C.M.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 208/25, 10/6/2026
print
Τίτλος:
C.M.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών, Υπηρεσία Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 208/25, 10/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 208/25

 

10 Ιουνίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

C.M.N.

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Υπουργού Εσωτερικών,

Υπηρεσία Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 

 ..................................................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Σώτια Πιτσιλλίδου για Γεώργιο Κορυζή, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Μάσσιμο Αμπελώμος, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29/11/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 06/06/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 17/06/2022 παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

 

Στις 13/06/2024 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερομηνίας 29/11/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Στις 29/11/2024, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 27/12/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο αυθημερόν. Στις 27/01/2025, ο αιτητής καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, με τη γραπτή του αγόρευση, προβάλλει τους  πιο κάτω νομικούς ισχυρισμούς: 1) πλάνη περί τα πράγματα, 2) έλλειψη αιτιολογίας και 3) έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, υποστηρίζοντας περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στην αρχή της χρηστής διοίκησης και συνιστά άνιση μεταχείριση και δυσμενή διάκριση σε βάρος του αιτητή.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, υποστηρίζει αφενός ότι οι προβληθέντες λόγοι ακύρωσης δεν αναπτύσσονται επαρκώς και αφετέρου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας, χωρίς να εμφιλοχωρήσει ουδεμία πλάνη αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η προσβαλλόμενη είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων και της παρουσίασης του διοικητικού φακέλου στις 11/12/2025, η ευπαίδευτη δικηγόρος του αιτητή υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της αγόρευσης και τόνισε τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο αιτητής, τα οποία, κατά τον ισχυρισμό της, δεν λήφθηκαν υπόψη στο πλαίσιο της δέουσας έρευνας.  Επιπρόσθετα, η κυρία Πιτσιλλίδου τονίζει πως από την έκθεση του λειτουργού αναγνωρίζεται η αδυναμία πρόσβασης σε ψυχιατρικές υπηρεσίες στη χώρα καταγωγής του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.  Επιπλέον, αναφέρει πως αξιολογήθηκε η ψυχολογική κατάσταση του αιτητή και δεν κρίθηκε πως εξαιτίας αυτού θα μπορούσε να του χορηγηθεί οποιοδήποτε καθεστώς.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του καθώς η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Πρόσθεσε ότι, μετά το θάνατο του πατέρα του, ήρθε σε σύγκρουση με τους θείους του, οι οποίοι προσπάθησαν να τον εκβιάσουν και να του στερήσουν το μερίδιό του από την κληρονομιά. Ανέφερε επίσης ότι, κατά τη διάρκεια διαμάχης με έναν από τους θείους του, τον μαχαίρωσε και ως εκ τούτου, αναζητείται από την αστυνομία, προσθέτοντας ότι ένιωθε ανασφάλεια και αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα για την ασφάλεια του.

 

Κατά τη διαδικασία εκτίμησης ευαλωτότητας, ο αιτητής κρίθηκε ως μεσαίου κινδύνου, καθώς αναφέρθηκε σε σκέψεις αυτοτραυματισμού στο παρελθόν λόγω της διένεξης με τους συγγενείς του και διαπιστώθηκε ότι χρήζει ειδικών αναγκών υποδοχής και διαδικαστικών εγγυήσεων ως άτομο με ζητήματα ψυχικής υγείας (ερυθρά 24-11 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής του την Kinshasa και συγκεκριμένα την περιοχή Plateau de Batéké, όπου διέμενε, ενώ ανέφερε ότι τους τελευταίους μήνες πριν από την αναχώρηση του φιλοξενήθηκε στην περιοχή Nsele (ερυθρό 50 1x 2x 3x του διοικητικού φακέλου). Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Προτεστάντης ως προς το θρήσκευμα και Mumbala ως προς την εθνοτική του καταγωγή (ερυθρό 53 7x 49 του διοικητικού φακέλου). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα του διαβιεί στην περιοχή Nsele και ότι έχει τρεις αδελφούς που βρίσκονται στην Kinshasa (ερυθρό 49 4x του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ξεκίνησε σπουδές στο I.S.C.-Ngombe, όπου σπούδαζε χρηματοοικονομικά, ωστόσο διέκοψε τις σπουδές του (ερυθρό 49 2x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι επέβλεπε τις φάρμες του πατέρα του (ερυθρό 49 3x του διοικητικού φακέλου).

 

Όσον αφορά το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία, αξίζει να σημειωθεί ότι εγκατέλειψε τη χώρα του στις 17/04/2022 από την πόλη Kinshasa, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδο του από το αεροδρόμιο (ερυθρό 48 2x 3x του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε ότι κάποιο μέλος της εκκλησίας οργάνωσε και κάλυψε το οικονομικό κόστος του ταξιδιού του (ερυθρό 48 του διοικητικού φακέλου).

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ανέφερε, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ότι σαράντα ημέρες μετά το θάνατο του πατέρα του και την κηδεία του η οικογένεια συγκεντρώθηκε προκειμένου να συζητήσει τα περιουσιακά στοιχεία και τη διαθήκη που είχε αφήσει. Πρόσθεσε ότι η οικογένεια δεν επιθυμούσε να δώσει περιουσιακά στοιχεία στα παιδιά του πατέρα του. Το γεγονός αυτό προκάλεσε διαμάχη, κατά τη διάρκεια της οποίας ένας από τους θείους του τραυματίστηκε σοβαρά και όταν αντιλήφθηκαν την κατάσταση αποφάσισαν να φύγουν.

 

Ακολούθως, δήλωσε ότι ένας από τους εργαζομένους συνελήφθη και για το λόγο αυτό, ο ίδιος μετέβη στην περιοχή Nsele, όπου διέμενε ένα μέλος της εκκλησίας. Παράλληλα, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που βρίσκονται τα αδέλφια του. Πρόσθεσε ότι ο θείος του μετέβη στην αστυνομία για να τους καταγγείλει και τον αναζητούσε. Κατά συνέπεια, δεν συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο εξαιτίας της ανασφάλειας που ένιωθε (ερυθρό 48 6x του διοικητικού φακέλου). Σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ανέφερε ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο και ότι θα συλληφθεί (ερυθρό 44 6x του διοικητικού φακέλου). Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, δόθηκε στον αιτητή η ευκαιρία, μέσω πρόσθετων ερωτήσεων, να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και του τέθηκαν ερωτήματα σχετικά τη διένεξη με το θείο του. Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στην εν λόγω διένεξη, ανέφερε ότι αυτή ξεκίνησε στις 21 Ιανουαρίου 2022, σαράντα ημέρες μετά την ταφή του πατέρα του. Όταν ερωτήθηκε ποιος ξεκίνησε τη διένεξη, απάντησε ότι ήταν ο αδελφός του πατέρα του, ο οποίος επιθυμούσε να κληρονομήσει την περιουσία του πατέρα του, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων που αποτελούσαν τις φάρμες (ερυθρό 46 5x 6x  του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείς να αναφερθεί στη δυνατότητα να διεκδικήσει τις φάρμες με τη βοήθεια των αδελφών του και δικηγόρου, απάντησε ότι αυτό δεν είναι δυνατό, καθώς πρόσφατα έχουν σημειωθεί διαμάχες στην περιοχή, άτομα δημιουργούν προβλήματα και καταλαμβάνουν τη γη (ερυθρό 46 4x του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει πως συμβαίνει αυτό χωρίς να υπάρξει αγοραπωλησία, ανέφερε ότι οι Bayake είναι αυτοί που έχουν τον έλεγχο της περιοχής των Bateke και δημιουργούν προβλήματα, καταλαμβάνοντας τη γη, προσθέτοντας ότι υπάρχουν πληροφορίες στο διαδίκτυο αναφορικά με τις διενέξεις μεταξύ των Bateke και των Bayake στην περιοχή Plateau de Bateke στην Kinshasa (ερυθρό 46 4x του διοικητικού φακέλου). Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν το ανέφερε αυτό στην αίτηση του, απάντησε ότι η ιστορία των Mobondo δημιουργήθηκε αφότου ο ίδιος είχε ήδη ταξιδέψει (ερυθρό 45 2x του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε ποιος διαχειρίζεται τις φάρμες αυτή την περίοδο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει (ερυθρό 46 6x του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθως, του τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο τραυματίστηκε ο θείος του. Σχετικά με αυτό, ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα συγκεντρώθηκαν σύμφωνα με τον παραδοσιακό τρόπο των Mbala και περίμεναν σαράντα ημέρες για να πραγματοποιηθεί η συνάντηση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο θείος του υποστήριξε ότι τα παιδιά του πατέρα του δεν είχαν λόγο στην κληρονομιά και ότι δεν είχε αφήσει διαθήκη που να καθορίζει που θα πήγαινε η περιουσία. Σε απάντηση, ανέφεραν ότι μόνο εκείνοι βρίσκονταν στις φάρμες και τις επέβλεπαν και ότι οι εργάτες θα εργάζονταν μόνο για λογαριασμό τους, γεγονός που προκάλεσε διένεξη, κατά την οποία, όντας θυμωμένος, ο ίδιος μαχαίρωσε το θείο του (ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου).

 

Ερωτηθείς να εξηγήσει την αντίφαση στα λεγόμενά του, καθώς προηγουμένως είχε αναφέρει ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του μαχαίρωσε το θείο τους, απάντησε ότι δεν είχε κατανοήσει σωστά την ερώτηση και νόμιζε ότι ερωτήθηκε ποιος βρισκόταν μαζί του, γι’ αυτό και αναφέρθηκε στον αδελφό του (ερυθρό 47 4x 5x του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε τα εν λόγω περιστατικά στην αστυνομία, αντί να τον μαχαιρώσει, απάντησε ότι έδρασε υπό την επήρεια των συναισθημάτων του και δεν μπορούσε να τα ελέγξει, προσθέτοντας ότι, ακόμη και αν απευθυνόταν στην αστυνομία, δεν θα τον άκουγαν, αλλά θα άκουγαν κάποιον με περισσότερα χρήματα (ερυθρό 45 6x του διοικητικού φακέλου). Ο αιτητής δήλωσε πως τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του έφυγαν αμέσως από το σημείο και δεν γνωρίζει τι συνέβη στη συνέχεια, ωστόσο ανέφερε ότι ο θείος του μετέβη στην αστυνομία για να τους καταγγείλει (ερυθρό 45 του διοικητικού φακέλου).

 

Όπως ισχυρίστηκε, δεν υπήρξαν άλλα περιστατικά ή προσωπικές επιθέσεις, εφόσον δεν τον εντόπισαν (ερυθρό 45 8x του διοικητικού φακέλου). Διευκρίνισε πως δεν επικοινωνούν η μητέρα του και τα αδέλφια του με το θείο του (ερυθρό 45 3x του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε αν η μητέρα του και τα αδέλφια του προσπάθησαν να βρουν κάποια λύση μετέπειτα, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι εάν είχαν προσπαθήσει, ο εργάτης που συνελήφθη θα είχε απελευθερωθεί (ερυθρό 44 2x του διοικητικού φακέλου). Πρόσθεσε πως το συγκεκριμένο πρόσωπο συνελήφθη επειδή πήρε το μέρος τους και επιθυμούσε να μιλήσει εκ μέρους του (ερυθρό 47 3x του διοικητικού φακέλου). Όταν ερωτήθηκε πως κατάφερε να φύγει, δεδομένου ότι η οικογένεια του πατέρα του τον είχε καταγγείλει στην αστυνομία, απάντησε ότι κρυβόταν στο σπίτι μιας αδελφής από την εκκλησία και ότι στη χώρα του δεν είναι εύκολο να συλληφθεί κάποιος (ερυθρό 47 8x του διοικητικού φακέλου). Κληθείς να αναφέρει πως κατάφερε να εγκαταλείψει  νομότυπα τη χώρα, απάντησε ότι κατέβαλαν χρήματα στο αεροδρόμιο για να μπορέσει να περάσει, καθώς η αδελφή γνώριζε κάποιον που εργαζόταν εκεί (ερυθρό 47 9x 46 3x του διοικητικού φακέλου). Σε επαναληπτική ερώτηση επί του ζητήματος αυτού, απάντησε ότι η αδελφή του πλήρωσε το άτομο που εργαζόταν στον έλεγχο διαβατηρίων στο αεροδρόμιο (ερυθρό 44 του διοικητικού φακέλου). Τέλος, ερωτηθείς ως προς τη δυνατότητα του να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας του, απάντησε ότι στη ΛΔΚ νιώθει ανασφάλεια (ερυθρό 43 3x του διοικητικού φακέλου).

 

Κατόπιν της διεξαγωγής της συνέντευξης, ο αιτητής παραπέμφθηκε για ψυχολογική υποστήριξη, καθώς ανέφερε ότι στο παρελθόν είχε σκέψεις αυτοτραυματισμού, τις οποίες δήλωσε πως δεν έχει μετά την αναχώρησή του από τη χώρα (ερυθρά 54, 46 2x του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση της υγείας του αιτητή και τον προηγούμενο χαρακτηρισμό του ως ευάλωτου λόγω των αυτοκτονικών σκέψεων που είχε αναφέρει στο παρελθόν, έκρινε ότι, για τους σκοπούς της έκθεσης-εισήγησης, δεν θεωρείται ευάλωτος, καθώς ο ίδιος δήλωσε ότι πλέον δεν έχει τέτοιες σκέψεις και ότι νιώθει καλά, ενώ έχει συγχρόνως παραπεμφθεί για ψυχολογική υποστήριξη. Τονίζει ο λειτουργός ότι ο αιτητής είχε πραγματική πρόσβαση στις διαδικασίες και τη δυνατότητα να επικαλεστεί όλα τα απαιτούμενα στοιχεία, ενώ εξετάστηκαν με πληρότητα όλοι οι λόγοι στους οποίους αναφέρθηκε. 

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του αιτητή κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν 1) τα προσωπικά του στοιχεία και 2) την ισχυριζόμενη κτηματική διαμάχη του με το θείο του, με τον οποίο ενεπλάκη σε καυγά και τον κατήγγειλε στην αστυνομία.

 

Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του, καθώς έκρινε ότι οι δηλώσεις του ήταν ακριβείς και επαρκώς λεπτομερείς, ενώ επιβεβαιώνονταν και από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή δεν ήταν επαρκείς και ικανοποιητικές και δεν περιείχαν ακριβείς πληροφορίες, ενώ εντοπίστηκαν αντιφάσεις και παρατηρήθηκε έλλειψη συνοχής. Αναφορικά με το περιστατικό κατά το οποίο τραυματίστηκε ο θείος του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή ήταν αντιφατικές ως προς το ποιος προκάλεσε τον τραυματισμό, ενώ όταν ερωτήθηκε σχετικά δεν παρείχε επαρκείς και ακριβείς πληροφορίες, γεγονός που δημιούργησε αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του αφηγήματός του. Επί αυτού, ο λειτουργός ανέφερε ότι η ενέργεια του αιτητή να μαχαιρώσει τον θείο του πυροδότησε την ισχυριζόμενη ένταση μεταξύ των μελών της οικογένειας, για την οποία ο ίδιος φέρει αποκλειστική ευθύνη, κρίνοντας ότι το σχετικό αφήγημα στερείται λογικής συνέχειας και συνοχής. Ακολούθως, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με το πώς κατάφερε να διαφύγει χωρίς να εντοπιστεί δεν περιείχαν επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες, ενώ η νομότυπη αναχώρησή του από το αεροδρόμιο στερείται λογικής συνέχειας.

 

Ο λειτουργός έκρινε επίσης ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με την τρέχουσα διαχείριση των κτημάτων στερούνταν λογικής συνέχειας και συνοχής, καθώς θεωρήθηκε ότι, δεδομένου ότι επικοινωνεί με τη μητέρα του, αναμενόταν να γνωρίζει βασικές εξελίξεις σχετικά με το ζήτημα που τον ώθησε να αναχωρήσει από τη χώρα. Οι δηλώσεις του αιτητή ως προς το πού βρίσκονται τα αδέλφια του κρίθηκαν αντιφατικές, καθώς ανέφερε αφενός ότι βρίσκονται στην Kinshasa και αφετέρου ότι τους άφησε εκεί, ενώ όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση δεν κατάφερε να αποσαφηνίσει τις διαφοροποιημένες του δηλώσεις. Εν κατακλείδι, ο λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ούτε να παράσχει συνεκτικές και λογικές απαντήσεις ως προς το πώς θα μπορούσε να εντοπιστεί σε περίπτωση επιστροφής του, λαμβανομένης υπόψη της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος και του μεγέθους της Kinshasa.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τις περιφερειακές κρίσεις και τις διενέξεις μεταξύ των Γιάκα και των Τέκε, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που υπάρχουν πηγές που αναφέρονται σε τέτοιου είδους περιστατικά, ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε την προσωπική του εμπλοκή. Επιπλέον, κρίθηκε ότι αναμένεται να επιστρέψει στην περιοχή όπου διαμένει η μητέρα του, όπου δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα. Ακολούθως, ο λειτουργός παρέθεσε πηγές πληροφόρησης αναφορικά με οικογενειακές συγκρούσεις και διαμάχες στη ΛΔΚ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένης της ιδιωτικής φύσεως των ισχυρισμών του αιτητή και ενόψει της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των λεγομένων του, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.

 

Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη του την κατάσταση ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό γενικώς και στην Kinshasa ειδικότερα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας, καθώς οι εντάσεις αφορούν επαρχίες διαφορετικές από την Kinshasa.

 

Ακολούθως, ο λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή εν όψει της κατάστασης της ψυχικής του υγείας. Στη βάση σχετικής νομολογίας του ΕΔΔΑ και διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με την πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, κρίθηκε ότι δεν προκύπτει πως σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής θα υποστεί σοβαρή, ταχεία και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της κατάστασης της ψυχικής του υγείας. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι η διαβίωση του δεν θα επηρεαστεί αρνητικά λόγω των δυσκολιών που αντιμετώπισε, ενώ κρίθηκε ότι θα έχει τη δυνατότητα να αποταθεί σε υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης εφόσον το χρειαστεί. Ως εκ τούτου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί μεταχείριση που να ισοδυναμεί με σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του λόγω της κατάστασης της ψυχικής του υγείας.

 

Εν κατακλείδι, αξιολογώντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, ως ενήλικα, υγιούς και μορφωμένου ατόμου με εργασιακή εμπειρία και μέλη της οικογένειας του στην περιοχή καταγωγής του που συνιστούν ένα εκτεταμένο οικογενειακό δίκτυο, κρίθηκε ότι θα μπορέσει να διασφαλίσει ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης. Συνεπώς, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω των προσωπικών του περιστάσεων.

 

Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε ότι στην περιοχή καταγωγής του αιτητή δεν παρατηρείται ένοπλη σύρραξη. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και, συνεπώς, το αίτημά του απορρίφθηκε στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημα του αιτητή, πως δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του. 

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου διαφαίνεται πως ο αιτητής δεν μπορούσε να αναφερθεί σε λεπτομέρειες σχετικές με τον πυρήνα του αιτήματός του και δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος του, προέβηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές και δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στον κίνδυνο που διατρέχει στη χώρα καταγωγής του.  Στο αφήγημα του αιτητή παρουσιάζονται ελλείψεις όσον αφορά τη συνοχή των γεγονότων καθώς επίσης και ελλείψεις πληροφοριών που στοιχειοθετούν και τεκμηριώνουν τα λεγόμενα και τους ισχυρισμούς του.  Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του δεν τεκμηριώθηκε.

 

Συγκεκριμένα, αναφορικά με τη διένεξη που ισχυρίστηκε ότι είχε με το θείο του αναφορικά με την κληρονομική διαδοχή, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και λαμβάνοντας υπόψη την ιδιωτική φύση του εν λόγω ισχυρισμού αναφέρεται ότι, διάφορα τοπικά εθιμικά δίκαια ρυθμίζουν τόσο ζητήματα προσωπικής κατάστασης όσο και δικαιώματα ιδιοκτησίας, ιδιαίτερα τα συστήματα κληρονομιάς και κατοχής γης στις παραδοσιακές κοινότητες σε όλη τη χώρα.[1] Ο νόμος προβλέπει ότι οι γιοι και οι κόρες έχουν τα ίδια δικαιώματα να κληρονομούν γη και ότι οι επιζώντες σύζυγοι, τόσο γυναίκες όσο και άνδρες, έχουν εξίσου δικαίωμα στην κληρονομιά. Ωστόσο, τα παραδοσιακά έθιμα συνεχίζουν να κάνουν διακρίσεις εις βάρος των γυναικών και των κοριτσιών όσον αφορά την κληρονομιά.[2]

 

Αναφορικά με τις δηλώσεις του αιτητή περί διένεξης μεταξύ Bateke και Bayaka, εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, συμφωνία κατάπαυσης του πυρός συνήφθη τον Απρίλιο του 2024 μεταξύ των ηγετών των κοινοτήτων Teke και Yaka, παρουσία του Προέδρου του Κονγκό Félix Tshisekedi.[3] Ωστόσο, οι συγκρούσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων συνεχίστηκαν.[4] Πηγές ανέφεραν ότι η βία έχει φτάσει μέχρι την πόλη Kinshasa.[5] Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ πρόσθεσε επίσης ότι οι δήμοι Maluku, Kimbaseke, Masina και Ndjili της επαρχίας Kinshasa επηρεάστηκαν ιδιαίτερα, «όπου ζουν μέλη τόσο της κοινότητας Teke όσο και της κοινότητας Yaka, συμπεριλαμβανομένων χιλιάδων αμάχων που έχουν εκτοπιστεί λόγω της σύγκρουσης».[6]  Θα πρέπει να αναφερθεί πως η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή επιβεβαιώνεται εν μέρει, αλλά όχι στην ολότητα του ισχυρισμού και δεδομένου του ότι ο αιτητής προέβη σε ασαφείς και επιφανειακές δηλώσεις από τις οποίες δεν τεκμηριώνεται η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του, ο ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός στο σύνολο του.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός της, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής της.  Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση.

 

Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[7] Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[8]

 

Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 10/06/2026) στην Kinshasa, καταγράφηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[9] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις [2026] ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[10]

 

Σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση του αιτητή είναι χρήσιμο να επισημανθεί πως ο αιτητής ανέφερε ότι στο παρελθόν είχε παρουσιάσει αυτοκτονικές τάσεις. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης δήλωσε ότι η παρούσα ψυχολογική του κατάσταση είναι καλή, ότι αισθάνεται ασφαλής και ότι δεν αντιμετωπίζει σήμερα οποιεσδήποτε αυτοκαταστροφικές τάσεις ή σκέψεις. Παρά τις εν λόγω δηλώσεις, ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενεργώντας με γνώμονα την προστασία και την ευημερία του αιτητή και λαμβάνοντας υπόψη τις αναφορές του σε παρελθούσες δυσκολίες, προέβη σε παραπομπή του για ψυχολογική υποστήριξη, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα τύχει της αναγκαίας παρακολούθησης και στήριξης, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο από τους αρμόδιους επαγγελματίες.

 

Σημειώνεται, ωστόσο, ότι ενώπιον μου δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε ιατρικό, ψυχολογικό ή άλλο αντικειμενικό στοιχείο από αρμόδιο επαγγελματία υγείας που να καταδεικνύει ότι ο αιτητής πάσχει από ψυχική διαταραχή, ότι βρίσκεται σε κατάσταση ψυχολογικής ευαλωτότητας ή ότι χρήζει ειδικής μεταχείρισης λόγω της ψυχικής του υγείας. Ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οποιαδήποτε διάγνωση, γνωμάτευση ή θεραπευτική παρακολούθηση που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη σοβαρής ψυχολογικής επιβάρυνσης κατά τον κρίσιμο χρόνο εξέτασης της αίτησής του. Αντιθέτως, οι δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη καταδεικνύουν ότι ο ίδιος αντιλαμβάνεται την κατάστασή του ως σταθερή και διαχειρίσιμη και ότι αισθάνεται ασφαλής κατά το παρόν στάδιο.

 

Περαιτέρω, ο αιτητής συνέδεσε ρητά τις αυτοκτονικές τάσεις που ισχυρίστηκε ότι είχε στο παρελθόν με τις απειλές που, κατά τους ισχυρισμούς του, δεχόταν από τον θείο του στη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 12, του διοικητικού φακέλου). Ο εν λόγω ισχυρισμός εξετάστηκε ενδελεχώς στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αίτησής του και δεν έγινε αποδεκτός, καθότι κρίθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε σε ικανοποιητικό βαθμό και δεν ήταν αξιόπιστος. Δεδομένου ότι η ίδια η πηγή της ισχυριζόμενης ψυχολογικής επιβάρυνσης συνδέθηκε αποκλειστικά από τον αιτητή με πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετείται η ύπαρξη της γενεσιουργού αιτίας στην οποία ο ίδιος απέδωσε την εν λόγω κατάσταση.

 

Επιπλέον, δεν προέκυψε από τη συμπεριφορά, τον τρόπο επικοινωνίας ή τη συμμετοχή του αιτητή στη διαδικασία οποιαδήποτε ένδειξη ότι η ψυχολογική του κατάσταση επηρέαζε ουσιωδώς την ικανότητά του να παραθέσει τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του, να κατανοήσει τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν ή να συμμετάσχει αποτελεσματικά στη διαδικασία εξέτασης της αίτησής του. Υπό το φως των ανωτέρω, και ελλείψει αντικειμενικών στοιχείων που να καταδεικνύουν υφιστάμενη ψυχολογική ευαλωτότητα ή ανάγκη ειδικής μεταχείρισης, δεν προκύπτει ότι η αναφερόμενη ψυχολογική κατάσταση του αιτητή επηρεάζει την αξιολόγηση της αίτησής του ή τα συμπεράσματα που εξάγονται ως προς την αξιοπιστία και την ουσία των ισχυρισμών του.

 

Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του αιτητή και τις παλαιότερες σκέψεις αυτοτραυματισμού στις οποίες αναφέρθηκε και παρόλο που ο ίδιος δεν προέβαλε οτιδήποτε σχετικό την ενώπιον μου διαδικασία εκ του περισσού παραπέμπω σε παλαιότερες πηγές πληροφόρησης ελλείψει επικαιροποιημένων, που αναφέρουν ότι η υγειονομική δομή από την οποία μπορούν οι ασθενείς να λάβουν θεραπεία εξαρτάται από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες που χρειάζονται. Κατ’ αρχήν, οι δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας μπορούν να χορηγούν φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο, οι αλυσίδες εφοδιασμού περιορίζουν σημαντικά τη διαθεσιμότητα των φαρμάκων. Οι δομές δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας φροντίδας, όπως τα νοσοκομεία, μπορούν να παρέχουν πιο σύνθετες θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης της νοσηλείας σε περιπτώσεις κρίσης ψυχικής υγείας. […] Ένα άρθρο του 2010 εντόπισε έξι νοσοκομειακά ιδρύματα που παρέχουν υπηρεσίες για διαταραχές ψυχικής υγείας. Αυτό περιλαμβάνει τέσσερις εξειδικευμένες μονάδες ψυχικής υγείας, μεταξύ των οποίων το Neuro-Psycho-Pathology Centre (Centre Neuro-Psycho-Pathologique, CNPP) στο University of Kinshasa. [...] Το Telema Hospital στην Kinshasa αποτελεί σημαντικό πάροχο ψυχιατρικών υπηρεσιών υγείας.[11]

 

Αναφορικά με την πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, η ανωτέρω πηγή αναφέρει ότι, η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη γενικά στη ΛΔΚ είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Ένας παράγοντας που συμβάλλει στη χαμηλή κάλυψη είναι η περιορισμένη διαθεσιμότητα εξειδικευμένων υπηρεσιών στις δομές υγείας· το PNDS αναφέρει ότι μόνο το 3% των δομών πρωτοβάθμιας φροντίδας έχει ενσωματωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας. [...] Παρόλο που υπάρχει κάποια γεωγραφική κατανομή εξειδικευμένων κέντρων ψυχικής υγείας, η πλειονότητά τους βρίσκεται στην Kinshasa, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής.[12]

 

Δεν υπάρχει εθνικός προϋπολογισμός που να διατίθεται για το εθνικό πρόγραμμα ψυχικής υγείας (PNSM). Ωστόσο, το PNSM έχει πρόσφατα εκπονήσει το Εθνικό Στρατηγικό Σχέδιο για την Ψυχική Υγεία· ένα ελπιδοφόρο βήμα που όμως θα απαιτήσει μεγαλύτερη εμπλοκή της Κυβέρνησης για να διασφαλιστεί η επιτυχία του. Επιπλέον, ορισμένες μορφές ψυχοκοινωνικής υποστήριξης προσφέρονται από τοπικές οργανώσεις (όπως το Panzi Foundation) και από Διεθνείς Ανθρωπιστικές και Αναπτυξιακές Οργανώσεις (όπως οι OCHA και OIM), ιδιαίτερα σε επαρχίες που επηρεάζονται από συγκρούσεις ή βρίσκονται σε μετα-συγκρουσιακή φάση.[13]

 

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, παρά τις ελλείψεις και τις πρακτικές δυσχέρειες που εξακολουθούν να υφίστανται στο σύστημα ψυχικής υγείας της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, υπάρχουν διαθέσιμες δομές και υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ιδίως στην Kinshasa, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο αιτητής. Οι πληροφορίες καταδεικνύουν την ύπαρξη εξειδικευμένων ψυχιατρικών μονάδων, νοσοκομειακών ιδρυμάτων που παρέχουν ψυχιατρική φροντίδα, δυνατότητας χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής, καθώς και υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης που προσφέρονται τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς φορείς.

 

Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που ο αιτητής αντιμετωπίσει στο μέλλον οποιαδήποτε δυσκολία σχετιζόμενη με την ψυχική του υγεία, δεν προκύπτει ότι θα στερηθεί πρόσβασης σε κατάλληλη υποστήριξη ή θεραπεία στη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, δύναται να απευθυνθεί στις αρμόδιες υγειονομικές αρχές και στις διαθέσιμες δημόσιες ή ιδιωτικές δομές ψυχικής υγείας της Kinshasa, καθώς και σε οργανισμούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ψυχοκοινωνικής στήριξης, προκειμένου να αξιολογηθεί η κατάστασή του και να του παρασχεθεί η ενδεδειγμένη φροντίδα, ανάλογα με τις ανάγκες του.

 

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο αιτητής θα αντιμετωπίσει, λόγω της ψυχικής του υγείας, πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ή το άρθρο 4 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε ότι θα στερηθεί κατ’ ουσίαν την πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa.  Ούτως ή άλλως το ζήτημα αυτό ξεκαθαρίζεται εκ του περισσού εφόσον ο συνήγορος του αιτητή δεν έθεσε οτιδήποτε συγκεκριμένο επί του ζητήματος ούτε προσκόμισε στοιχεία με το ορθό δικονομικό διάβημα αλλά αρκέστηκε σε γενική και αόριστες αναφορές επί του ζητήματος αυτού.

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι είναι ενήλικας, υγιής, πλήρως ικανός προς εργασία  και με εργασιακή εμπειρία στη χώρα του, υψηλό μορφωτικό επίπεδο και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, αλλά και ο ισχυρισμός περί ελλιπούς αιτιολογίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτονται στο σύνολό τους.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Privacy Shield, Framework, Congo, Democratic Republic - 4-Legal Regime, διαθέσιμο σε: https://www.privacyshield.gov/ps/article?id=Congo-Democratic-Republic-Legal-Regime

[2] The Danish Immigration Service, Democratic Republic of the Congo Socioeconomic conditions in Kinshasa, Οκτώβριος 2022, σελ. 28, διαθέσιμο σε: https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf

[3] Africa News, DRC: At least 70 dead in militia attack in Kinsele, Αύγουστος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.africanews.com/2024/07/17/drc-at-least-70-dead-in-militia-attack-in-kinsele/

[4] New York Times (The), Congo’s ‘Other’ Conflict Kills Thousands in West Near the Capital, Ιούλιος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.nytimes.com/2024/07/19/world/africa/crisis-western-congo.html

[5] UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, Δεκέμβριος 2023, παρα. 7, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/a473eefb-0611-4d04-9534-eea099af26bb/N2336437.pdf 

[6] UN Security Council, Midterm report of the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo, Δεκέμβριος 2023, παρα. 7, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/a473eefb-0611-4d04-9534-eea099af26bb/N2336437.pdf

[7] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

[8] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/

[9] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[10] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa

[11] EASO Democratic Republic of Congo (DRC) Medical Country of Origin Information Report, Αύγουστος 2021, σελ. 85-86, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_08_EASO_MedCOI_Report_DRC_update.pdf

[12] EASO Democratic Republic of Congo (DRC) Medical Country of Origin Information Report, Αύγουστος 2021, σελ. 86-87, διαθέσιμο σε: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2021_08_EASO_MedCOI_Report_DRC_update.pdf

[13] Mutombo PBWB, Lobukulu GL and Walker R (2024) Mental healthcare among displaced Congolese: policy and stakeholders' analysis, Ιανουάριος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.frontiersin.org/journals/human-dynamics/articles/10.3389/fhumd.2023.1273937/full


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο