Μ.Τ.Β. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2508/24, 22/6/2026
print
Τίτλος:
Μ.Τ.Β. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 2508/24, 22/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 2508/24

 

22 Ιουνίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

Μ.Τ.Β.

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

.........................................

 

Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Νατάσα Χαραλαμπίδου για Νατάσα Χαραλαμπίδου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον αιτητή

 

Νικόλας Κουρσάρης για Άρτεμις Πάλλη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κυρία Μέλπω Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα].

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 07/05/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Γουινέας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 08/04/2024, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας στις 09/04/2024.

 

Στις 30/04/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 07/05/2024 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή αυθημερόν.  Στις 10/06/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την απόφασή της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν.  Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Ο αιτητής, μέσω των συνηγόρων του, πρόβαλε στην αίτηση ακυρώσεως αρκετούς νομικούς ισχυρισμούς, τους οποίους περιόρισε με τη Γραπτή του Αγόρευση στους ακόλουθους:  αρχικά προβάλλει την έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, την πλάνη περί τα πράγματα και τον Νόμο, την κατάχρηση και/ή υπέρβαση εξουσίας καθώς και τη μη χρηστή διοίκηση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου.  Στα πλαίσια αυτού του λόγου ακύρωσης, υποστηρίζει ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έχουν διεξάγει έρευνα αναφορικά με τους ισχυρισμούς του για τις εναντίον του απειλές από πλευράς του θείου του και εξαιτίας της καταγγελίας του τελευταίου και του κινδύνου που αντιμετωπίζει για αυθαίρετες συλλήψεις από τις αρχές της χώρας του. Με το δεύτερο λόγο ακυρώσεως υποστηρίζει πως η συνέντευξη διεξήχθη κατά παράβαση των άρθρων 13Α(1), 13Α(9), 13Α(10),  13(3) και (4) του Νόμου και χωρίς ο Προϊστάμενος να ζητήσει επανάληψη της συνέντευξης.  Πρόσθετα, υποστηρίζει πως οι ισχυρισμοί του δεν αξιολογήθηκαν με την απαιτούμενη σοβαρότητα από τον αρμόδιο λειτουργό, αλλά αντιθέτως ο λειτουργός κατέληξε σε βεβιασμένα συμπεράσματα.  Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δεν έχει διεξαχθεί οποιαδήποτε αξιολόγηση σε εξατομικευμένη βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα για να εξεταστούν δεόντως και/ή να επαληθευτούν οι ισχυρισμοί του.

 

Ακολούθως, προβάλλει με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη.  Έπειτα, αναφέρει ότι η προσβαλλόμενη εκδόθηκε από αναρμόδιο άτομο-όργανο, μη δεόντως εξουσιοδοτημένο να εκτελεί τα καθήκοντα του Προϊσταμένου, κατά παράβαση της χρηστής διοίκησης και με κατάχρηση και/ή υπέρβαση εξουσίας.  Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων, ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση παρουσίασε στη συνήγορο του αιτητή την σχετική εξουσιοδότηση του λειτουργού και η κυρία Χαραλαμπίδου επιβεβαίωσε ότι ήταν νόμιμα εξουσιοδοτημένος ο λειτουργός να εκτελεί τα καθήκοντά του.  Ενόψει τη εξέλιξης αυτής, θα πρέπει να αναφερθεί πως η συνήγορος του αιτητή απέσυρε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του κύριου Αγρότη.  Συνεπώς ο εν λόγω νομικός ισχυρισμός, ο οποίος και αποτελεί τον τέταρτο λόγο ακύρωσης επί της Γραπτής Αγόρευσης, αποσύρθηκε στο σύνολό του και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο. 

 

Περαιτέρω, η κυρία Χαραλαμπίδου κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, τόνισε ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν προέβησαν σε εξατομικευμένη αξιολόγηση των βασικών ισχυρισμών του αιτητή εμμένοντας στη δίωξη που αντιμετωπίζει από τις αρχές κατόπιν της καταγγελίας του θείου του.  Ο συνήγορος των καθ’ ων η αίτηση σε απάντηση των όσων ανέφερε η συνήγορος του αιτητή, υποστήριξε πως ο αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα νόμιμα και χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.

 

Από την πλευρά τους, οι καθ' ων η αίτηση μέσω της Γραπτής τους Αγόρευσης υποστηρίζουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρουν ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Κατά συνέπεια, εισηγούνται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφαση.

 

Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό του αιτητή περί μη δέουσας έρευνας και αναιτιολόγητης απόφασης εκ μέρους των καθ' ων αίτηση. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ο αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι διωκόταν από την τοπική αστυνομία.  Ειδικότερα, δήλωσε πως οι γονείς του απεβίωσαν και ο θείος του πήγε για να διαμείνει μαζί του.  Ο θείος του επιθυμούσε να απομακρυνθεί ο αιτητής εποφθαλμιώντας να πάρει το σπίτι, τον κατήγγειλε στην αστυνομία ότι άρχισε τις διαδηλώσεις στην περιοχή.  Ισχυρίστηκε ότι αστυνομικοί τον χτύπησαν σωματικά και περαιτέρω, πως εγκατέλειψε τη χώρα για είναι ασφαλής (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τη Γουινέα, ότι γεννήθηκε στην πόλη Labé, διοικητικής πρωτεύουσας της περιφέρειας Fouta Djallon και μεγάλωσε στην πρωτεύουσα της Γουινέας, την πόλη Conakry, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα του (ερυθρό 32, 2χ του διοικητικού φακέλου).  Είναι μουσουλμάνος, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και παρακολούθησε δύο χρόνια στο πανεπιστήμιο στον τομέα της μηχανικής και ομιλεί γαλλικά και Fula (ερυθρά 34, 3χ, 31,8χ του διοικητικού φακέλου).  Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι οι γονείς του δεν βρίσκονται εν ζωή και δεν έχει αδέλφια.  Πρόσθεσε ακόμη ότι μετά το θάνατό τους, διέμενε στο σπίτι τους με τον αδελφό του πατέρα του και τα έξι του παιδιά. (ερυθρά 32, 3χ, 31 1χ,3χ-4χ του διοικητικού φακέλου).  Επιπλέον, ανέφερε ότι στη χώρα του εργαζόταν ως μηχανικός (ερυθρό 31, 8χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη Γουινέα λόγω του ότι απειλείτο από το θείο του.  Ειδικότερα, ο θείος του, ακολούθως του θανάτου των γονιών του, ήρθε να μείνει μαζί του.  Το Δεκέμβριο, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, υπήρξαν νεκροί και κάηκαν τα πάντα, και μόλις εμφανίστηκε η αστυνομία, ο θείος του, τον κατηγόρησε για τα περιστατικά που έλαβαν χώρα τότε οι αρχές άρχισαν να τον ψάχνουν.  Το έτος 2021, έγινε ακόμη μια διαδήλωση, και οι αρχές ήρθαν στο σπίτι, κατέστρεψαν τα πάντα και ο αιτητής τραυματίστηκε (ερυθρό 30, 2χ του διοικητικού φακέλου). 

 

Σε μετέπειτα ερωτήσεις, ανέφερε ότι το Δεκέμβριο του 2023, στα πλαίσια διαδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στη δουλειά και ενόσω ο αιτητής εργαζόταν απεβίωσαν κάποιοι άνθρωποι.  Την αμέσως επόμενη μέρα, ο θείος του, ανέφερε στην αστυνομία ότι ο αιτητής ήταν ένας από τα πρόσωπα που ευθύνονταν για το περιστατικό.  Κατόπιν, ο αιτητής ενημερώθηκε από φίλους του, ότι οι αρχές άρχισαν να τον ψάχνουν.  Ακολούθως, ο θείος του, τον ενημέρωσε ότι μίλησε με τις αρχές και του ζήτησε να εγκαταλείψει την οικία του.  Έπειτα, ο αιτητής πήγε σ’ ένα χωριό όπου και έμεινε για ένα μήνα προτού εγκαταλείψει τη χώρα.  Ο αιτητης διευκρίνισε πως τον βοήθησαν να ταξιδέψει νόμιμα και επεσήμανε πως δεν τον εντόπισαν οι αρχές επειδή ταξίδεψε βράδυ (ερυθρά 29, 1χ-3χ, 5χ-9χ, 28, 1χ-2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε στον αιτητή ότι  διέμενε με το θείο του 9 χρόνια και ερωτηθείς για το λόγο που ενώ έμεναν μαζί για τόσο καιρό, εντούτοις επέλεξε να δημιουργήσει το ζήτημα αυτό το έτος 2023, δήλωσε πως δεν ήταν αρκετά κοντά οι δύο τους (ερυθρό 28, 4χ-5χ του διοικητικού φακέλου).  Ο αιτητής δήλωσε πως δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα του, ούτε να διαμείνει σε άλλη περιοχή από τον τόπο διαμονής του λόγω του θείου του.

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή.  O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι είναι υπήκοος της Γουινέας, με τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του την πόλη Conakry.  Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στα προβλήματα που αντιμετώπιζε με το θείο του και την αστυνομία. 

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή.  Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής.  Σχετικά με το δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με το θείο του και την αστυνομία, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι τα όσα δήλωσε ο αιτητής δεν ήταν λεπτομερή και περαιτέρω, υπήρχαν πολλά κενά στο αφήγημά του και έχει πληγεί η αξιοπιστία του σε διάφορα σημεία επ’ αυτού. 

 

Συγκεκριμένα, κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πληροφορίες σε σχέση με το θάνατο των γονιών του.  Ειδικότερα, δεν γνώριζε πόσων χρονών ήταν ο ίδιος όταν απεβίωσε και δεν εξήγησε το λόγο που ενώ διέμενε με το θείο του για 9 χρόνια, εντούτοις εκείνος επέλεξε να του δημιουργήσει πρόβλημα το έτος 2023.  Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει εάν μετέβηκε στην αστυνομία για να εξηγήσει ότι την ώρα της διαδήλωσης βρισκόταν στην εργασία του και ότι υπήρχαν συνάδελφοι του που μπορούσαν να το επιβεβαιώσουν, απάντησε πως δεν προέβη σε τέτοια ενέργεια γιατί οι αρχές δεν θα τον λάμβαναν υπόψη τους.  Επιπλέον, ενώ τοποθέτησε χρονικά τα προβλήματα με το θείο του και στις αρχές του Δεκεμβρίου του 2023, ωστόσο κληθείς να απαντήσει για ποιο λόγο περίμενε 4 μήνες προτού εγκαταλείψει τη χώρα, απάντησε ανεπαρκώς πως βρισκόταν με ένα φίλο του.  Σε επανάληψη της ερώτησης, ανέφερε γενικά και αόριστα για να ταξιδέψει.  Από το αφήγημα του αιτητή ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως δεν τεκμηριώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.

 

Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.  Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού σχετικά με τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή.  Ο αρμόδιος λειτουργός, κατέληξε ότι στη Γουινέα όπου αναμενόταν να επέστρεφε ο αιτητής, δεν παρατηρούνταν σοβαρά περιστατικά σύγκρουσης, ούτε συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων.  Ως προς τις προσωπικές του περιστάσεις, ανέφερε ότι επρόκειτο για άτομο, υγιές, μορφωμένο, αυτόνομο και το οποίο μπορούσε να βιοποριστεί και να φροντίσει τον εαυτό του. 

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Στη συνέχεια, διαπίστωσε πως δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε κίνδυνο σοβαρής βλάβης όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος Νόμου και κατά συνέπεια, δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Ειδικά σε σχέση με το εδάφιο (γ) του άρθρου 19 (2) ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι η χώρα στην οποία αναμενόταν να επέστρεφε ο αιτητής δεν τελούσε σε συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης υπό την έννοια του άρθρου.  Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός.

 

Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με το θείο του και τις αρχές, διαπιστώνω ότι οι δηλώσεις του υπήρξαν ανεπαρκείς και μη ευλογοφανείς. Ο αιτητής δεν κατόρθωσε να παρέχει σαφείς και συγκεκριμένες εξηγήσεις για τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ότι διέτρεχε και σε αρκετά σημεία οι απαντήσεις που παρείχε ήταν ελλιπείς.  Με τους ισχυρισμούς του, δεν κατέστη εφικτό να τεκμηριώσει το φόβο του ότι θα τίθετο σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.  Ειδικότερα, ανέφερε ότι δεχόταν απειλές από το θείο του, όμως δεν παρέθεσε παραδείγματα για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του.  Επιπλέον, ενώ έκανε αναφορά στις διαδηλώσεις, τοποθετώντας τις χρονικά την πρώτη το Δεκέμβριο και τη δεύτερη το 2021, μετέπειτα δήλωσε ότι η πρώτη έλαβε χώρα το Δεκέμβριο του 2023, δήλωση η οποία δεν έχει λογική με δεδομένο ότι η διαδήλωση του Δεκεμβρίου ήταν και αυτή που προηγήθηκε.  Επίσης, δεν παρέθεσε ουσιώδεις πληροφορίες για τις διαδηλώσεις, αφού περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι στη μια υπήρξαν νεκροί και κάηκαν τα πάντα και κατόπιν κατηγορίας του θείου του, οι αρχές άρχισαν να τον ψάχνουν και στην άλλη ότι οι αρχές ήρθαν στο σπίτι, τα κατέστρεψαν όλα και ο ίδιος τραυματίστηκε. Τέλος, το ότι ενημερώθηκε για το ότι διωκόταν από τις αρχές από τρίτους που και αυτοί με τη σειρά τους ενημερώθηκαν από άλλους, είναι στοιχείο που επίσης δεν μπορεί να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του.  Ως εκ των πιο πάνω, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, θα συμφωνήσω με τους καθ’ ων η αίτηση πως λόγω της προσωπικής φύσης του υπό εξέταση ισχυρισμού αυτός δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του αιτητή. 

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να του δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Δεν υπάρχει σχετική καταχώριση στο RULAC για τη Γουινέα, αλλά στο σχετικό χάρτη δεν φαίνεται εμπλοκή της Γουινέας σε κάποιου είδους ένοπλη σύρραξη[1].  Στο χάρτη του ACAPS που καταγράφει τις ανθρωπιστικές κρίσεις, η Γουινέα εμφανίζεται[2] ως περιοχή «no crisis».  Σύμφωνα με την έκθεση της Human Rights Watch που δημοσιεύθηκε το 2025 και καλύπτει γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά το 2024, οι στρατιωτικές αρχές συνέχισαν την καταστολή των μέσων ενημέρωσης, της αντιπολίτευσης και των διαφωνούντων[3]

 

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 12/06/2026), όσον αφορά την πρωτεύουσα της Γουινέας, την πόλη Conakry, τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, έχουν καταγραφεί 21 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 8 θάνατοι.[4]  Σημειώνεται ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις για το έτος 2025, ο πληθυσμός της Γουινέας ανέρχεται σε 17,521,167 κατοίκους[5], και ο πληθυσμός της Conakry ανέρχεται στα 3,407,327[6].

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, ενήλικος, υγιής, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, πλήρως ικανός προς εργασία και χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας .  Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).  Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, οι ισχυρισμοί της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτονται στο σύνολό τους.

 

Η συνήγορος του αιτητή πρόσθετα προβάλλει πως το αρμόδιο όργανο κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ενήργησε υπό πλάνη περί τα πράγματα.  Καταρχάς θα πρέπει να αναφερθεί πως το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για την ύπαρξη πλάνης το έχει ο αιτητής (βλ. Παπαδόπουλος v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1190) 3ΑΑΔ 262, 267).  Ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν στοιχειοθετείται επαρκώς από τον αιτητή και είναι γενικόλογος. Από τους ισχυρισμούς της ευπαίδευτης δικηγόρου του αιτητή, δεν στοιχειοθετείται οποιουδήποτε είδους πλάνη, τόσο ως προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε, όσο και ως προς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Υπηρεσία Ασύλου με βάση και τα στοιχεία που είχε ενώπιον της, αλλά ούτε και ως προς τα γεγονότα που έλαβε η Υπηρεσία Ασύλου υπόψη της.

 

Πλάνη περί τα πράγματα στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα όταν η προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται σε υπαρκτά γεγονότα, τα οποία όμως έχουν εκτιμηθεί από το αρμόδιο όργανο διαφορετικά κατ' ισχυρισμό του αιτούντα (βλ. Σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Τόμος 2, 15η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη 2015, σελίδες 144-145, παράγραφοι 510 και 511). Ο αιτητής δεν παραπέμπει σε γεγονότα τα οποία οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη με αποτέλεσμα να αποφασίσουν κατά πλάνη περί τα πράγματα. Στη βάση των ανωτέρω, είναι προφανές πως δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αιτητή περί πραγματικής πλάνης ή/και οποιασδήποτε άλλης ουσιώδους πλάνης και ως εκ τούτου ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, μέσω του πρώτου λόγου ακυρώσεως εισηγείται μεταξύ άλλων πως η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε καθ' υπέρβαση και/ή κατάχρηση εξουσίας και κατά παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.  Κρίνω ότι ο ισχυρισμός περί κατάχρησης εξουσίας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται, εφόσον ο αιτητής για να στοιχειοθετήσει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του, όφειλε να αποδείξει τον κατάδηλα ξένο σκοπό από το σκοπό του νόμου που επεδίωξε το αρμόδιο όργανο και την υπέρβαση των ορίων της διακριτικής εξουσίας του αρμόδιου οργάνου.

 

Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην απόφαση της υπόθεσης Τριλλίδου v. Δημοτικού Συμβουλίου Στροβόλου, (1993) 3 ΑΑΔ 284, ο λόγος ακυρώσεως περί κατάχρησης εξουσίας δεν εξετάζεται αφηρημένα και ακαδημαϊκά, αλλά με βάση συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και «απαιτείται παράβαση του σκοπού του γράμματος και του πνεύματος του νόμου».

 

Ο λόγος ακυρώσεως προβάλλεται από τον συνήγορο του αιτητή αόριστα, χωρίς να προσδιορίζεται ποιος είναι ο ξένος σκοπός από το γράμμα του Νόμου ο οποίος επιδιώκεται.  Ο αιτητής πρέπει να εξειδικεύει τον προβαλλόμενο νομικό ισχυρισμό αφού φέρει και το βάρος απόδειξής του.  Στην απόφαση της υπόθεσης Καλλιμάχου Χρυσταλλένη κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία (1994) 4ΑΑΔ, 314 αναφέρθηκε πως η κατάχρηση εξουσίας «Πρέπει να αποδεικνύεται είτε από την ίδια την πράξη είτε από τα στοιχεία του φακέλου και μάλιστα κατά τρόπο κατάδηλο».

 

Ενόψει των ανωτέρω, δεν διακρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με σκοπό κατάδηλα διαφορετικό από εκείνο που ο νομοθέτης θέλησε και η συνήγορος του αιτητή δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε παρατυπία ούτε απέδειξε παράβαση της αρχής της χρηστής διοίκησης την οποία οφείλει η διοίκηση να εφαρμόζει.  Αντιθέτως, η απόφαση εκδόθηκε εντός των πλαισίων του νόμου και ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται. 

 

Επιπρόσθετα, η συνήγορος του αιτητή με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως ισχυρίζεται πως η συνέντευξη διεξήχθη κατά παράβαση των άρθρων 13Α(1), 13Α(9), 13Α(10),  13(3) και (4) του Νόμου και χωρίς ο Προϊστάμενος να ζητήσει επανάληψη της συνέντευξης.  Συγκεκριμένα αναφέρει πως δεν δόθηκε η δυνατότητα στον αιτητή να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους της αίτησής του και να διευκρινίσει τις ασάφειες, αοριστίες και τυχόν ελλείψεις και ασυνέπειες στην αφήγησή του.  Συνεπώς ισχυρίζεται πως εσφαλμένα ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου δεν διέταξε την επανάληψη της συνέντευξης του αιτητή.  Οι καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν πως ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία και ότι ο αιτητής είχε την ευχέρεια να παρουσιάσει το αίτημα του με τον ορθό τρόπο.  Κατά συνέπεια, εισηγείται πως ο προβαλλόμενος ισχυρισμός θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.

 

Έχω εξετάσει τα ζητήματα που τέθηκαν ενώπιον μου λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.  Διαφαίνεται πως τέθηκαν αρκετές ερωτήσεις στον αιτητή και ο αιτητής είχε τη δυνατότητα να παραθέσει με λεπτομέρεια τον πυρήνα του αιτήματός του και να αφηγηθεί ότι ο ίδιος έκρινε αναγκαίο.  Ο αιτητής υπέγραψε κάθε σελίδα των πρακτικών της συνέντευξης και επιβεβαίωσε στο τέλος της συνέντευξης πως όσα ανέφερε στη συνέντευξή του ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.  Επιπρόσθετα, ο αιτητής είχε τη δυνατότητα να διευκρινίσει στην ενώπιον μου διαδικασία τις ασάφειες και τα κενά που εντοπίστηκαν, όπως επίσης και να ενισχύσει τον πυρήνα του αιτήματός του με το ορθό δικονομικό διάβημα, πράγμα που δεν έπραξε.  Κατά συνέπεια ο προβαλλόμενος ισχυρισμός δεν τεκμηριώθηκε και απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή. 

 

 

 

 

                                                                                        Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] RULAC, διαθέσιμο στο: https://www.rulac.org/

[2] ACAPS, διαθέσιμο στο: https://www.acaps.org/en/countries 

[3] HRW - Human Rights Watch, World Report 2025 - Guinea, 16 January 2025, διαθέσιμο στοhttps://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/guinea

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: Guinea, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στοhttps://acleddata.com/platform/explorer

[5] City Population, Guinea, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/guinea/cities/ 

[6] City Population, Guinea - Conakry, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/guinea/cities/


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο