A.H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 2294/2025, 3/6/2026
print
Τίτλος:
A.H. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 2294/2025, 3/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 2294/2025

03 Ιουνίου, 2026

           [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

A.H. από Σομαλία

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Χ. Παφίτη (κα) για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή.

Ι. Χαραλάμπους (κα) για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής Παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 10/09/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή ακύρωση της απόφασης επιστροφής και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 28/02/24, ακολούθησε διαδικασία αξιολόγησης ηλικίας με συνέντευξη στις 20/03/24 και απόφαση στις 17/04/24 με την οποία κρίθηκε ως ενήλικας. Ακολούθως, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη επί της αίτησής του στις 30/07/25, αυθημερόν συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση και στις 28/08/25 αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. 

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα, αιτιολογία και πλάνη της αρμόδιας αρχής και την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς ο βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή, ότι δεν εξετάστηκαν εξατομικευμένα όλες οι δηλώσεις και/ή τα στοιχεία που συνδέονται με το αίτημα του και/ή παραθέτοντας/επισυνάπτοντας ταυτόχρονα παραπομπές σε διαδικτυακούς συνδέσμους - πηγές που όπως αναφέρει ενισχύουν τις δηλώσεις του τελευταίου σε σχέση με την Al Shabbab[1], το πεδίο δράσης της και την δυσχερή κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή που αναμένεται να επιστρέψει και/ή λόγω του υψηλού επιπέδου περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή διαμονής του.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι δεν αποδείχθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο Αιτητής σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής και/ή κρίθηκε ως αναξιόπιστος σε σχέση με τον 3ο ισχυρισμό του.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Πρόσθετα, οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοί και/ή οι παραπομπές στις ιστοσελίδες μέσω Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή είναι άμεσα συνυφασμένες με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής, με τις συγκρούσεις που παρατηρούνται από παραστρατιωτικές ένοπλες ομάδες (ειδικά Al-Shabaab) στοιχεία που αποτελούν ζητήματα πυρήνα του αιτήματος ασύλου του  Αιτητή όπως θα αναλυθεί κατωτέρω στην έκταση που ενδιαφέρει επί της αξιολόγησης ουσίας του αιτήματος του. Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, η συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί στην ουσία της υπόθεσης και/ή ειδικά στην μη παραχώρηση σε αυτόν τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, κατά την υποβολή της αίτησής του ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε την Σομαλία όταν οι Al-Shabaab σκότωσαν την μητέρα του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»). Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ανέφερε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς στις 14/08/04 στην πόλη Afgooye της επαρχίας Lower Shebelle, ενώ μεγάλωσε και διέμενε στην περιοχή Xawo Tako της ίδιας επαρχίας μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Δήλωσε ότι είναι άγαμος, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, με μητρική γλώσσα τα Σομαλικά, κατανοεί Αγγλικά και ανήκει στη φυλή Murusade. Αναφορικά με το οικογενειακό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε, ενώ η μητέρα του δολοφονήθηκε τον 12ο/2023. Δήλωσε επίσης ότι έχει δύο μεγαλύτερους αδελφούς και μία αδελφή που διαμένουν στη Σομαλία, ενώ ένας αδελφός του βρίσκεται στη Φιλανδία, όπου επιθυμούσε να μεταβεί (ερυθρά 62-68 ΔΦ). Ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ισχυρίστηκε ότι μέλη της οργάνωσης Al-Shabaab δολοφόνησαν αρχικά τον πατέρα του και ακολούθως τη μητέρα του, λόγω της εργασίας τους σε κυβερνητική εταιρεία με την επωνυμία «MCH», καθώς η οργάνωση θεωρούσε ότι όσοι εργάζονται για την κυβέρνηση δεν είναι μουσουλμάνοι. Αναφορικά με τον θάνατο του πατέρα του, ανέφερε ότι δολοφονήθηκε ενώ μετέβαινε στο τζαμί, ενώ σχετικά με τη μητέρα του δήλωσε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του ανέλαβε τη θέση εργασίας του στην ίδια εταιρεία και στη συνέχεια σκοτώθηκε επίσης από την Al-Shabaab. Κληθείς να περιγράψει το περιστατικό, ισχυρίστηκε ότι είδε τη μητέρα του νεκρή στο έδαφος ενώ επέστρεφε από το σχολείο. Ως προς τους ισχυρισμούς του περί στρατολόγησής του από την Al-Shabaab, ανέφερε ότι μετά τη δολοφονία της μητέρας του, μέλη της οργάνωσης τον προσέγγισαν και του ζήτησαν να συνεργαστεί μαζί τους και να πολεμήσει την κυβέρνηση. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η οργάνωση στρατολογεί νεαρά αγόρια της ηλικίας του για να μεταφέρουν βόμβες και να πραγματοποιούν επιθέσεις, κάτι το οποίο ο ίδιος δεν επιθυμούσε να πράξει. Ανέφερε ότι τα μέλη της Al-Shabaab τον προσέγγισαν δύο φορές, αρχικά κατά τη δολοφονία της μητέρας του και ακολούθως ακόμη μία φορά, δίνοντάς του χρονικό περιθώριο να σκεφτεί εάν θα ενταχθεί μαζί τους, ενώ τον απείλησαν ότι σε περίπτωση άρνησης θα τον σκότωναν. Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο η Al-Shabaab ενδιαφέρθηκε προσωπικά για τον ίδιο, ανέφερε ότι δεν τον γνώριζαν προσωπικά ούτε γνώριζαν τα στοιχεία του, αλλά τον επέλεξαν επειδή ήταν νεαρής ηλικίας, όπως συμβαίνει γενικά με άλλα αγόρια στη Σομαλία. Περαιτέρω δήλωσε ότι, παρόλο που γνώριζαν πού διέμενε, δεν τον προσέγγισαν εκ νέου προσωπικά, καθώς ανέμεναν την απάντησή του αφού τους είχε αναφέρει ότι χρειαζόταν χρόνο να σκεφτεί λόγω της απώλειας των γονέων του. Αναφορικά με την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, ισχυρίστηκε ότι ενημέρωσε τον θείο του για τις απειλές και εκείνος τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη Σομαλία. Ως προς τον φόβο επιστροφής του, ανέφερε ότι η Al-Shabaab εξακολουθεί να βρίσκεται στη χώρα καταγωγής του, ότι δεν διαθέτει πλέον οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο εκεί και ότι επιθυμεί να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία για να ζήσει με ασφάλεια και ειρήνη. Τέλος, κληθείς να σχολιάσει τις αποκλίσεις στις προηγούμενες δηλώσεις του, ανέφερε ότι κατά την αίτηση διεθνούς προστασίας είχε αναφέρει μόνο τον θάνατο της μητέρας του επειδή βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, ενώ διευκρίνισε ότι όταν είχε δηλώσει πως η μητέρα του σκοτώθηκε «μπροστά του» εννοούσε ότι είδε τη σορό της στο έδαφος. Αναφορικά δε με την ημερομηνία θανάτου της μητέρας του, αυτή έλαβε χώρα τον 12ο/2023 (ερυθρά 58-61 ΔΦ)

 

Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, ο λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε τρείς ισχυρισμούς του Αιτητή. Αποδέχτηκε τον ισχυρισμό του ως προς την ταυτότητα, το προφίλ, και τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 138-141 ΔΦ), καθώς και τον ισχυρισμό περί της κατάστασης ανασφάλειας στην χώρα του (ερυθρό 135-138 ΔΦ). Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό του Αιτητή (που απορρίφθηκε), ήτοι την ισχυριζόμενη δολοφονία της μητέρας του από την οργάνωση Al-Shabaab λόγω της εργασίας της ως κυβερνητικής υπαλλήλου, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεπείς πληροφορίες αναφορικά με γεγονότα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις, έλλειψη επαρκών πληροφοριών, καθώς και έλλειψη ευλογοφάνειας και λογικής συνοχής στις δηλώσεις του. Συγκεκριμένα, ο λειτουργός εντόπισε σοβαρή αντίφαση μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας και των μεταγενέστερων δηλώσεών του κατά τη συνέντευξη διεθνούς προστασίας, ως προς τις συνθήκες θανάτου της μητέρας του. Ενώ κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας είχε ισχυριστεί ότι η μητέρα του σκοτώθηκε μπροστά του, κατά τη συνέντευξή του ανέφερε ότι ενώ επέστρεφε από σχολείο είδε τη μητέρα του ήδη νεκρή στο έδαφος. Κληθείς να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, ανέφερε ότι εννοούσε πως είδε το νεκρό σώμα της μητέρας του, απάντηση η οποία, κατά την κρίση του λειτουργού, δεν αποσαφήνιζε την αντίφαση που προέκυψε. Σημειώθηκε ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο, δεδομένου ότι πρόκειται για ισχυριζόμενα βιωματικά και καθοριστικά γεγονότα που συνδέονται άμεσα με την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής να παραθέτει σταθερές και συνεπείς δηλώσεις. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε σοβαρή χρονική αντίφαση αναφορικά με το πότε έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη δολοφονία της μητέρας του, καθότι ενώ κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας είχε αναφέρει ότι η μητέρα του δολοφονήθηκε τον 11ο/2023, κατά τη συνέντευξή του ισχυρίστηκε επανειλημμένα ότι η δολοφονία έλαβε χώρα τον 12ο/2023. Σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής απάντησε απλώς ότι «είπε Δεκέμβριο», χωρίς, κατά την κρίση του λειτουργού, να παρέχει επαρκή εξήγηση για την εν λόγω αντίφαση. Ο λειτουργός επεσήμανε εκ νέου ότι, εφόσον πρόκειται για βιωματικά γεγονότα που αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία της φυγής του, θα αναμενόταν να επαναλαμβάνει με συνέπεια τους ίδιους ισχυρισμούς. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού κρίθηκε ότι τα λεγόμενα του Αιτητή αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, χωρίς να προσκομιστεί οποιοδήποτε άλλο στοιχείο τεκμηρίωσης. Λαμβάνοντας υπόψη τα ζητήματα αξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση των δηλώσεών του, ο λειτουργός κατέληξε ότι ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός. Συνεπώς, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω αντιφάσεων, έλλειψης συνέπειας και ανεπαρκούς τεκμηρίωσης (ερυθρό 133-134 ΔΦ).

 

Το Δικαστήριο μετά από ενδελεχή έλεγχο των πρακτικών της συνέντευξης και/ή των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου (λ.χ. αξιολόγηση ευαλωτότητας) του Αιτητή διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί οι λόγοι που εκείνος επικαλείται για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του σε σχέση με την δολοφονία της μητέρας του. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν παρουσιάζουν συνέπεια, επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες που να παραπέμπουν σε βιωματικά περιστατικά. Υποχρεούτο δε να παρέχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια κάτι το οποίο δεν έπραξε από το σύνολο της συμπεριφοράς του και των τοποθετήσεων του (Βλέπε Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, βλέπε επίσης Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Γενικά οι ανεπαρκείς λεπτομέρειες, οι ελλιπείς πληροφορίες που παρουσιάστηκαν από τον Αιτητή, η άγνοιά του για ουσιώδη ζητήματα που άπτονταν του πυρήνα του αιτήματος του (περιστάσεις θανάτου της μητέρας του) ήτο στοιχεία που θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να γνωρίζει και/ή περιγράψει εκτενώς ο Αιτητής[2] και θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει ένα συμπαγές αφήγημα χωρίς χρονολογικές αντιφατικές πληροφορίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα[3], αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του[4]. Αυτά τα δεδομένα δεν ικανοποιούνται από την συμπεριφορά που υπέδειξε ο Αιτητής, ειδικότερα το γεγονός ότι δεν παρουσίασε έγγραφα ταυτοποίησης, ενώ δήλωσε ψευδώς ότι πρόκειται για ανήλικο πρόσωπο (ως προκύπτει από αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής). Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υποδείχθηκαν επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος. Ούτε θα μπορούσε άλλωστε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Θεωρώ, επιπρόσθετα επί των συμπερασμάτων του λειτουργού ότι δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι ισχυρισμοί του συνδέονται με πράξεις δίωξης στη χώρα του οι οποίες «[.] κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης [.] είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή (β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).» Εξ ορισμού του Άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000) και βάσει των προσωπικών περιστάσεων του δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του ορισμού δίωξης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) - καθώς ο σχετικός ισχυρισμός του (που θα μπορούσε να συνδεθεί με προσωπική στοχοποίηση) απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος στο σύνολό του και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής της για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.

 

Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή σε συνάρτηση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης ανασφάλειας στην περιοχή του, εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

 

Είναι βασική θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι εφόσον τα περιστατικά ασφαλείας /συγκρούσεων είναι υψηλά στην περιοχή του, θα έπρεπε να του αναγνωριστεί τουλάχιστον το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

 

Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση όπου εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και των προσωπικών του συνθηκών, κατ’  εφαρμογή της έννοιας της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας,  έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την επιστροφή του (ερυθρό 121 ΔΦ). Στα πλαίσια των εξουσιών του, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου (στο εξής «ΕΥΥΑ») σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία, η οποία δημοσιεύτηκε το 5ο/2025, αρχικά επικαλείται την πύλη ACLED, επί της οποίας,  την περίοδο 4ος/2023 – 3ος/2025, καταγράφηκαν στη Σομαλία σχεδόν 6.000 περιστατικά ασφαλείας, με αποτέλεσμα σχεδόν 15.000 εκτιμώμενους θανάτους. Τονίστηκε, επίσης, ότι τα δύο προηγούμενα έτη - με 5.724 περιστατικά ασφαλείας και 11.450 εκτιμώμενες απώλειες – τα στατιστικά περιστατικών ασφαλείας και εκτιμώμενων θανάτων ήταν χαμηλότερα. Περισσότερο από το ένα τρίτο όλων των εκτιμώμενων θανάτων που καταγράφηκαν μεταξύ 4ου/2023 και 3ου/2025 - περίπου 5.800 από 15.000 - συνέπεσαν με τις ακόλουθες μεγάλες στρατιωτικές και αστυνομικές επιχειρήσεις[5]. Αρχικά η επιχείρηση Μαύρο Λιοντάρι, μια ανανεωμένη κοινή επίθεση κατά της Al-Shabaab, εξαπολύθηκε την περίοδο 8ος-9ος/2023, κυρίως στις περιοχές Galgaduud, Middle  Shabelle, Hiraan και Mudug[6]. Ταυτόχρονα με αυτό, άλλες έντονες ένοπλες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στις περιοχές Lower Shabelle, Lower Juba και Bakool από 7ο-9ο/2023. Αυτά τα δύο γεγονότα μόνο είχαν ως αποτέλεσμα περισσότερους από 2.800 θανάτους[7]. Δεύτερον, μια ανανεωμένη επίθεση της Al-Shabaab εναντίον των κυβερνητικών και συμμάχων δυνάμεων, που ξεκίνησε τον 2ο/2025 και ήταν ακόμα σε εξέλιξη στο τέλος 3ου/2025, η οποία πραγματοποιήθηκε κυρίως στις περιοχές Hiran, Middle Shabelle, Lower Shabelle[8], ενώ παράλληλα με αυτή την επιχείριση, στο Puntland η επιχείρηση Hilaac κατά του ISIS αναπτύχθηκε στα βουνά Al-Miskaad στην περιοχή Bari κατά τη διάρκεια 1ου-2ου / 2025[9]. Σχεδόν άλλοι 2.000 θάνατοι εκτιμάται ότι προκλήθηκαν από την απελευθέρωση αυτών των άλλων δύο συνόλων επιχειρήσεων στην περίοδο 1ος- 21/03/25[10]. Επιπλέον, σύμφωνα με την EYYA, άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και αντιπαραθέσεις κατά της Al-Shabaab, αδιάκριτες και εκτεταμένες μορφές στοχοποίησης σε όλη τη χώρα, αυξανόμενη ένταση των συγκρούσεων μεταξύ φυλών[11] και άλλων επιπέδων σύγκρουσης, έχουν συμβάλει σε συνεχιζόμενες πηγές ανασφάλειας στη χώρα.

 

Αναφορικά με την περιφέρεια Lower Shabelle έχει περιγραφεί ως μία από τις περιοχές της Σομαλίας όπου ο έλεγχος της Al-Shabaab ήταν πιο έντονα αισθητός, μεταξύ άλλων μέσω της απομόνωσης από την ανθρωπιστική βοήθεια, χρήσης βίας εναντίον των κατοίκων για την εκβιασμό των συγκομισμένων καλλιεργειών ως μορφή φορολογίας, και υψηλής συχνότητας στρατολόγησης στις τάξεις της ομάδας. Οι ταξιαρχίες του Εθνικού Στρατού της Σομαλίας που επιχειρούσαν στην περιοχή κατά το τελευταίο έτος περιλάμβαναν την 7η Ταξιαρχία της 60ής Μεραρχίας, την 83η Ταξιαρχία και την 143η Ταξιαρχία. Οι δυνάμεις του στρατού και της Νοτιοδυτικής περιοχής άρχισαν να ανατοποθετούνται σε ορισμένες περιοχές της Lower Shabelle την άνοιξη του 2024 στο πλαίσιο των προσπαθειών τους να απελευθερώσουν την περιοχή από την Al-Shabaab. Η εν λόγω περιφέρεια έχει πληγεί από την ανασφάλεια που προκύπτει από τις δραστηριότητες της οργάνωσης και τις εχθροπραξίες μεταξύ ομάδων πολιτοφυλακής των φυλών. Συνέχισε, η Al-Shabaab να αποτελεί σημαντική απειλή στην περιοχή αλλά και σε άλλα μέρη της νότιας Σομαλίας.[12] Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 08/05/26) στην ευρύτερη περιφέρεια Lower Shabelle, σημειώθηκαν συνολικά 1.030 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 1.931 ανθρώπινες απώλειες.[13] Σημειώνεται ακόμη ότι ο πληθυσμός της Lower Shabelle ανέρχεται περί το 1.25 εκατομμύριο κατοίκους[14]. Αναφορικά, τώρα, με την περιοχή που αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής προκύπτουν κατά το τελευταίο έτος, σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED για την περιοχή Afgooye, Tawo Tako, συνολικά 75 περιστατικά ασφαλείας, με μόνο 66 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας κατά αμάχων με 63 θύματα[15] - συνεπώς χαμηλά επίπεδα ανασφάλειας. Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[16] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[17] και στην υπόθεση Diakité C-285/12[18]).  Ως προς το στοιχείο της σοβαρής και προσωπικής απειλής, το ΔΕΕ στην απόφαση Elgafaji διευκρίνισε πως «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Θα πρέπει δε να εκτιμάται ότι ο άμαχος/αιτούντας άσυλο ο οποίος θα επιστρέψει στην χώρα του και ακολούθως περιοχή συνήθους διαμονής του ενδεχομένως, λόγω της παρουσίας του και μόνον εκεί θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή. Κατά το Δικαστήριο το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης, στην οποία ο βαθμός κινδύνου είναι τόσο υψηλός, αξιολογείται το κατά πόσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διατρέχει ατομικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακόμη και χωρίς να στοχοποιείται ειδικά. Ακολούθως, διατυπώνεται στην απόφαση ότι η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπου: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας». Η δε «εξατομίκευση» που απαιτείται για να θεωρηθεί η απειλή ως «προσωπική» μπορεί να προκύπτει είτε από παράγοντες ειδικού κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε από παράγοντες «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.[19] Επομένως, η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[20]  όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο. Προσαρμόζοντας την ανωτέρω νομολογία και δη την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας στην περίπτωση του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για ενήλικο, νεαρό, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με μέλη της οικογενείας του στο τόπο συνήθους διαμονής του, κρίθηκε αναξιόπιστος με τους ισχυρισμούς του (για προσωπική στοχοποίηση/ θανάτου της μητέρας του), δεν αποτελεί μέρος των ομάδων που συγκρούονται στην περιοχή και κατόπιν συναναξιολόγησης των προσωπικών του περιστάσεων, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή Afgooye, Xawo Tako o  Αιτητής θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή (ερυθρά 122-121 ΔΦ).

 

Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

                         

 

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] EUAA, Country Guidance Somalia (August 2023) p.71 - Al-Shabaab is an Islamist Sunni Salafi jihadist armed group based in Somalia. Formed in the early 2000s, the group seeks to establish an Islamic State in the country. Its main unifying idea is the ‘opposition to the Western-backed government’

[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[3] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)

[4] Άρθρο 16 & 18 του περί περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

[7] EUAA analysis based on ACLED data. Curated Data Files, Somalia, 21 March 2025, https://acleddata.com/data-export-tool/,

[8] Soufan Center (The), Between Islamic State and Al-Shabaab: An Embattled Mogadishu?, 2 April 2025, https://thesoufancenter.org/intelbrief-2025-april-2/,

[9] ADF, Puntland Forces Believe They Have ISSOM on the Run, 18 March 2025, https://adf-magazine.com/2025/03/puntland-forces-believe-they-have-issom-on-the-run/,

[10] EUAA analysis based on ACLED data. Curated Data Files, Somalia, 21 March 2025,

[12] Ibid 5.

[13] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Somalia, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer

[14] World Population Review, Somalia, Lower Shabelle, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/somalia/

[15] Ibid 5.

[16] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)

[17]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie

[18]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides

[19] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf ,  σελ.36

[20]  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 ,  σκέψεις 30, 31, 32


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο