ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 244/2025
17 Ιουνίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Β.Ε.
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, διά Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Κ. Σοφοκλέους (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Ε. Ιωάννου (κα) για Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Αιτητής Παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 31/01/25 η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να του αναγνωρίζεται προσφυγικό καθεστώς ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και/ή ζητά απόφαση με την οποία να ακυρώνεται η απόφαση επιστροφής και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας στις 09/05/23, στις 16/07/24 πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του και στις 02/01/25 εκδόθηκε η σχετική έκθεση/εισήγηση με εισήγηση την απόρριψη του αιτήματος του. Στις 08/01/25 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του και/ή έκδοσης απόφασης οικειοθελούς επιστροφής. Η απόφαση αυτή αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος για τον Αιτητή υποστήριξε ότι υπήρξε καθυστέρηση εξέτασης της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή κατά παράβαση των σχετικών προνοιών της νομοθεσίας, καθότι θα έπρεπε να ολοκληρωθεί σε έξι μήνες με κατ΄ εξαίρεση παράταση στους εννέα μήνες. Εξάλλου, η Υπηρεσία Ασύλου όφειλε και να ενημερώσει τον Αιτητή για την καθυστέρηση εξέτασης του αιτήματος ασύλου του που υποβλήθηκε την 09/05/23 για την οποία λήφθηκε εκπρόθεσμα απόφαση στις 31/01/25. Υποστήριξε, επίσης, υιοθετώντας τους λόγους αιτήματος ασύλου και το συναφές αφήγημα του, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω ελλιπούς έρευνας, παραβίασης των αρχών της χρηστής διοίκησης και/ή της αρχής της καλής πίστης, ανεπαρκούς αιτιολόγησης και/ή λήφθηκε με πλάνη. Παρέπεμψε στα ουσιαστικά γεγονότα, ιστορικό/προφίλ του Αιτητή, πυρήνα του αιτήματος του, τους αποδεκτούς από την Υπηρεσία Ασύλου ισχυρισμούς του και εισηγήθηκε δεν λήφθηκε υπόψη ότι διατρέχει σοβαρό κίνδυνο για την σωματική του ακεραιότητα, την ζωή και ελευθερία του σε περίπτωση επιστροφής του λόγω του ότι υποστηρίζει το κουρδικό κίνημα HDP (Halkların Demokratik Partisi - Peoples' Democratic Party). Ούτε λήφθηκαν υπόψη οι διακρίσεις και/ή κοινωνική μεταχείριση των Κούρδων στη Τουρκία και ειδικά η μεταχείριση των υποστηρικτών των κουρδικών κομμάτων.
Οι Καθ' ων η αίτηση απαντούν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι οι λόγοι που επικαλείται η συνήγορος του δεν αιτιολογούνται επαρκώς κατά παράβαση της νομολογίας και των διαδικαστικών κανονισμών και θα πρέπει να απορριφθούν και/ή δεν κατάφερε ο Αιτητής να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης, ούτε απέδειξε ότι μπορεί να υπαχθεί στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης της συνηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή(1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται δε, ότι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Επί τούτου ούτε το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε αξιολόγηση φωτογραφίας που περιλαμβάνεται ως Παράρτημα 2 της τροποποιημένης προσφυγής καθότι έγγραφα ή στοιχεία ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία που προσκομίζονται κατά ή μετά την καταχώριση της προσφυγής, παρατίθενται ή επισυνάπτονται ως τεκμήρια, ανάλογα, σε ένορκη δήλωση από τον Αιτητή (Κανονισμός 3 και 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019).
Αναφορικά με την καθυστέρηση εξέτασης ασύλου του Αιτητή, το σχετικό Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) προνοεί, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει επί αυτού του σημείου, τα ακόλουθα:
«Κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων
13.-(1) Κατά την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζει την αίτηση και προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, εκτός στις περιπτώσεις όπου τέτοια συνέντευξη δυνατό να έχει ήδη πραγματοποιηθεί δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 12Δ.
[.]
(5) Η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά για την ταχύτερη δυνατή ολοκλήρωση της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, με την επιφύλαξη της διασφάλισης της κατάλληλης και πλήρους εξέτασης.
(6)(α) Με την επιφύλαξη των παραγράφων (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου, η Υπηρεσία Ασύλου εξασφαλίζει ότι η διαδικασία εξέτασης της αίτησης ολοκληρώνεται εντός έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης, είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο είτε ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος δεν μπορεί να λάβει απόφαση εντός εξαμήνου από την κατάθεση της αίτησης, η Υπηρεσία Ασύλου έχει υποχρέωση-
(i) Να ενημερώνει τον αιτητή σχετικά με την καθυστέρηση∙ και
(ii) να του παρέχει, κατόπιν αιτήματός του, πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του.
[.]
(7) Ανεξάρτητα από το εδάφιο (6), ο Προϊστάμενος δύναται να παρατείνει την προθεσμία των έξι (6) μηνών που ορίζεται στο εν λόγω εδάφιο, για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από εννέα (9) επιπλέον μήνες, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Όταν ανακύπτουν περίπλοκα ουσιαστικά ή/και νομικά ζητήματα·
(β) μεγάλος αριθμός υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών αιτούνται ταυτόχρονα διεθνή προστασία, γεγονός που καθιστά στην πράξη πολύ δύσκολη την ολοκλήρωση της διαδικασίας εντός της προθεσμίας των έξι (6) μηνών·
[.]
(8) Κατ' εξαίρεση, η Υπηρεσία Ασύλου, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, δύναται να υπερβαίνει την προθεσμία που ορίζεται στο εδάφιο (7) κατά τρεις (3) μήνες το πολύ, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο από τον Προϊστάμενο για την κατάλληλη και πλήρη εξέταση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].
(9) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 18Α και με την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 19, ο Προϊστάμενος δύναται να αποφασίσει την αναβολή της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εξέτασης αίτησης, στην περίπτωση που δεν μπορεί εύλογα να αναμένεται από την Υπηρεσία Ασύλου να λάβει απόφαση επί αίτησης εντός των χρονικών πλαισίων που αναφέρονται στα εδάφια (6), (7) και
[.]
(10) Σε κάθε περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιένα (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης. [Σ.Σ: Το παρόν εδάφιο τίθεται σε ισχύ κατά την 20ή Ιουλίου 2018. Βλ. Υποσημείωση αρ. 36(3) του Ν. 106(Ι)/2016].»
[ο τονισμός δικός μου]
Όπως έχει αποφασιστεί, από το Δικαστήριο σε άλλες υποθέσεις επί παρόμοιου ισχυρισμού, οι προθεσμίες που ορίζονται στο πιο πάνω άρθρο του Νόμου δεν είναι ανατρεπτικές, αλλά ενδεικτικές. Ο Νόμος δεν ορίζει ρητά ότι οι προθεσμίες του 6μήνου, 9μηνού με ολόκληρο χρονικό πλαίσιο ολοκλήρωσης της εξέτασης της αίτησης εντός 21 μηνών είναι ανατρεπτικές, ότι δηλαδή συνεπάγεται σε ακυρότητα της όλης διοικητικής ενέργειας και διοικητικής πράξης η οποία εκδίδεται μετά την εκπνοή της. Οπότε η παραβίαση της δεν οδηγεί αυτόματα σε ακυρότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο νομοθέτης αν ήθελε να είναι η προθεσμία ανατρεπτική, θα το όριζε ρητά. Όμως λόγω της φύσης των υποθέσεων αυτών, ο νομοθέτης θέλησε να περιορίσει το χρόνο, χωρίς όμως να καθιστά προθεσμία ανατρεπτική, αυτό ενισχύεται και από την τελευταία παράγραφο του άρθρου που ορίζει ότι «Σε κάθε περίπτωση, η Υπηρεσία Ασύλου ολοκληρώνει τη διαδικασία εξέτασης αίτησης το αργότερο εντός εικοσιένα (21) μηνών από την κατάθεση της αίτησης.» (Βλέπε σχετικά Α.Ε. 67/08 Δημοκρατία ν. Pharmanet Ltd, ημερ.10/01/2011). Στην προκειμένη περίπτωση αν και υπάρχει καθυστέρηση, εντούτοις ο χρόνος αυτός δεν είναι υπέρμετρος καθότι δεν φαίνεται να επίδρασε αυτή η καθυστέρηση στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις της έκδοσης της πράξης (Βλέπε σχετικά Άρθρο 11 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 έως 2020 (Ν.158(I)/1999). Ούτε έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή και/ή τα δικαιώματα του που απορρέουν από την σχετική νομοθεσία από την έστω καθυστερημένη έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης (Βλέπε Υπόθ. Αρ. 1458/2009 Postolachi Konstantin ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ.25/02/2011). Πέραν τούτου στο ίδιο το άρθρο αναφέρεται ότι και ο ίδιος ο αιτών κατόπιν αιτήματός του στον Προϊστάμενο μπορεί να του παρασχεθούν πληροφορίες σχετικά με τους λόγους της καθυστέρησης και το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο αναμένεται η απόφαση επί της αίτησής του. Χωρίς να μεταφέρεται βέβαια το βάρος ενημέρωσης σχετικά με την πορεία της αίτησης στον Αιτητή είναι προφανές ότι ούτε ο ίδιος ενδιαφέρθηκε για την πορεία της αίτησης του. Ούτε η παράλειψη ενημέρωσης του για την πορεία της αίτησης έχει επιφέρει και/ή έχει υποδείξει να επέφερε οποιαδήποτε συνέπεια στα δικαιώματα του, καθότι έχει δικαίωμα παραμονής και παροχής σε αυτόν υλικές συνθήκες και δικαιώματα υποδοχής και/ή όλων των δικαιωμάτων που ορίζονται στο Νόμο μέχρι την ημερομηνία που εξετάστηκε το αίτημα του και/ή μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Η όποια παράλειψη της διοίκησης επί αυτού του σημείου δεν αποτελεί παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ούτε μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης καθότι αυτή δεν επιδρά ουσιαστικά στο περιεχόμενο της πράξης (Βλέπε σχετικά Άρθρο 13 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος του 1999 έως 2020 (Ν.158(I)/1999), επίσης Σ. Δεληκωστόπουλου: «Η παράβασις ουσιώδους Τύπου ως Λόγος Ακυρώσεως Διοικητικών Πράξεων» (1970), επίσης, Ιωάννης Πρέζας ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 2533 και Ζησίμου Χατζηττοφή ν. Δημοκρατίας (1992) 4 Α.Α.Δ. 1851, περαιτέρω, το όλο θέμα πραγματεύεται στο σύγγραμμα του ο Μ. Δ. Στασινόπουλος: «Δίκαιο των Διοικητικών Διαφορών» 3η έκδ. σελ. 212-219.) Σύμφωνα δε και με την Ανδρέας Τρύφωνος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Εφόρου Επίσημου Παραλήπτη, (2009) 4 Α.Α.Δ. 1137:
« [...]
Έχει όμως νομολογηθεί ότι η παράβαση τύπου διακρίνεται σε ουσιώδη και μη, η δε κρίση κατά πόσο είναι ουσιώδης ή μη ανήκει στο Δικαστήριο, τα δε λαμβανόμενα κριτήρια για το σχηματισμό αυτής της κρίσης σχετίζονται με τη σημασία που έχει η διαδικαστική ενέργεια ή η παράλειψη αναφορικά με την προστασία του διοικούμενου, την καλή λειτουργία της ίδιας της διοίκησης και το δικαστικό έλεγχο της πράξης (δέστε το σύγγραμμα του Ε. Σπηλιωτόπουλου: «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος ΙΙ, 12η έκδ. σελ. 125-127, παρ. 499-500). Στην υπόθεση Παπαλούκας ν. Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου (1998) 3 Α.Α.Δ. 656, σελ. 663-665, αναφέρεται ότι η γενική αρχή του διοικητικού δικαίου είναι ότι:
«... η παράβαση διατεταγμένου τύπου (ή τυπικής διατάξεως) επάγεται την ακυρότητα της πράξεως μόνο εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι, στην υπό εξέταση συγκεκριμένη περίπτωση, ο τύπος ο οποίος δεν τηρήθηκε ήταν ουσιώδης. Αν δεν ήταν ουσιώδης, η πράξη δεν υπόκειται σε ακύρωση, παρά την παράβαση. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από το εξ αντικειμένου ουσιώδες του τύπου, αν διαπιστωθεί ότι η παράβαση του δεν είχε δυσμενείς επιπτώσεις για το διοικούμενο, τότε, για τους σκοπούς της συγκεκριμένης περίπτωσης αυτός θεωρείται επουσιώδης με αποτέλεσμα η παράβαση του να μην επάγεται την ακυρότητα της πράξεως.».
Σημειώνεται, ότι ο ισχυρισμός του και/ή επίκληση της καθυστέρησης εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, γίνεται τώρα μέσω της προσφυγής του αφού η αίτηση ασύλου του εξετάστηκε και/ή απορρίφθηκε και/ή δεν εκκρεμεί οτιδήποτε ενώπιον της αρμόδιας αρχής - που καθιστά ταυτόχρονα αλυσιτελή και τον λόγο ακύρωσης καθώς το Δικαστήριο εξετάζει και την ουσία της υπόθεσης. Σχετική απόφαση επί τούτου είναι η ΕΔΔΠ 36/21, S.M. v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 16/09/25, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«O (υποχρεωτικός) έλεγχος όχι μόνο νομιμότητας, αλλά και ορθότητας, ο οποίος διενεργείται στο πλαίσιο εξέτασης προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας συνίσταται στην προβλεπόμενη -στο Άρθρο 46.3 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ- πλήρη και ex nunc εξέταση της συγκεκριμένης ενώπιον του περίπτωσης. Ορίζεται, συγκεκριμένα, στο εν λόγω Άρθρο (με δική μας υπογράμμιση):
«Προκειμένου να τηρούν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πραγματική προσφυγή να εξασφαλίζει πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με την οδηγία 2011/95/ΕΕ, τουλάχιστον κατά τις διαδικασίες άσκησης ένδικου μέσου ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.»
Προς τούτο, το αρμόδιο Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της ενώπιον του περίπτωσης Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση του ΔΕΕ ημερ. 13.6.2024 στην Υπόθεση C-563/22 SN κ.ά., σκέψη 76, με δικές μας υπογραμμίσεις:
«76. Πράγματι, το ζήτημα αν η παρεχόμενη από την UNRWA προστασία ή συνδρομή έχει παύσει ως προς τον ανιθαγενή παλαιστινιακής καταγωγής πρέπει να εκτιμάται από την αρμόδια διοικητική αρχή βάσει εξατομικευμένης αξιολογήσεως όλων των κρίσιμων στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 2011/95. Από το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2011/95 προκύπτει ότι για την έκδοση αποφάσεως επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα συναφή στοιχεία που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής «κατά τον χρόνο λήψης απόφασης σχετικά με την αίτηση». Αφετέρου, βάσει του άρθρου 46, παράγραφος 3, της οδηγίας 2013/32, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαμορφώνουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπον ώστε η εκδίκαση των ενδίκων βοηθημάτων τα οποία αφορά η εν λόγω διάταξη να περιλαμβάνει «πλήρη και ex nunc» εξέταση, στοιχείο που προϋποθέτει ότι το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων που του παρέχουν τη δυνατότητα να προβεί σε επικαιροποιημένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως [πρβλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 2022, Secretary of State for the Home Department (Καθεστώς πρόσφυγα ανιθαγενούς παλαιστινιακής καταγωγής), C‑349/20, EU:C:2022:151, σκέψεις 54, 55 και 61.»
Η πιο πάνω επικαιροποίηση των δεδομένων (και των πραγματικών) της περίπτωσης δεν αφορά και δεν περιορίζεται, a priori τουλάχιστον, μόνο στα στοιχεία που θα ήταν τυχόν επωφελή για την αίτηση του προσφεύγοντα, αλλά άπτεται όλων των σχετικών παραμέτρων (και των προσωπικών δεδομένων του αιτούντος), ακόμα και αν τέτοια επικαιροποίηση θα οδηγούσε στην απόρριψη της αίτησης ασύλου. Εάν, επί παραδείγματι, κατά το στάδιο της διοικητικής εξέτασης η χώρα καταγωγής του αιτούντος δεν ήταν ασφαλής, αλλά κατέστη ασφαλής στο στάδιο της επί της ουσίας δικαστικής εξέτασης, αυτό το στοιχείο δεν δύναται να αγνοηθεί. Όπως, βεβαίως, ούτε η αντίστροφη περίπτωση. Το ζητούμενο είναι πάντα η διαπίστωση εφεξής ανάγκης παροχής διεθνούς προστασίας λόγω κινδύνου δίωξης (μελλοντοστραφούς, βλ. απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 17.7.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2024 KASUMILAMBU HENRY MULENDA v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, απόφαση Εφετείου ημερομηνίας 31.3.2025 στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 153/2023 RAAFAT ALFY NOUH KHALIL κ.α. v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ) και σε αυτό αποσκοπεί η ex nunc δικαστική εξέταση και η απαίτηση επικαιροποίησης των δεδομένων.»
Ανεξάρτητα, των πιο πάνω διαπιστώσεων αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του διοικητικού φακέλου (στο εξής «ΔΦ»), των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής, των ουσιωδών ισχυρισμών του και των εγγράφων που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω διακρίσεων που υφίστατο εξαιτίας της κουρδικής του καταγωγής. Ανέφερε ότι συνελήφθη όταν ήταν παιδί λόγω της εθνότητάς του, ότι παρουσιάστηκε δύο φορές ενώπιον δικαστηρίου και ότι η υπόθεσή του εξακολουθεί να εκκρεμεί. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι οι Κούρδοι αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας στη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 1 ΔΦ). Αναφορικά με τις προσωπικές του πληροφορίες ισχυρίστηκε ότι είναι υπήκοος της Τουρκίας, κουρδικής εθνοτικής καταγωγής και μουσουλμανικού θρησκεύματος, γεννηθείς στη Μερσίνη της Τουρκίας, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα το 2023. Ανέφερε ότι ολοκλήρωσε το γυμνάσιο, ομιλεί την τουρκική και την κουρδική γλώσσα και εργάστηκε ως ηλεκτρολόγος, αρχικά στην επιχείρηση συγγενικού του προσώπου και αργότερα στη δική του επιχείρηση. Περαιτέρω, δήλωσε ότι οι γονείς και τα αδέλφια του διαμένουν στην Τουρκία, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία, ενώ διαθέτει και ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο τόσο στη χώρα καταγωγής του όσο και στη Γερμανία (ερυθρό 36-39 ΔΦ). Ως προς τους λόγους που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπιζε προβλήματα από τις τουρκικές αρχές λόγω της κουρδικής του καταγωγής. Ανέφερε ότι τα προβλήματά του άρχισαν το 2009, όταν, σε ηλικία 13 ετών, συμμετείχε σε μικρή διαδήλωση και φώναξε συνθήματα υπέρ του Αμπντουλάχ Οτσαλάν και του PKK. Ισχυρίστηκε ότι έκτοτε η αστυνομία τον σταματούσε συχνά, αναγνώριζε τα στοιχεία του και τον κακοποιούσε σωματικά. Περαιτέρω, ανέφερε ότι το 2018, κατά τη διάρκεια τροχονομικού ελέγχου, αστυνομικοί τον χαρακτήρισαν «τρομοκράτη» και τον ξυλοκόπησαν. Την επόμενη ημέρα κλήθηκε να παρουσιαστεί στην Αντιτρομοκρατική Υπηρεσία, όπου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, υπέστη εκ νέου σωματική κακοποίηση ενώ ερωτήθηκε για πρόσωπο ονόματι Lokman (που όπως εξήγησε μετέπειτα επρόκειτυο για έναν γείτονά του που ειχε και αυτός φάκελο στην αστυνομία). Όταν δήλωσε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν το εν λόγω πρόσωπο, ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε περαιτέρω ξυλοδαρμό. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι το 2020, ενώ βρισκόταν μαζί με τέσσερις φίλους του έξω από την κατοικία τους, αστυνομικοί τους ζήτησαν να αποχωρήσουν και, λίγα λεπτά αργότερα, επέστρεψαν και έκαναν χρήση δακρυγόνων στην περιοχή, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, κατοικείται κυρίως από Κούρδους. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι οι ενέργειες αυτές συνδέονταν με την κουρδική του καταγωγή και ότι οι τουρκικές αρχές αντιμετωπίζουν αρνητικά τους Κούρδους γενικότερα, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει την Τουρκία (ερυθρό 29-35 ΔΦ).
Από τις απαντήσεις του Αιτητή ο λειτουργός αποδέχθηκε τόσο το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τον τόπο συνήθους διαμονής του στη Μερσίνη της Τουρκίας (πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός) (ερ. 81-82 ΔΦ), όσο και τις διακρίσεις που δέχονται τα άτομα κουρδικής καταγωγής (δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός) (ερ. 78-80 ΔΦ). Έχοντας αποδεχθεί τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με την κουρδική του καταγωγή και τα περιστατικά διακριτικής μεταχείρισης που επικαλέστηκε, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία. Στο πλαίσιο αυτό κατέληξε ότι τα περιστατικά που περιέγραψε ο Αιτητής δεν συνιστούν πράξεις δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του Περί Προσφύγων Νόμου, ούτε θεμελιώνουν αντικειμενικά δικαιολογημένο φόβο μελλοντικής δίωξης. Ειδικότερα, έκρινε ότι, παρά τους ισχυρισμούς περί διακρίσεων και στοχοποίησης λόγω της κουρδικής του καταγωγής, δεν προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν κίνδυνο για τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα σε περίπτωση επιστροφής του, ενώ έλαβε υπόψη ότι ο Αιτητής παρέμεινε στη χώρα του για σημαντικό χρονικό διάστημα μετά το τελευταίο περιστατικό που επικαλέστηκε πριν αναχωρήσει το 2023. Περαιτέρω, στηριζόμενος σε πληροφορίες χώρας καταγωγής, διαπίστωσε ότι η κουρδική εθνοτική καταγωγή από μόνη της δεν αρκεί για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης και ότι, κατά κανόνα, παρέχεται δυνατότητα κρατικής προστασίας ή εσωτερικής μετεγκατάστασης όπου απαιτείται. Εξέτασε επίσης το ενδεχόμενο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης και κατέληξε ότι στην περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή δεν επικρατεί τέτοιος βαθμός βίας ώστε να προκύπτει κίνδυνος μόνο από την παρουσία του εκεί. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό του προφίλ ως νεαρού, υγιούς και εργασιακά ενεργού άνδρα, με οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο υποστήριξης στη χώρα καταγωγής του, έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (ερυθρό 74-78 ΔΦ).
Προκύπτει δε από ολόκληρο το αφήγημα του Αιτητή ότι (α) δεν είχε/έχει ενεργή πολιτική δράση και/ή είναι πρόσωπο με υψηλό πολιτικό προφίλ, (β) δεν του αποδόθηκαν ρητώς από τις τουρκικές αρχές η ιδιότητα του υποστηρικτή κουρδικών κομμάτων ή «τρομοκράτη», (γ) τα όσα ισχυρίστηκε αποτελούν μεμονωμένα/ διάσπαρτα περιστατικά και/ή δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισε και αφορούν περιστατικό του 2009 να υπάρχει κάτι το οποίο να εκκρεμεί και/ή απαλλάχθηκε, (ε) δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να δεικνύουν ότι ο Αιτητής συνδέεται με κουρδικά πολιτικά κόμματα, πολιτική δράση με το PKK ή οποιαδήποτε άλλη τρομοκρατική οργάνωση, (στ) δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι ο Αιτητής διατρέχει κίνδυνο απειλής κατά της ζωής ή της ελευθερίας του, σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή άλλης σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, (ζ) δεν διαπιστώνεται ένδειξη ενδεχόμενης υπερβολικής, δυσανάλογης ή αυθαίρετης τιμωρίας αντίθετης προς το διεθνές δίκαιο, ήτοι υπερβολικά μακρές ποινές φυλάκισης ή σωματική τιμωρία ή βασανιστήρια. Αναφορικά δε με την κοινωνική και κρατική μεταχείριση των Κούρδων στην Τουρκία (ως ο ισχυρισμός της συνηγόρου του) Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας, ημερομηνία έκδοσης 5ος/2025, εστιασμένη στην Τουρκία αναφέρει ότι «Πηγές εντός της χώρας ανέφεραν στο Υπουργείο Εξωτερικών της Αυστραλίας ότι οι Κούρδοι μερικές φορές υφίστανται ρατσισμό, καθώς και λεκτικές και σωματικές επιθέσεις, ιδίως σε περιοχές της Δυτικής Τουρκίας όπου αποτελούν μειονότητα. Τον Αύγουστο του 2024, ένας Ιρακινός Κούρδος επιχειρηματίας μαχαιρώθηκε θανάσιμα στην Κωνσταντινούπολη. Η οικογένειά του ισχυρίστηκε ότι στοχοποίηθηκε επειδή τον άκουσαν να μιλά κουρδικά στο τηλέφωνο, αν και η τουρκική κυβέρνηση διέψευσε τον ισχυρισμό αυτό. Επίσης τον Αύγουστο του 2024, η αστυνομία ξυλοκόπησε και συνέλαβε τρεις εργάτες οικοδομών επειδή άκουγαν κουρδικά τραγούδια σε τοπικό πάρκο στη βορειοδυτική πόλη Μπαλικεσίρ. Το 2023, έξι Κούρδοι εργάτες οικοδομών υπέστησαν απόπειρα λιντσαρίσματος στην Τραπεζούντα επειδή άκουγαν δυνατά μουσική. Οι νόμοι κατά της ρητορικής μίσους δεν χρησιμοποιούνται για να προστατεύουν τους Κούρδους από ρατσιστικές επιθέσεις, αλλά κυρίως για να φιμώνουν επικριτές της κυβέρνησης. Δεν υπάρχουν νόμοι που να αποκλείουν τους Κούρδους από την εργασία, τη δημόσια ζωή ή την πρόσβαση σε υγεία και εκπαίδευση. Ωστόσο, πηγές αναφέρουν ότι συχνά υφίστανται διακρίσεις, ιδίως στην υγειονομική περίθαλψη, όταν δεν μιλούν καλά τουρκικά, κυρίως στη δυτική Τουρκία όπου απουσιάζουν υπηρεσίες στην κουρδική γλώσσα. Παρότι πολλοί εργάζονται στο κράτος, στη δημόσια διοίκηση και στο στρατό, παραμένουν υποεκπροσωπούμενοι σε ανώτερες θέσεις».[1] Το Υπουργείο Εξωτερικών και Εμπορίου της Αυστραλίας (DFAT), στην ως άνω αναφερόμενη έκθεση του, εκτιμά ότι η μεταχείριση των Κούρδων στην Τουρκία διαφοροποιείται ανάλογα με τη γεωγραφική τους θέση, τον βαθμό εμπλοκής τους σε κουρδικές πολιτικές δραστηριότητες και τον βαθμό έκφρασης της κουρδικής εθνοτικής και γλωσσικής ταυτότητας. Σε περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας όπου οι Κούρδοι αποτελούν την πλειονότητα, όσοι δεν είναι πολιτικά ενεργοί αντιμετωπίζουν χαμηλό κίνδυνο επίσημης διάκρισης υπό τη μορφή παρενόχλησης από τις δυνάμεις ασφαλείας, ο οποίος αυξάνεται κατά τις περιόδους εντατικών επιχειρήσεων ασφαλείας. Στις περιοχές αυτές, οι Κούρδοι γενικά δεν αντιμετωπίζουν κίνδυνο κοινωνικών διακρίσεων. Εκτιμά επίσης ότι Κούρδοι πολιτικοί, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικοί ακτιβιστές αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο επίσημης διάκρισης σε ολόκληρη τη χώρα, υπό τη μορφή παρακολούθησης, παρενόχλησης, συλλήψεων και ποινικών διώξεων για φερόμενες τρομοκρατικές δραστηριότητες, ανεξαρτήτως της πραγματικής τους εμπλοκής.[2] Η έκθεση της Freedom House για το έτος 2024, η οποία εξετάζει την κατάσταση των πολιτικών δικαιωμάτων και των αστικών ελευθεριών στην Τουρκία, αναφέρει ότι οι πολίτες κουρδικής καταγωγής, η μεγαλύτερη εθνοτική μειονότητα της χώρας, εκπροσωπούνται μεν στην πολιτική ζωή, ωστόσο τα φιλοκουρδικά κόμματα υφίστανται συστηματική παρενόχληση από την κυβέρνηση μέσω ρητορικής μίσους, πολιτικά υποκινούμενων διώξεων και εκστρατειών παραπληροφόρησης στα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης. […] Συνεχίζει ότι η σύγκρουση της κυβέρνησης με το PKK χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την επιβολή διακριτικών μέτρων εις βάρος των Κούρδων πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης κουρδικών φεστιβάλ. Κουρδικά σχολεία και πολιτιστικοί οργανισμοί, πολλοί από τους οποίους είχαν ιδρυθεί κατά τη διάρκεια των ειρηνευτικών συνομιλιών, έχουν τεθεί υπό έρευνα ή έχουν κλείσει από το 2015. Τον 9ο/2024, οι αρχές πραγματοποίησαν εφόδους σε σειρά κουρδικών οργανώσεων και πολιτιστικών ιδρυμάτων. Παράλληλα, οι αρχές προβαίνουν κατά διαστήματα σε μαζικές συλλήψεις σε περιοχές με κουρδική πλειοψηφία, κατηγορώντας τους συλληφθέντες για υποστήριξη του PKK. Σύμφωνα με αναφορές, ορισμένοι από όσους συνελήφθησαν το 2024 στοχοποιήθηκαν απλώς επειδή τραγουδούσαν κουρδικά τραγούδια.[3] Επίσης, έκθεση της Human Rights Watch (HRW), αναφέρεται σε δίωξη δημοσιογράφων και περιορισμό στην ελευθερία της έκφρασης βάσει της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας και άλλων ποινικών διατάξεων, με τους Κούρδους δημοσιογράφους να στοχοποιούνται δυσανάλογα σε αυτές τις περιπτώσεις.[4] Νεότερη δημοσίευση του ανωτέρω φορέα αναφέρει ότι εκατοντάδες Κούρδοι ακτιβιστές, καθώς και πρώην βουλευτές, δήμαρχοι και κομματικά στελέχη στην Τουρκία, βρίσκονται στη φυλακή ή εκτίουν ποινές κάθειρξης, έχοντας καταδικαστεί για αδικήματα τρομοκρατίας που συνδέονται με νόμιμες, μη βίαιες πολιτικές δραστηριότητες, δημόσιες ομιλίες και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. [5] Έκθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (11ος/2025) για την προενταξιακή πρόοδο της χώρας αναφέρει ότι η ρητορική μίσους κατά των Κούρδων και επιθέσεις συνεχίστηκαν […]. Τα περισσότερα μέσα ενημέρωσης στην κουρδική γλώσσα, καθώς και οι θεσμοί που προάγουν τα πολιτιστικά δικαιώματα των Κούρδων, παραμένουν κλειστά από το 2016. Η πρακτική της ευρείας ερμηνείας της τρομοκρατίας, καθώς και οι δικαστικές και διοικητικές πιέσεις σε βάρος δημοσιογράφων, πολιτικών αντιπάλων, δικηγορικών συλλόγων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δραστηριοποιούνται στο κουρδικό ζήτημα, συνεχίστηκαν.[…] Ως προς τα πολιτισμικά τους δικαιώματα, αναφέρεται ότι οι νομικοί περιορισμοί στη χρήση της μητρικής γλώσσας ως γλώσσας εκπαίδευσης στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση παρέμειναν σε ισχύ. Ωστόσο, το θετικό κλίμα που δημιούργησε η ειρηνευτική πρωτοβουλία για το κουρδικό ζήτημα οδήγησε σε δημόσιες συζητήσεις γύρω από εναλλακτικές μορφές εκπαίδευσης στη μητρική γλώσσα. Στα δημόσια κρατικά σχολεία προσφέρονται προαιρετικά μαθήματα σε δύο κουρδικές διαλέκτους, καθώς και σε ορισμένες άλλες μητρικές γλώσσες· ωστόσο, η απαίτηση ελάχιστου αριθμού δέκα μαθητών για τη λειτουργία των μαθημάτων αυτών, σε συνδυασμό με τον ανεπαρκή αριθμό διορισμένων εκπαιδευτικών, εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο. Παράλληλα, έξι πανεπιστήμια συνεχίζουν να προσφέρουν μαθήματα σε επίπεδο σχολών και να απονέμουν πτυχία στην εκπαίδευση της κουρδικής γλώσσας[6]. Έκθεση του US Department of State για το 2023 αναφέρει ότι ενώ το Σύνταγμα της Τουρκίας απαγορεύει τις διακρίσεις με βάση τη γλώσσα, τη φυλή ή το χρώμα και προβλέπει την ισότητα ενώπιον του νόμου, ωστόσο οι αρχές δεν εφαρμόζουν με συνέπεια αυτές τις διατάξεις. Ο νόμος επέτρεψε στους πολίτες να ανοίγουν ιδιωτικά ιδρύματα για την παροχή εκπαίδευσης σε γλώσσες και διαλέκτους που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στην καθημερινή τους ζωή, υπό την προϋπόθεση ότι τα σχολεία υπάγονταν στο νόμο και επιθεωρούνταν από το Υπουργείο Παιδείας. Ο νόμος επέτρεψε την επαναφορά των προηγούμενων μη τουρκικών ονομάτων χωριών και γειτονιών και παρείχε στα πολιτικά κόμματα και τα μέλη τους το δικαίωμα να διεξάγουν προεκλογική εκστρατεία και να χρησιμοποιούν διαφημιστικό υλικό σε οποιαδήποτε γλώσσα, αλλά το δικαίωμα αυτό δεν προστατεύθηκε. Ο νόμος περιόρισε τη χρήση άλλων γλωσσών εκτός της τουρκικής στην κυβέρνηση και στις δημόσιες υπηρεσίες. Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου που δημοσιεύτηκε τον 10ο/2023 αναφέρει πως περίπου 15 εκατομμύρια Κούρδοι ζουν στην Τουρκία (περίπου 18-20% του πληθυσμού). Ο κουρδικός λαός έχει διατηρήσει τη δική του γλώσσα, τον πολιτισμό και μια έντονη αίσθηση ταυτότητας, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν το δικό τους κράτος. Οι Κούρδοι της Τουρκίας συγκεντρώνονται στα νοτιοανατολικά της χώρας, αλλά ένα μεγάλο ποσοστό έχει μετακομίσει στις πόλεις της δυτικής πλευράς, συμπεριλαμβανομένης της Άγκυρας και της Κωνσταντινούπολης. Η τουρκική κυβέρνηση έχει ιστορικά προσπαθήσει να περιορίσει την κουρδική επιρροή και ταυτότητα εν μέρει για να προστατέψει την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και για να διατηρήσει την πολιτική σταθερότητα. Ενάντια σε αυτό, οι Κούρδοι επιδιώκουν εδώ και καιρό μεγαλύτερες πολιτιστικές και πολιτικές ελευθερίες. Αυτή η σύγκρουση συμφερόντων και στόχων οδήγησε σε διακρίσεις και περιόδους βίας. Υπάρχουν ενδείξεις για συνεχιζόμενες κοινωνικές διακρίσεις έναντι των Κούρδων και πολυάριθμες αναφορές για ρατσιστικές επιθέσεις κατά των Κούρδων το 2023. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιθέσεις αυτές μπορεί να μην έχουν διερευνηθεί σωστά ή να μην έχουν αναγνωριστεί ως ρατσιστικές. Οι Κούρδοι που διαμένουν σε πόλεις της δυτικής Τουρκίας μπορεί να αισθάνονται φόβο να αποκαλύψουν την κουρδική τους ταυτότητα ή να μιλήσουν κουρδικά δημοσίως, και οι ευκαιρίες απασχόλησης μπορεί να είναι περιορισμένες για τους Κούρδους, ιδιαίτερα αν είναι ενεργοί στην κουρδική πολιτική ή αν εκφράζουν την υποστήριξή τους στους αγώνες των Κούρδων. Ωστόσο, η έκθεση αναφέρει πως οι περισσότεροι μη πολιτικά ενεργοί Κούρδοι και όσοι υποστηρίζουν το κόμμα ΑΚΡ μπορούν να ζήσουν χωρίς διακρίσεις. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι οι Κούρδοι μπορεί να μην έχουν πρόσβαση σε κάποια ενοικιαζόμενα καταλύματα λόγω της εθνικότητάς τους. Επίσης, Κούρδοι που δεν μιλούν τουρκικά μπορεί να αντιμετωπίσουν κάποια δυσκολία σχετικά με την πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες. Η έκθεση εκτιμά πως γενικά, οι διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Κούρδοι λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους, ακόμη και αθροιστικά, δεν συνιστούν πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή/και σοβαρής βλάβης.[7] Ως προς την μεταχείριση των υποστηρικτών του HDP ή όσων τους αποδίδεται η εν λόγω ιδιότητα σύμφωνα με άρθρο της Minority Rights Group (MRG), που δημοσιεύθηκε τον 3ο/2024, η τουρκική κυβέρνηση προχώρησε πρόσφατα στην απομάκρυνση εκλεγμένων δημάρχων του Halkların Demokratik Partisi (HDP) και άλλων αιρετών αξιωματούχων, αντικαθιστώντας τους με διορισμένους κρατικούς επιτρόπους.[8] Συνεντεύξεις με «εμπιστευτικές πηγές», οι οποίες παρατίθενται σε έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ολλανδίας του 2021, αναφέρουν ότι μέλη του HDP και άτομα με «υπόβαθρο HDP» ενδέχεται να αντιμετωπίζουν προβλήματα με τις τουρκικές αρχές, όπως νυχτερινές εφόδους από αντιτρομοκρατικές μονάδες, συλλήψεις, καθώς και σωματικό εξαναγκασμό ή βία. Άλλη εμπιστευτική πηγή, η οποία καταγράφηκε τον Αύγουστο του 2020 στην ίδια έκθεση, δήλωσε ότι κατά την προηγούμενη πενταετία είχαν συλληφθεί και τεθεί υπό κράτηση περισσότερα από 16.000 μέλη και εργαζόμενοι του HDP, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κράτησης σε περιοχές μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους.[9] Σε απόκριση της Διεύθυνσης έρευνας του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Ασύλου του Καναδά, επικαλούμενη επικοινωνία με βοηθό καθηγητή ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο, αναφέρει ότι οι υποστηρικτές και οι θεωρούμενοι ως υποστηρικτές του HDP έχουν «στοχοποιηθεί συστηματικά από τις αρχές», μεταξύ άλλων μέσω της παύσης εκλεγμένων αξιωματούχων και του κινδύνου νομικής παρενόχλησης. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι υποστηρικτές, οι θεωρούμενοι ως υποστηρικτές και τα μέλη του HDP στοχοποιούνται επίσης από την κοινωνία σε περιοχές εκτός εκείνων με κουρδική πλειοψηφία, ενώ έχουν καταγραφεί πολλαπλές επιθέσεις κατά τοπικών γραφείων του HDP από μέλη της κοινωνίας. Αντιθέτως, έτερη πηγή που επικαλείται η ανωτέρω απόκριση (επικοινωνία με καθηγητή του Πανεπιστημίου της Φλόριντα) σημείωσε ότι οι Κούρδοι «που είναι ενεργοί σε φιλοκουρδικά πολιτικά κόμματα, π.χ. στο HDP, δεν υπόκεινται σε αστυνομικό έλεγχο και τιμωρητικά μέτρα, όπως συλλήψεις και νομικές ενέργειες», παρά μόνο σε «ακραίες» περιπτώσεις, όπως η ανάρτηση σημαιών του PKK. Ωστόσο, η ίδια πηγή πρόσθεσε ότι «οι υποστηρικτές του HDP ενδέχεται να στιγματίζονται ως συμπαθούντες προς την τρομοκρατία εάν εκφράζουν ανοιχτά τις απόψεις τους» και ότι έχουν αναφερθεί περιπτώσεις Κούρδων που απολύθηκαν από την εργασία τους λόγω υποστήριξης προς το HDP.[10] Η Freedom House επισημαίνει ότι, «επί χρόνια», Τούρκοι εισαγγελείς έχουν «κινήσει ποινικές έρευνες» κατά μελών του HDP, λόγω «φερόμενων διασυνδέσεών» τους με το PKK.[11] Έκθεση της Ευρωπαιικής Επιτροπής για την προενταξιακή πρόοδο και υποψηφιότητα της Τουρκίας αναφέρει ως προς τον πολιτικό πλουραλισμό στην χώρα ότι «παρά τη δεσμευτική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), η οποία ζητά την άμεση αποφυλάκισή τους, αρκετοί πρώην βουλευτές του φιλοκουρδικού Κόμματος Δημοκρατίας των Λαών (HDP), συμπεριλαμβανομένων δύο πρώην συμπροέδρων (από το 2016), παραμένουν φυλακισμένοι. […]Την ίδια στιγμή, η υπόθεση διάλυσης του HDP, η οποία βασίζεται σε κατηγορίες που σχετίζονται με την τρομοκρατία και ζητά την πολιτική απαγόρευση 451 μελών του κόμματος, συνεχίζεται ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Το φιλοκουρδικό Κόμμα Ισότητας και Δημοκρατίας των Λαών (DEM), πολιτικός διάδοχος του HDP, εξακολούθησε να αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση, με αρκετές χιλιάδες μέλη του κόμματος να τίθενται υπό κράτηση και αρκετές εκατοντάδες να προφυλακίζονται εν αναμονή της δίκης»[12]. Έκθεση του Ολλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών της Ολλανδίας εστιασμένη στην Τουρκία, αναφέρει ότι οι τουρκικές αρχές ασκούσαν πιέσεις, ιδίως σε μέλη της νεολαίας του HDP, να λειτουργήσουν ως πληροφοριοδότες, προσφέροντας ως αντάλλαγμα μειωμένες ποινές ή αποφυλάκιση. Παράλληλα, συγγενείς μελών του HDP, και αργότερα του DEM, συνέχισαν να προσελκύουν αρνητική προσοχή από τις αρχές, αντιμετωπίζοντας περιορισμούς στην πρόσβαση σε δημόσια εργασία και τον κίνδυνο ποινικής δίωξης, ιδίως σε περιπτώσεις οικονομικής στήριξης φυλακισμένων συγγενών. Κατά την εξεταζόμενη της έκθεσης περίοδο, μέλη και υποστηρικτές του DEM φέρονται να στοχοποιούνται υπό δραστηριότητες όπως ανάρτηση, κοινοποίηση ή επιδοκιμασία φίλα προσκείμενων προς το DEM μηνυμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, της συμμετοχής σε διαδηλώσεις (π.χ. κατά του διορισμού κρατικών επιτρόπων), της έκδοσης ή παρακολούθησης δηλώσεων προς τον Τύπο, της αποστολής χρημάτων σε φυλακισμένους συγγενείς (η οποία μπορεί να εκληφθεί ως οικονομική υποστήριξη του PKK).[13]
Ως δε αναφέρθηκε, όμως, κατά την ανωτέρω ανάλυση ο Αιτητής δεν προκύπτει να είχε/έχει ενεργή πολιτική δράση, τα περιστατικά που αφηγήθηκε αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, δεν προκύπτουν στοιχεία ή επαρκείς ενδείξεις που να δεικνύουν ότι ο Αιτητής και/ή οι αρχές τον συνδέουν με κουρδικά πολιτικά κόμματα, πολιτική δράση με το PKK ή οποιαδήποτε άλλη τρομοκρατική οργάνωση και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι Αιτητής διατρέχει κίνδυνο απειλής κατά της ζωής ή της ελευθερίας του, σοβαρών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή άλλης σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία. Προχωρώντας, λοιπόν, στο στάδιο της αξιολόγησης κινδύνου, σε σχέση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή προκύπτει ότι η απροθυμία του να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του κρίνεται ως αδικαιολόγητη (λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα τα μέλη της οικογενείας του βρίσκονται εκεί). Σε αντίθεση με τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς της συνηγόρου του Αιτητή, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών δηλώσεων του αιτήματος σε συνάρτηση και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης όπου αυτό ήταν απαραίτητο και εφικτό. Υπάρχουν δε εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα του Αιτητή σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες σημειώνοντας ταυτόχρονα ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται πως σε περίπτωση επιστροφής του θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε ζήτημα και/ή δεν υπάρχει βάσιμος φόβος και/ή μελλοντοστραφής κίνδυνος και/ή οιανδήποτε μορφή δίωξης ή βλάβης. Σύμφωνα με το εγχειρίδιο EASO «Δικαστική Ανάλυση του (2018) Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)», σελίδα 92:
«Ο όρος «βάσιμος φόβος» σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει έγκυρη αντικειμενική βάση για τον φόβο δίωξης του αιτούντος. Το συγκεκριμένο στοιχείο του ορισμού του πρόσφυγα αφορά τον κίνδυνο ή την πιθανότητα να υποστεί δίωξη. Ο φόβος θεωρείται βάσιμος, εάν διαπιστώνεται ότι υπάρχει «εύλογη» πιθανότητα να υλοποιηθεί στο μέλλον[14]. Για τη διαπίστωση αυτή, είναι απαραίτητο να αξιολογούνται οι δηλώσεις του αιτούντος υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης [άρθρο 4 παράγραφος 3 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση)[15]] και να ελέγχονται οι περιστάσεις που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του, καθώς και η συμπεριφορά των υπευθύνων δίωξης[16]. Επομένως, η διαπίστωση του βάσιμου φόβου συνδέεται στενά με το καθήκον της αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων και της αξιοπιστίας που διέπεται πρωτίστως από το άρθρο 4 της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση). Η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης της αξιοπιστίας, είναι το πρώτο στάδιο. Εάν τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε ο αιτών γίνουν δεκτά ως αξιόπιστα, ο υπεύθυνος για τη λήψη της απόφασης προχωρά στο δεύτερο στάδιο και εξετάζει κατά πόσον τα γεγονότα και οι περιστάσεις που έγιναν δεκτά ισοδυναμούν με βάσιμο φόβο. Το ΔΕΕ ενέκρινε αυτή την προσέγγιση δύο σταδίων: Στην πραγματικότητα, η «αξιολόγηση» αυτή γίνεται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο στάδιο αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας[17].»
Σύμφωνα με το ίδιο εγχειρίδιο[18]:
«Ο όρος «φόβος» αντικατοπτρίζει τη μελλοντοστραφή έμφαση των ορισμών της σύμβασης για τους πρόσφυγες και της ΟΕΑΑ. Η ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) επεκτείνει την προστασία όχι μόνο στα πρόσωπα που υπέστησαν πραγματικά δίωξη, αλλά και σε εκείνα που διατρέχουν κίνδυνο δίωξης[19]. Αντικατοπτρίζει επίσης την αποδοχή της ιδέας ότι η απειλή δίωξης αρκεί για να διαπιστωθεί ύπαρξη δίωξης. Επομένως, ένα πρόσωπο δεν χρειάζεται να περιμένει να υποστεί διώξεις για να υποβάλει αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας, αλλά μπορεί να «φοβάται» μελλοντική δίωξη.»
Το ΔΕΕ τόνισε τον μελλοντοστραφή χαρακτήρα του βάσιμου φόβου στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Y και Z, όπου αποφάνθηκε ότι:
«[ο]σάκις οι αρμόδιες αρχές καλούνται να εκτιμήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ) αυτής, αν ο αιτών διακατέχεται βασίμως από τον φόβο ότι θα διωχθεί, οφείλουν να διερευνήσουν αν οι στοιχειοθετημένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή, ώστε ο ενδιαφερόμενος να φοβείται βασίμως, λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης καταστάσεώς του, ότι αποτελεί πράγματι αντικείμενο πράξεων διώξεως[20].»
(ο τονισμός δικός μου)
Ο λειτουργός εξέτασε και αξιολόγησε ότι με την αποδοχή των ισχυρισμών του Αιτητή λόγω της ιδιότητας του και/ή πεποιθήσεων του και έκρινε ότι δεν υπάρχει εύλογος βαθμός πιθανότητας να αντιμετωπίσει δίωξη ή βλάβη. Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης, είναι κρίση του Δικαστηρίου, ότι από τα στοιχεία που προσκόμισε ο Αιτητής δεν διαπιστώνεται μελλοντοστραφής κίνδυνος δίωξής ή σοβαρής βλαβης και/ή δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών) και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
Ούτε η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία (ως και η ανωτέρω ανάλυση και σε σχέση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του που οδηγούν σε μη παραχώρηση καθεστώτος πρόσφυγα). Επί αυτού του σημείου, υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση τόσο με το τί επικρατεί στη χώρα καταγωγής. Αναφορικά, τώρα, ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, επιβεβαιώνονται τα τότε συμπεράσματα του λειτουργού. Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης 22/05/26) στην περιοχή Mersin της Τουρκίας (τόπος διαμονής του Αιτητή) , σημειώθηκαν συνολικά 196 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence": περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατ' αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 1 ανθρώπινη απώλεια.[21] Σημειώνεται ακόμη ότι ο πληθυσμός της περιoχης Mersin ανέρχεται στα 1,916,432 εκατομμύρια κατοίκους (τελευταία επίσημη καταμέτρηση το 2022)[22]. Συνεπώς, τα ευρήματα του λειτουργού επιβεβαιώνονται από πληροφορίες που αξιολόγησε και το Δικαστήριο και/ή κρίνεται ότι ο Αιτητής δεν θα υποβληθεί προσωπικά σε μεταχείριση ισοδυναμούσα με δίωξη ή σοβαρή βλάβη δεδομένου και του πολύ χαμηλού περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή του. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[23]. Ούτε τα ατομικά χαρακτηριστικά/στοιχεία και προφίλ του Αιτητή ως ενήλικο πρόσωπο, με μόρφωση και με την οικογένεια του να διαμένει στην χώρα/περιοχή συνήθους διαμονής του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη.
Απορρίπτονται και οι γενικοί ισχυρισμοί επί της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης ασύλου του Αιτητή, αφού αυτή διενεργήθηκε σε πλήρη σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 13, 13Α και 18 περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά και με βάση τα κριτήρια και/ή προϋποθέσεις που τηρούνται κατά την εξέταση αίτησης ασύλου. Ο Αιτητής ενημερώθηκε πλήρως από τον λειτουργό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και κατά τη συνέντευξη του έγιναν επαρκείς ερωτήσεις για να περιγράψει τους λόγους που υπέβαλε αίτημα ασύλου όπως επίσης και άλλα ζητήματα που αφορούν τις προσωπικές του περιστάσεις. Δεν εντοπίζω οτιδήποτε παράτυπο, παράνομο και μεμπτό στην διαδικασία που ακολουθήθηκε που μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης καθότι διενεργήθηκαν εκτενείς ερωτήσεις, τόσο κλειστού όσο και ανοικτού τύπου όπως επίσης και διευκρινιστικές για να μπορεί ο ενδιαφερόμενος να τοποθετηθεί στα βιώματα και τις εμπειρίες του, ωστόσο, δεν κατάφερε να τεκμηριώσει είτε με τις απαντήσεις είτε με άλλα αποδεικτικά μέσα επαρκώς μελλοντοστραφή κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης και/ή απέτυχε να καταδείξει ότι σε περίπτωση επιστροφής στην χώρα καταγωγής του, υπάρχει κίνδυνος δίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.
Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Australian Government, DFAT COUNTRY INFORMATION REPORT TÜRKIYE, 16 May 2025, https://www.dfat.gov.au/sites/default/files/country-information-report-turkey.pdf
[2] Ibid 1.
[3] Freedom House: Freedom in the World 2025 - Turkey, 2025, διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2025
[4] HRW - Human Rights Watch: World Report 2025 - Türkiye, 16 January 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2120045.html
[5] Ibid 5.
[6] European Commission: Türkiye 2025 Report [SWD(2025) 756 final], 4 November 2025
https://www.ecoi.net/en/file/local/2132162/türkiye-report-2025.pdf, σελ.22- 41.
[7] UK Home Office, Country Policy and Information Note Turkey: Kurds, Version 4.0, October 2023, σ. 6-10
https://assets.publishing.service.gov.uk/media/65311c6026b9b1000daf1bc6/TUR+CPIN+-+Kurds.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)
[8] Minority Rights Group International (MRG). 2024-03-30. Gözde Aslanhan. "Türkiye's Local Elections: The Minority Lens", https://minorityrights.org/turkiyes-local-elections-the-minority-lens/ και HRW - Human Rights Watch: World Report 2025 - Türkiye, 16 January 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2120045.html(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)
[9] Government of the Netherlands, Ministry of Foreign Affairs, General Country of Origin Information Report Turkey, 18/03/2021, https://www.government.nl/documents/reports/2021/03/18/general-country-of-origin-information-report-turkey , σελ.51(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)
[10] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Türkiye: Situation of Kurds, including in Istanbul, Ankara, and Izmir; situation of supporters or perceived supporters of the Peoples' Democratic Party (Halkların Demokratik Partisi, HDP); situation of Alevi Kurds (2022–November 2024) [TUR202089.E], 29 November 2024
https://www.ecoi.net/en/document/2120190.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)
[11] Freedom House: Freedom in the World 2024- Turkey, 2024, διαθέσιμο σε https://freedomhouse.org/country/turkey/freedom-world/2024
[12] Ibid 7. σελ.19.
[13] Netherlands Ministry of Foreign Affairs: Algemeen ambtsbericht Turkije, February 2025, https://www.government.nl/documents/reports/2025/02/24/general-country-of-origin-information-report-on-turkiye-february-2025, σελ.60-63. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24/01/2026)
[14] Απόφαση του ΔΕΕ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 33, σκέψη 51· απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, ό.π., υποσημείωση 20, σκέψη 43.
[15] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[16] Ibid 15, υποσημείωση 20, σκέψη 43. Βλέπε επίσης υπόθεση Abdulla κ.λπ., ό.π., υποσημείωση 336, σκέψη 57 (χωρίς ρητή παραπομπή σε υπευθύνους δίωξης).
[17] Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, EU:C:2012:744
[18] EASO (2018), Δικαστική Ανάλυση «Προϋποθέσεις Χορήγησης Διεθνούς Προστασίας (Οδηγία 95/2011/ΕΕ)
[19] Ibid 15 υποσημείωση 33, σκέψη 74 και 75· και υποσημείωση 20, σκέψη 63 και 64. Βλέπε επίσης Εγχειρίδιο UNHCR, ό.π., υποσημείωση 107, σκέψη 45.
[20] Ibid 15 υποσημείωση 33, σκέψη 76. επίσης απόφαση του ΔΕΕ, Abdulla και λοιποίυποσημείωση 336, σκέψη 89· και απόφαση του ΔΕΕ, Χ, Y και Z, υποσημείωση 20
[21] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Turkey, Region Mersin, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης στις 30/05/2026)
[22] City Population, Turkey, Mersin, https://www.citypopulation.de/en/turkey/mersin/ (ημερ. πρόσβασης στις 30/05/2026)
[23] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο