ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 2874/2025
26 Ιουνίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Μ.A. από Σομαλία
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Χ. Παφίτη (κα) για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόροι για τον Αιτητή.
Ε. Κονοσίδου (κα), Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής Παρών.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 29/10/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή ακύρωση της απόφασης επιστροφής και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 08/03/23, ακολούθως, κατόπιν διαδικασίας εξακρίβωσης ηλικίας στις 18/10/23 κρίθηκε ότι ο Αιτητής θεωρείται ενήλικο πρόσωπο. Στη συνέχεια, στις 31/07/25 αποφασίστηκε το κλείσιμο του φακέλου του και διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής του λόγω σιωπηρής απόσυρσης και/ή υπαναχώρησης και στις 07/08/25 εκδόθηκε σχετική απορριπτική επιστολή. Περαιτέρω, στις 12/08/25 ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του, ακολούθησε συνέντευξη του στις 08/10/25, αυθημερόν συντάχθηκε η έκθεση/εισήγηση και στις 10/10/25 απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής στη Σομαλία, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα, αιτιολογία και πλάνη της αρμόδιας αρχής και την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς ο βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή, ότι δεν εξετάστηκαν εξατομικευμένα όλες οι δηλώσεις και/ή τα στοιχεία που συνδέονται με το αίτημα του και/ή παραθέτοντας/επισυνάπτοντας ταυτόχρονα παραπομπές σε διαδικτυακούς συνδέσμους - πηγές που όπως αναφέρει δεικνύουν την δυσχερή κατάσταση ασφαλείας στη χώρα και/ή στην περιοχή διαμονής του και/ή το πεδίο δράσης και/ή επιθέσεων της Al Shabbab[1] και/ή λόγω του υψηλού επιπέδου περιστατικών ασφαλείας. Απέσυρε δε ρητώς τους νομικούς ισχυρισμούς σε σχέση με την αναρμοδιότητα πλην του ισχυρισμού αναρμοδιότητας που συνδέεται με την μη ύπαρξη Προϊσταμένου στην Υπηρεσία Ασύλου στηριζόμενη στην λήξη απόσπασης και/ή παύσης των καθηκόντων της κας Χρυσομηλά-Κουτσουμπά. Υποδεικνύεται ότι η απόσπαση της κας Χρυσομηλά-Κουτσουμπά, που είχε οριστεί για να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, έχει λήξει από τις 08/12/22 (ως η Εφημερίδα της Δημοκρατίας Αρ.5272, ημερομηνίας 16/04/20), επομένως, δεν υπήρχε/ει πρόσωπο που να προΐσταται της αρμόδιας αρχής και/ή ότι όλες οι αποφάσεις που λήφθηκαν με εξουσιοδοτήσεις ημερομηνίας 09/12/22 είναι άκυρες καθότι λαμβάνονται αποφάσεις για τον Προϊστάμενο, όχι αντί του Προϊσταμένου. Ούτε, όπως αφήνεται να εννοηθεί, έχει άλλο πρόσωπο εξουσιοδότηση από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκδίδει αποφάσεις επιστροφής με βάση τον Νόμο πλην της κας Χρυσομηλά-Κουτσουμπά.
Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Πρόσθετα, οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοί και/ή οι παραπομπές στις ιστοσελίδες μέσω Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή είναι άμεσα συνυφασμένες με την κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής, με τις συγκρούσεις που παρατηρούνται από παραστρατιωτικές ένοπλες ομάδες (ειδικά Al-Shabaab) στοιχεία που αποτελούν ζητήματα ορθότητας της απόφασης όπως θα αναλυθεί κατωτέρω στην έκταση που ενδιαφέρει επί της αξιολόγησης ουσίας του αιτήματος του. Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, η συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί και στην ουσία της υπόθεσης και/ή ειδικά στην μη παραχώρηση σε αυτόν τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Αρχικά θα πρέπει να καταγραφεί ότι το Δικαστήριο έχει εκδώσει αριθμό αποφάσεων επί του πιο πάνω λόγου ακύρωσης που συνδέονται με αναρμοδιότητα αποφασίζοντος οργάνου και/ή ειδικά στην Υπόθ. Αρ. 3264/2024, A. N. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου κ.α., ημερ. 19/02/25 (Ενδιάμεση Απόφαση). Εκεί καταγράφονται λεπτομερώς τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα νομικά ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια και της παρούσας υπόθεσης (πληθώρα αποφάσεων έχουν εκδοθεί και από άλλους αδελφούς Δικαστές, μεταξύ άλλων, Υπόθ. Αρ. 3500/23 SCA v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ. 21/08/24, Υπόθ. Αρ. 216/23 LAT v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ.22/12/23 Υπόθ. Αρ. 2199/23, DCIN v. Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ.29/11/24, Υπόθ. Αρ. Τ3136/23 MJI ν Δημοκρατίας μέσω Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ.23/10/24, Υπόθ. Αρ. 4544/23 ΗΜΜ v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου ημερ.19/11/23)
Ως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η προσβαλλόμενη απόφαση ημερομηνίας 10/10/25 λήφθηκε από τον κο Π. Καζαντζή στη βάση ισχύουσας εξουσιοδότησης ημερομηνίας 09/06/22 που εντοπίζεται ως ερυθρό 164 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ». Με βάση αυτήν δόθηκε εξουσιοδότηση από τον τέως Υπουργό Εσωτερικών (κ. Ν. Νουρή) προς τον κο Καζαντζή όπως εκτελεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου, στα πλαίσια έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας σε πλήρη σύμπνοια με το Άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου 2000, (Ν.6(Ι)/2000). Υπάρχει δηλαδή, ρητή διάταξη Νόμου που να επιτρέπει την μεταβίβαση της εξουσίας λήψης τέτοιων αποφάσεων σε οποιοδήποτε άλλο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου εκτός από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής (Βλέπε σχετικό Άρθρο 17(4) του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου 1999 έως 2020 (Ν. 158 (Ι)/1999), βλέπε επίσης Α.Ε. αρ. 2115,Ανδρούλλας Ζηνοβίου ν Κυπριακής Δημοκρατίας, (1997) 3 Α.Α.Δ 385). Δεδομένου του ότι η απόφαση η οποία λήφθηκε ήτο από εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, δεδομένου του ότι επιτρέπεται η εκχώρηση αυτών των εξουσιών δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου 2 του Ν.6(Ι)/2000 και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση (που περιέχει ρητά τις εν λόγω αρμοδιότητες) δεν είχε ανακληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο από το όργανο που τη μεταβίβασε - μέχρι την ανάκλησή της και/ή μέχρι την σύνταξη τυχόν νέας εξουσιοδότησης η μεταβίβαση αρμοδιότητας ισχύει (Βλέπε Ε.Δ.Δ.Αρ.63/2018 Κυπριακή Δημοκρατία μέσω 1. Υπουργείου Οικονομικών, 2. Τμήματος Τελωνείων ν. A.H.T. ADVANCES HEATING TECHNOLOGIES, ημερομηνίας 11/01/24 (απόφαση Ανωτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου (Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία), με ανασκόπηση και της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος η οποία υιοθετείται πλήρως για σκοπούς της παρούσας απόφασης). Το ζήτημα, όμως, που αφορά την λήξη απόσπασης της κας Μ. Χρυσομηλά – Κουτσουμπά για εκτέλεση καθηκόντων και/ή για ικανοποίηση υπηρεσιακών αναγκών στην Υπηρεσία Ασύλου από τις 09/12/19 - 08/12/22 (όπως προκύπτει από δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Αρ.5272, ημερομηνίας 16/04/20 και δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση) δεν θεωρώ ότι συνιστά και/ή αποτελεί λόγο για ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης. Εμφανώς από αξιολόγηση των θέσεων του συνηγόρου του Αιτητή, δεν γίνεται αντιληπτό πως η λήξη απόσπασης του εν λόγω προσώπου επηρεάζει την δοθείσα έγκυρη εξουσιοδότηση του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 09/06/22 προς τον κο. Καζαντζή να ενεργεί και/ή να ασκεί συγκεκριμένες εξουσίες ή καθήκοντα του «Προϊστάμενου» της Υπηρεσίας Ασύλου (ως η ανωτέρω ανάλυση). Οι σκοποί απόσπασης ή της δοθείσας εξουσιοδότησης ημερομηνίας 10/11/20 που παραχώθηκε στην κα Μ. Χρυσομηλά - Κουτσουμπά από τον Υπουργό Εσωτερικών (ερυθρό 163 ΔΦ) ή ύπαρξης εξουσιοδοτήσεων άλλων λειτουργών της Υπηρεσίας Ασύλου στο φάκελο της υπόθεσης (ερυθρό 166-165 ΔΦ) δεν μπορούν να απασχολήσουν το Δικαστήριο, διότι δεν συνδέονται με την προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή διοικητική απόφαση. Ούτε νομικό έρεισμα έχουν και οι εισηγήσεις του περί δημοσίευσης εξουσιοδοτήσεων. Δεν υπάρχει τέτοια νομοθετική υποχρέωση στο Άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 (Ν.6(Ι)/2000), αλλά μόνο ότι – «"Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·». Η γραπτή πιο πάνω εξουσιοδότηση κρινόμενη ως έγκυρη και ελλείψει οποιασδήποτε αναγκαιότητας δημοσίευσης της, οδηγεί σε απόρριψη και αυτού του ισχυρισμού της συνηγόρου του Αιτητή. Ούτε γίνεται αντιληπτή και/ή δεν τεκμηριώνεται επαρκώς η θέση της ότι ο κ. Καζαντζής έπρεπε, λόγω μη ύπαρξης «Προϊστάμενου» στην Υπηρεσία Ασύλου θα έπρεπε να υπογράφει αντί Προϊστάμενου. Απορρίπτεται και ο συναφής ισχυρισμός ότι η αρμοδιότητα του κ. Καζαντζή δεν εκτείνεται και σε σχέση με αποφάσεις επιστροφής και/ή σε πρόνοιες του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου (Κεφ. 105). Η πιο πάνω εξουσιοδότηση παρέχει άσκηση εξουσιών και/ή καθήκοντα Προϊστάμενου Υπηρεσίας Ασύλου συμπεριλαμβανομένων και του «τερματισμού δικαιώματος παραμονής (άρθρο 8) και έκδοση αποφάσεων επιστροφής (άρθρα 12Α, 13, 18)». Ως δε προνοείται στις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας, στην έκταση που ενδιαφέρει, συγκεκριμένα το Άρθρο 8 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000):
«Δικαίωμα παραμονής και βεβαίωση υποβολής αίτησης
8.-[…] ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι-
(i) την ημερομηνία κατά την οποία λήγει άπρακτη η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου για άσκηση προσφυγής κατά απόφασης του Προϊσταμένου επί της εν λόγω αίτησης ή κατά απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής τυχόν καταχώρησε ενώπιόν της, ή
(ii) σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή εμπρόθεσμα, την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επ’ αυτής.
[…] (α) δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής.»
[ο τονισμός δικός μου]
Ως, επίσης, προνοείται στις σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας, στην έκταση που ενδιαφέρει, συγκεκριμένα το Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000):
«13.-(1) Κατά την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων, ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζει την αίτηση και προβαίνει σε προσωπική συνέντευξη του αιτητή, εκτός στις περιπτώσεις όπου τέτοια συνέντευξη δυνατό να έχει ήδη πραγματοποιηθεί δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 12Δ.
(2) Ο Προϊστάμενος, μετά την εξέταση της έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, δύναται, με απόφασή του:
(α) Να αναγνωρίσει τον αιτητή ως πρόσφυγα·
(β) να αναγνωρίσει στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας·
(γ) [Διαγράφηκε]·
(δ) να απορρίψει την αίτηση και εκδώσει απόφαση επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή διάταγμα απέλασης, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής, δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου:
Νοείται ότι, η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής και/ή απομάκρυνσης και/ή του διατάγματος απέλασης τελεί υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 4 και 8.»
[ο τονισμός δικός μου]
Τώρα, με βάση το Άρθρο 2 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (ΚΕΦ.105), «Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης» ορίζεται στην νομοθεσία ως ο Υπουργός Εσωτερικών ο οποίος έχει την εξουσία για έκδοση απόφασης επιστροφής ως οι πρόνοιες των Άρθρων 18ΟΗ και 18ΟΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (ΚΕΦ.105). Λαμβάνοντας υπόψη ολιστικά τις πρόνοιες και των δύο νομοθετημάτων, του περιεχομένου της δοθείσας εξουσιοδότησης και του γεγονός ότι αρμόδιο κατά την νομοθεσία πρόσωπο για έκδοση αποφάσεων επιστροφής είναι ο Υπουργός Εσωτερικών ως «Ανώτερος Λειτουργός Μετανάστευσης», η εξουσιοδότηση ημερομηνίας 09/06/22 κρίνεται ότι καλύπτει τον κ. Καζαντζή να ασκεί και τις συγκεκριμένες εξουσίες. Ούτε οι σκοποί που η εξουσιοδότηση ημερομηνίας 10/11/20 παραχώθηκε στην κα Μ. Χρυσομηλά - Κουτσουμπά από τον Υπουργό Εσωτερικών μπορούν να απασχολήσουν το Δικαστήριο, διότι δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας προσφυγής και/ή ούτε επηρεάζει την προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή διοικητική απόφαση.
Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.
Κατά την υποβολή της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω οικογενειακής διαμάχης. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε από τους θείους του εξαιτίας διαφορών μεταξύ τους, ότι ο ίδιος δεχόταν απειλές, καθώς και ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του δολοφονήθηκε τρεις μήνες πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του η μητέρα του τέλεσε νέο γάμο και ότι ο σύζυγός της μεταχειριζόταν κακοποιητικά τόσο την ίδια όσο και τον Αιτητή (ερυθρό 1 ΔΦ). Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, δήλωσε ότι είναι υπήκοος Σομαλίας, γεννηθείς και μεγαλωμένος στην πόλη Beledweyne (της περιφέρειας Hiraan (Hiiraan) στην κεντρική Σομαλία) , όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Ανέφερε ότι είναι άγαμος, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, ομιλεί τη σομαλική γλώσσα και ανήκει στη φυλή Raxaweyne. Δήλωσε ότι είναι υγιής και ότι έλαβε περιορισμένη εκπαίδευση σε ιδιωτικό σχολείο, ενώ φοίτησε και σε σχολείο Κορανίου για δύο έτη. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα, ανέφερε ότι δεν εργαζόταν στη Σομαλία λόγω της ηλικίας του, ενώ στην Κυπριακή Δημοκρατία εργάζεται ως βοηθός κουζίνας και ταμίας σε ταχυφαγείο. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η μητέρα του, τα τέσσερα αδέλφια του και η αδελφή του διαμένουν στη Σομαλία, ότι διαθέτει ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του και ότι διατηρεί επικοινωνία με συγγενείς του. Τέλος, ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2010, όταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δολοφονήθηκε από τα αδέλφια του στο πλαίσιο μιας κτηματικής διαφοράς (ερυθρό 138-142 ΔΦ). Κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε από τους πατρικούς του θείους (τα αδέλφια του πατέρα του) λόγω κληρονομικής διαφοράς. Ανέφερε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του οι θείοι του απείλησαν τη μητέρα του, με αποτέλεσμα η οικογένεια να μετακινηθεί στην πόλη Beledweyne. Περαιτέρω, δήλωσε ότι η μητέρα του τέλεσε νέο γάμο με έναν αγρότη, ο οποίος, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κακομεταχειριζόταν τη μητέρα του και τα παιδιά της. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο πατριός του χτύπησε τον αδελφό του όταν τον υποχρέωσε να εργαστεί στο αγρόκτημά του, με αποτέλεσμα αυτός να αρρωστήσει, ενώ εξέφρασε τον φόβο ότι θα μπορούσε να υποστεί παρόμοια μεταχείριση και ο ίδιος. Πρόσθεσε επίσης ότι ο πατριός του τούς είχε δέσει σε δέντρο και τους είχε στερήσει τροφή, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της μητέρας του. Τέλος, ανέφερε ότι ένας θείος του από την πλευρά της μητέρας του τον μετέφερε στο Μογκαντίσου, από όπου αναχώρησε από τη χώρα (ερυθρό 137 ΔΦ).
Από τις δηλώσεις του Αιτητή έγινε αποδεκτός ο πρώτος ισχυρισμός του, ήτοι την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του (ερυθρό 184-186 ΔΦ). Αντιθέτως, απορρίφθηκαν οι λοιποί ισχυρισμοί του ήτοι ότι φοβάται να επιστρέψει στη χώρα του λόγω των πατρικών του θείων, τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για τη δολοφονία του πατέρα του (ερυθρό 180-184 ΔΦ), καθώς και της ισχυριζόμενης κακομεταχείρισης που υπέστη από τον πατριό του (ερυθρό 177-180 ΔΦ).
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, που αφορά τον φόβο του από τους πατρικούς του θείους κρίθηκε ως στερούμενος αξιοπιστίας λόγω σοβαρών αντιφάσεων, έλλειψης ευλογοφάνειας και λογικής συνέχειας. Αρχικά, διαπιστώθηκε ουσιώδης αντίφαση μεταξύ της αίτησης διεθνούς προστασίας και της συνέντευξής του Αιτητή ως προς τη γενεσιουργό αιτία του αιτήματός του. Ειδικότερα, ενώ στην αίτησή του ανέφερε ότι οι θείοι του δολοφόνησαν τον πατέρα του για οικονομικές διαφορές, ότι τον απείλησαν προσωπικά και ότι σκότωσαν τον αδελφό του τρεις μήνες πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα, κατά τη συνέντευξή του δήλωσε ότι ουδέν άλλο συνέβη στον ίδιο ή στην οικογένειά του από την πλευρά των θείων του πέραν της δολοφονίας του πατέρα του και ότι δεν τους ξαναείδε ποτέ. Όταν κλήθηκε να εξηγήσει την αντίφαση, ανέφερε ότι ο αδελφός του πέθανε εξαιτίας του πατριού του και όχι τρεις μήνες πριν από την αναχώρησή του, χωρίς ωστόσο να αποσαφηνίσει τις αποκλίσεις μεταξύ των δηλώσεών του. Κρίθηκε, ότι οι αντιφάσεις αυτές πλήττουν την αξιοπιστία του, ιδίως καθότι αφορούν βιωματικά γεγονότα που συνδέονται με τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω, εντοπίστηκε σοβαρή χρονική αντίφαση ως προς τον χρόνο θανάτου του πατέρα του. Συγκεκριμένα, κατά την αξιολόγηση ευαλωτότητας ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2014, ενώ κατά τη συνέντευξη δήλωσε επανειλημμένα ότι απεβίωσε στις 14/10/2010. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία να εξηγήσει την αντίφαση, ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για παρανόηση και ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε το 2014, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να εξηγήσει γιατί σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις είχε αναφέρει ως έτος θανάτου το 2010. Πέραν των αντιφάσεων, κρίθηκε ότι το αφήγημά του στερείται ευλογοφάνειας και λογικής συνέχειας ως προς τον ισχυρισμό ότι φοβάται τους θείους του λόγω της δολοφονίας του πατέρα του. Ειδικότερα, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τι συνέβη προσωπικά στον ίδιο και τον οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα του, δεν παρέθεσε οποιοδήποτε προσωπικό περιστατικό ή αλληλεπίδραση με τους θείους του. Αντιθέτως, ανέφερε ότι η μητέρα του τού είχε διηγηθεί τα σχετικά γεγονότα και ότι ουδέποτε οι θείοι του τον προσέγγισαν, επικοινώνησαν μαζί του ή τον απείλησαν, ενώ δήλωσε ότι δεν τους ξαναείδε ποτέ μετά τη μετακόμιση της οικογένειάς του. Παρομοίως, ως προς τον προβαλλόμενο φόβο μελλοντικής δίωξης, όταν ερωτήθηκε τι πιστεύει ότι θα μπορούσε να του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αλλά ίσως τον βρουν οι θείοι του. Όταν του επισημάνθηκε ότι παρέμεινε στη Σομαλία επί εννέα ή δεκατρία χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του χωρίς να του συμβεί οτιδήποτε, ανέφερε ότι η οικογένειά του διέμενε μακριά τους. Περαιτέρω, όταν ερωτήθηκε εάν οι θείοι του θα μπορούσαν να του είχαν προκαλέσει βλάβη κατά το διάστημα αυτό, απάντησε ότι δεν γνώριζαν πού βρισκόταν η οικογένειά του, ενώ όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί εξακολουθεί να πιστεύει ότι έχουν δυσμενές ενδιαφέρον εναντίον του, περιορίστηκε να απαντήσει ότι δεν γνωρίζει. Υπό το κατέληξε ο ερευνώντας λειτουργός ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ως προς τον φόβο που αποδίδει στους θείους του δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη ευλογοφάνεια και λογική συνοχή, καθότι δεν προέκυψε οποιοδήποτε προσωπικό περιστατικό ή συγκεκριμένο γεγονός που να στοιχειοθετεί κίνδυνο ή φόβο δίωξης, ούτε κατέστη δυνατό να τεκμηριώσει ότι η παραμονή του στη χώρα καταγωγής του είχε καταστεί αφόρητη ή ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής του (ερυθρό 180-184 ΔΦ).
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, επισημάνθηκε αρχικά ότι η αξιοπιστία του πλήττεται ήδη από την απόρριψη του δεύτερου ισχυρισμού, καθότι αμφότεροι συνδέονται με την ίδια γενεσιουργό αιτία του αιτήματος. Καταρχάς, εντοπίστηκε σοβαρή αντίφαση μεταξύ της αίτησης διεθνούς προστασίας και της συνέντευξής του. Ειδικότερα, ενώ στην αίτησή του ανέφερε ότι οι θείοι του, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για τον θάνατο του πατέρα του, σκότωσαν και τον αδελφό του τρεις μήνες πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα, κατά τη συνέντευξή του ισχυρίστηκε ότι ο πατριός του χτύπησε τον αδελφό του στην κοιλιά όταν του ζήτησε να εργαστεί στο χωράφι, με αποτέλεσμα να αρρωστήσει. Όταν κλήθηκε να σχολιάσει την αντίφαση, ανέφερε ότι ο αδελφός του πέθανε εξαιτίας του πατριού του και όχι τρεις μήνες πριν από την αναχώρησή του, χωρίς όμως να αποσαφηνίσει τις αντιφάσεις, ενώ κατά τη συνέντευξη δεν είχε ισχυριστεί ότι ο αδελφός του απεβίωσε εξαιτίας του πατριού του. Κρίθηκε ότι οι αντιφάσεις αυτές πλήττουν την αξιοπιστία του, ιδίως καθότι αφορούν τον θάνατο του αδελφού του και τον πυρήνα του αιτήματός του. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι το αφήγημά του στερείται ευλογοφάνειας και λογικής συνέχειας ως προς τον ισχυρισμό ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω της κακομεταχείρισης από τον πατριό του. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι ο θείος του από την πλευρά της μητέρας του τον μετέφερε στο Μογκαντίσου για να τον προστατεύσει και είχε τη δυνατότητα να τον στηρίξει οικονομικά, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει πειστικά γιατί δεν παρέμεινε εκεί, όπου διέθετε οικογενειακό δίκτυο και δυνατότητα διαβίωσης και εργασίας, αλλά επέλεξε να εγκαταλείψει τη χώρα. Αρχικά ανέφερε ότι επρόκειτο για απόφαση της μητέρας του, στη συνέχεια ότι ήταν απόφαση του θείου του και ακολούθως ότι η απόφαση της μητέρας του αφορούσε μόνο τη μετάβασή του στο Μογκαντίσου. Όταν κλήθηκε εκ νέου να εξηγήσει γιατί δεν παρέμεινε στο Μογκαντίσου, δεδομένου ότι ο πατριός του διέμενε σε διαφορετική περιοχή, σε σημαντική απόσταση από εκεί, περιορίστηκε να αναφέρει ότι ήταν προγραμματισμένο να μεταβεί στη Δανία για να ζήσει με τη θεία του. Κρίθηκε ότι η απάντηση αυτή δεν τεκμηριώνει ότι η παραμονή του στη χώρα καταγωγής του είχε καταστεί αφόρητη ούτε ότι αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο. Επιπλέον, όταν ερωτήθηκε ευθέως εάν ο λόγος αναχώρησής του ήταν η μετάβασή του στη Δανία, ανέφερε ότι του είχαν πει πως θα πήγαινε να ζήσει με τη θεία του, να εργαστεί, να στέλνει χρήματα στην οικογένειά του και να σπουδάσει μουσική. Οι δηλώσεις αυτές, υποδείχθηκε μέσω της έκθεσης/εισήγησης ότι υπονομεύουν τον ισχυρισμό περί φόβου και κακομεταχείρισης και υποδηλώνουν ότι οι λόγοι αναχώρησής του ενδέχεται να ήταν οικονομικής φύσεως. Υπό το φως των ευρημάτων αυτών, καταλήγει ο λειτουργός, ότι ο ισχυρισμός του πλήττεται από σοβαρές αντιφάσεις, έλλειψη ευλογοφάνειας και λογικής συνέχειας και, ως εκ τούτου, δεν έγινε αποδεκτός (ερυθρό 177-180 ΔΦ).
Το Δικαστήριο μετά από ενδελεχή έλεγχο των πρακτικών της συνέντευξης και/ή των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου του Αιτητή διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν δεκτοί οι λόγοι που εκείνος επικαλείται για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του σε σχέση με την δολοφονία του πατέρα του και δίωξη από τους θείους του, ως επίσης κακομεταχείρισης του από τον πατριό του. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν παρουσιάζουν συνέπεια, επαρκείς πληροφορίες και λεπτομέρειες που να παραπέμπουν σε βιωματικά περιστατικά. Υποχρεούτο δε να παρέχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια κάτι το οποίο δεν έπραξε από το σύνολο της συμπεριφοράς του και των τοποθετήσεων του (Βλέπε Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, βλέπε επίσης Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131). Σύμφωνα και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει, μεταξύ άλλων, ο αιτών να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο μέσο, να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων και να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Γενικά οι ανεπαρκείς λεπτομέρειες, οι ελλιπείς πληροφορίες που παρουσιάστηκαν από τον Αιτητή, η άγνοιά του για ουσιώδη ζητήματα που άπτονταν του πυρήνα του αιτήματος του ήτο στοιχεία που θα ήταν ευλόγως αναμενόμενο να γνωρίζει και/ή περιγράψει εκτενώς ο Αιτητής[2] και θα αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει ένα συμπαγές αφήγημα χωρίς χρονολογικές αντιφατικές πληροφορίες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα[3], αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του αιτούντα να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του[4]. Αυτά τα δεδομένα δεν ικανοποιούνται από την συμπεριφορά που υπέδειξε ο Αιτητής, ειδικότερα το γεγονός ότι δεν παρουσίασε έγγραφα ταυτοποίησης, ενώ δήλωσε ψευδώς ότι πρόκειται για ανήλικο πρόσωπο (ως προκύπτει από αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής). Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υποδείχθηκαν επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος. Ούτε θα μπορούσε άλλωστε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Δεν προκύπτει ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Θεωρώ, επιπρόσθετα επί των συμπερασμάτων του λειτουργού ότι δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι ισχυρισμοί του συνδέονται με πράξεις δίωξης στη χώρα του οι οποίες «[.] κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης [.] είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή (β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).» Εξ ορισμού του Άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000) και βάσει των προσωπικών περιστάσεων του δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του ορισμού δίωξης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) - καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του (που θα μπορούσαν να συνδεθούν με προσωπική στοχοποίηση) απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής της για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.
Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή σε συνάρτηση με τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του συμπεριλαμβανομένης της κατάστασης ανασφάλειας στην περιοχή του, εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Είναι βασική θέση της συνηγόρου του Αιτητή ότι θα έπρεπε να του αναγνωριστεί τουλάχιστον το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση όπου εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και των προσωπικών του συνθηκών, κατ’ εφαρμογή της έννοιας της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την επιστροφή του (ερυθρό 169-168 ΔΦ). Το Δικαστήριο, προς διερεύνηση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή καταγωγής του Αιτητή, προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα πληροφοριών χώρας καταγωγής (Country of Origin Information - COI), αντλώντας στοιχεία από την έκθεση της European Union Agency for Asylum (EUAA), Somalia: Security Situation, ημερομηνίας Μαΐου 2026[5]. Η εν λόγω έκθεση βασίζεται σε πληροφορίες που καλύπτουν κυρίως την περίοδο αναφοράς από 1 Απριλίου 2025 έως 31 Μαρτίου 2026. Από τις πληροφορίες που αφορούν την περιφέρεια Hiraan προκύπτει ότι η περιοχή εξακολουθεί να επηρεάζεται από τη δράση της Al-Shabaab και τις συγκρούσεις μεταξύ της οργάνωσης, των κυβερνητικών δυνάμεων και συμμαχικών πολιτοφυλακών. Κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς, η Al-Shabaab διατηρούσε τον έλεγχο σημαντικών περιοχών δυτικά του ποταμού Shabelle, καθώς και τμημάτων της περιοχής κατά μήκος των συνόρων με την Galgaduud, συμπεριλαμβανομένων των πόλεων Mokoqori και Mahas. Αντιθέτως, άλλες περιοχές τελούσαν υπό μικτό έλεγχο ή υπό τον έλεγχο κυβερνητικών και φιλοκυβερνητικών δυνάμεων. Κατά το 2025 η Al-Shabaab ανακατέλαβε σειρά στρατηγικών περιοχών, μεταξύ των οποίων τις Aborey, Gumare, Moqokori, Tardo και Mahas, ενώ απέκτησε τον έλεγχο βασικών οδικών αξόνων της περιφέρειας. Ως αποτέλεσμα, οι κυβερνητικές δυνάμεις και οι συμμαχικές πολιτοφυλακές απομονώθηκαν σε ορισμένες περιοχές, με την οργάνωση να ανατρέπει σημαντικό μέρος των εδαφικών απωλειών που είχε υποστεί κατά τις επιχειρήσεις του 2022. Παράλληλα, καθ’ όλη την περίοδο αναφοράς καταγράφηκαν στρατιωτικές επιχειρήσεις των κυβερνητικών και φιλοκυβερνητικών δυνάμεων εναντίον της Al-Shabaab, καθώς και συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών φυλετικών ομάδων. Οι καταγεγραμμένες συγκρούσεις παρέμειναν σε υψηλό επίπεδο. Συγκεκριμένα, η Al-Shabaab ενεπλάκη σε μεγάλο αριθμό επιθέσεων κατά των στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων της Σομαλίας, καθώς και κατά πολιτοφυλακών της υποφυλής Hawadle. Παράλληλα, καταγράφηκαν συγκρούσεις μεταξύ φυλετικών πολιτοφυλακών και περιστατικά βίας κατά αμάχων, στα οποία ενεπλάκησαν κυρίως η Al-Shabaab, ένοπλες πολιτοφυλακές και άγνωστες ένοπλες ομάδες. Η κατάσταση ασφαλείας είχε σημαντικές επιπτώσεις στον άμαχο πληθυσμό. Κατά την περίοδο από τον Απρίλιο του 2025 έως τον Φεβρουάριο του 2026, περισσότεροι από 33.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν λόγω της σύγκρουσης και της γενικότερης ανασφάλειας, ενώ μόνο μετά την κατάληψη της πόλης Mahas από την Al-Shabaab τον Ιούλιο του 2025 εκτοπίστηκαν τουλάχιστον 22.800 άτομα. Οι κάτοικοι περιοχών που τελούσαν υπό τον έλεγχο της Al-Shabaab αντιμετώπιζαν περιορισμούς στην ελευθερία διακίνησης, επιβολή φορολογίας, εξαναγκαστική στρατολόγηση, ιδίως ανηλίκων και νεαρών ατόμων, καθώς και διακοπές στην παροχή βασικών υπηρεσιών. Επιπλέον, οι συγκρούσεις στις περιοχές Mahas και Moqokori οδήγησαν στο κλείσιμο μονάδων υγείας, επηρεάζοντας την πρόσβαση του πληθυσμού σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Παράλληλα, οι εκτοπισμένοι και οι πληγέντες πληθυσμοί αντιμετώπιζαν αυξημένες ανάγκες σε στέγαση, τρόφιμα και νερό. Περαιτέρω, η ανθρωπιστική πρόσβαση σε σημαντικό μέρος της περιφέρειας παρέμενε ιδιαίτερα περιορισμένη κατά το 2025, ενώ καταγράφηκαν επανειλημμένα περιστατικά παρεμπόδισης ανθρωπιστικών αποστολών. Ως προς τις συνθήκες διαβίωσης, περισσότερο από το ήμισυ του πληθυσμού της περιφέρειας Hiraan βρισκόταν στις αρχές του 2026 σε κατάσταση επισιτιστικής ανασφάλειας, από επίπεδο πίεσης έως επίπεδο κρίσης ή έκτακτης ανάγκης. Επιπλέον, τμήματα της περιφέρειας επηρεάζονταν από επιδείνωση των συνθηκών ξηρασίας. Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/06/26) στην ευρύτερη περιοχή Hiraan, όπου βρίσκεται η Beledweyne District, της Σομαλίας καταγράφηκαν 343 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 755 θάνατοι[6]. Να σημειωθεί επίσης ότι σύμφωνα με διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, ο πληθυσμός της όλης της περιφέρειας Hiraan εκτιμήθηκε το 2024 μεταξύ 504.816 και 597.823 κατοίκων[7]. Αναφορικά, τώρα, με την περιοχή που αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής προκύπτουν κατά το τελευταίο έτος, σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED για την περιοχή Beledweyne District, συνολικά 56 περιστατικά ασφαλείας, με μόνο 41 θύματα[8] - συνεπώς χαμηλά επίπεδα ανασφάλειας στο τόπο συνήθους διαμονής του. Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[9] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[10] και στην υπόθεση Diakité C-285/12[11]). Ως προς το στοιχείο της σοβαρής και προσωπικής απειλής, το ΔΕΕ στην απόφαση Elgafaji διευκρίνισε πως «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Θα πρέπει δε να εκτιμάται ότι ο άμαχος/αιτούντας άσυλο ο οποίος θα επιστρέψει στην χώρα του και ακολούθως περιοχή συνήθους διαμονής του ενδεχομένως, λόγω της παρουσίας του και μόνον εκεί θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή. Κατά το Δικαστήριο το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης, στην οποία ο βαθμός κινδύνου είναι τόσο υψηλός, αξιολογείται το κατά πόσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διατρέχει ατομικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακόμη και χωρίς να στοχοποιείται ειδικά. Ακολούθως, διατυπώνεται στην απόφαση ότι η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπου: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας». Η δε «εξατομίκευση» που απαιτείται για να θεωρηθεί η απειλή ως «προσωπική» μπορεί να προκύπτει είτε από παράγοντες ειδικού κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε από παράγοντες «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.[12] Επομένως, η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[13] όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο. Προσαρμόζοντας την ανωτέρω νομολογία και δη την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας στην περίπτωση του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για ενήλικο, νεαρό, υγιή, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με μέλη της οικογενείας του στο τόπο συνήθους διαμονής του, κρίθηκε αναξιόπιστος με τους ισχυρισμούς του (για προσωπική στοχοποίηση), δεν αποτελεί μέρος των ομάδων που συγκρούονται στην περιοχή και κατόπιν συναναξιολόγησης των προσωπικών του περιστάσεων, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή Beledweyne District, Hiran Region o Αιτητής θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή (ερυθρά 177-167, 162-145 ΔΦ).
Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EUAA, Country Guidance Somalia (August 2023) p.71 - Al-Shabaab is an Islamist Sunni Salafi jihadist armed group based in Somalia. Formed in the early 2000s, the group seeks to establish an Islamic State in the country. Its main unifying idea is the ‘opposition to the Western-backed government’
[2] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123
[3] Οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση)
[4] Άρθρο 16 & 18 του περί περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).
[5] European Union Agency for Asylum (EUAA), Somalia: Security Situation, Μάιος 2026, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2026_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf (τελευταία πρόσβαση 07.06.2026).
[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Hiraan, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 26/06/2026).
[7] European Union Agency for Asylum (EUAA), Somalia: Security Situation, Μάιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/file/local/2125805/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf,
[8] Ibid 5.
[9] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)
[10]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie
[11]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides
[12] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf , σελ.36
[13] ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 , σκέψεις 30, 31, 32
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο