ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 2784/2025
30 Ιουνίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
I.E. ΧΧΧ εκ Σομαλία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Τ. Μπετίτο (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόροι για τον Αιτητή.
Ι. Χαραλάμπους (κα) για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής Παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 07/10/25 (κοινοποιήθηκε την 14/10/25) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 18/06/25, ακολούθως, στις 10/07/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξή προσδιορισμού ηλικίας ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και, την ίδια ημέρα, συντάχθηκε τελική έκθεση-αξιολόγηση για τον προσδιορισμό της ηλικίας του, με εισήγηση να θεωρηθεί ενήλικας, η οποία εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 24/07/25 ο Αιτητής ενημερώθηκε επισήμως για την απόφαση ως προς τον προσδιορισμό της ηλικίας του και στις 10/09/25 πραγματοποιήθηκε δεύτερη συνέντευξή του, ακολούθησε έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 23/09/25 και στις 29/09/25 απορρίφθηκε η αίτηση διεθνούς προστασίας, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής του Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν έγινε η ορθή αξιολόγηση των περιστάσεων του Αιτητή, καθότι με τις υπάρχουσες πληροφορίες θα έπρεπε να του δοθεί τουλάχιστον συμπληρωματική προστασία.
Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ενώ αποτελεί θέση τους ότι δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης. Ούτε αποδείχθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο Αιτητής σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, ο συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί στην ουσία της υπόθεσης και/ή ειδικά στην μη παραχώρηση σε αυτόν τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για λόγους ασφαλείας, επειδή οι φυλές συγκρούονται μεταξύ τους και ο πατέρας του σκοτώθηκε, γεγονός που τον έκανε να αισθάνεται ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο. Δήλωσε ότι κατά τη διαδρομή του προς την Κύπρο δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερες δυσκολίες, πέραν του άγχους, ενώ ανέφερε ότι ο διακινητής αφαίρεσε τα ρούχα, το κινητό τηλέφωνο και το διαβατήριό του. Ως προς την κατάσταση της υγείας του, δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, παρά μόνο ότι κατά τους χειμερινούς μήνες αισθάνεται πόνο στις αμυγδαλές όταν πίνει κρύο νερό, για τον οποίο λαμβάνει παυσίπονα όταν απαιτείται. Τέλος, ανέφερε ότι επιθυμεί να μεταβεί στη Σουηδία για να επανενωθεί με τον ξάδελφό του (ερ.1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «Δ.Φ.»). Κατά τη συνέντευξη, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς στην πόλη Abudwak της επαρχίας Galgudud, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του, με εξαίρεση τις τελευταίες δύο έως τρεις εβδομάδες πριν από την αναχώρησή του, κατά τις οποίες διέμενε στη Mogadishu. Δήλωσε ότι είναι μουσουλμάνος, ανήκει στη φυλή Marexan και ομιλεί τη σομαλική ως μητρική γλώσσα, ενώ διαθέτει βασικές γνώσεις αγγλικών. Ανέφερε ότι είναι άγαμος και μοναχοπαίδι, ότι η μητέρα του εξακολουθεί να διαμένει στην Abudwak και ότι ο πατέρας του, ιδιοκτήτης συνεργείου αυτοκινήτων, απεβίωσε τον 4ο/2025 λόγω πυροβολισμού έπειτα από κτηματική διαφορά. Ισχυρίστηκε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του διέμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα στον θείο του (από την πατρική γραμμή) στη Mogadishu, ενώ διατηρεί καθημερινή επικοινωνία με τη μητέρα του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι φοίτησε για τρία έτη σε ιδιωτικό σχολείο και επί δύο έτη σε σχολείο εκμάθησης του Κορανίου, χωρίς να έχει αποκτήσει εργασιακή εμπειρία, πέραν της περιστασιακής βοήθειας που παρείχε στον πατέρα του στο συνεργείο αυτοκινήτων (ερ.35-42 Δ.Φ.). Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη Σομαλία επειδή ο πατέρας του σκοτώθηκε, κατόπιν διαφοράς για γη μεταξύ του πατέρα του και άλλων προσώπων, διευκρινίζοντας ότι επρόκειτο για διαφορά μεταξύ φυλών (ερ.67 Δ.Φ.). Στη συνέχεια, ζητηθείς να παράσχει περισσότερες πληροφορίες, ανέφερε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε στις 19/04/25 από πυροβολισμούς, έπειτα από διαμάχη για γη που είχε ξεκινήσει περίπου ένα έτος νωρίτερα, όταν ο πατέρας του μίσθωσε έκταση την οποία άλλα πρόσωπα διεκδικούσαν ως δική τους. Διευκρίνισε ότι η διαφορά αφορούσε τις υποφυλές Reersiyad και Wagar Dhac της φυλής Marexan. Ανέφερε ακόμη ότι ούτε ο ίδιος ούτε η οικογένειά του δέχθηκαν οποιαδήποτε απειλή ή προσέγγιση μετά τον θάνατο του πατέρα του, όμως φοβήθηκε ενδεχόμενη αντεκδίκηση μεταξύ των εμπλεκόμενων φυλών. Ερωτηθείς αν είχε προσωπικά υποστεί παρενόχληση ή δίωξη στη Σομαλία, απάντησε αρνητικά, ενώ δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, δεν πιστεύει ότι θα του συμβεί κάτι και ότι θα μπορούσε να διαμείνει με τη μητέρα του (ερ.66-67 Δ.Φ.).
Μετά τη διενέργεια σχετικής συνέντευξης, ο λειτουργός εξετάζοντας τα όσα λέχθηκαν σε αυτήν, εντόπισε και αξιολόγησε δύο ισχυρισμούς του Αιτητή. Αποδέχτηκε τον ισχυρισμό του ως προς την ταυτότητα, το προφίλ, και τη χώρα καταγωγής του (ερ.112-114 Δ.Φ.), απέρριψε όμως τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω του θανάτου του πατέρα του, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, σκοτώθηκε εξαιτίας κτηματικών διαφορών (ερ.110-112 Δ.Φ.) Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του δεν παρουσίαζαν επάρκεια πληροφοριών και δεν πληρούσαν τα κριτήρια εσωτερικής αξιοπιστίας. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποιοι ήταν οι δράστες, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι επρόκειτο για άτομα που διέμεναν στην πόλη, ούτε αποσαφήνισε για ποιο λόγο στοχοποιήθηκε ειδικά ο πατέρας του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η διαφορά προέκυψε όταν ο πατέρας του, μαζί με άλλα πρόσωπα, μίσθωσε έκταση γης την οποία άλλοι διεκδικούσαν ως ιδιοκτησία τους, αποδίδοντας το περιστατικό σε διαμάχη μεταξύ των υποφυλών Reersiyad και Wagar Dhac της φυλής Marehan. Ωστόσο, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του εμφάνιζαν αντιφάσεις ως προς τον χρόνο έναρξης της διαφοράς, αφού αρχικά συνέδεσε την έναρξή της με την ημερομηνία θανάτου του πατέρα του και ακολούθως ανέφερε ότι η διαμάχη είχε αρχίσει περίπου ένα έτος νωρίτερα. Επιπλέον, η περιγραφή του περιστατικού του θανάτου του πατέρα του χαρακτηρίστηκε γενική και επιφανειακή, χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες ή στοιχεία βιωματικού χαρακτήρα. Παράλληλα, ο λειτουργός επισήμανε έλλειψη λογικής συνοχής στους ισχυρισμούς του, δεδομένου ότι ο Αιτητής δήλωσε πως εγκατέλειψε τη χώρα από φόβο αντεκδίκησης, ενώ η μητέρα του και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του εξακολουθούσαν να διαμένουν στην ίδια περιοχή χωρίς να έχουν υποστεί οποιαδήποτε βλάβη, καθώς και ότι δεν ήταν ευλογοφανής ο φόβος του για εκδίκηση από τα ίδια πρόσωπα που είχαν ήδη σκοτώσει τον πατέρα του (ερ.111-112 Δ.Φ.). Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός διαπίστωσε ότι επιβεβαιώνεται από τις εξωτερικές πηγές η ύπαρξη της φυλής Marehan και η παρουσία της στην επαρχία Galgudud, χωρίς όμως να κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί η ύπαρξη των υποφυλών Reersiyad και Wagar Dhac ούτε ο ισχυρισμός περί μειονοτικής θέσης της υποομάδας του Αιτητή. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πηγές ανέφεραν ότι οι Marehan αποτελούν ισχυρή φυλή στην περιοχή, ενώ το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, όπως η πρόσβασή του στην εκπαίδευση, η έκδοση εγγράφων ταυτοποίησης και η ελεύθερη μετακίνησή του στην περιοχή, κρίθηκε ότι συνάδει με τα χαρακτηριστικά μέλους ισχυρής φυλής. Τέλος, επισημάνθηκε ότι, λόγω της ιδιωτικής φύσης των ισχυριζόμενων περιστατικών, δεν ήταν δυνατή η περαιτέρω επαλήθευσή τους μέσω εξωτερικών πηγών, με αποτέλεσμα η προσωπική αφήγηση του Αιτητή να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο, το οποίο, υπό το φως των ζητημάτων αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν, δεν κρίθηκε επαρκές (ερ.110-111 Δ.Φ.).
Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων, διαπιστώνω ότι δε θεμελιώνεται η αξιοπιστία του αφηγήματος του. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[1], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Επιπρόσθετα, από τις απαντήσεις του, κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια με τις απαντήσεις του στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια και πληροφορίες (βλέπε σχετικά Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Σε αρκετές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων δεν ήταν ικανός να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες[2] και συνεπώς δεν θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μπορεί να αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής της για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Υπάρχουν δε επί της έκθεσης-εισήγησης εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή ως επίσης και εκτενείς παραπομπές σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με το τί επικρατεί στην χώρα καταγωγής και σε συνάρτηση με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του. Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υπέδειξε επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος.
Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σημειώνεται επί τούτου ότι ο λειτουργός έλαβε υπόψη ως μοναδικό αποδεκτό ουσιώδες πραγματικό περιστατικό την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, καθώς και ότι κατάγεται από την πόλη Abudwak της επαρχίας Galgudud, επίσης, έλαβε υπόψη ότι πρόκειται για νεαρό και υγιή άνδρα, με στοιχειώδες μορφωτικό επίπεδο, ο οποίος γεννήθηκε και διέμενε στην πόλη Abudwak, γνωρίζει τις τοπικές συνθήκες, μπορούσε να μετακινείται χωρίς προβλήματα, διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στην περιοχή και δεν προέκυψε οποιοσδήποτε παράγοντας που να επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα επανένταξης και επαγγελματικής του αποκατάστασης. Περαιτέρω, σημείωσε ότι ο ίδιος δεν είχε πληγεί από τις συγκρούσεις ούτε τις επικαλέστηκε ως λόγο φόβου επιστροφής, ενώ οι πρόσφατες πληροφορίες κατέγραφαν ότι οι επιθέσεις στην περιοχή στόχευαν κυρίως κρατικές δυνάμεις και όχι αμάχους. Υπό τα δεδομένα αυτά, κατέληξε ότι δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Abudwak της επαρχίας Galgudud, θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω άσκησης αδιάκριτης βίας. Από έρευνα του ίδιου του Δικαστηρίου στο πλέον πρόσφατο δημοσίευμα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο (EUAA), ήτοι στην έκθεση «COI Report - Somalia: Security Situation» (Μάιος 2026)[3], η οποία καλύπτει την περίοδο από 01/04/25 – 31/03/26 προκύπτει ότι η οργάνωση Al-Shabaab ασκούσε έλεγχο στα κεντρικά και νοτιοανατολικά τμήματα της περιφέρειας Galgaduud, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Wahbo, Ceel Buur (Elbur), Galhareri και Osweyne. Το μεγαλύτερο μέρος των λοιπών αγροτικών περιοχών νοτίως του οδικού άξονα Guri El - Dhuusamarreeb - Cadaado βρισκόταν υπό μικτό έλεγχο, περιλαμβανομένων των περιοχών γύρω από τις Ceel Dheer και Masagaway, καθώς και μικρού τμήματος κατά μήκος του νοτίου τμήματος των συνόρων με την περιφέρεια Mudug. Αντιθέτως, οι πόλεις Guri El, Dhuusamarreeb, Cadaado, Ceel Dheer, Masagaway, Bahdo, Balanbal, Herale και Cabudwaaq τελούσαν υπό τον έλεγχο του συνασπισμού δυνάμεων που ευθυγραμμίζεται με την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Σομαλίας. Μέχρι και τις 31/03/26 – κατά το τελευταίο έτος, η Al-Shabaab ενεπλάκη σε 81 περιστατικά ασφαλείας κατά των ενόπλων δυνάμεων της Σομαλίας και συνδεόμενων δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων πολιτοφυλακών υποφυλών Hawiye και της οργάνωσης Ahlu Sunna Wal Jamaa. Επιπλέον, συμμετείχε σε 18 περιστατικά κατά διαφόρων φυλετικών πολιτοφυλακών. Κατά την ίδια περίοδο καταγράφηκαν 85 περιστατικά συγκρούσεων μεταξύ φυλετικών πολιτοφυλακών και 79 περιστατικά βίας κατά αμάχων που αποδίδονται σε τέτοιες πολιτοφυλακές. Σύμφωνα με στοιχεία του UNOCHA, τον 12ο/2025 καταγράφονταν πολύ σοβαροί περιορισμοί στην πρόσβαση της ανθρωπιστικής βοήθειας στο μεγαλύτερο μέρος της περιοχής Ceel Buur και σε τμήματα των περιοχών Dhuusamarreeb και Ceel Dheer. Τμήματα της περιφέρειας επλήγησαν επίσης από ξηρασία, με αποτέλεσμα τον διπλασιασμό της τιμής του νερού και τη μείωση της πρόσβασης του πληθυσμού σε αυτό. Η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας δυσχεραινόταν τόσο λόγω των συγκρούσεων μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και Al-Shabaab όσο και εξαιτίας της διακλανικής βίας, ενώ το UNOCHA κατέγραψε συνολικά πέντε περιστατικά παρεμπόδισης της ανθρωπιστικής πρόσβασης κατά το 2025. Επιπλέον, σύμφωνα με την ανάλυση του IPC του Ιανουαρίου 2026, περίπου το 75% του αναλυθέντος πληθυσμού της περιφέρειας Galgaduud (844.925 άτομα) βρισκόταν σε κατάσταση επισιτιστικής ανασφάλειας, υπαγόμενο στις φάσεις IPC 2 (35%), IPC 3 (29%) και IPC 4 (11%). Ειδικότερα, η περιοχή Ceel Buur, η οποία βρισκόταν υπό την επιρροή μη κρατικών ένοπλων ομάδων επί περίπου δεκαπέντε έτη, αντιμετώπιζε ιδιαίτερα σοβαρά επίπεδα πείνας. Τέλος, σύμφωνα με το Norwegian Refugee Council (NRC), κατά τα έτη 2025 και 2026 δεν καταγράφηκαν περιστατικά αναγκαστικών εξώσεων στην περιφέρεια Galgaduud[4]. Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 19/06/26) στη περιοχή Galgaduud της Σομαλίας καταγράφηκαν 316 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 546 θάνατοι[5]. Να σημειωθεί επίσης ότι ο πληθυσμός της περιοχής ανέρχεται σε 925.550 κατοίκους[6].
Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[7] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[8] και στην υπόθεση Diakité C-285/12[9]). Η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[10] όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι «η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο. Προσαρμόζοντας την ανωτέρω νομολογία και δη την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας στην περίπτωση του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για ενήλικο, νεαρό, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, κρίθηκε αναξιόπιστος με τους ισχυρισμούς του και δεν αποτελεί μέρος των ομάδων που συγκρούονται στην περιοχή και κατόπιν συναναξιολόγησης των προσωπικών του περιστάσεων, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή του, o Αιτητής θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή (ερ.101 -100 Δ.Φ.).
Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09, σκέψη 11
[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[3] European Union Agency for Asylum (EUAA), Somalia – Security Situation, Country of Origin Information Report, May 2026, διαθέσιμο στην ιστοσελίδα της EUAA: https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-05/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (τελευταία πρόσβαση: 26.6.2026).
[4] Ibid
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Galgaduud, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/06/2026).
[6] IPC, Somalia: Acute Food Insecurity and Acute Malnutrition Analysis January-June 2026, 24 February 2026, https://www.ipcinfo.org/fileadmin/user_upload/ipcinfo/docs/IPC_Somalia_Acute_Food_Insecurity_Malnutrition_Jan_Jun2026_Report.pdf , p. 4
[7] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)
[8]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie
[9]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides
[10] ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 , σκέψεις 30, 31, 32
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο