ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπoθ. Αρ.: 275/2023
19 Ιουνίου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J.M.N.
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Διευθυντού της
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Α. Πλιάκα (κα) για Δ.Κυριάκου Ζησιμοπούλου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Ι. Χαραλάμπους (κα), για Μιχαηλίδη, Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 09/01/2023, σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οπουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»), κάτοχος διαβατηρίου, ο οποίος στις 16/11/2020, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, και μέσω Τουρκίας αφίχθηκε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Ακολούθως εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 24/01/2021 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 12/01/2022, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε εισηγητική έκθεση υποβληθείσα προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης καθώς ο Αιτητής δεν δήλωσε τον αριθμό τηλεφώνου του ούτε τη διεύθυνση διαμονής του προκειμένου η Υπηρεσία Ασύλου να τον καλέσει σε συνέντευξη. Συνεπώς, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι ο Αιτητής σιωπηρά έχει αποσύρει την αίτηση του ή έχει υπαναχωρήσει από αυτήν. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου / διακοπή της διαδικασίας στις 24/01/2022 και αποφάσισε την επιστροφή του Αιτητή στη Λ.Δ.Κ. δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου.
Στις 13/04/2022, ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φάκελου του για παροχή διεθνούς προστασίας το οποίο εγκρίθηκε δυνάμει του άρθρου 16Ε του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως εκ τούτου στις 18/10/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA). Στις 15/11/2022 ο λειτουργός συνέταξε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματός του. Στις 29/11/2022 συγκεκριμένος λειτουργός, δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, εκδίδοντας ταυτόχρονα και απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 09/01/2023, μαζί με την αιτιολογία αυτής, παραλήφθηκε δια χειρός από τον Αιτητή αυθημερόν, θέτοντας την υπογραφή του αφού προηγουμένως του επεξηγήθηκε το περιεχόμενο της σε γλώσσα που πλήρως κατανοεί, ήτοι τα γαλλικά.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, προβάλλοντας σωρεία νομικών ισχυρισμών για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, ωστόσο με την στην συνέχεια γραπτή της αγόρευση, προώθησε ορισμένους από αυτούς.
Ειδικότερα πρβάλλεται η θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη και στερείται έννομου αποτελέσματος, καθότι λήφθηκε κατόπιν πλημμελούς και μη επαρκούς έρευνας και είναι αναιτιολόγητη επί της ουσίας της. Υποστηρίζει η συνήγορος του Αιτητή ότι η απόφαση απόρριψης είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα και η αιτιολογία της απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση στα ελληνικά, ενώ ο Αιτητής κατανοεί τα Lingala και/ή τα γαλλικά. Περαιτέρω, προβάλλει ότι ο Αιτητής επιθυμούσε να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία και να μην επιστρέψει στη χώρα του, λόγω των συνεχόμενων απειλών κατά της ζωής του, αλλά και λόγω των δυσμενών οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν εκεί, θεωρώντας ότι δεν έχει καμία ελπίδα να ζήσει με ασφάλεια και αξιοπρέπεια στη χώρα καταγωγής του. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι Καθ’ ων η αίτηση υπέπεσαν σε πλάνη περί τα πράγματα, καθώς δεν απέδωσαν ορθά τις δηλώσεις του Αιτητή και δεν ερεύνησαν επαρκώς ποιος από τους προβαλλόμενους λόγους του ευσταθούσε, με αποτέλεσμα να υπάρχει παρερμηνεία και μη ορθή απόδοση των δεδομένων της συνέντευξής του. Υποστηρίζει ακόμη ότι το γεγονός ότι ο Αιτητής ανέφερε και οικονομικό λόγο για την έλευσή του στην Κύπρο δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση του ουσιαστικού λόγου εγκατάλειψης της χώρας του ούτε τον καθιστά αναξιόπιστο. Τέλος, προβάλλει ότι στους αιτητές ασύλου πρέπει να παρέχεται το ευεργέτημα της αμφιβολίας και να τους δίνεται η δυνατότητα να προσκομίσουν έγγραφα που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς τους, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία και τις αρχές που διέπουν την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Οι Καθ'ων η αίτηση από τη πλευρά τους με την γραπτή τους αγόρευση υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της προσβαλλόμενης πράξης απορρίπτοντας όλους τους προωθούμενους από τον Αιτητή ισχυρισμούς, οι οποίοι εκ προοιμίου σημειώνεται ότι δεν έχουν δισκογραφηθεί δεόντως. Αποτελεί θέση του συνηγόρου τους πως οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν ορθά και νόμιμα και μετά από δέουσα έρευνα εξέδωσαν πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, ως εκ τούτου καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την προσφυγή και επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά την καταχώρηση των αγορεύσεων των μερών, η πλευρά του Αιτητή υπέβαλε ενδιάμεση αίτηση για προσαγωγή μαρτυρίας η οποία για τους λόγους που εξηγούνται στο κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 02/06/2025 απορρίφθηκε[1].
Κατά την ακροαματική διαδικασία, η συνήγορος του Αιτητή περιόρισε έτη περαιτέρω τους προβαλλόμενους λόγους ακύρωσης στο ζήτημα της έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ’ ων, αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι απειλείται από τη συμμορία των Kuluna στη χώρα καταγωγής του, εγκαταλείποντας τους λοιπούς ισχυρισμούς. Οι δε Καθ’ ων η αίτηση υιοθέτησαν το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και της γραπτής αγόρευσης, υποστηρίζοντας ότι ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης ούτε τεκμηρίωσε επαρκώς τον προβαλλόμενο ισχυρισμό του, ώστε το αίτημά του για διεθνή προστασία να γίνει αποδεκτό, και ως εκ τούτου ορθώς απορρίφθηκε.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και δεδομένου ότι το παρόν Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Αιτητής σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματος του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας, έχοντας κατά νου και τον μοναδικό προωθούμενο από τον Αιτητή ισχυρισμό προς ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με την αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και ζητά άσυλο επειδή είναι θύμα απειλών θανάτου μετά την (δικαστική) κατάθεσή του εναντίον κάποιων επιτιθέμενων (bandits) που διέπραξαν βιασμούς και άλλα εγκλήματα κατά τη διάρκεια της νύχτας της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου 2020 στο νοσοκομείο της χώρας του. Εξαιτίας αυτού, ανέφερε ότι βρίσκεται σε κίνδυνο θανάτου και ζήτησε να εξεταστεί το αίτημά του επειδή η ζωή του κινδυνεύει.
Στα πλαίσια της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος της Λ.Δ.Κ. και γεννήθηκε στην πόλη Matadi, αλλά από την παιδική του ηλικία μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα ζούσε στην Kinshasa, η οποία αποτελεί τον τόπο συνήθους διαμονής του. Κατά δήλωσή του άγαμος και άτεκνος, ότι έχει δύο αδελφές και πέντε αδελφούς από τους ίδιους γονείς, καθώς και πέντε ετεροθαλή αδέλφια. Όλα τα αδέλφια του διαμένουν στην Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, όπου διαμένουν επίσης και οι γονείς του. Απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευση, με εναρξη περαιτέρω πανεπιστημιακών σπουδών, τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε. Αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία, δήλωσε ότι εργάστηκε μόνο ως τεχνικός πληροφορικής στο Διεθνές Αεροδρόμιο Ndjili, από τον Δεκέμβριο του 2017 έως τον Νοέμβριο του 2020, στη χώρα καταγωγής του.
Ως προς τους κατ’ ιδίαν λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης προέβαλε ότι, ενώ νοσηλευόταν σε νοσοκομείο στην περιοχή Matete/Nkinsensu, κατά τη νύχτα της 10ης προς 11η Σεπτεμβρίου 2020 μέλη της εγκληματικής συμμορίας Kuluna εισέβαλαν στο νοσοκομείο, επιτέθηκαν στους παρευρισκόμενους, λήστεψαν ασθενείς και προσωπικό και βίασαν νοσηλεύτριες. Ο Αιτητής αναγνώρισε έναν από τους δράστες, τον οποίο γνώριζε από παλαιότερη περιοχή κατοικίας του, και έδωσε τα στοιχεία του στην αστυνομία. Μετά την πληροφορία αυτή, η αστυνομία προχώρησε σε συλλήψεις και ο Αιτητής κατέθεσε ως μάρτυρας σε δικαστική διαδικασία που ακολούθησε, η οποία οδήγησε στην καταδίκη και φυλάκιση των συλληφθέντων.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, λίγες μέρες μετά τη δίκη άρχισε να λαμβάνει απειλητικές επιστολές από τους Kuluna, στις οποίες τον απειλούσαν με θάνατο λόγω της συνεργασίας του με τις αρχές. Παρά την καταγγελία των απειλών στην αστυνομία, ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε ουσιαστική προστασία. Ανέφερε επίσης ότι μέλη της συμμορίας επιτέθηκαν επανειλημμένα στις κατοικίες όπου διέμενε, προκαλώντας καταστροφές και αναζητώντας τον, γεγονός που τον ανάγκασε να αλλάξει διαδοχικά τόπο διαμονής εντός της Kinshasa.
Περαιτέρω, υποστήριξε ότι στις 9 Οκτωβρίου 2020 άγνωστα άτομα επιχείρησαν να τον σκοτώσουν βάζοντας φωτιά στο αυτοκίνητό του, ενώ σε άλλο περιστατικό άτομα που θεωρούσε ότι ανήκαν στους Kuluna επιτέθηκαν στο όχημα συναδέλφου του με πέτρες ενώ τον μετέφερε. Δήλωσε επίσης ότι οι Kuluna επιτέθηκαν σε συγγενικά του πρόσωπα αναζητώντας τον, ενώ αργότερα πληροφορήθηκε ότι επιτέθηκαν και σε αστυνομικό που τον είχε βοηθήσει στο παρελθόν, προκαλώντας του σοβαρό τραυματισμό. Επιπλέον, ανέφερε ότι καταστράφηκε και κατοικία που ανεγείρε.
Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ένας από τους άλλους μάρτυρες της υπόθεσης δολοφονήθηκε από τους Kuluna, ενώ αγνοεί την τύχη των υπόλοιπων μαρτύρων και των νοσηλευτριών που ήταν παρούσες στο περιστατικό του νοσοκομείου. Ανέφερε ότι εξακολουθεί να ενημερώνεται από συγγενείς και φίλους του ότι μέλη της συμμορίας συνεχίζουν να τον αναζητούν και να δηλώνουν ότι θα τον σκοτώσουν όπου και αν βρίσκεται.
Τέλος, υποστήριξε ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του κινδυνεύει να δολοφονηθεί από τους Kuluna λόγω της μαρτυρίας που έδωσε εναντίον τους, ενώ απέκλεισε τη δυνατότητα ασφαλούς εγκατάστασης σε άλλη περιοχή της χώρας, ισχυριζόμενος ότι η συγκεκριμένη συμμορία δρα σε ολόκληρη την επικράτεια και διαθέτει εκτεταμένη παρουσία πέραν της Kinshasa.
Ο αρμόδιος λειτουργός στην εισηγητική του έκθεση διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς από τις δηλώσεις του Αιτητή. Πρώτον, ως προς την ταυτότητα, το προφίλ, την χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής, και δεύτερο λόγω των κατ’ επανάλειψη απειλών που δεχόταν από την συμμορία των Kuluna. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός καθότι κρίθηκε ότι τεκμηριώθηκε η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, κατά τους Καθ’ ων, οι δηλώσεις του Αιτητή δεν ήταν επαρκώς λεπτομερείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές. Ειδικότερα, όταν κλήθηκε να περιγράψει με σαφήνεια τι συνέβη κατά την άφιξη της αστυνομίας στο νοσοκομείο, περιορίστηκε να αναφέρει γενικά ότι οι αστυνομικοί ρώτησαν τι είχε συμβεί, παρέλαβαν τις νοσηλεύτριες και άφησαν δύο αστυνομικούς για φύλαξη του χώρου, χωρίς να παραθέσει ουσιώδεις λεπτομέρειες. Περαιτέρω, όταν ζητήθηκε να εξηγήσει ακριβώς ποια ήταν η μαρτυρική του δήλωση προς την αστυνομία, δεδομένου ότι υποστήριξε πως αναγνώρισε ένα μέλος των Kuluna και το κατήγγειλε, η απάντησή του παρέμεινε αφηρημένη, καθώς περιορίστηκε να αναφέρει ότι επρόκειτο για το άτομο που του πήρε το τηλέφωνο και ότι διέμενε κοντά στην περιοχή Masina, χωρίς να παραθέσει περαιτέρω αναγνωριστικά στοιχεία. Όταν μάλιστα ερωτήθηκε εάν είχε δώσει στην αστυνομία πρόσθετες πληροφορίες, απάντησε μονολεκτικά αρνητικά, γεγονός που, κατά τους Καθ’ ων, δημιουργούσε εύλογα ερωτήματα ως προς τον τρόπο με τον οποίο η αστυνομία κατάφερε να εντοπίσει και να συλλάβει το συγκεκριμένο πρόσωπο. Παρά τη σχετική διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής δεν παρείχε σαφή και πειστική εξήγηση, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι η αστυνομία δεν θα μπορούσε να τον εντοπίσει χωρίς τις πληροφορίες που ο ίδιος έδωσε, χωρίς όμως να εξειδικεύσει ποιες ακριβώς ήταν αυτές και πώς συνέβαλαν ουσιαστικά στον εντοπισμό του δράστη.
Περαιτέρω, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, ούτε ως προς τη μαρτυρία του ενώπιον του δικαστηρίου, στοιχείο άμεσα συνδεόμενο με τις μεταγενέστερες απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε, κατόρθωσε να αποδώσει με σαφήνεια και λεπτομέρεια το περιεχόμενό της. Συγκεκριμένα, ανέφερε απλώς ότι βρέθηκε εκεί για να εξηγήσει στον δικαστή τι συνέβη εκείνο το βράδυ και να υποδείξει το άτομο που του πήρε το τηλέφωνο, χωρίς να προσδιορίσει με ακρίβεια το περιεχόμενο της κατάθεσής του. Οι Καθ’ ων η αίτηση εκτίμησαν ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία αποτέλεσε, κατά τον ίδιο, την αιτία των απειλών σε βάρος του, θα αναμενόταν να είναι σε θέση να την αποδώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια και πληρότητα, ιδίως ενόψει και του μορφωτικού και επαγγελματικού του υποβάθρου.
Αναφορικά με τις απειλές και τα μεταγενέστερα περιστατικά που, κατά τον Αιτητή, τον οδήγησαν στην αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι, μολονότι προσδιόρισε χρονικά συγκεκριμένα συμβάντα, όπως η λήψη απειλητικής επιστολής στις 25/09/2020, η παραλαβή δύο ακόμη επιστολών τις επόμενες ημέρες, οι επιθέσεις στις κατοικίες του και η επίθεση στο αυτοκίνητό του στις 09/10/2020, εντούτοις δεν κατάφερε να περιγράψει τα περιστατικά αυτά με συνεκτικό, προσωπικό και επαρκώς λεπτομερές τρόπο. Ως προς τις επιθέσεις στις κατοικίες του, όταν του ζητήθηκε να αναπτύξει τα σχετικά περιστατικά, επανέλαβε σχεδόν πανομοιότυπα ότι δεν βρισκόταν στο σπίτι, ότι ο ιδιοκτήτης τον ενημέρωσε πως οι Kuluna είχαν εισέλθει, κατέστρεψαν τα πράγματα και δήλωσαν ότι τον αναζητούσαν και θα τον σκότωναν, χωρίς να προσθέσει περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία ή διαφοροποιήσεις μεταξύ των περιστατικών. Αντίστοιχα, ως προς το περιστατικό με το αυτοκίνητο, περιορίστηκε να αναφέρει ότι, ενώ επέστρεφε στο σπίτι, άτομα τού επιτέθηκαν με ένα μπουκάλι που περιείχε χημική ουσία, το όχημά του πήρε φωτιά και ο ίδιος διέφυγε, χωρίς να παραθέσει περισσότερες λεπτομέρειες, παρά τη σοβαρότητα του συμβάντος. Οι Καθ’ ων η αίτηση θεώρησαν ότι, λόγω της έντασης και της σοβαρότητας ενός τέτοιου περιστατικού, θα αναμενόταν μια πιο ζωντανή, συγκεκριμένη και εξατομικευμένη περιγραφή, η οποία όμως δεν δόθηκε.
Ομοίως, ο Αιτητής προσέθεσε και περιστατικό στον χώρο εργασίας του, αναφέροντας ότι, ενώ βρισκόταν με συνάδελφό του, άτομα άρχισαν να πετούν πέτρες στο αυτοκίνητο και ο ίδιος συμπέρανε ότι επρόκειτο για μέλη των Kuluna που ήθελαν να τον σκοτώσουν. Κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, και το συγκεκριμένο περιστατικό αποδόθηκε γενικά και χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία που να συνδέουν πράγματι τους δράστες με τη συμμορία Kuluna, με αποτέλεσμα η επιχειρηματολογία του να στηρίζεται κυρίως σε προσωπικές υποθέσεις και όχι σε απτά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία.
Περαιτέρω, σε μία τελική προσπάθεια να αποσαφηνιστούν τα περιστατικά αυτά, ο Αιτητής ερωτήθηκε εάν τα πρόσωπα που τον στοχοποιούσαν ήταν τα ίδια σε όλα τα συμβάντα. Ο ίδιος απάντησε ότι επρόκειτο για τα ίδια άτομα, παρότι δεν ήταν παρών σε όλα τα περιστατικά, και όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς το γνώριζε, ανέφερε ότι το συμπέραινε επειδή κρατούσαν ματσέτες, ήταν «περίεργοι» και φορούσαν βρώμικα ρούχα, ενώ παραδέχθηκε ότι δυσκολευόταν να αναγνωρίσει τα πρόσωπά τους. Κατά τους Καθ’ ων, η εξήγηση αυτή κρίθηκε αόριστη, ασαφής και μη πειστική, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι επρόκειτο πράγματι για τα ίδια πρόσωπα ή για μέλη της ίδιας ομάδας.
Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι, παρότι ο Αιτητής υποστήριξε ότι κατήγγειλε κάθε περιστατικό στην αστυνομία, ισχυρίστηκε ταυτόχρονα ότι η αστυνομία δεν προέβη σε καμία ουσιαστική ενέργεια. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς η αστυνομία αντέδρασε άμεσα και αποτελεσματικά στο περιστατικό του νοσοκομείου, οδηγώντας σε συλλήψεις και δίκη, ενώ στις μεταγενέστερες καταγγελίες του δεν έπραξε τίποτα, ο ίδιος απάντησε ότι κανείς δεν ήθελε να καταθέσει ως μάρτυρας για τα δικά του περιστατικά, επειδή όλοι φοβούνταν τους Kuluna. Η εξήγηση αυτή, κατά τους Καθ’ ων, δεν κρίθηκε επαρκώς πειστική και συνεκτική. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή δεν μπορούσε να θεμελιωθεί.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι, λόγω της προσωπικής φύσεως του ισχυρισμού περί απειλών κατά της ζωής του από μέλη των Kuluna, δεν ανευρέθηκαν εξωτερικές πηγές που να επιβεβαιώνουν ειδικά τα όσα ανέφερε ο Αιτητής. Παρά ταύτα, οι Καθ’ ων η αίτηση αναγνώρισαν ότι οι διαθέσιμες εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της συμμορίας Kuluna στη ΛΔΚ και ιδίως στην Kinshasa, καθώς και τη δράση της σε επίπεδο βίας, εγκληματικότητας και συμμοριών νέων. Ωστόσο, κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, η επιβεβαίωση της γενικής ύπαρξης και δράσης των Kuluna δεν αρκούσε για την αποδοχή του ατομικού ισχυρισμού του Αιτητή, δεδομένου ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του είχε ήδη απορριφθεί. Συνεπώς, κατέληξαν ότι το ως άνω ουσιώδες πραγματικό περιστατικό δεν γίνεται αποδεκτό.
Προχωρώντας σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, οι Καθ' ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου. Σε σχέση δε με τις προϋποθέσεις ένταξης του Αιτητή στο άρθρο 19 (2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς και εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού η χώρα καταγωγής του και συγκεκριμένα η Kinshasa, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Στη βάση των ανωτέρω, το αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, πρόσωπο να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την Έκθεση/Εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».
Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο Αιτητής έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη του ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομικής διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο Αιτητής οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση του Αιτητή, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, με σκοπό να εξεταστεί ο ισχυρισμός του Αιτητή περί πάσχουσας έρευνας, το Δικαστήριο μελετώντας το σύνολο του διοικητικού φακέλου, αποδέχεται τον ισχυρισμό του Αιτητή σχετικά με τα προσωπικά του στοιχεία, τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής καθώς δεν προέκυψαν περί του αντιθέτου στοιχεία και σύμφωνα με την έκθεση/εισήγηση του αρμόδιου Λειτουργού, οι δηλώσεις του Αιτητή επιβεβαιώθηκαν και/ή εντοπίστηκαν σε εξωτερικές πηγές.
Ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ισχυρισμού και δεδομένου ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αξιολόγησαν εκτενώς τις δηλώσεις του Αιτητή, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι περιγραφές του Αιτητή στερούντο συνοχής και σαφήνειας, αφού ο Αιτητής υπέπεσε σε σημαντικές αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της εξιστόρησης των περιστατικών. Πέραν και επιπρόσθετα των όσων αναλυτικά αξιολόγησαν οι Καθ’ ων η αίτηση το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξιοπιστία του Αιτητή αποδυναμώνεται από το γεγονός ότι, παρά του ότι υποστήριξε ότι οι Kuluna τον αναζητούσαν συστηματικά και κατόρθωναν να τον εντοπίζουν σε διαφορετικές περιοχές της Kinshasa, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια και πειστικότητα τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη της ομάδας αποκτούσαν κάθε φορά γνώση της νέας κατοικίας του. Παρά τις διαδοχικές μετακινήσεις του από την Kimbanseke στη Mont Ngafula και ακολούθως στη Selembao, περιορίστηκε να δηλώσει ότι οι δράστες εμφανίζονταν εκ νέου στις οικίες του και τον αναζητούσαν, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά παρακολούθησης, πληροφοριοδότησης ή άλλους αντικειμενικούς λόγους που να εξηγούν την υποτιθέμενη δυνατότητά τους να τον εντοπίζουν. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του οι Kuluna εξακολουθούν να τον αναζητούν ακόμη και μετά την αναχώρησή του από τη χώρα βασίστηκε αποκλειστικά σε πληροφορίες που φέρεται να έλαβε από συγγενείς και φίλους, χωρίς να προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει τις σχετικές αναφορές. Ως εκ τούτου, σημαντικό μέρος του ισχυριζόμενου κινδύνου στηρίζεται σε υποθέσεις και έμμεσες πληροφορίες και όχι σε άμεσα περιστατικά ή αντικειμενικά επαληθεύσιμα δεδομένα.
Επιπρόσθετα παρατηρείται ότι ο Αιτητής απέδωσε σχεδόν όλα τα μεταγενέστερα περιστατικά αποκλειστικά στους Kuluna, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να αναγνωρίσει τους φερόμενους δράστες ή να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία που να συνδέουν τα πρόσωπα αυτά με τη συγκεκριμένη συμμορία. Τουναντίον παραδέχθηκε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν είδε τους δράστες ή δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά τους και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για μέλη των Kuluna κυρίως λόγω της χρήσης ματσετών, της εξωτερικής τους εμφάνισης ή επειδή τον αναζητούσαν. Η συλλογιστική αυτή δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για να τεκμηριώσει ότι όλα τα περιστατικά συνδέονταν πράγματι με τα ίδια πρόσωπα ή με τη συγκεκριμένη εγκληματική ομάδα.
Για σκοπούς αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες και ανεξάρτητες πηγές πληροφόρησης σχετικά με συμμορίες που δρουν στην ΛΔΚ από όπου προκύπτουν τα ακόλουθα:
Το φαινόμενο των συμμοριών νεαρών ατόμων γνωστών ως Kuluna, πιστεύεται ότι εμφανίστηκε στην Kinshasa περίπου το έτος 2000 και προέκυψε από μια γενική κατάσταση ανομίας.[2] Ο όρος kuluna χρησιμοποιείται για τις οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες που δρουν στην Kinshasa.[3] Οι Kulunas περιγράφονται ως «κυρίως έφηβοι και νεαροί άνδρες σε οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες περίπου 10 έως 20 μελών» που είναι γνωστό ότι κουβαλούν μαχαίρια ή σπασμένα μπουκάλια και ότι απειλούν ή αποσπούν δια της χρήσης βίας χρήματα, κοσμήματα, κινητά τηλέφωνα και άλλα τιμαλφή. Αν και το φαινόμενο ήταν αρχικά περιορισμένο στις φτωχότερες συνοικίες της Κινσάσα, όπως το Yolo, το Limete, το Matete και το Makala Kinshasa, σταδιακά επεκτάθηκε στην υπόλοιπη πρωτεύουσα, καθώς και σε άλλες πόλεις.[4]
Αναφορικά με τη δραστηριοποίηση των Kulunas στην Kinshasa, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρει το 2019 ότι οι εγκληματικές συμμορίες γνωστές ως Κulunas θεωρούνται υπεύθυνες για σοβαρά εγκλήματα όπως ένοπλες ληστείες και βίαιες επιθέσεις στη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της Kinshasa.[5] Στην έκθεσή του για το 2017, το Συμβούλιο του Καναδά για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες (IRB), αναφερόμενο σε διάφορες πηγές, απαρίθμησε τα ακόλουθα εγκλήματα τα οποία συνήθως διαπράττονται από τους Κuluna: ληστείες, τραυματισμοί, βιασμοί και δολοφονίες. Το IRB σημείωσε περαιτέρω ότι οι Κuluna είναι ένα «αστικό φαινόμενο», με παρουσία «ιδιαίτερα» στην Kinshasa.[6]
Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο 2025 από την οργάνωση Friends of the Congo (FOTC), ενός οργανισμού υπεράσπισης (advocacy organization) που ιδρύθηκε για να συνεργαστεί με Κονγκολέζους με σκοπό την προώθηση ειρηνικής και διαρκούς αλλαγής στη ΛΔΚ, η εγκληματικότητα στον δρόμο στην Kinshasa αποδίδεται συχνά σε συμμορίες γνωστές ως «Kulunas» ή αστικοί ληστές. Οι ομάδες αυτές εμπλέκονται σε βίαιες ληστείες, εκβιασμούς και επιθέσεις, στοχοποιώντας συχνά κατοικίες, καταστήματα και δημόσιους χώρους. Είναι ιδιαίτερα δραστήριες σε γειτονιές όπως Ngiri-Ngiri, Ngaba, Kalamu, Matete και Kisenso, όπου δρουν με ματσέτες και άλλα όπλα. Σε απάντηση της αυξανόμενης εγκληματικότητας, η κυβέρνηση της ΛΔΚ έχει εντείνει την καταστολή των αστικών συμμοριών. Τον Δεκέμβριο του 2024, η επιχείρηση «Ndobo» οδήγησε στη σύλληψη 450 ατόμων σε όλη την Kinshasa, με πολλούς να αντιμετωπίζουν ταχείες δίκες και αυστηρές ποινές, συμπεριλαμβανομένης της θανατικής ποινής.[7]
Το Associated Press (AP), σε άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο 2025, μετέδωσε πως περισσότεροι από 170 κρατούμενοι που είχαν καταδικαστεί για ένοπλες ληστείες, μέλη των «Kulunas», που ανέμεναν την επιβολή της θανατικής ποινής μεταφέρθηκαν αεροπορικώς από την πρωτεύουσα της Kinshasa σε μια υψίστης ασφάλειας φυλακή στο βόρειο τμήμα της χώρας, όπου θα εκτελούνταν.[8]
Παρότι οι διαθέσιμες πιο πάνω πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι οι Kuluna αποτελούν υπαρκτές και ιδιαίτερα βίαιες εγκληματικές συμμορίες με σημαντική παρουσία στην Kinshasa και εμπλοκή σε ληστείες, τραυματισμούς, βιασμούς και ανθρωποκτονίες, οι ίδιες πηγές δεν τεκμηριώνουν ότι τα μέλη τους αναζητούν συστηματικά μάρτυρες ποινικών υποθέσεων ή ότι διαθέτουν την ικανότητα να εντοπίζουν συγκεκριμένα πρόσωπα σε ολόκληρη την επικράτεια της χώρας. Αντιθέτως, οι σχετικές πηγές περιγράφουν τις συμμορίες ως ομάδες με έντονο τοπικό και εδαφικό χαρακτήρα δράσης, οι οποίες δραστηριοποιούνται κυρίως σε συγκεκριμένες γειτονιές και περιοχές επιρροής. Ως εκ τούτου, από τις αναφερόμενες πληροφορίες καθίσταται μεν εύλογη την ύπαρξη των Kuluna και η βίαιη δράση τους, δεν επαρκούν όμως αυτά για να επιβεβαιώσουν τους εξατομικευμένους ισχυρισμούς του Αιτητή περί συνεχιζόμενης στοχοποίησής του ούτε τον ισχυρισμό ότι δεν θα μπορούσε να βρει αποτελεσματική ασφάλεια σε άλλη περιοχή της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό.
Συνεπώς ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν αντικατοπτρίζουν βιωματικά περιστατικά. Υπενθυμίζω ότι προσπάθεια του Αιτητή να προσκομίσει ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα που κατ΄ισχυρισμό τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό του απέβη μοιραία, ως αναφέρω πιο πάνω, ωστόσο δεν επεδίωξε εκ νέου καταχώρηση ανάλογης αίτησης, διορθώνοντας την παρατυπία του.
Ως προς τον κίνδυνο που ισχυρίζεται ότι αντιμετωπίζει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, διαπιστώνεται ότι αυτός εδράζεται αποκλειστικά στον απορριφθέντα ισχυρισμό περί στοχοποίησής του από τη συμμορία Kuluna λόγω της φερόμενης μαρτυρίας του σε ποινική διαδικασία.
Εφόσον ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός δεν γίνεται αποδεκτός ως αξιόπιστος, ούτε από το Δικαστήριο, δεν δύναται να γίνει δεκτό ότι ο Αιτητής έχει περιέλθει στο ενδιαφέρον της συγκεκριμένης εγκληματικής ομάδας ή ότι εξακολουθεί να αναζητείται από τα μέλη της. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του περί συνεχιζόμενης αναζήτησής του από τους Kuluna βασίζονται αποκλειστικά σε πληροφορίες που φέρεται να έλαβε από συγγενείς και φίλους, χωρίς να υποστηρίζονται από αντικειμενικά ή επαληθεύσιμα στοιχεία. Ως εκ τούτου, δεν προκύπτει εύλογος βαθμός πιθανότητας ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του αυτός θα αντιμετωπίσει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης από τη συγκεκριμένη ομάδα ή από οποιονδήποτε άλλο δρώντα για τους λόγους που προέβαλε.
Από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση των ισχυρισμών του, προκύπτει ότι ο Αιτητής δε στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Κρίνω ότι η έρευνα των Καθ’ ων η αίτηση ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, κατά συνέπεια και μη έχοντας ενώπιον μου οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό της συνηγόρου του περί μη δέουσας αξιολόγησης των ισχυρισμών του Αιτητή, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως γενικός και αόριστος.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Ορθά κρίθηκε επίσης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι δεν στοιχειοθετήθηκαν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι θα κινδυνεύσει να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619). Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής υπό τα άρθρα 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως το άρθρο 19(2)(γ) του Νόμου, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Αναφορικά με την γενικότερη κατάσταση ασφαλείας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Global Conflict Tracker, o στρατός της ΛΔΚ και οι κάτοικοι της ανατολικής περιφέρειας της χώρας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενες επιθέσεις από τις Συμμαχικές Δημοκρατικές Δυνάμεις (ADF) που συνδέονται με το Ισλαμικό Κράτος. Οι ανταλλαγές πυρών, οι επιθέσεις με πυραύλους και οι αψιμαχίες μεταξύ της M23, στρατευμάτων της Ρουάντα, δυνάμεων της ΛΔΚ και άλλων ομάδων πολιτοφυλακής παραμένουν συνήθεις ενέργειες.[9]
Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 03/04/2026), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας[10] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 50 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[11] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[12]
Τα εν λόγω στοιχεία, εξεταζόμενα συνδυαστικά με τον εκτιμώμενο πληθυσμό της Kinshasa για το έτος 2026 (18,552,800 κατοίκους), καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά μόνο από την παρουσία του στην εν λόγω πόλη, υπό την έννοια του εξεταζόμενου άρθρου.
Δεδομένου ότι από τις αναφερόμενες πληροφορίες δεν προκύπτει ότι στον τόπο τελευταίας διαμονής του Αιτητή λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.
Κρίνω ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις, ο Αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση της συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και συνιστά αποτέλεσμα δέουσας έρευνας. Έχοντας καταλήξει στο πιο πάνω συμπέρασμα μετά από κατ’ ουσία εξέταση της αίτησης του Αιτητή παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ισχυρισμούς.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ
[1] Το Δικαστήριο δεν εξέτασε την σχετικότητα ή μη των εγγράφων που ο Αιτητής επεδίωξε να προσκομίσει προς επίρρωση των ισχυρισμών του εφόσον κρίθηκε ότι εξέλειπε το νομικό υπόβαθρο προώθησης της αίτησης.
[2] Global Initiative, Criminals or vigilantes? The Kuluna gangs of the Democratic Republic of Congo, 17 June 2021, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf, σελ. 3-4
[3] AI - Amnesty International: Operation Mbata ya Bakolo: Mass expulsions of foreign nationals in the Republic of Congo [AFR 22/1951/2015], 1 July 2015, σελ. 9, (available at ecoi.net)
http://www.ecoi.net/file_upload/1226_1435824972_afr2219512015english.pdf
[4] HRW, Operation Likofi - Police Killings and Enforced Disappearances in Kinshasa, DRC, 17 November 2014, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/2066333/2022_01_Q1_EASO_COI_Query_Response_DRC_LIKOFI_OPERATION.pdf, σελ. 2
[5] HRW, DR Congo: Police Killed, ‘Disappeared’ 34 Youth, 21 February 2019, https://www.hrw.org/news/2019/02/21/dr-congo-police-killed-disappeared-34-youth
[6] IRB, Democratic Republic of Congo: “Kuluna” gangs, including areas where they have influence; government efforts against them, including effectiveness and resources available; state protection available to victims and its effectiveness (2013-August 2017), 21 August 2017, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=457674&pls=1
[7] Friends of the Congo (FOTC), Kinshasa: Urban and armed banditry on the rise, 11 Ιουνίου 2025, https://friendsofthecongo.org/kinshasa-urban-and-armed-banditry-on-the-rise/
[8] Associated Press (AP), Congo will execute more than 170 people convicted of armed robbery, official says, 6 Ιανουαρίου 2025, https://apnews.com/article/congo-executes-kulunas-bandits-dc460aa0fc69489f2c1005b33796e0c9
[9] Global Conflict Tracker, Conflict in the Democratic Republic of Congo, 16/12/2025, https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo
[10] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).
[11] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31/03/2026]
[12] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 31/03/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο