Μ. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3277/23, 26/6/2026
print
Τίτλος:
Μ. S. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.3277/23, 26/6/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.3277/23

 

26 Ιουνίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Μ. S.

                                                                                                                        Αιτήτρια

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κος Δ. Κακουλλής, Δικηγόρος για Αιτήτρια

Κα Κ. Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.05/09/23, που του κοινοποιήθηκε στις 06/09/23, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και «[έ]κδοση νέας εκτελεστής απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] για διεθνή προστασία προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, η αιτήτρια κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 20/12/19 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας την ίδια μέρα (ερ.1-3, 13-15, 47).

Στις 16/05/23 διεξήχθη συνέντευξη με την αιτήτρια από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου της δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα της (ερ.35-47). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 08/06/23 η επίδικη διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.59-68).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης της αιτήτριας για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 06/09/23 και της μεταφράστηκε στην μητρική της γλώσσα (ερ.75, 2).

Στην επίδικη αίτηση ασύλου η αιτήτρια καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της εξαιτίας του ότι «ένστολοι άνδρες (του στρατού) την απείλησαν με θάνατο», καθώς, ως η αιτήτρια εξηγεί, «αυτοί απήγαγαν την μητέρα [της], κατέστρεψαν το σπίτι [τους]» επειδή «νομίζουν ότι [η αιτήτρια και η μητέρα της είναι] συνεργάτες με τον αδελφό [της αιτήτριας] που είναι Ambazonian (στο μέρος του Καμερούν που γίνεται πόλεμος) και ότι [ο αδελφός] σκότωσε τον γιό ενός αξιωματικού».

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης η αιτήτρια ανέφερε ότι γεννήθηκε και έζησε όλη της τη ζωή στην Douala, όπου ζουν η μητέρα και ο αδελφός της. Αμέσως μετά δήλωσε ότι ο μεν αδελφός της πήγε στην Bamenda «εξαιτίας των προβλημάτων στα οποία [τους] έβαλε» και η μητέρα της απήχθη και «την πήραν μακριά από την Douala», ο δε πατέρας της έχει αποβιώσει από ατύχημα πριν 20 χρόνια. Η αιτήτρια είναι άγαμη/άτεκνη, έχει μια θεία στην Douala, με την οποία – ως ανέφερε – δεν επικοινωνεί, έχει τελειώσει το Λύκειο και φοίτησε για ένα έτος σε πανεπιστήμιο, ομιλεί γαλλικά και εργαζόταν ως υπάλληλος σε κατάστημα καλλυντικών και προηγουμένως εργαζόταν σε οινοποιείο.

Κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του ατόμου που πέθανε (σ.σ. εννοεί αυτόν που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ιδίας, σκότωσε ο αδελφός της) είναι στη Χωροφυλακή (gendarme) και όταν πήγαν στο σπίτι τους ήταν όλοι ένστολοι, η αιτήτρια πήγε να κρυφτεί, έσπασαν τα πάντα στο σπίτι και πήραν την μητέρα της, όταν δε έφυγαν η αιτήτρια πήγε στο σπίτι ενός φίλου της και την επόμενη μέρα πήγε στη Yaounde. Ενόσω βρισκόταν στη Yaounde είπε σε ένα γείτονα της να πάει στο σπίτι της, να ψάξει για την ταυτότητα της και να της στείλει τα έγγραφα στη Yaounde, το οποίο και έκανε, ένας δε «φίλος [της αιτήτριας] σε μια ομαδική συνομιλία (group chat) που είχαν [της] έστειλε μια φωτογραφία που είδε, η οποία έγγραφε ότι [η αιτήτρια] καταζητείται και αν κανείς τη δει θα ανταμειφθεί γιατί είναι μέλος εγκληματικής οικογένειας». Τότε αυτή αποφάσισε να επιστρέψει στη Douala, να διευθετήσει τα απαραίτητα έγγραφα και να βρει μια χώρα «για να [διαφύγει] εκεί». Καθ’ οδόν προς τη Douala γνώρισε ένα άτομο στο ταξί, στον οποίον εξήγησε την κατάσταση και αυτός της είπε ότι μπορεί να τη βοηθήσει να πάει σε χώρα όπου θα είναι εύκολο να εισέλθει εξ απόψεως γραφειοκρατίας και διευθέτησε τα απαραίτητα για το ταξίδι της στην Κύπρο.

Ερωτώμενη σχετικά ανέφερε ότι αν επιστρέψει στο Καμερούν «μπορεί να [τη] σκοτώσουν επειδή πήραν την μητέρα [της] και ήταν έτοιμοι να τελειώσουν με όλους [τους]» και πως ακόμα και πριν (σ.σ. το συμβάν με τον αδελφό της) δεν ήταν ασφαλείς, αφού «ο αδελφός της επέστρεφε στην Douala και ζητούσε [από την αιτήτρια και την μητέρα της] και αν δεν του [έδιναν] συνήθιζε να [τις] απειλεί με μαχαίρι επειδή έκανε χρήση ναρκωτικών». Όταν ρωτήθηκε ποιος θα τη σκοτώσει η αιτήτρια ανέφερε πως είναι οι «ένστολοι άνδρες που ήρθαν» που πήραν την μητέρα της και πως ο πατέρας του ατόμου που κατ’ ισχυρισμό σκότωσε ο αδελφός της αιτήτριας τους είπε ότι «θα [τους] σκοτώσει με τον ίδιο τρόπο που ο αδελφός [της] σκότωσε τον γιό του», τον οποίο ονομάτισε και ο οποίος, ως ανέφερε όταν ρωτήθηκε, είναι «ένστολος, σαν αστυνομικός ή χωροφύλακας». Ερωτώμενη σχετικά η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που εργάζεται ο κατ’ ισχυρισμό διώκτης της ούτε τον ακριβή του ρόλο στη χωροφυλακή, είναι περί των 45 ετών. Ερωτώμενη για τους λόγους που θεωρεί η ίδια ότι θα τη σκοτώσει επανέλαβε τα όσα είχε προηγουμένως αναφέρει ότι απήγαγε την μητέρα της, αναζητούσε και την ίδια αλλά αυτή κρύφτηκε και ότι κυκλοφορεί φωτογραφία της στην οποία επικηρύσσεται ως μέλος εγκληματικής οικογένειας, χωρίς η ίδια να γνωρίζει πως σχετίζεται η φωτογραφία αυτή με τη χωροφυλακή ή ποιος την είχε κυκλοφορήσει.

Ερωτώμενη για τον αδελφό της η αιτήτρια ανέφερε πως αυτός «σκότωσε κάποιον, πολλοί άνθρωποι το έλεγαν (σ.σ. ότι σκότωσε κάποιον) και [γνωρίζει η αιτήτρια] ότι διαμένει στην Bamenda» και ότι «όλοι γνωρίζουν ότι είναι Ambazonian» (ο αδελφός της). Η αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ποιον σκότωσε ο αδελφός της, ούτε τη δουλειά του, έμαθε, από γείτονες και «όλοι συζητούσαν γι’ αυτό», ότι ο αδελφός της τον σκότωσε μία βδομάδα προτού φύγει από τη χώρα, τον Δεκέμβριο 2019 και ότι αυτός (που σκότωσε ο αδελφός της) σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ανταλλαγής πυροβολισμών και είναι γαλλόφωνος που διέμενε στην Bamenda. Ερωτώμενη τι έκανε ο αδελφός της ήταν στην Bamenda ανέφερε πως δεν έκανε τίποτε γιατί δεν εργαζόταν, είχε πάει πριν από 5 χρόνια (τότε) εκεί, και, σε ερώτηση γιατί εντάχθηκε στους Ambazonians αφού είναι γαλλόφωνος, η αιτήτρια ανέφερε ότι ήταν ετεροθαλής της αδελφός, από άλλον πατέρα, ο οποίος καταγόταν απ’ εκεί (σ.σ. την Bamenda).

Ερωτώμενη για το περιστατικό της επίθεσης στο σπίτι τους (στη Douala) η αιτήτρια είπε ότι η ίδια ήταν στο υπνοδωμάτιο της, εισήλθαν 5 άνδρες, ως πληροφορήθηκε από γείτονα αφού η ίδια δεν τους είδε, καθώς κρυβόταν πίσω από το σπίτι, και πήραν την μητέρα της, αφού βρίσκονταν στο σπίτι περίπου μια ώρα και έψαχναν τα δωμάτια τους. Η αιτήτρια δεν κατάγγειλε το συμβάν στην αστυνομία γιατί φοβόταν ότι θα τη συλλάβουν και επειδή οι δράστες ήταν οι ίδια η χωροφυλακή. Ερωτώμενη τι στοιχεία είχαν εναντίον της ανέφερε ότι δεν γνωρίζει και ότι είδε ότι καταζητείται από συζητήσεις σε ομάδες (στο διαδίκτυo, σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης – groups), από στιγμιότυπα οθόνης (screenshots) που της έστειλαν.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα της αιτήτριας, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής της αιτήτριας

2.    Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός της σκότωσε ένα άτομο στην Bamenda

3.    Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του ατόμου που σκότωσε ο αδελφός της είχε απηγάγει την μητέρα της

4.    Η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι φωτογραφία της, στην οποία αναφερόταν ότι ανήκει σε οικογένεια εγκληματιών, κυκλοφορούσε στην εφαρμογή WhatsApp

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό, απέρριψαν δε όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς, καθώς κρίθηκε ότι στερούνται συνοχής και αξιοπιστίας.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αιτήτριας υπήρξαν αόριστες, γενικές και παρουσίαζαν αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει μια λεπτομερή/συγκεκριμένη περιγραφή του κατ’ ισχυρισμό συμβάντος όπου ο αδελφός της σκότωσε ένα άτομο, πως το έμαθε η ίδια, από ποιους και δεν ήταν σε θέση να παρέχει έγγραφα που να στοιχειοθετούν τους ισχυρισμούς της και ότι, λόγω της αμιγώς προσωπικής φύσης του ισχυρισμού, δεν ήταν σκόπιμο να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ).

 

Σχετικά με την 3ο ουσιώδη ισχυρισμό, ομοίως, κρίθηκε ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρέχει εύλογα αναμενόμενες πληροφορίες για τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη της, τη θέση του στη χωροφυλακή και ούτε παρείχε επαρκείς πληροφορίες ως προς την κατ’ ισχυρισμό επίθεση στο σπίτι της, το τι ακριβώς συνέβη, την απαγωγή της μητέρας της και ούτε τελικά να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι η ίδια θα συλληφθεί εξαιτίας του ότι ο αδελφός της, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας (τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά στα πλαίσια του 2ου ισχυρισμού), σκότωσε κάποιον. Λόγω της αμιγώς προσωπικής φύσης του ισχυρισμού δεν κρίθηκε εδώ σκόπιμο να γίνει έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ).

Επί του 4ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε, ομοίως και πάλι με τα ως άνω, ότι η αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παραθέσει την παραμικρή λεπτομέρεια αναφορικά με το ότι, ως αυτή ισχυρίστηκε, φωτογραφία της κυκλοφορούσε στο διαδίκτυο που έλεγε ότι καταζητούνταν, αφού, ως καταγράφεται στην επίδικη έκθεση, δεν ανέφερε σε ποιες ομάδες κυκλοφόρησε η φωτογραφία, από ποιους, γιατί δεν κατάγγειλε το συμβάν στις Αρχές, γιατί δεν έλεγξε η ίδια το όνομα του προσώπου που κυκλοφόρησε τη φωτογραφία και γιατί φοβάται ότι θα τη συλλάβουν. Λόγω της αμιγώς προσωπικής φύσης του ισχυρισμού δεν κρίθηκε, ούτε στα πλαίσια του ως άνω ισχυρισμού, σκόπιμο να γίνει έρευνα σε ΠΧΚ.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στην Douala και του προφίλ της αιτήτριας, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα δίωξης ή και σοβαρής βλάβης και γι’ αυτό η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της.

Στα πλαίσια της αγόρευσης ο ευπαίδευτος συνήγορος της αναφέρει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση καθυστέρησε υπέρμετρα να εκδοθεί (45 μήνες απ’ την καταχώρηση της αίτησης ασύλου), το οποίο και συνιστά – ενόψει του ότι πρόκειται για προθεσμία που καθορίζεται ρητά εκ του νόμου – παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία καθιστά την επίδικη απόφαση ακυρωτέα και, σε κάθε περίπτωση, η καθυστέρηση αυτή επηρέασε την μνήμη της, αλλά και συντέλεσε στο να αποξενωθεί η αιτήτρια με τη χώρα καταγωγής της και να αναπτύξει δεσμούς με τη Δημοκρατία, τα οποία θα συμβάλουν στην αύξηση των κινδύνων που θα αντιμετωπίσει σε ενδεχόμενη επιστροφή της στο Καμερούν.

Περαιτέρω, κάνοντας πλήθος αναφορών σε έκαστο των επιμέρους ευρημάτων των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου, 3ου και 4ου ισχυρισμού της αιτήτριας και παραθέτοντας σχετική νομολογία, ο συνήγορος της εισηγείται ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα των ισχυρισμών, η δε επίδικη απόφαση στηρίζεται σε ανεπαρκή στοιχεία, στερείται αιτιολογίας, ελήφθη χωρίς να αξιολογηθούν επαρκώς οι προσωπικές περιστάσεις της αιτήτριας, με αποτέλεσμα να είναι προϊόν πλάνης. Σημειώνει δε ότι το γεγονός ότι δεν βρέθηκε το όνομα του διώκτη της αιτήτριας σε έρευνα που έγινε δεν σημαίνει ότι ο ισχυρισμός της (ερ.41) θα έπρεπε γι’ αυτό να απορριφθεί.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών της αιτήτριας έχει δεόντως δικογραφηθεί και ουδείς αναπτύσσεται επαρκώς και δια τούτο θα πρέπει να απορριφθούν άπαντες ως ανεπίδεκτοι δικαστικής κρίσης, στη βάση σχετικής νομολογίας. Περαιτέρω, κάνοντας αναφορές στην οικεία νομοθεσία και νομολογία, αναφέρουν ότι τα ευρήματα τους εδώ είναι εύλογα, ορθά και απολύτως αιτιολογημένα υπό το φως των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον τους. Συνεπώς - ως αναφέρουν – εκ των ως άνω προκύπτει ότι ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή επί της ουσίας, προϊόν δέουσας έρευνας αλλά και πλήρως αιτιολογημένη. Επί των όσων άπτονται της καθυστέρησης στην εξέταση της αίτησης αναφέρουν, παραθέτοντας σχετική νομολογία, ότι – δεδομένου ότι η προθεσμία είναι ενδεικτική και όχι ανατρεπτική – δεν θα μπορούσε να καταστήσει η καθυστέρηση αυτή ακυρωτέα την επίδικη απόφαση.

Σχετικά κατ’ αρχήν με τον ισχυρισμό περί της καθυστέρησης στην εξέταση της επίδικης αίτησης, σημειώνω ότι όμοιο ισχυρισμό έχω εξετάσει στην απόφαση μου στην προσφυγή αρ.137/23, Α. Κ. ν Δημοκρατίας, ημ.11/07/25, εκ της οποίας παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο και υιοθετώ.

«Σημειώνω κατ’ αρχή και τονίζω ότι δεν εντοπίζω στο αρ.13 του Περί Προσφύγων Νόμου να ορίζεται συγκεκριμένη έννομη συνέπεια της υπέρβασης του τασσόμενου εκ του εν λόγω άρθρου μέγιστου χρόνου των 21 μηνών [βλ. αρ.13 (10)]. Τούτο αποτελεί από μόνο του ισχυρά ένδειξη ότι η τασσόμενη προθεσμία τίθεται ενδεικτικά. Άλλωστε στο αρ.11 (1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου προνοείται ότι «[οι] προθεσμίες που τάσσονται για έκδοση μιας διοικητικής πράξης είναι ενδεικτικές, εκτός αν ορίζεται ρητά ότι είναι ανατρεπτικές. Όμως η πράξη δεν μπορεί νόμιμα να εκδοθεί, αν από τη λήξη της προθεσμίας πέρασε υπέρμετρο χρονικό διάστημα που επιδρά ουσιαστικά στις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις έκδοσης της πράξης.». […]

Λεχθέντων των ως άνω, τα οποία – τονίζω – αφορούν τη διαδικασία εξέτασης αιτήσεως διεθνούς προστασίας, δεν εντοπίζω εδώ παράβαση του μέγιστου χρόνου των 21 μηνών, ως εκ του ως άνω άρθρου του Νόμου ορίζεται. Τουναντίον, παρά την πολυπλοκότητα των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που άπτονται των ισχυρισμών του αιτητή, η απόφαση επί της αιτήσεως, ως και ανωτέρω αναφέρω, ολοκληρώθηκε εντός του δια της οικείας νομοθεσίας χρονικού πλαισίου, και μάλιστα σε χρόνο κατά πολύ βραχύτερο, ήτοι εντός 14 από της υποβολής της αιτήσεως. Η δε μετέπειτα υποβολή εκ του αιτητή της εδώ επίδικης ιεραρχικής προσφυγής του, παρότι αναφαίρετο δικαίωμα του, οδήγησε εκ των πραγμάτων στο να διαρρεύσει το υπόλοιπο χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση της. […] Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, ως και στο αρ.31 αλλά και στην αιτιολογική σκέψη 18 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, η διαδικασία εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας (σε 1ο πάντοτε βαθμό) ολοκληρώνεται «το συντομότερο δυνατό, με την επιφύλαξη της διεξαγωγής κατάλληλης και πλήρους εξέτασης».

Επί των ως άνω, στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στη C-756/21, X, ημ.29/06/23, όπου το ΔΕΕ απασχόλησε η επίδραση τυχόν υπερβολικής καθυστέρησης στο κύρος της διοικητικής και δικαστικής διαδικασίας, λέχθηκαν και τα εξής σχετικά:

«79. Όσον αφορά τις περιστάσεις αυτές, από τη νομολογία προκύπτει ότι, όταν η διάρκεια της διαδικασίας δεν καθορίζεται από διάταξη του δικαίου της Ένωσης, ο «εύλογος» χαρακτήρας της προθεσμίας που τηρήθηκε για την έκδοση της επίμαχης πράξεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με το σύνολο των περιστάσεων που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση και, ιδίως, με τα συμφέροντα του διαδίκου που διακυβεύονται στη δίκη, την περιπλοκότητα της υποθέσεως, καθώς και τη συμπεριφορά των διαδίκων (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιουνίου 2020, CSUE/KF, C 14/19 P, EU:C:2020:492, σκέψη 122 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

82. Συγκεκριμένα δεδομένου ότι οι αποφάσεις σχετικά με το βάσιμο ή μη των αιτήσεων διεθνούς προστασίας πρέπει να λαμβάνονται κατόπιν συνεκτίμησης των προβλεπόμενων από την οδηγία 2004/83 ουσιαστικών κριτηρίων για την παροχή τέτοιας προστασίας, η μη τήρηση εύλογης προθεσμίας δεν είναι δυνατό να έχει ως συνέπεια, όταν δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι η υπερβολική διάρκεια της διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, την ακύρωση της προσβαλλομένης διοικητικής αποφάσεως ή την εξαφάνιση της προσβαλλομένης δικαστικής αποφάσεως (πρβλ. απόφαση της 8ης Μαΐου 2014, Bolloré κατά Επιτροπής, C 414/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:301, σκέψη 84).

[…]

83. Αντιθέτως, όταν υφίστανται ενδείξεις ότι η υπερβολική διάρκεια μιας διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας είναι δυνατόν να επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, η μη τήρηση εύλογης προθεσμίας μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της προσβαλλομένης διοικητικής αποφάσεως ή την εξαφάνιση της προσβαλλομένης δικαστικής αποφάσεως, ιδίως όταν η μη τήρηση αυτή έχει ως συνέπεια την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, τα οποία είναι θεμελιώδη δικαιώματα που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Solvay κατά Επιτροπής, C 110/10 P, EU:C:2011:687, σκέψεις 47 έως 52).

[…]

85. Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο τέταρτο και στο πέμπτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 23, παράγραφος 2, και το άρθρο 39, παράγραφος 4, της οδηγίας 2005/85, έχει την έννοια ότι:

[…]

      ο μη εύλογος χαρακτήρας κάποιου από τα εν λόγω χρονικά διαστήματα δεν δύναται, αφ’ εαυτού και ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως περί του ότι η υπερβολική διάρκεια της διοικητικής ή ένδικης διαδικασίας επηρέασε την επίλυση της διαφοράς, να δικαιολογήσει την εξαφάνιση της αποφάσεως του αρμόδιου πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.»

Δεν έχει καταδειχθεί εδώ κάτι που θα επέτρεπε συμπέρασμα ότι παρατηρήθηκε εδώ κάποια καθυστέρηση που εκφεύγει του εύλογου χρόνου για την εξέταση […] της […] αίτησης ασύλου […]. Ακόμα δε και σε περίπτωση που η κατάληξη μου επί του εύλογου του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε εν προκειμένω ήταν διαφορετική και πάλι δεν εντοπίζω σημείου εκ του όποιου η καθυστέρηση αυτή έχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο επηρεάσει την επίλυση της διαφοράς ή το δικαίωμα άμυνας του αιτητή.»

Αξίζει να προστεθούν στα ως άνω τα όσα αναφέρονται στην υπ. αρ.1458/09, Postolachi Konstantin ν Δημοκρατίας, ημ.25/02/11, λέχθηκε, κατά την εξέταση παρόμοιου με τον εδώ ισχυρισμού, ότι «οι […] προθεσμίες αναφέρονται δεν είναι ανατρεπτικές, αλλά απλώς ενδεικτικές, ο δε αιτητής δεν έχει καταδείξει με ποιο τρόπο έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα του από την έστω καθυστερημένη έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης.  Αντίθετα η καθυστέρηση τον έχει βοηθήσει στο να παραμείνει για περαιτέρω χρόνο στη Δημοκρατία μέχρι την έκδοση της απόφασης.». Επί δε των όσων ο συνήγορος της αιτήτριας αναφέρει για την επίδραση του χρόνου που διέρρευσε στην μνήμη της αρκεί να σημειωθεί ότι ουδέν συγκεκριμένο τελικά αναφέρει επί συγκεκριμένου σημείου το οποίο και – ως ισχυρίζεται – αντιμετώπισε δυσχέρεια η αιτήτρια να αναφέρει, λόγω του ότι η μνήμη της χειροτέρευσε.

Δεδομένου ότι οι άπαντες οι λοιποί ισχυρισμοί της αιτήτριας συμπλέκονται και με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25, Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.12/2025, B. A. ν. Δημοκρατίας, ημ.18/12/25].

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών επί της αξιολόγησης αξιοπιστίας θα συμφωνήσω εδώ με όλα τα επιμέρους ευρήματα επί του 2ου, 3ου και 4ου ουσιώδους ισχυρισμού και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, καθώς το σύνολο του αφηγήματος της αιτήτριας, επί πάσης πτυχής του και επί παντός των λεγομένων της, τόσο αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό δολοφονία κάποιου από τον αδελφό της, όσο και τα όσα ακολούθησαν αυτού, παρουσιάζει καταφανή κενά, ελλείψεις σε αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, ως και οι καθ’ ων η αίτηση έχουν εντοπίσει, που πλήττουν - αναπόφευκτα - την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων της.

Τα όσα ανέφερε επί όλων των ως άνω περιορίστηκαν σε δηλώσεις οι οποίες, παρότι κατά τόπους συνθέτουν ένα εκ πρώτης όψεως ένα πολύπλοκο αφήγημα, το οποίο συνάδει με διαθέσιμες ΠΧΚ (βλ. πιο κάτω), εντούτοις - από μια ανάγνωση των επιμέρους λεγομένων της αιτήτριας -  καθίσταται σαφές ότι οι ισχυρισμοί της βρίθουν κενών και ασαφειών και εκ των οποίων ελλείπει εντελώς κάθε εύλογα αναμενόμενη λεπτομέρεια και χρονική και λογική συνέπεια.

Ενδεικτικά σημειώνω ότι η αιτήτρια ουδέν ήταν σε θέση να αναφέρει για τον αδελφό της, το γιατί – δεδομένου ότι αυτός είναι γαλλόφωνος – προσχώρησε στους Ambazonians, πως σκότωσε το άτομο του οποίου ο πατέρας κατ’ ισχυρισμό δίωκε την αιτήτρια, πότε, πως η ίδια το πληροφορήθηκε, τι συνέβη ακριβώς κατά τη διάρκεια της επίθεσης που είχε γίνει στο σπίτι της, πως, δεδομένου ότι η γενεσιουργός αιτία έλαβε χώρα, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ιδίας, στην Bamenda, ενεπλάκη η ίδια και η μητέρα της, οι οποίες – πρέπει να σημειωθεί ότι - είναι γαλλόφωνες, στο περιστατικό αυτό, ποιος είναι ο διώκτης της και πως, από ποιους και γιατί κυκλοφόρησε φωτογραφία της με την ένδειξη ότι καταζητείται.

Από όλους τους ως άνω ισχυρισμούς της θεωρώ πως απουσιάζει κάθε ψήγμα πλήρους, συνεκτικής, ευλογοφανούς παράθεσης σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που παραθέτει. Είναι λοιπόν κατάληξη μου ότι τα όσα η αιτήτρια παραθέτει υπολείπονται καταφανώς του ευλόγως αναμενόμενου και είναι εκ τούτου που θεωρώ ότι διαβρώνεται η εσωτερική συνοχή των λεγομένων της. Ας σημειωθεί ότι, παρόλο που επιμέρους κενά επί ορισμένων ή και πολλών σημείων του αφηγήματος της αιτήτριας θα μπορούσε να μην είχαν οδηγήσει σε απόρριψη του συνόλου των λεγομένων της, ο σωρευτικός αντίκτυπος των ουσιωδών και επί πάσης πτυχής του κενών που εντοπίστηκαν δεν επιτρέπει άλλη προσέγγιση εν προκειμένω. Αυτό απαντά και στις αιτιάσεις του συνηγόρου της αιτήτριας περί του ότι η μη ανεύρεση πληροφοριών για τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη της (ερ.41) δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει στην απόρριψη των ισχυρισμών της, καθώς αυτό επίδρασε σωρευτικά όλων των άλλων κενών και όχι μεμονωμένα.

Δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω δεν θεωρώ σκόπιμο, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης, να αναφερθώ και πάλι σε όσα πιο πάνω καταγράφονται αναφορικά με τα επιμέρους σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται η αξιοπιστία του αφηγήματος της αιτήτριας, στην παράθεση του περιεχομένου της επίδικης έκθεσης, τα οποία υιοθετώ ως ορθά και απολύτως εύλογα υπό τις περιστάσεις. Στην απουσία δε περαιτέρω μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου είναι η κατάληξη μου ότι τα κενά ως έχουν εντοπιστεί από τους καθ’ ων η αίτηση (ερ.62-64) παραμένουν και συνεπώς η αποδοχή των ισχυρισμών αυτών θα ήταν ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους.

Σημειώνω ότι δεν θεωρώ ότι εν προκειμένω ήταν απαραίτητο, δεδομένης της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, η αναζήτηση πληροφοριών (ΠΧΚ) στα πλαίσια εξέτασης της εξωτερικής συνοχής των λεγομένων της αιτήτριας. Ως επί τούτου και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.132, αναφέρεται, η αναζήτηση ΠΧΚ «ενδέχεται να μην είναι απαραίτητ[η] σε περίπτωση αρνητικής διαπίστωσης περί της αξιοπιστίας βάσει καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής […].».

Λεχθέντων των ως άνω αξίζει θεωρώ, για σκοπούς πληρότητας, να σημειωθεί εδώ ότι τα (γενικά και ασαφή) λεγόμενα της αιτήτριας περί ύπαρξης συγκρούσεων στις αγγλόφωνες και οι εκατέρωθεν παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνάδουν εδώ με διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), ως φαινόμενα που απαντώνται στο Καμερούν.

Παραθέτω σχετικά τα εξής.

Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες.[1]

Αναφορά της οργάνωσης Human Rights Watch εκδοθείσα το 2018, ήτοι το χρόνο που κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώρα τα περιστατικά, αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές για εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[2] Βάσει αναφοράς του ανεξάρτητου ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[3], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[4] Άρθρο της εφημερίδας The African Observer αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[5]

Τα Ηνωμένα Έθνη σημειώνουν υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[6],  ενώ το HRW, σε πρόσφατη Έκθεσή του, και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν τόσο κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[7].  Η γεωγραφική τους κατανομή αναφέρεται από τα Ηνωμένα Έθνη: «Στις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[8].

Σε COI QUERY του EASO, ημ.14/06/21, αναφέρεται ότι ο εκτοπισμός πληθυσμού από τα σπίτια του είναι συχνό φαινόμενο λόγω της γενικευμένης βίας, οι οποίοι εκτοπισθέντες βρίσκουν συχνά καταφύγιο σε αγροτικές ή δασώδεις εκτάσεις κοντά στον τόπο διαμονής τους:

«According to OCHA 712 180 IDPs were within or displaced in the North-West and South-West regions as of March 2021. Violence in the aforementioned regions resulted in multiple population displacements and over 1 427 people were forced to flee their homes only in March 2021, seeking shelter and safety in nearby bushes, villages and towns. 71 More than 10 000 people, mainly in Menchum division in the North-West region, were forced to flee their villages in April 2021 and IDPs reached the number of 712 800.72 For the same reference period , a UNHCR map depicting the locations of UNHCR persons of concern mentions that as of April 2021 there were 1 032 942 internally displaced persons, the majority of whom seem to be situated in the Far North, North-West and South-West regions.73 »[9]

Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:

«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[10]

Όμως εν προκειμένω η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων της, ως ανωτέρω εξηγώ, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα ως αυτά που η αιτήτρια περιγράφει λαμβάνουν χώρα στο Καμερούν. Σημειώνω ότι αν το ότι συνάδει μια πληροφορία που δίδει ένας αιτητής με ΠΧΚ θεωρείτο αρκετό – άνευ ετέρου - για να ανατραπεί εύρημα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών οι οποίοι στερούνται βιωματικών στοιχείων αλλά και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών, ως εν προκειμένω, και θα απέληγε σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. ανωτέρω απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO). Ως δε στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.». Επίσης, στη σελ.131, τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.»

Στη βάση και των ως άνω, είναι κατάληξη μου λοιπόν ότι τα όσα αναφέρει η αιτήτρια, συνιστούν επινοήματα της ιδίας, προκειμένου να εντάξει το αφήγημα της στην κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της. Δεδομένης όμως εδώ της σημαντικά τρωθείσας εσωτερικής συνοχής του αφηγήματος της αιτήτριας, ως ανωτέρω εξηγώ, οι ισχυρισμοί δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί.

Σημειώνω ότι στα πλαίσια της παρούσης η αιτήτρια εκπροσωπείται από δικηγόρο, και συνεπώς αν ήθελε να προσφέρει περαιτέρω μαρτυρία ή στοιχεία προς διευκρίνηση των κενών ή ελλείψεων διαπιστώθηκαν, για τα οποία είναι δεόντως ενήμερη, θα μπορούσε να το πράξει δια σχετικού διαβήματος, όμως ουδέν έπραξε.

Θα συμφωνήσω λοιπόν με τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση, ως καταγράφονται και πιο πάνω, ενόψει της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του. Αξίζει δε να σημειωθεί επίσης ότι, επιπροσθέτως όλων όσων πιο πάνω αναφέρω σχετικά με την αξιοπιστία των όσων η αιτήτρια ανέφερε, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι η ίδια είναι γαλλόφωνη και, ως η ίδια ανέφερε, διαμένει εξ ανέκαθεν στην Douala, στις γαλλόφωνες περιοχές, εκ του οποίου βεβαίως δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες τόσο αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό προσχώρηση του αδελφού της στους αποσχιστές όσο και αναφορικά με το γιατί αυτός διέμενε στην Bamenda, επί των οποίων η αιτήτρια δεν έχει δώσει ικανοποιητική εξήγηση (βλ. ερ.39 – 1Χ).

Απομένει μια επισκόπηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής της αιτήτριας, στη Douala (Littoral).

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 20/05/26) στην περιοχή Littoral (όπου βρίσκεται η πόλη Douala) σημειώθηκαν συνολικά 31 περιστατικά πολιτικής βίας (ο ορισμός "Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 31 θανάτους, εκ των οποίων 18 έλαβαν χώρα στη Douala, με αποτέλεσμα 30 θανάτους.[11] Ο πληθυσμός της περιοχής Littoral ανέρχεται περί τα 4.5 εκατομμύρια κατοίκων και της Douala περί τα 3.75 εκατομμύρια. [12], [13]

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η αιτήτρια να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή της κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που να επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για την αιτήτρια, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[14] (βλ. ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).

Σημειώνω ότι η αιτήτρια είναι υγιής, περί των 38 ετών σήμερα, ομιλεί τη γαλλική γλώσσα, διαθέτει ικανοποιητική μόρφωση και έχει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, έχει δε ζήσει στη Douala όλη της τη ζωή. Σημειώνω περαιτέρω ότι, δεδομένης της απόρριψης εδώ του αφηγήματος της αιτήτριας (2ος, 3ος και 4ος ουσιώδεις ισχυρισμοί), στα πλαίσια του οποίου εντάσσεται ο θάνατος του αδελφού της όσο και η απαγωγή της μητέρας της, δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι αμφότεροι ζουν και η δε μητέρα αυτής, αν όχι και ο αδελφός της, διαμένουν, ως εύλογα μπορεί να συναχθεί, στη Douala, όπου, σύμφωνα με την ίδια την αιτήτρια, διέμενε και η ίδια (μαζί με την μητέρα της). Συνεπώς εκ των ως άνω συνάγεται ότι η αιτήτρια διαθέτει εκεί οικογενειακό δίκτυο, στο οποίο και - ευλόγως - αναμένεται να στηριχθεί μέχρις ότου η ίδια βιοποριστεί και εξασφαλίσει με ίδιους πόρους τα αναγκαία χρειώδη.

Έπεται λοιπόν ότι της αιτήτρια δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης [της] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς [της], θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να δεικνύεται, δεδομένων και των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή της αιτήτριας στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.

Ουδέν προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)

[2] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/02/2024)

[3] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/

[4] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (ημ. πρόσβασης 12/02/24)

[5] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε  https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (ημ. πρόσβασης 12/02/24)

[6] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019, available at: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En

[7] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at:  https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html (accessed on 11/08/2021)

[7] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[8] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (acc.05/08/22)

[9] EASO, COI QUERY «Latest developments on security situation in Anglophone region between 1 January 2020 and 31 May 2021», σελ.8, available at: https://euaa.europa.eu/

[10] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf (accessed on 05/08/2022)

[11]  Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στοhttps://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση στις 27/05/2026)

[12] City Population, Littoral Region, διαθέσιμο στοhttps://citypopulation.de/en/cameroon/cities/?cityid=17119  (πρόσβαση στις 27/05/2026)

[13] World Population Review, Douala, διαθέσιμο στοhttps://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala   (πρόσβαση στις 27/05/2026)

[14] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο