κουλτούρας διαφθοράς και της έλλειψης κατάλληλων μέτρων οικονομικής μεταρρύθμισης. Συναφώς επισημαίνεται ότι για πολλούς Κονγκολέζους, η επιβίωση εξασφαλίζεται μέσω της γεωργίας αυτοκατανάλωσης και του άτυπου μικρεμπορίου, ενώ επίσης καταγράφεται ότι οι εκκλησίες και τα μέλη της οικογένειας παρέχουν συχνά κοινωνική βοήθεια.[14]

58.               Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, σύμφωνα με τον καθηγητή κοινωνιολογίας του πανεπιστημίου της Kinshasa (UNIKIN) José M. Bazonzi, ο οποίος παρείχε πληροφορίες στη Δανέζικη Μεταναστευτική Υπηρεσία τον Αύγουστο του 2022, «πέρα από την οικογένεια, ένα ακόμα κοινωνικό δίκτυο, που διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ένταξη ενός ατόμου είναι η εκκλησία». Ο ίδιος καθηγητής σε άλλο σημείο της συνέντευξης του επισημαίνει ότι «(έ)να άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ένταξή του, διότι χωρίς την οικογένεια και χωρίς δεσμούς με την Εκκλησία, το άτομο θα είναι λίγο σαν να έχει εγκαταλειφθεί, καθώς στη ΛΔK η κοινωνική βοήθεια που παρέχει το κράτος δεν λειτουργεί σωστά (.) Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα προβλήματα στέγασης, στη συνέχεια προβλήματα εργασίας και ακολούθως το πρόβλημα της εξεύρεσης πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει δυσκολίες όσον αφορά την τροφή και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔK, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή ουσιαστικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλειας».[15]

59.            Οι εκκλησίες αποτελούν μια άλλη μορφή κοινότητας και συχνά συγκεντρώνουν χρήματα για τα φτωχότερα μέλη της κοινότητας, καθώς και για τα θύματα καταστροφών. Σύμφωνα με τον καθηγητή Bazonzi, οι εκκλησίες μπορούν να παρέχουν βοήθεια υπό μορφή τροφίμων και ενδυμάτων και σε σπάνιες περιπτώσεις, στέγαση σε εκκλησίες ή σχολεία.[16]

60.          Σε COI Query της EUAA (2023) αναφορικά με την κατάσταση των γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη Kinshasa, καταγράφεται ότι σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εργασίας (ILO- International Labour Organisation) οι ΜΚΟ και οι εκκλησίες ανήκουν στους φορείς που παρέχουν κοινωνική βοήθεια σε ευάλωτα άτομα.[17] 

61.          Παρά τις διαπιστώσεις που απορρέουν από τις εξωτερικές πηγές αναφορικά με τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς οικογενειακό ή κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ, το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της περίπτωσης της Αιτήτριας. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για νεαρή γυναίκα με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, η οποία έχει φοιτήσει σε ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα, είναι υγιής, ικανή προς εργασία και δεν έχει εξαρτώμενα πρόσωπα. Επιπλέον, παρά τους ισχυρισμούς της περί απώλειας επαφής με τα αδέλφια της, δεν προκύπτει ότι στερείται πλήρως οικογενειακού ή κοινωνικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της. Αντιθέτως, λαμβανομένου υπόψη ότι διέμενε επί μακρόν στη χώρα καταγωγής της και δη στην Kinshasa, παρακολούθησε σπουδές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και προέρχεται από οικογένεια με σταθερό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, καθότι ο πατέρας της εργαζόταν ως ακτινολόγος και η μητέρα της ως νοσοκόμα, συνάγεται ότι διέθετε ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και διασυνδέσεις πέραν του στενού οικογενειακού της κύκλου. Περαιτέρω, ως καθολική χριστιανή, δύναται να έχει πρόσβαση στις δομές αλληλεγγύης και υποστήριξης που, σύμφωνα με τις εξωτερικές πηγές, παρέχονται από τις εκκλησίες και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ένταξη και υποστήριξη ευάλωτων ατόμων στη ΛΔΚ. Υπό τα δεδομένα αυτά, αξιολογώντας τις προσωπικές περιστάσεις της σε συνδυασμό με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος να περιέλθει σε κατάσταση τέτοιας σοβαρής στέρησης ή ευαλωτότητας που να συνιστά σοβαρή βλάβη

62.          Εν συνεχεία, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, την Kinshasa.

63.          Σύμφωνα με τo portal «War Watch» της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de liberation du Rwanda), CODECO (Coopérative pour e développement du Congo) και M23.[18] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ [19], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[20] . Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, ενώ η Kinshasa, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, δεν επηρεάζεται άμεσα από τις εν λόγω συγκρούσεις.

64.          Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[21] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Κινσάσα καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[22]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Κινσάσα θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[23]

65.          Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Κινσάσα επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[24]

66.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 12.6.2026) καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας («Political violence», που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 47 θάνατοι.[25] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[26] Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.

67.          Συνοψίζοντας τις προσωπικές της περιστάσεις, η Αιτήτρια πρόκειται για γυναίκα υγιή, η οποία έχει λάβει ικανοποιητική εκπαίδευση, είναι ικανή προς εργασία, εξοικειωμένη με το κοινωνικό και αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας Kinshasa. Συνεπώς, καθώς δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο ευαλωτότητας πέραν των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, ούτε αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται ότι, σε συνδυασμό με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της, δεν πιθανολογείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη η μακρά παραμονή της στην Kinshasa, η εξοικείωσή της με το περιβάλλον και τους τυχόν κινδύνους.  

68.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

69.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

70.          Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό της Αιτήτριας  δεν προκύπτει, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)]. 

71.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

72.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

73.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας. Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.

74.          Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε η Αιτήτρια μόνο λόγω της παρουσίας της  εκεί να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο του προφίλ το οποίο θα επέτεινε τυχόν κίνδυνο. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο αντίστοιχο καθεστώς.

75.          Ως προς την απόφαση επιστροφής της, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

76.          Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με € 1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.                                      

                                                           

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 



[1] EUAA, 'Practical Guide on Evidence and Risk Assessment' (2024), διαθέσιμο σεhttps://euaa.europa.eu/publications/practical-guide-evidence-and-risk-assessment

[2] USDοS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σελ. 3, διαθέσιμο σε:

https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/  (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[3] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Democratic Republic of Congo (DRC): Gender Based Violence, V.2, September 2018, διαθέσιμο σε: https://www.refworld.org/reference/countryrep/ukho/2018/en/39582, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[4] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Situation of women without a support network in Kinshasa, 25 August 2023

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[5] Canada, IRB, Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019), 3 September 2019 https://irb.gc.ca/en/countryinformation/rir/Pages/index.aspx?doc=458089&pls=1 (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[6] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σελ. 42

https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf ,( ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[7]  Denmark, DIS, Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, 7 October 2022, σελ. 45, 48 διαθέσιμο σεhttps://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[8] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020

https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[9]  Denmark, DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), σελ. 48, διαθέσιμο σε:

https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[10] L' Avenir, Suzy Kibira Omari "Se muer en association partagée pour pallier aux besoins du ménage : une solution pour les femmes sans époux.", 23 March 2017, διαθέσιμο σε: https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458089&pls=1&wbdisable=true (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[11]  IRB - Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019

 https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[12] FIDH (2019), 'Five priorities for a State that respects human rights', σελ. 13, διαθέσιμο στοfidh_drc_five_priorities_for_a_state_that_respects_human_rights_march2019.pdf; UNDP, 'Human Development Indices and Indicators: 2021 Statistical Update, Briefing note for countries on the 2021 Statistical Update, Congo (Democratic Republic of the)΄διαθέσιμο στο Gender Inequality Index | Human Development Reports (undp.org), (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[13] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σελ. 8

διαθέσιμο σε:  https://btiproject.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[14] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σελ. 16, διαθέσιμο σε:

 https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[15]  DIS - Danish Immigration Service: Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, October 2022, σελ. 47-48, διαθέσιμο σε:

https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

 

[16]  Ό.π., σελ. 14

[17] EUAA COI Query Response - DRC - Situation of women without a support network in Kinshasa,

25/08/2023, σελ. 6, διαθέσιμο σε:

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[18] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης , 'Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[19], WARWATCH,  Ακαδημία Γενεύης, 'Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo', διαθέσιμο σε:

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[20] UNSC, S/RES/2765 (2024), διαθέσιμο σε:

 https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf , (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[22] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε:

https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf , (ημερομηνία πρόσβασης  17.6.2026)

[23] Ό. π.

[24]  Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025

https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (, (ημερομηνία πρόσβασης  17.6.2026)

[25] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

[26] World Population Review, DRC, Kinshasa, διαθέσιμο σε:

 https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa(ημερομηνία πρόσβασης 17.6.2026)

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο