K.S.M.K. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2953/2023, 9/6/2026
print
Τίτλος:
K.S.M.K. κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2953/2023, 9/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  2953/2023

09 Ιουνίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

1.    K.S.M.K.

2.    S.K.B.Y.

3.    J.K. (ανήλικη), διά του πατέρα της, Αιτητή 1

4.    M.K. (ανήλικος), διά του πατέρα του, Αιτητή 1

από Αίγυπτο

                                    Αιτητές

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητές: Ζ. Ποντίκη (κα) για ΑΛΤΑΧΕΡ, ΜΠΕΝΕΤΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Ι. Χαραλάμπους (κα) για ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ & ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ.Ε.Π.Ε.

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 01.08.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα των Αιτητών 1 και 2 για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού  εξεταστούν  οι  εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται  η  σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση των Αιτητών 1 και 2, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αλλά και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενοι ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής 1 και η Αιτήτρια 2, οι οποίοι είναι σύζυγοι, κατάγονται από την Αίγυπτο την οποία εγκατέλειψαν στις 26.03.2013 και αφίχθηκαν, αυθημερόν, νόμιμα στην Δημοκρατία ως επισκέπτες (visitors). Στις 05.04.2013 υπέβαλαν αίτηση διεθνούς προστασίας, και στις 07.05.2015 διεξήχθησαν συνεντεύξεις του Αιτητή 1 και της συζύγου του από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 05.11.2015 ο Αιτητής 1 κλήθηκε εκ νέου σε συνέντευξη, και αυθημερόν η λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση εισηγούμενη την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Η εν λόγω εισήγηση φαίνεται να εγκρίθηκε στις 18.11.2015, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ασύλου των Αιτητών 1 και 2, απόφαση για την οποία ενημερώθηκαν στις 08.12.2025 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 25.11.2015.

 

Εναντίον της απόφασης αυτής, ο Αιτητής 1 καταχώρισε διοικητική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων (ΑΑΠ). Ωστόσο, μετά την κατάργηση της ΑΑΠ στις 31.12.2020, η εκκρεμούσα διοικητική προσφυγή του Αιτητή μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου, ούτως ώστε να εξεταστεί από τον Προϊστάμενο, ως να του είχε υποβληθεί ως ένσταση κατά της αρχικής αρνητικής του απόφασης δυνάμει των προνοιών του εδαφίου 2(α)(i) του άρθρου 33 του περί Προσφύγων Νόμου. Κατά την εξέταση της διοικητικής προσφυγής/ένστασης, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε στις 05.07.2023 Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψή της. Η εισήγηση αυτή εγκρίθηκε στις 24.07.2023 από την ασκούντα καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, με αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ασύλου των Αιτητών 1 και 2. Την απόφαση αυτήν αμφισβητούν οι Αιτητές διά της υπό εξέταση προσφυγής.   

Επισημαίνεται ότι οι Αιτητές 3 και 4 είναι τα ανήλικα τέκνα των Αιτητών 1 και 2 τα οποία γεννήθηκαν στην Δημοκρατία το 2014 και 2015 αντίστοιχα.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Οι Αιτητές μέσω της συνηγόρου τους, προέβαλαν στα πλαίσια του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας πλείονες λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυραν κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκαν μόνο στην προώθηση ισχυρισμών περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.   

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Σημειώνεται καταρχήν ότι το παρόν Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο της ακυρωτικής του δικαιοδοσίας. Η άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 11 εδάφια (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 [Ν. 73(Ι)/2018], προϋποθέτει ρητώς ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν αίτησης διεθνούς προστασίας υποβληθείσας μετά την 20ή Ιουλίου 2015. Εν προκειμένω, η αίτηση των Αιτητών καταχωρίστηκε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου στις 05.04.2013, ήτοι προ της ανωτέρω κρίσιμης ημερομηνίας, γεγονός που αποκλείει εκ του νόμου την άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας και περιορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης.

 

Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, ο συνήγορος των Αιτητών υποστηρίζει ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να κληθεί εκ νέου σε συνέντευξη καθώς από την ημερομηνία που έχει διενεργηθεί η συνέντευξη, μέχρι και την εκδίκαση της έχουν μεσολαβήσει εννέα έτη και ενέχονται υψηλές πιθανότητες σημαντικών μεταβολών της κατάστασης με δημιουργία δυσμενέστερων συνθηκών για τους Αιτητές. Ως προβάλλεται, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των Αιτητών, ως χριστιανών σε χώρα όπου η πλειονότητα του πληθυσμού ασπάζεται το ισλάμ, συνιστούν λόγο δίωξης λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένες πηγές, των οποίων οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοι παρατίθενται, από τις οποίες προκύπτει ότι οι χριστιανοί αντιμετωπίζουν φαινόμενα περιθωριοποίησης, διακρίσεων και γενικότερα ένα εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο αποδίδεται σε προκαταλήψεις που υιοθετεί σημαντικό μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού.

 

Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου βασίστηκε κυρίως στις διαπιστωθείσες αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή 1 και της Αιτήτριας 2 και όχι στην ουσιαστική αξιολόγηση της σοβαρότητας του επικαλούμενου κινδύνου δίωξης. Συναφώς, προβάλλεται ότι μεταξύ των γεγονότων και της διεξαγωγής της συνέντευξης μεσολάβησε χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, γεγονός που καθιστά εύλογο και αναμενόμενο οι Αιτητές να μην είναι σε θέση να ανακαλέσουν με απόλυτη ακρίβεια όλες τις σχετικές λεπτομέρειες.

 

Επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος  οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[1]

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν στη διάθεση τους.

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι οι Αιτητές 1 και 2 κατά την υποβολή της αίτησής τους για διεθνή προστασία δήλωσαν ότι εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους λόγω παρενοχλήσεων, ξυλοδαρμού, επιθέσεων στο σπίτι τους, απειλών, και εξαναγκασμού για χρήση hijab από την Μουσουλμανική Αδελφότητα. Ως περαιτέρω πρόσθεσαν, στις 07.01.2012 δέχθηκαν παρενόχληση στο σπίτι τους, και οι αιγυπτιακές αρχές δεν προέβησαν σε ενέργειες προστασίας τους προβάλλοντας ότι τους λέχθηκε να προστατεύσουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους (βλ. ερυθρό 7 και μετάφραση αυτού ερυθρό 25 δ.φ.).         

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης του Αιτητή 1 ημερομηνίας 07.05.2015, ως προς τους λόγους που τους ώθησαν να εγκαταλείψουν τη χώρα καταγωγής τους, ο Αιτητής 1 προέβαλε ότι υπήρξε θύμα απειλών και σωματικής βίας εκ μέρους μελών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, λόγω της άρνησής του να ασπασθεί το Ισλάμ. Ειδικότερα, ανέφερε ότι αρχικά τρία άτομα προσέγγισαν τον ίδιο και την οικογένειά του με σκοπό τον προσηλυτισμό τους, ενώ στη συνέχεια οι επισκέψεις αυτές πολλαπλασιάστηκαν και πραγματοποιούνταν από μεγαλύτερο αριθμό ατόμων με τον ίδιο σκοπό. Κατά τους ισχυρισμούς του, η άρνησή του να μεταστραφεί στο Ισλάμ είχε ως αποτέλεσμα να δεχθεί απειλές, ενώ ο επικεφαλής της Αδελφότητας, Al Sheikh Ahmad Yousef, φέρεται να απέστειλε άτομο προκειμένου να του επιτεθεί. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι μέλη της εν λόγω οργάνωσης απείλησαν τη σύζυγό του ότι θα της έκοβαν τα μαλλιά εάν δεν φορούσε hijab.

 

Περαιτέρω, υποστήριξε ότι στις 7 Ιανουαρίου δέχθηκε βίαιη επίθεση, κατά την οποία χτυπήθηκε στο κεφάλι και τραυματίστηκε με μαχαίρι στην πλάτη. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, οι δράστες τον απείλησαν ότι, σε περίπτωση που δεν ασπαζόταν το Ισλάμ, θα τον σκότωναν, όπως, κατά τους ίδιους, είχαν σκοτώσει και τον θείο του, Emad Sabeed. Επιπλέον, ανέφερε ότι εξανάγκασαν εξάδελφο της συζύγου του να μεταστραφεί στο Ισλάμ και να αλλάξει το όνομά του (βλ. ερυθρό 55/1Χ δ.φ.).

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι τους επισκέφθηκαν για πρώτη φορά το 2011, δύο μήνες περίπου αφότου σκότωσαν τον θείο του. Στην αρχή προσέγγισαν τον θείο του, ο οποίος διαφώνησε μαζί τους. Ως διευκρίνισε, προσέγγιζαν όλους τους γείτονες, όχι μόνο τον ίδιο, και κατά τη διάρκεια των επισκέψεων τους, του εξηγούσαν το κοράνι, του υπαγόρευαν τι να μην βλέπει και όταν τους είπε ότι δεν θέλει να αλλάξει θρησκεία τον καταράστηκαν. Ως υποστήριξε, από το 2011 μέχρι το 2012 τους επισκέπτονταν κάθε 15 μέρες, μέχρι τις 07.01.2012 που του επιτέθηκαν. Κληθείς να περιγράψει το συγκεκριμένο περιστατικό, πρόβαλε ότι τους χτύπησαν την πόρτα το βράδυ, και όταν άνοιξε εισέβαλαν στο σπίτι του οπλισμένοι, ένας από αυτούς κρατούσε ένα μεγάλο ραβδί/ξύλο (stick) και άρχισε να τον χτυπά στο κεφάλι και το σώμα, και κάποιος τον μαχαίρωσε. Έχασε τις αισθήσεις του, ασθενοφόρο τον μετέφερε στο νοσοκομείο όπου παρέμεινε δύο μέρες, και όταν συνήλθε δεν υπήρχε αστυνομία για να προβεί σε καταγγελία. Με την έξοδο του από το νοσοκομείο αναζήτησε την συνδρομή της αστυνομίας όπου του λέχθηκε ότι δεν υπήρχε κυβέρνηση ή αστυνομία λόγω της επανάστασης του 2011.

 

Σε ερωτήσεις σχετικά με τον χριστιανισμό, ο Αιτητής 1 ανέφερε ότι κάνει τον σταυρό του με ένα δάκτυλο, και αυτό συμβολίζει τον Ιησού, ο οποίος είναι «ο νόμος της πίστης». Επιπρόσθετα, ανέφερε τους Mousa, Younan και Hlia ως προφήτες, και ότι έχει εικόνα του Ιησού στο σπίτι του.  

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της Αιτήτριας 2 ημερομηνίας 07.05.2015, κληθείσα να παραθέσει τους λόγους που τους ώθησαν να εγκαταλείψουν την χώρα καταγωγής τους, πρόβαλε δίωξη από την Μουσουλμανική Αδελφότητα. Ως υποστήριξε, ο αρχηγός της Αδελφότητας Ahmad Yousef τους επισκέφθηκε για να τους πείσει με ειρηνικό τρόπο να προσηλυτιστούν στο Ισλάμ. Λόγω της αυστηρής του στάσης, τους είπαν ότι θα το σκεφθούν. Όταν αρνήθηκαν, τους επιτέθηκαν, χτύπησαν τον σύζυγό της, της είπαν να φοράει hijab και ότι η ίδια αποτελεί πρόβλημα για εκείνους. Συνήθιζαν να τους επισκέπτονται στις 12 το βράδυ, και στις 7 Ιανουαρίου δέχθηκαν επίθεση (βλ. ερυθρό 62 δ.φ.).

 

Στα πλαίσια της δεύτερης συνέντευξης που παραχώρησε ο Αιτητής 1, ημερομηνίας 05.11.2015, επανέλαβε ότι ο θείος του σκοτώθηκε το 2011, η πρώτη φορά που επισκέφθηκαν τον ίδιο και την σύζυγό του ήταν αρχές του 2012, και η τελευταία φορά στις 07.01.2012 όπου δέχθηκε σωματική επίθεση. Ως υποστήριξε, μία εβδομάδα μετά το περιστατικό πήγε σε ένα θείο του στην Αλεξάνδρεια όπου και παρέμεινε μέχρι που εγκατέλειψε την χώρα τον Μάρτιο του 2013. Τέλος, ανέφερε ότι από τις 07.01.2012 μέχρι και τις 26.03.2013 που εγκατέλειψε την χώρα δεν συνέβη κάτι στον ίδιο, προβάλλοντας, ωστόσο, ότι άρχισαν να προσεγγίζουν τον πατέρα του - ψάχνοντας τον ίδιο - για να μεταφέρει τις απειλές.       

 

Κατά την απόφαση πρώτου βαθμού:

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου των Αιτητών, η λειτουργός, στην Έκθεση/Εισήγηση της ημερομηνίας 05.11.2015, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης των Αιτητών, παραπέμποντας σε σωρεία αντιφάσεων που εντόπισε στις δηλώσεις τους.

 

Ειδικότερα, όσον αφορά τις δηλώσεις του Αιτητή 1, η λειτουργός εντόπισε αντίφαση αναφορικά με την συχνότητα κατά την οποία δεχόταν επισκέψεις από άτομα που τον απειλούσαν, καθώς ενώ αρχικά δήλωσε ότι από το 2011 έως το 2012 τον επισκέπτονταν κάθε 15 μέρες μέχρι την ημέρα της επίθεσης, ήτοι 07.01.2012, στη συνέχεια δήλωσε ότι δεχόταν καθημερινές επισκέψεις. Κληθείς να αποσαφηνίσει τις δηλώσεις του, ο ίδιος πρόβαλε διαφορετικό ισχυρισμό αναφέροντας ότι ον επισκέπτονταν μία φορά τον μήνα. Ομοίως αντιφατικές και συγκεχυμένες, κρίθηκαν και οι δηλώσεις του αναφορικά με τα γεγονότα που ακολούθησαν την επίθεση που δέχθηκε, καθότι ενώ δήλωσε ότι μετά το συγκεκριμένο περιστατικό δεν τον επισκέφθηκαν ξανά, και ότι απλά δεχόταν απειλές, στη συνέχεια πρόβαλε ότι τον επισκέφθηκαν στο σπίτι του και άρχισαν να παρενοχλούν την σύζυγό του. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνέντευξης του, ωστόσο, υποστήριξε ότι δεν τους ξαναπλησίασαν και άρχισαν να απειλούν τον πατέρα του. Τέλος, ουσιώδης αντίφαση εντοπίστηκε και ως προς τον τόπο διαμονής του μετά την φερόμενη επίθεση που δέχθηκε, όπου αρχικά δήλωσε ότι συνέχισε να διαμένει στην ίδια περιοχή, ενώ κατά τη διάρκεια της δεύτερης συνέντευξής του, δήλωσε ότι μία εβδομάδα μετά την επίθεση πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου και παρέμεινε μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα.

 

Στα πλαίσια της αξιολόγησης των δηλώσεων της Αιτήτριας 2 (συζύγου του Αιτητή 1), και σε συνάρτηση με τα όσα ο Αιτητής 1 δήλωσε στην πρώτη του συνέντευξη, ο λειτουργός εντόπισε πληθώρα αντιφάσεων στις δηλώσεις τους. Ειδικότερα, αντίφαση εντοπίστηκε αναφορικά με την πρώτη απειλητική προσέγγιση, όπου σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή 1 αυτή τοποθετήθηκε χρονικά τον Φεβρουάριο του 2011, δύο μήνες από την φερόμενη δολοφονία του θείου του, ενώ η σύζυγός του υποστήριξε ότι αυτή πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2011. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια 2 υποστήριξε ότι στην περιοχή διαμονής τους ήταν η μόνη γυναίκα που δεν φορούσε hijab και δεχόταν απειλές λόγω αυτού, ενώ σύμφωνα με τις δηλώσεις του συζύγου της (Αιτητή 1) δεν ήταν η μόνη που δεν φορούσε, καθώς υπήρχαν και άλλες οικογένειες χριστιανών, και χρήση της hijab έκαναν μόνο οι μουσουλμάνες.

 

Οι αντιφάσεις αυτές οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής τους θα αντιμετωπίσουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καταλήγοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.  

 

Κατά την απόφαση επί της Διοικητικής Προσφυγής/Ένστασης:

 

Εναντίον της ανωτέρω απόφασης, ο Αιτητής 1 καταχώρισε διοικητική προσφυγή στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων (ΑΑΠ), η οποία μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Ασύλου λόγω κατάργησης της ΑΑΠ στις 31.12.2020, και εξετάστηκε ως ένσταση κατά της αρχικής αρνητικής απόφασης.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ένστασης, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου στην Έκθεση/Εισήγηση που ετοίμασε στις 05.07.2023, διαπίστωσε ότι το ουσιώδες πραγματικό περιστατικό που αφορούσε πιέσεις για αλλαγή θρησκείας από μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην περιοχή συνήθους διαμονής των Αιτητών 1 και 2, ήτοι Beni Suef, ορθώς απορρίφθηκε καθώς παρατηρήθηκε σωρεία αντιφάσεων και ασυνεπειών στις δηλώσεις τους, που δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσουν επαρκώς. Ως κατέληξε, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα καθώς οι ισχυρισμοί των Αιτητών 1 και 2 έτυχαν δέουσας έρευνας, και η απόφαση που έλαβαν οι Αιτητές ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Ωστόσο, κρίθηκε ότι δεν αξιολογήθηκε δεόντως η υπαγωγή των Αιτητών στη συμπληρωματική προστασία, ειδικά ως προς την αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στην περιοχή συνήθους διαμονής των Αιτητών, ενώ παράλληλα δεν λήφθηκε υπόψη των προφίλ των Αιτητών ως χριστιανοί, με δύο ανήλικα τέκνα κατά την αξιολόγηση κινδύνου, σημεία τα οποία αξιολογήθηκαν στα πλαίσια της συγκεκριμένης έκθεσης.

 

Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο λειτουργός προέβη σε έρευνα αναφορικά με την θρησκευτική ελευθερία στην Αίγυπτο, και την μεταχείριση των χριστιανών, με παραπομπές σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης, και κατέληξε ότι δεν προκύπτει κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στον τόπο συνήθους διαμονής τους, ήτοι την περιοχή Beni Suef της Αιγύπτου. Επιπρόσθετα, κατέγραψε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για τυχόν εμπόδια ή κακομεταχείριση ανεπιτυχόντων αιτητών ασύλου, αναφέροντας ότι δεν αντιμετωπίζουν κάποια αρνητική προσοχή κατά την επιστροφή τους μετά από χρόνια απουσίας τους από την χώρα.

 

Κατά την νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, και ως εκ τούτου, οι λόγοι ένστασης κρίθηκαν ως ανυπόστατοι με εισήγηση περί απόρριψης της ένστασης∙ εισήγηση η οποία εγκρίθηκε στις 24.07.2023.

 

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ     

 

Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων και εξετάζοντας τον προβαλλόμενο ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, φρονώ πως αυτός δεν ευσταθεί.

 

Από το σύνολο των διοικητικών φακέλων και το περιεχόμενο τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της προσβαλλόμενης κατόπιν ένστασης απόφασης, προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε πλήρη, ουσιαστική και εξατομικευμένη εξέταση της αίτησης ασύλου των Αιτητών. Οι Αιτητές 1 και 2 κλήθηκαν σε προσωπικές συνεντεύξεις, ενώ ο Αιτητής 1 κλήθηκε σε συμπληρωματική συνέντευξη, κατά τη διάρκεια των οποίων τους υποβλήθηκαν επανειλημμένες και διευκρινιστικές ερωτήσεις, και τους δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξουν τους ισχυρισμούς τους και να τοποθετηθούν επί των εντοπισθείσων αντιφάσεων και ελλείψεων, χωρίς ωστόσο να δώσουν επαρκείς εξηγήσεις προς αποσαφήνισή τους.

 

Η αξιολόγηση της Διοίκησης δεν περιορίστηκε σε απλή καταγραφή των δηλώσεων των Αιτητών, αλλά επεκτάθηκε στην εξέταση τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών τους. Ειδικότερα, καταγράφηκαν και αξιολογήθηκαν συγκεκριμένες αντιφάσεις αναφορικά με τη χρονική τοποθέτηση των γεγονότων, τη συχνότητα των φερόμενων επισκέψεων και απειλών, τις συνθήκες που ακολούθησαν την επικαλούμενη επίθεση, καθώς και τον τόπο διαμονής του Αιτητή 1 μετά το επίδικο περιστατικό. Παράλληλα, η Διοίκηση προέβη σε παραβολή των δηλώσεων του Αιτητή 1 με εκείνες της Αιτήτριας 2, εντοπίζοντας ουσιώδεις αποκλίσεις ως προς καίρια στοιχεία του πυρήνα της υπόθεσής τους.

 

Δεν παραγνωρίζω τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι μεταξύ των γεγονότων που επικαλούνται και της διεξαγωγής των συνεντεύξεών τους μεσολάβησε σημαντικό χρονικό διάστημα, γεγονός που, κατά τη θέση τους, δικαιολογεί ορισμένες ανακρίβειες ή αδυναμία ανάκλησης λεπτομερειών. Πλην όμως, οι αντιφάσεις που εντόπισε η Διοίκηση δεν αφορούν δευτερεύουσες ή επουσιώδεις πτυχές του αφηγήματός τους, αλλά ζητήματα που άπτονται του ίδιου του πυρήνα των ισχυρισμών περί δίωξης. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι πρόκειται απλώς για φυσιολογικές αποκλίσεις μνήμης λόγω παρέλευσης χρόνου, αλλά για ασυνέπειες τις οποίες η Διοίκηση δικαιολογημένα έλαβε υπόψη κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών τους.

 

Ούτε δύναμαι να αποδεχθώ τον ισχυρισμό ότι η Διοίκηση όφειλε να καλέσει εκ νέου τους Αιτητές σε προσωπική συνέντευξη κατά το στάδιο εξέτασης της διοικητικής προσφυγής/ένστασης. Από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι οι Αιτητές προέβαλαν νέα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά ή νέα προσωπικά δεδομένα που να καθιστούσαν αναγκαία τη διεξαγωγή νέας συνέντευξης. Αντιθέτως, η εξέταση της ένστασης στηρίχθηκε στο ήδη υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, στους προβληθέντες λόγους ένστασης και σε επικαιροποιημένη πληροφόρηση αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής τους.

 

Ως προς την εξέταση της διοικητικής προσφυγής/ένστασης, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζεται σε άκριτη επικύρωση της πρωτοβάθμιας απόφασης. Αντιθέτως, επανεξετάζει τους προβληθέντες ισχυρισμούς, απαντά ειδικώς στους λόγους περί έλλειψης έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολογίας και πλάνης περί τα πράγματα, ενώ προβαίνει και σε επικαιροποιημένη αξιολόγηση κινδύνου σε σχέση με την κατάσταση που επικρατεί στην Αίγυπτο και ειδικότερα στην περιοχή συνήθους διαμονής των Αιτητών.

 

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στο γεγονός ότι, κατά την εξέταση της διοικητικής προσφυγής/ένστασης, η Διοίκηση προέβη σε συμπληρωματική αξιολόγηση της ενδεχόμενης υπαγωγής των Αιτητών σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το θρησκευτικό τους προφίλ ως χριστιανοί όσο και τις γενικότερες συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή Beni Suef της Αιγύπτου. Η αξιολόγηση αυτή στηρίχθηκε σε επικαιροποιημένες και αναγνωρισμένες πηγές πληροφόρησης και κατέληξε, με επαρκή αιτιολογία, στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει πραγματικός κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής τους.

 

Επιπρόσθετα, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε παράλειψη εξέτασης ουσιώδους πραγματικού περιστατικού ούτε πλάνη περί τα πράγματα. Αντιθέτως, από το περιεχόμενο των αποφάσεων και των σχετικών εισηγήσεων προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης και αξιολογήθηκαν κατά τρόπο εύλογο και αιτιολογημένο.

 

Εξάλλου, το παρόν Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ασκεί αποκλειστικά ακυρωτική και όχι πλήρη δικαιοδοσία. Ως εκ τούτου, δεν υποκαθιστά την κρίση της αρμόδιας διοικητικής αρχής ούτε προβαίνει σε εκ νέου αξιολόγηση της αξιοπιστίας των Αιτητών ή του αποδεικτικού υλικού προκειμένου να καταλήξει σε δικά του συμπεράσματα επί της ουσίας. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στο κατά πόσον η Διοίκηση προέβη σε δέουσα έρευνα, έλαβε υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία και κατέληξε σε συμπέρασμα το οποίο είναι λογικώς επιτρεπτό με βάση το ενώπιόν της υλικό.

 

Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος ακύρωσης περί έλλειψης δέουσας έρευνας απορρίπτεται ως αβάσιμος.

 

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, δεν εντοπίζω οποιαδήποτε πλημμέλεια στη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση. Καταλήγω ότι το αίτημα των Αιτητών εξετάστηκε με επάρκεια, πληρότητα και σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης συμπληρώνεται από τις σχετικές αιτιολογημένες εισηγήσεις των αρμοδίων λειτουργών, στις οποίες εκτίθενται με σαφήνεια οι λόγοι απόρριψης του αιτήματός τους.

 

Κατά συνέπεια, ουδείς από τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως επιτυγχάνει.

 

Ενόψει των πιο πάνω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών.

 

 

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο