P.B.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2938/2024, 29/6/2026
print
Τίτλος:
P.B.T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2938/2024, 29/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ. 2938/2024

 

29 Ιουνίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

P.B.T.

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

....................

 

Ο αιτητής παρουσιάζεται προσωπικά ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Αγγελική Πλιάκα για Διονυσία Κυριάκου Ζησιμοπούλου, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Γαβριέλα Ροδοθέου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κ. Ella Zacharoudes για πιστή μετάφραση από Lingala σε Ελληνικά και αντίστροφα]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 28/06/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:  Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 24/01/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας (Confirmation of Submission of an Application for International Protection) από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Λευκωσίας. Στις 17/06/2024, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του αιτητή στο εξεταστικό κέντρο Κοφίνου. Στις 27/06/2024 αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε έκθεση και εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη του αιτητή.

 

Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου στις 28/06/2024 και αποφάσισε την επιστροφή του Αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Στις 12/07/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφαση επί του αιτήματός της, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν.  Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε εκ μέρους του αιτητή η υπό εξέταση προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με την οποία αμφισβητεί την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, κατά τη δικάσιμο όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις και παρουσίαση φακέλου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.

 

Στην αίτηση που υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου, ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, επειδή δύο φίλοι του έχασαν τη ζωή τους σε τροχαίο δυστύχημα. Στη συνέχεια, όπως ισχυρίστηκε, έγινε αποδέκτης απειλών κατά της ζωής του από συγγενείς των θυμάτων, εγκληματικά στοιχεία και άτομα της γειτονιάς του, καθώς κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν ο οδηγός του οχήματος (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου και μετάφραση αυτού στο ερυθρό 13).

 

Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και ότι κατάγεται από την πόλη Mbuji-Mayi, η οποία αποτελεί τον τόπο γέννησής του. Ανέφερε περαιτέρω ότι το 2013 μετεγκαταστάθηκε στην επαρχία της Kinshasa, όπου διέμενε στην κοινότητα Ndjili μέχρι το 2017, και ακολούθως στην κοινότητα Kinshasa μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Ως προς το θρήσκευμά του, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Πεντηκοστιανός.  Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο αιτητής δήλωσε ότι είναι απόφοιτος Λυκείου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το 2020 φοίτησε για δύο μήνες σε αγγλικό σχολείο, το Red Cross English School, στο πλαίσιο σχεδιαζόμενης μετάβασής του στον Καναδά για σπουδές. Ως προς τις γλωσσικές του γνώσεις, δήλωσε ότι ομιλεί τη γαλλική γλώσσα και διαθέτει βασικές γνώσεις αγγλικών.

 

Ως προς την οικογένειά του, ο αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του και τα επτά αδέλφια του διαμένουν όλοι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Συγκεκριμένα, τρία από τα αδέλφια του διαμένουν στην Kinshasa, ενώ οι γονείς του και τα υπόλοιπα αδέλφια του διαμένουν στην οικογενειακή κατοικία στην Mbuji-Mayi, στην επαρχία Kasaï-Oriental. Ως προς την επαγγελματική απασχόληση των μελών της οικογένειάς του, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του διατηρεί κατάστημα πώλησης τροφίμων, η μητέρα του είναι νοικοκυρά, ενώ τα τρία αδέλφια του που διαμένουν στην Kinshasa δραστηριοποιούνται στην πώληση ειδών διατροφής στην Zando Market. Όσον αφορά την επαγγελματική του απασχόληση στη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι κατά την περίοδο 2019–2020 διατηρούσε δικό του κατάστημα πώλησης προϊόντων στη μεγάλη αγορά της Kinshasa. Περαιτέρω, ανέφερε ότι από το 2020 μέχρι το 2021 εργαζόταν ως οδηγός μοτοσυκλέτας-ταξί. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά τη διάρκεια της εν λόγω επαγγελματικής δραστηριότητας έλαβε χώρα το περιστατικό που συνιστά τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος που αντιμετωπίζει στη χώρα καταγωγής του. Όπως δήλωσε, στράφηκε στο επάγγελμα του οδηγού μοτοσυκλέτας-ταξί αφότου η μεγάλη αγορά στην οποία δραστηριοποιείτο έκλεισε λόγω κατασκευαστικών εργασιών.

 

Στις 09/09/2021 αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής του και στις 10/09/2021 αφίχθηκε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών, υπό το καθεστώς άδειας εισόδου και διαμονής ως φοιτητής. Παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα στις εν λόγω περιοχές και στη συνέχεια εισήλθε στο ελεγχόμενο από τη Δημοκρατία έδαφος στις 20/10/2021. Ανέφερε ότι επέλεξε την Κύπρο ως προορισμό μέσω πρακτορείου που τον βοήθησε να ταξιδέψει, στο οποίο είχε απευθυνθεί προκειμένου να διευθετηθεί η θεώρηση εισόδου του για τον Καναδά. Ανέφερε πως η μετάβασή του στην Κύπρο ήταν η ευκολότερη και η οικονομικότερη επιλογή και για τον λόγο αυτό αποδέχθηκε την εν λόγω πρόταση. Επίσης, δήλωσε ότι την προσφορά αυτή την αποδέχθηκε τον Μάιο του 2021, ότι δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδό του από τη χώρα καταγωγής του και ότι ταξίδεψε μόνος του.

 

Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι το 2021, ο αιτητής οδηγούσε τη μηχανή του μαζί με δύο φίλους του, οι οποίοι ήταν αδέλφια. Σταμάτησε για λίγο στην άκρη του δρόμου, ενώ οι φίλοι του έμειναν πάνω στη μηχανή. Εκείνη τη στιγμή ένα λεωφορείο έχασε τον έλεγχο και συγκρούστηκε με τη μηχανή, με αποτέλεσμα οι δύο φίλοι του να σκοτωθούν. Όταν επέστρεψε, βρήκε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο και κάποιοι τον κατηγορούσαν ότι αυτός προκάλεσε το δυστύχημα, επειδή είχε σταθμεύσει τη μηχανή στο συγκεκριμένο σημείο. Δέχτηκε απειλές, έχασε το κινητό του και η αστυνομία κατάσχεσε τη μηχανή του. Αργότερα, μετά την κηδεία, προσπάθησε να εξηγήσει στην οικογένεια των θυμάτων τι είχε συμβεί, όμως εκείνοι δεν δέχτηκαν να τον ακούσουν. Συγγενείς και κάτοικοι της περιοχής τον απείλησαν και ο μικρός αδελφός των θυμάτων προσπάθησε να τον μαχαιρώσει. Με τη βοήθεια του θείου ενός από τους φίλους του κατάφερε να διαφύγει και να κρυφτεί. Επειδή φοβόταν για τη ζωή του και πίστευε ότι η οικογένεια των θυμάτων θα ζητούσε εκδίκηση, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα. Πούλησε τη μηχανή του για να πληρώσει το πρόστιμο και χρησιμοποίησε τα υπόλοιπα χρήματα, μαζί με την εγγύηση του σπιτιού του, για να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του προς την Κύπρο. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του ήταν το χρηματικό ποσό που όφειλε στον ιδιοκτήτη του καταστήματος το οποίο ενοικίαζε (ερυθρό 27 του διοικητικού φακέλου)

 

Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων και κληθείς να παράσχει περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το βράδυ κατά το οποίο έλαβε χώρα το ατύχημα, ο αιτητής ανέφερε ότι επρόκειτο για τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο το λεωφορείο απώλεσε τον έλεγχο, παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα τους δύο φίλους του, οι οποίοι βρίσκονταν καθισμένοι σε σταθμευμένη μοτοσικλέτα, ενώ ο ίδιος απουσίαζε από το σημείο του περιστατικού.  Επιστρέφοντας στο σημείο, ο αιτητής ανέφερε ότι είδε το λεωφορείο να φλέγεται και συγκεντρωμένο πλήθος τριγύρω, το οποίο τον υπέδειξε ως υπαίτιο του περιστατικού. Υποστήριξε επίσης ότι του αφαιρέθηκε το κινητό τηλέφωνο, ενώ ορισμένα άτομα τον βοήθησαν να απομακρυνθεί από το σημείο. Στη συνέχεια, σταμάτησε μοτοταξί, το οποίο τον μετέφερε στην οικία του. Εκεί, όπως ισχυρίστηκε, ο κόσμος είχε ήδη ενημερωθεί για το περιστατικό και είχαν συγκεντρωθεί με πρόθεση να του επιτεθούν. Υπό τον φόβο αυτό, εγκατέλειψε την οικία του και μετέβη στο Matadi Kibala, όπου και διέμεινε (ερυθρό 26 του διοικητικού φακέλου).

 

Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο φοβόταν να προσφύγει στις αστυνομικές αρχές, ο αιτητής απάντησε ότι, λόγω του ότι στο δυστύχημα έχασαν τη ζωή τους πολλοί άνθρωποι, καθώς και επειδή ενδεχομένως θα του ζητούνταν χρηματική αποζημίωση, δεδομένου ότι είχε σταθμεύσει τη μοτοσικλέτα του στο συγκεκριμένο σημείο, απέφυγε να απευθυνθεί στην αστυνομία. Ωστόσο, ο αιτητής ανέφερε ότι η αστυνομία δεν του απέδωσε οποιαδήποτε ευθύνη για το περιστατικό.

 

Αναφορικά με τις φερόμενες απειλές θανάτου, κληθείς να παράσχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις απειλές που δέχθηκε από φίλους, μέλη της οικογένειας των θυμάτων και γείτονες, ο αιτητής απάντησε ότι οι γείτονες επιθυμούσαν να του δώσουν ένα «μάθημα», ενώ η οικογένεια και οι φίλοι των θυμάτων τον ήθελαν νεκρό. Ερωτηθείς από ποιους άλλους δέχτηκε απειλές και τι είδους, απάντησε πως όταν μετέβη να απολογηθεί στην οικογένεια, ο μικρός αδελφός των εν λόγω φίλων του, του επιτέθηκαν και τον τραυμάτισαν με ένα μαχαίρι. Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο δεν επιχείρησε να ζητήσει προστασία από τις αρχές της χώρας του, ενώ αντίθετα αιτήθηκε προστασία σε άλλη χώρα, ο αιτητής απάντησε ότι ο θείος, ο οποίος τον βοήθησε να διαφύγει, τον συμβούλεψε πως, σε περίπτωση προσφυγής στις αρχές, η κατάσταση θα επιδεινωνόταν. Τέλος, κληθείς να απαντήσει κατά πόσο θεωρεί ότι θα μπορούσε να μεταβεί και να διαμείνει σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του, απομακρυσμένη από την Κινσάσα, όπως η Mbuji-Mayi, απάντησε αρνητικά.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω:  (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή, (2) Ισχυριζόμενος φόβος δίωξης του αιτητή εξαιτίας απειλών από την οικογένεια των δύο φίλων του λόγω του ισχυριζόμενου ατυχήματος στο οποίο απεβίωσαν οι δύο φίλοι του.  Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Αξιολογώντας τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, την ισχυριζόμενη δίωξη του αιτητή εξαιτίας των απειλών από την οικογένεια των δύο φίλων του, ο λειτουργός κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του αιτητή διέκρινε ότι υπέπεσε σε αντίφαση και ασάφεια όσον αφορά τον αριθμό των ατόμων που ήταν μαζί εκείνο το βράδυ, κατά την επίσκεψη στην οικογένεια των δύο φίλων. Ο αιτητής αρχικά ισχυρίστηκε ότι εκείνη τη μέρα που συνέβη το ατύχημα ήταν αυτός και οι δύο φίλοι του. Ο αιτητής ήταν οδηγός και οι δύο φίλοι του συνεπιβάτες. Αλλάζοντας τα λεγόμενα του, ο αιτητής ισχυρίστηκε σε άλλο σημείο της συνέντευξης ότι ήταν 6 άτομα με 2 μοτοσυκλέτες, στις οποίες επέβαιναν 3 άτομα σε κάθε μοτοσυκλέτα, υποπίπτοντα ουσιαστικά σε αντίφαση στο αφήγημά του. Ερωτηθείς για την αντίφαση αυτή ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν ανέφερε ότι ήταν δυο μοτοσυκλέτες μαζί και 6 άτομα λόγω του ότι ανέφερε τι συνέβη σε αυτόν και τους δύο φίλους του που ήταν εμπλεκόμενοι στο ατύχημα, ασαφής απάντηση που δεν αποσαφηνίζει την αντίφαση που δημιουργήθηκε.

 

Συγκεκριμένα, αρχικά ισχυρίστηκε ότι, κατά την επιστροφή του από επίσκεψη στην οικογένεια των δύο φίλων του, αισθάνθηκε την ανάγκη να ουρήσει και σταμάτησε για τον σκοπό αυτό, οπότε κατά την απουσία του λεωφορείο έχασε τον έλεγχο και παρέσυρε θανάσιμα τους φίλους του. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι είχε μεταβεί σε παρακείμενο δάσος για να ουρήσει. Ωστόσο, μεταγενέστερα τροποποίησε εκ νέου την εκδοχή του, ισχυριζόμενος ότι περπάτησε για δύο έως τρία λεπτά από το σημείο όπου είχε σταθμεύσει τη μοτοσικλέτα του, εντόπισε οικία με εξωτερική τουαλέτα, ζήτησε άδεια από τους ιδιοκτήτες να τη χρησιμοποιήσει και ότι συνολικά χρειάστηκε περίπου δέκα λεπτά για να επιστρέψει στο σημείο όπου βρισκόταν η μοτοσικλέτα του και όπου συνέβη το ατύχημα. Οι εν λόγω δηλώσεις δεν συνάδουν μεταξύ τους ως προς τις συνθήκες και τη χρονική διάρκεια της απουσίας του από τη σκηνή του περιστατικού, με αποτέλεσμα ο αιτητής να υποπίπτει σε αντίφαση σε ουσιώδες στοιχείο του αφηγήματός του.

 

Επιπρόσθετα, διαπιστώνεται αντίφαση και έλλειψη ευλογοφάνειας αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή σχετικά με την φερόμενη επίθεση που δέχθηκε από γείτονές του μετά το ατύχημα. Συγκεκριμένα, ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι, αμέσως μετά την εγκατάλειψη της σκηνής του ατυχήματος, μετέβη στην οικία του, όπου οι γείτονές του ήταν ήδη ενήμεροι για το περιστατικό και είχαν συγκεντρωθεί με σκοπό να του επιτεθούν. Υποστήριξε δε ότι, φοβούμενος για την ασφάλειά του, εγκατέλειψε αμέσως την οικία του και μετέβη να διαμείνει στην κατοικία φίλου του. Μεταβάλλοντας την εκδοχή των γεγονότων, ο αιτητής ισχυρίστηκε αργότερα ότι επέστρεψε στην οικία του και, ενώ βρισκόταν εντός αυτής, άκουσε πλήθος ατόμων να συγκεντρώνεται έξω και να επιχειρεί να εισέλθει με σκοπό να του επιτεθεί. Υποστήριξε δε ότι κατόρθωσε να διαφύγει από παράθυρο της οικίας. Ο ισχυρισμός αυτός βρίσκεται σε αντίφαση με την αρχική του δήλωση, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία των λεγομένων του.

 

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του στερούνται ευλογοφάνειας ως προς το κατά πόσο ένα τυχαίο περιστατικό, όπως ένα ατύχημα, θα μπορούσε να λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις και να έχει προσωπικό χαρακτήρα για μεγάλο αριθμό ατόμων, τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν άγνωστα μεταξύ τους. Εξίσου αμφίβολο κρίνεται το πώς η πληροφορία διαδόθηκε τόσο γρήγορα, δεδομένου ότι ο αιτητής δήλωσε πως δεν γνώριζε κανένα από τα άτομα που απάρτιζαν το πλήθος, ενώ μετά την επίθεση αποχώρησε αμέσως από τη σκηνή του περιστατικού και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει με ποιον τρόπο ή από ποιον διαδόθηκαν τα σχετικά γεγονότα.

 

Τέλος, ο αιτητής υπέπεσε σε ουσιώδη αντίφαση μεταξύ των αρχικών ισχυρισμών που υπέβαλε στη αίτηση διεθνούς προστασίας και των όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξή του, ιδίως ως προς τη γενεσιουργό αιτία της ισχυριζόμενης δίωξής του. Συγκεκριμένα, κατά τη συνέντευξη ισχυρίστηκε ότι η αιτία των προβλημάτων που αντιμετώπισε ήταν ένα τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο λεωφορείο απώλεσε τον έλεγχο, παρέσυρε και τραυμάτισε θανάσιμα τους δύο φίλους του, οι οποίοι βρίσκονταν καθισμένοι σε σταθμευμένη μοτοσικλέτα, ενώ ο ίδιος απουσίαζε από το σημείο του περιστατικού. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με όσα είχε δηλώσει στη Φόρμα Αίτησης Διεθνούς Προστασίας, όπου ανέφερε ότι το περιστατικό που έλαβε χώρα στη χώρα καταγωγής του και εξαιτίας του οποίου δέχθηκε απειλές από συγγενείς των θυμάτων, εγκληματίες και γείτονες, αφορούσε τροχαίο ατύχημα στο οποίο ο ίδιος ήταν ο οδηγός του οχήματος. Η αντίφαση αυτή πλήττει καίρια την αξιοπιστία των ισχυρισμών του αναφορικά με τη γενεσιουργό αιτία της φερόμενης δίωξής του.  Συνεπώς, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του δεν τεκμηριώθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο αιτητής κατά τη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός του. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν τη διεξαγωγή περαιτέρω ανάλυσης ή επαλήθευσης των εν λόγω ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, καθότι τα εξεταζόμενα περιστατικά αφορούν γεγονότα προσωπικής φύσεως, τα οποία δεν είναι αντικειμενικά επαληθεύσιμα μέσω διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής ή άλλων ανεξάρτητων πηγών.

 

Υπό το φως των αποδεκτών ισχυρισμών του αιτητή, την ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός συνήγαγε κατά την αξιολόγηση μελλοντοστραφούς κινδύνου, αφού παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του, ότι δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα, ο αιτητής να υποστεί μεταχείριση που ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου, καθότι με βάση έρευνα που διεξήγαγε ο αρμόδιος λειτουργός διαπιστώθηκε ότι η κατάσταση στον τόπο καταγωγής του, στην οποία βρίσκεται ο τελευταίος τόπος συνήθους διαμονής του αιτητή και στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν χαρακτηρίζεται από διεθνή ή εσωτερική ένοπλη σύγκρουση και ως εκ τούτου, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, συντάσσομαι με τα συμπεράσματα των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή, διαπιστώθηκαν πολλαπλές ουσιώδεις αντιφάσεις και στοιχεία έλλειψης ευλογοφάνειας, τα οποία επηρεάζουν αρνητικά τη συνολική αξιοπιστία του αφηγήματός του. Συγκεκριμένα, ο αιτητής προέβη σε αντικρουόμενες δηλώσεις αναφορικά με τον τόπο διαμονής του μετά το επίμαχο ατύχημα. Περαιτέρω, υπέπεσε σε αντιφάσεις ως προς την ταυτότητα των δύο φερόμενων θυμάτων του ατυχήματος, δηλώνοντας αφενός ότι κινδύνευε από τις οικογένειές τους και αφετέρου ότι επρόκειτο για αδέλφια από την ίδια οικογένεια. Επιπλέον, όταν κλήθηκε να αναφέρει τα ονόματά τους, δήλωσε διαφορετικά επώνυμα, γεγονός που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό ότι ήταν αδέλφια. Τέλος, εντοπίστηκε ουσιώδης αντίφαση ως προς τη γενεσιουργό αιτία της επικαλούμενης δίωξης, καθώς κατά τη συνέντευξη υποστήριξε ότι απουσίαζε από τη σκηνή του ατυχήματος, ενώ στην αίτησης διεθνούς προστασίας είχε δηλώσει ότι ο ίδιος ήταν ο οδηγός του οχήματος που ενεπλάκη στο τροχαίο. Οι ανωτέρω ασυνέπειες αφορούν κεντρικά στοιχεία του πυρήνα του αιτήματός του και, ως εκ τούτου, υπονομεύουν σοβαρά την εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία των ισχυρισμών του.

  

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί του αιτητή περί κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης δεν υποστηρίζονται από επαρκή, συγκεκριμένα και επαληθεύσιμα στοιχεία, αλλά εδράζονται κυρίως σε υποκειμενικούς φόβους και υποθετικές εκτιμήσεις, οι οποίες δεν επαρκούν για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης.  Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του δεν τεκμηριώθηκε, εφόσον στήριξε τον πυρήνα του αιτήματός του σε αντιφατικές και αόριστες αναφορές.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, σημειώνεται ότι αυτός αφορά γεγονότα αμιγώς προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία, εκ της φύσεως τους, δεν δύνανται να επιβεβαιωθούν ή να διαψευσθούν μέσω αντικειμενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής ή άλλων ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται δυνατότητα περαιτέρω εξωτερικής επαλήθευσης και, ως εκ τούτου, δεν κρίνεται αναγκαία η διεξαγωγή πρόσθετης έρευνας για τον συγκεκριμένο ισχυρισμό.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Στις 2 Φεβρουαρίου 2026, η κυβέρνηση της ΛΔΚ και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας.[1] Παρά την συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις.[2] Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών.[3] Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην Ουβίρα, πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[4] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[5] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[6]

 

Άρθρο που δημοσιεύθηκε από το ειδησεογραφικό πρακτορείο Al Jazeera τον Απρίλιο 2026 αναφέρει ότι αμφότερα τα μέρη συμφώνησαν να διευκολύνουν την παράδοση της ανθρωπιστικής βοήθειας και να απελευθερώσουν κρατούμενους, δεσμεύτηκαν επίσης να μην στοχεύουν αμάχους και να διευκολύνουν την παροχή ιατρικής περίθαλψης στους τραυματίες και τους ασθενείς.[7]  Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά από τον Ιανουάριο 2025.[8]

 

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 22/06/2026), στην Κινσάσα, τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καταγράφηκαν 56 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[9] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την Κινσάσα σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ανέρχεται σε 21,852,144 κατοίκους.[10]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι ενήλικας άνδρας 25 ετών, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο. Επίσης είναι ένα άτομο το οποίο έχει συγγενικούς δεσμούς πρώτου βαθμού στη χώρα καταγωγής του, όπως τους γονείς του και τα αδέλφια του με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

  

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός των ευπαίδευτων συνηγόρων του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php

[2] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php

[3] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php

[4] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/

[5] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/

[6] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l’AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de

[7] Al Jazeera, DRC government, M23 rebels commit to protect civilians, aid deliveries, 19 Απριλίου 2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/4/19/drc-government-m23-rebels-commit-to-protect-civilians-aid-deliveries

[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of the Congo, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer

[10] World Population Review, DR Congo – Kinshasa,  https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο