ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
24 Ιουνίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R.J.I.
από Νιγηρία
Αιτήτρια
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω
Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόροι για Αιτητή: Α. Λαζάρου (κα) για Χρ. Λαζάρου Αρτέμη
Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ν. Κουρσάρης (κος), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 13.04.2024 με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τ1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).
Η Αιτήτρια κατάγεται από την Νιγηρία την οποία εγκατέλειψε στις 10.03.2021 και δια μέσου των μη ελεγχόμενων από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχών, εισήλθε στις 11.03.2021 στις ελεγχόμενες περιοχές χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα, υποβάλλοντας αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 10.07.2021. Στις 02.04.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 06.04.2024 υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 13.04.2024 την εν λόγω εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30.04.2024, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια στις 29.05.2024. Με την υπό κρίση προσφυγή η Αιτήτρια αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η Αιτήτρια, μέσω της συνηγόρου της προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής της αγόρευσης πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίδει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο η ίδια φέρει , τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ
Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως, παρατηρώ ότι αυτός προωθείται με γενικότητα και αοριστία χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της Αιτήτριας[1]. Τούτο δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[2]. Έχει πλειστάκις λεχθεί και από το παρόν Δικαστήριο, με παραπομπή στη σχετική επί του θέματος νομολογία ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[3], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[4]. Δεν αρκεί συνεπώς η γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και στη βάση ποιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας προωθούνται οι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες.
Εν πάση περιπτώσει ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας, όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν[5], θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό αυτόν -παρά την γενικότητα με την οποία προωθείται- σε συνάρτηση και με την ουσία της υπόθεσης αυτής.
Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση και με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας
Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[6].
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου.
Ειδικότερα, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της μετά τον θάνατο των γονέων της σε τροχαίο δυστύχημα. Ανέφερε ότι, ως μοναχοπαίδι, παρέμεινε χωρίς οικογενειακή στήριξη και ότι οι συνθήκες διαβίωσής της κατέστησαν ιδιαίτερα δυσχερείς. Δήλωσε ότι, λόγω της απουσίας οποιουδήποτε προσώπου που θα μπορούσε να τη βοηθήσει, αποφάσισε να πωλήσει την περιουσία του πατέρα της και να μεταβεί στην Κυπριακή Δημοκρατία προκειμένου να αναζητήσει προστασία και καλύτερες συνθήκες ασφάλειας και διαβίωσης. (Ερ. 1 του δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας και κάτοχος νιγηριανού διαβατηρίου. Δήλωσε ότι κατάγεται από το χωριό Iknin της τοπικής διοίκησης Owan East της Πολιτείας Edo και ότι ομιλεί αγγλικά και τη γλώσσα Ika. Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε τη δημοτική και μέση εκπαίδευση και ότι απέκτησε πανεπιστημιακό τίτλο στις Διεθνείς Σχέσεις από το Πανεπιστήμιο Abuja το έτος 2019 μέσω εξ αποστάσεως φοίτησης. Δήλωσε επίσης ότι κατά το έτος 2018 μετέβη στο Dubai, όπου εργάστηκε ως οικιακή βοηθός, και ότι επέστρεψε στη Νιγηρία το 2019, όπου διέμενε έκτοτε στο χωριό Iknin.
Αναφορικά με το οικογενειακό της περιβάλλον, η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι μοναχοπαίδι και ότι οι γονείς της απεβίωσαν σε τροχαίο δυστύχημα. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης παρουσίασε διαφορετικές εκδοχές ως προς τον χρόνο επέλευσης του δυστυχήματος, αναφέροντας αρχικά ότι αυτό συνέβη το 2018 και στη συνέχεια ότι οι γονείς της απεβίωσαν στις 18.06.2020. Δήλωσε ότι ενημερώθηκε για το δυστύχημα από κατοίκους του χωριού και ότι οι σοροί των γονέων της μεταφέρθηκαν στην οικία τους.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι μετά τον θάνατο των γονέων της διέμενε μόνη της και συντηρούσε τον εαυτό της με χρήματα που προήλθαν από την πώληση της οικογενειακής περιουσίας. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι το 2020 πώλησε τη φάρμα της οικογένειας και ακολούθως την οικία του πατέρα της, λαμβάνοντας το αντίτιμο περί τα τέλη του ίδιου έτους. Δήλωσε ότι τα έσοδα από την πώληση της φάρμας χρησιμοποιήθηκαν για την ταφή των γονέων της, ενώ τα χρήματα από την πώληση της οικίας τα χρησιμοποίησε για τη διαβίωσή της.
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η κοινότητα του χωριού της και πρόσωπα τα οποία ισχυρίζονταν ότι ο πατέρας της τους όφειλε χρήματα, την αναζητούσαν προκειμένου να αποπληρώσει τα εν λόγω χρέη. Υποστήριξε ότι τρία πρόσωπα την επισκέφθηκαν και απαίτησαν από αυτήν να εξοφλήσει οφειλές του πατέρα της, χωρίς ωστόσο να της παράσχουν λεπτομέρειες σχετικά με τις δοσοληψίες αυτές. Δήλωσε ότι η ίδια δεν γνώριζε τις οικονομικές συναλλαγές του πατέρα της, ούτε είχε πληροφορίες για τον χρόνο, τον λόγο ή τους όρους του φερόμενου δανεισμού.
Ακολούθως, ανέφερε ότι εγκαταστάθηκε στην πόλη Benin της Πολιτείας Edo, πλην όμως κατά τη συνέντευξή της παρουσίασε διαφορετικές εκδοχές ως προς τον χρόνο μετοίκησής της εκεί, αναφέροντας σε διάφορα στάδια ότι μετέβη στην πόλη τον Σεπτέμβριο του 2020, τον Νοέμβριο του 2020 ή τον Ιανουάριο του 2021.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εισήλθε στην Κύπρο μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών, χρησιμοποιώντας φοιτητική θεώρηση εισόδου, και παρέμεινε αρχικά στις περιοχές αυτές για δύο περίπου μήνες προτού εισέλθει στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας.
Αναφορικά με τον φόβο επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι οι δανειστές του πατέρα της εξακολουθούν να την αναζητούν και ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, θα απαιτήσουν από αυτήν να εξοφλήσει τις οφειλές του. Δήλωσε ότι φοβάται πως θα της προκαλέσουν σοβαρή βλάβη ή ακόμη και θα τη σκοτώσουν. Ερωτηθείσα σχετικά με τη φύση των χρεών, το ύψος τους, τον χρόνο δημιουργίας τους και τις σχετικές περιστάσεις, η ίδια παραδέχθηκε ότι δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε διερεύνηση των σχετικών ισχυρισμών ούτε είχε συζητήσει ουσιαστικά με τα πρόσωπα που προέβαλλαν τις απαιτήσεις αυτές.
Τέλος, όταν κλήθηκε να αναφέρει τις συνέπειες που θεωρεί ότι θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, δήλωσε ότι δεν διαθέτει κανένα υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της και ότι φοβάται πως οι φερόμενοι δανειστές του πατέρα της θα την εντοπίσουν και θα προβούν σε ενέργειες εις βάρος της.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για υπήκοο Νιγηρίας, καταγόμενη από το χωριό Iknin της Πολιτείας Edo, γεγονός το οποίο έγινε αποδεκτό.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον ισχυρισμό της ότι, μετά τον θάνατο των γονέων της, πρόσωπα από την κοινότητα και φερόμενοι δανειστές του πατέρα της την αναζητούσαν προκειμένου να αποπληρώσει χρέη τα οποία αυτός φέρεται να είχε συνάψει πριν τον θάνατό του. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας στερούνταν συνοχής, εσωτερικής αξιοπιστίας και επαρκών λεπτομερειών, ενώ χαρακτηρίζονταν από ουσιώδεις αντιφάσεις και ασυνέπειες.
Πιο συγκεκριμένα, ο Λειτουργός προχώρησε σε αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας και κατέγραψε σειρά αντιφάσεων και ελλείψεων.
Καταρχάς, διαπιστώθηκε ασυνέπεια ως προς τη χρονολογία θανάτου των γονέων της. Ενώ σε σημείο της συνέντευξης ανέφερε ότι οι γονείς της απεβίωσαν σε τροχαίο δυστύχημα το έτος 2018, σε μεταγενέστερο στάδιο δήλωσε ότι το δυστύχημα συνέβη στις 18 Ιουνίου 2020. Η αντίφαση αυτή κρίθηκε ουσιώδης, καθότι αφορά το βασικό γεγονός επί του οποίου εδράζεται ολόκληρο το αίτημά της.
Περαιτέρω, ο Λειτουργός διαπίστωσε αντιφάσεις ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο η Αιτήτρια εγκατέλειψε το χωριό της και εγκαταστάθηκε στην πόλη Benin. Ειδικότερα, σε διαφορετικά σημεία της συνέντευξης ανέφερε ότι βρισκόταν στην πόλη Benin ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2020, ότι μετέβη εκεί τον Νοέμβριο του 2020 και αργότερα ότι εγκαταστάθηκε εκεί τον Ιανουάριο του 2021. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τις αποκλίσεις αυτές, οι διευκρινίσεις που παρείχε κρίθηκαν ανεπαρκείς και μη πειστικές.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τα πρόσωπα που φέρονται να απαιτούσαν την αποπληρωμή των χρεών του πατέρα της. Ανέφερε ότι τρία άτομα την επισκέφθηκαν και της ζήτησαν χρήματα, πλην όμως δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει ποια ήταν τα πρόσωπα αυτά, ποια ακριβώς ήταν η σχέση τους με τον πατέρα της ή ποια ήταν η βάση των οικονομικών απαιτήσεων που προέβαλλαν.
Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε σχετικά με τις φερόμενες οφειλές του πατέρα της, η Αιτήτρια παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε τον λόγο για τον οποίο είχαν δημιουργηθεί τα χρέη, το έτος κατά το οποίο συνήφθησαν, ούτε τους όρους υπό τους οποίους φέρεται να είχαν δοθεί τα χρήματα. Ανέφερε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ουσιαστική συζήτηση ή διαπραγμάτευση με τα πρόσωπα που προέβαλλαν τις απαιτήσεις αυτές, ούτε επιχείρησε να εξακριβώσει τη βασιμότητα των ισχυρισμών τους.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε από τον Λειτουργό στο γεγονός ότι, παρά τον ισχυρισμό της ότι φοβόταν σοβαρά τα εν λόγω πρόσωπα, η ίδια παραδέχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που παρέμεινε στο χωριό μετά την πρώτη επίσκεψή τους, δεν δέχθηκε οποιαδήποτε νέα προσέγγιση, απειλή ή ενόχληση από αυτούς. Το στοιχείο αυτό θεωρήθηκε ασύμβατο με τον ισχυρισμό περί συστηματικής αναζήτησής της και άμεσου κινδύνου.
Επιπρόσθετα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι η κοινότητα επιθυμούσε να καταλάβει ή να ιδιοποιηθεί την πατρική της περιουσία. Οι σχετικές αναφορές παρέμειναν γενικές και αόριστες, χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά ή λεπτομέρειες που να καθιστούν τον ισχυρισμό ευλογοφανή.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο απορριφθείς ισχυρισμός αφορούσε γεγονότα αυστηρά προσωπικής φύσεως, τα οποία δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες αντιφάσεις και ελλείψεις, κατέληξε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ήταν αξιόπιστος και δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ο Λειτουργός έλαβε υπόψη το μοναδικό ουσιώδες γεγονός που έγινε αποδεκτό, ήτοι ότι η Αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας με περιοχή καταγωγής το χωριό Iknin και τελευταίο τόπο διαμονής την πόλη Benin της Πολιτείας Edo. Λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό της προφίλ ως ενήλικης γυναίκας, απόφοιτης πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, χωρίς προβλήματα υγείας ή άλλα στοιχεία ευαλωτότητας, καθώς και τις διαθέσιμες πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Πολιτεία Edo, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι στην Πολιτεία Edo δεν επικρατούν συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ούτε παρατηρείται τέτοιο επίπεδο αδιάκριτης βίας ώστε η παρουσία και μόνο της Αιτήτριας στην περιοχή να δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για οποιονδήποτε από τους λόγους που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να δικαιούται αναγνώριση ως πρόσφυγας.
Περαιτέρω, εξετάστηκε το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Ο Λειτουργός κατέληξε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς της λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης στην Πολιτεία Edo.
Υπό το φως των ανωτέρω, ο Λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος της Αιτήτριας τόσο ως προς την αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος όσο και ως προς την παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Καταρχάς, συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, την υπηκοότητα, την περιοχή καταγωγής και το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας. Πράγματι, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος αμφισβήτησης των στοιχείων αυτών. Αντιθέτως, οι σχετικές δηλώσεις της υπήρξαν κατά βάση συνεπείς και συμβατές με τα διαθέσιμα στοιχεία του φακέλου, με αποτέλεσμα ορθώς να γίνουν αποδεκτές από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια αναζητείτο από πρόσωπα της κοινότητάς της και από φερόμενους δανειστές του πατέρα της προκειμένου να αποπληρώσει χρέη τα οποία αυτός είχε αφήσει μετά τον θάνατό του, κρίνω ότι η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας από τους Καθ’ ων η αίτηση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και ερείδεται σε ουσιώδη στοιχεία του φακέλου.
Ειδικότερα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η Αιτήτρια παρουσίασε σημαντικές αντιφάσεις αναφορικά με βασικά περιστατικά που συνδέονται άμεσα με τον πυρήνα του αφηγήματός της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναφορά της ως προς τον χρόνο θανάτου των γονέων της. Ενώ αρχικώς δήλωσε ότι οι γονείς της απεβίωσαν το έτος 2018, αργότερα προσδιόρισε τον θάνατό τους στις 18 Ιουνίου 2020. Πρόκειται για ουσιώδη αντίφαση η οποία δεν αφορά δευτερεύουσα ή επουσιώδη λεπτομέρεια, αλλά το γεγονός που, κατά τους δικούς της ισχυρισμούς, αποτέλεσε την αφετηρία όλων των μεταγενέστερων εξελίξεων που οδήγησαν στην αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της.
Παρομοίως, ασυνέπειες εντοπίζονται και ως προς τη χρονική ακολουθία των γεγονότων που σχετίζονται με τη μετοίκησή της στην πόλη Benin. Σε διαφορετικά στάδια της συνέντευξης προέβαλε διαφορετικές χρονολογίες, χωρίς να παρέχει πειστική εξήγηση για τις αποκλίσεις αυτές. Οι αντιφάσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία καθότι συνδέονται άμεσα με την περίοδο κατά την οποία φέρεται να δεχόταν πιέσεις ή απειλές από τους δανειστές του πατέρα της.
Περαιτέρω, συμμερίζομαι την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιαστικές πληροφορίες αναφορικά με τις ίδιες τις οφειλές που επικαλείται. Παρά το γεγονός ότι ολόκληρος ο ισχυρισμός της εδράζεται στην ύπαρξη αυτών των χρεών, η ίδια δήλωσε ότι δεν γνώριζε πότε δημιουργήθηκαν, για ποιο λόγο συνήφθησαν, υπό ποιες συνθήκες χορηγήθηκαν τα χρήματα ούτε ποια ήταν η ακριβής σχέση των προσώπων που τα διεκδικούσαν με τον πατέρα της. Επιπλέον, παραδέχθηκε ότι ουδέποτε επιχείρησε να εξακριβώσει τα στοιχεία αυτά ή να συζητήσει ουσιαστικά με τα πρόσωπα που προέβαλλαν τις σχετικές απαιτήσεις.
Σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι, ενώ η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι φοβόταν σοβαρά για τη ζωή και την ασφάλειά της, η ίδια παραδέχθηκε ότι μετά την αρχική επίσκεψη των προσώπων αυτών δεν υπήρξε οποιαδήποτε επαναλαμβανόμενη παρενόχληση, απειλή ή άλλη ενέργεια εναντίον της κατά το διάστημα που παρέμεινε στο χωριό. Η απουσία οποιουδήποτε μεταγενέστερου περιστατικού αποδυναμώνει αισθητά τον ισχυρισμό περί επίμονης αναζήτησής της από τα πρόσωπα αυτά.
Ομοίως, οι αναφορές της περί πρόθεσης της κοινότητας να οικειοποιηθεί την πατρική της περιουσία παρέμειναν γενικές και αόριστες. Η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά, πρόσωπα ή ενέργειες που να προσδίδουν αντικειμενική βάση στον σχετικό ισχυρισμό.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, λαμβανομένων υπόψη των ουσιωδών αντιφάσεων, της έλλειψης λεπτομερειών σε ζητήματα που ευλόγως αναμένεται να γνωρίζει η ίδια και της περιορισμένης ευλογοφάνειας του αφηγήματός της, κρίνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ήταν εύλογα δικαιολογημένοι να απορρίψουν τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό ως μη αξιόπιστο.
Συνεπώς, καταλήγω ότι η αρνητική αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, στηριζόταν σε συγκεκριμένα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και δεν πάσχει από πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα ή ελλιπή διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών.
Ενόψει της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής που χαρακτηρίζει την δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, δεν ανακύπτει υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του συμβατότητας μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του.
Η διαδικασία αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου συνεκτικού, σταθερού και σαφώς προσδιορισμένου πυρήνα πραγματικών περιστατικών, ο οποίος να επιδέχεται ουσιαστική αντιπαραβολή με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης. Όταν, όμως, όπως εν προκειμένω, το αφήγημα του αιτητή εμφανίζει ουσιώδη κατάρρευση της εσωτερικής του συνοχής στα θεμελιώδη στοιχεία του, η προσφυγή σε πληροφορίες χώρας καταγωγής καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία, καθόσον δεν υπάρχει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοια αντιπαραβολή.
Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[7], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:
«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»
Περαιτέρω, η ως άνω προσέγγιση έχει επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[8] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.
Ενόψει των πιο πάνω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας απορρίπτεται ως αναξιόπιστος.
Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών της Αιτήτριας που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να υπαχθεί η Αιτήτρια στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[9]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[10] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[11] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, ήτοι την πολιτεία Edo της Νιγηρίας.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 12.06.26), στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας (όπου βρίσκεται η πόλη Benin) σημειώθηκαν 96 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 58 θανάτους, εκ των οποίων τα 11 έλαβαν χώρα στην πόλη Benin, με αποτέλεσμα 10 θανάτους[12]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Edo ανέρχεται περί τα 4.8 εκατομμύρια κατοίκων[13] και της πόλης Benin περί τα 1.7 εκατομμύρια[14].
Τα ως άνω αριθμητικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι, παρά την ύπαρξη περιστατικών ασφαλείας και πολιτικής βίας στην περιοχή, η ένταση και η γεωγραφική έκταση των σχετικών συμβάντων υπολείπονται σημαντικά του εξαιρετικά υψηλού βαθμού αδιάκριτης βίας που απαιτεί η σχετική νομολογία, ώστε να θεωρηθεί ότι ένας άμαχος, λόγω της παρουσίας του και μόνο στην εν λόγω περιοχή, εκτίθεται σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, απόφοιτη πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, χωρίς προβλήματα υγείας ή άλλα στοιχεία ευαλωτότητας που να προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο. Επιπλέον, κατάγεται από το χωριό Iknin της Πολιτείας Edo και τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής της πριν την αναχώρησή της από τη Νιγηρία ήταν η πόλη Benin της ίδιας Πολιτείας.
Τέλος, επισημαίνω ότι δεν έχουν προβληθεί ούτε προκύπτουν από τα ενώπιόν μου στοιχεία οποιαδήποτε εξατομικευμένα χαρακτηριστικά ή ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας που να δύνανται να αυξήσουν τον βαθμό έκθεσής της σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή της στην Πολιτεία Edo και να αντισταθμίσουν το χαμηλό επίπεδο αδιάκριτης βίας που διαπιστώνεται στην περιοχή. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνω την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη μου, πρόσθετα και συμπληρωματικά των ανωτέρω, ότι η χώρα καταγωγής της Αιτήτριας (Νιγηρία), συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα και με το πιο πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερ. 29.05.2026 (Κ.Δ.Π. 242/2026), χωρίς εν προκειμένω η Αιτήτρια να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας καταγωγής. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Με βάση το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων, όπως έχω αναλύσει ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14 ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2 η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552
[2] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
[3] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598
[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).
[6] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010
[7] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 08.11.2024)
[8] FERDINAND EBELE EWELUKWA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023, 31.10.2024.
[9] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[10] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[11] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[12] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Nigeria, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημ. πρόσβασης 18/06/2026)
[13] City Population, Edo State, διαθέσιμο στο: https://citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA012__edo/ (ημ. πρόσβασης 18/06/2026)
[14] World Population Review, Benin, διαθέσιμο στο: https://worldpopulationreview.com/cities/nigeria/benin-city (ημ. πρόσβασης 18/06/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο